Μνήμες

Το μικρό χέρι που την τράβηξε από το μανίκι την επανάφερε στην πραγματικότητα. Για μια στιγμή είχε χαθεί στις σκέψεις της μέσα στο άγχος της καθημερινότητας. Ήταν τόσα πολλά που έπρεπε να κάνει εκείνη τη μέρα η Στέλλα. Και ακόμα δεν είχε αρχίσει το πρωινό.

Ένα ζεστό φιλί από τον άντρα της ζέστανε την καρδιά της. Σαν να άκουσε τις σκέψεις της και μόλις ξύπνησε πήγε αμέσως κοντά της. Η μεγάλη σηκώθηκε αγουροξυπνημένη και έτριψε τα μάτια της. Είχε κλείσει τα έξι πια. Ο μικρός τα τέσσερα. Το μωρό ευτυχώς δεν είχε ξυπνήσει ακόμα και αυτό έδωσε στην οικογένεια λίγο χρόνο να οργανωθεί.

«Την Παρασκευή το μεσημέρι είναι η γιορτή στο σχολείο. Θα μπορέσεις τελικά να πάρεις άδεια;»

«Ναι, το έχω κανονίσει, μην ανησυχείς γλυκιά μου»

Ο φρεσκοψημένος καφές μοσχοβόλησε στην κουζίνα και η Στέλλα τον σέρβιρε σε δύο μεγάλες κούπες. Η Άννα, η μεγάλη, ζήτησε περισσότερα δημητριακά και ο Ανδρέας, ο μικρός, προσπαθούσε να σκουπίσει τον χυμό που έριξε στο τραπέζι.

«Άστον, αγάπη μου, τα καταφέρνει», πρότεινε ο Γιώργος στην γυναίκα του και την τράβηξε να κάτσει δίπλα του.

Βλέποντας τον μικρό να λερώνεται, έβαλαν και οι δύο τα γέλια.

Ο Γιώργος είχε τον τρόπο του να χαλαρώνει την γυναίκα του ώστε να μπορεί να απολαμβάνει την μητρότητα. Δεν τον ενδιέφερε το χάος μέσα στο σπίτι, τα άπλυτα ρούχα και πιάτα. Δεν τον ένοιαζε αν δεν έβρισκε ζεστό φαγητό μετά την δουλειά. Αντίθετα, προσπαθούσε να τακτοποιεί ό,τι προλάβαινε όταν γυρνούσε από την δουλειά, να διαβάζει τα παιδιά και να μοιράζεται το βάρος της καθημερινότητας. Σαν ομάδα. Ο ένας για τον άλλον. Το μωρό ήταν μόλις τριών μηνών και είχε αλλάξει ξανά όλες τις ισορροπίες στο σπίτι. Έβρισκαν όμως τον τρόπο να κρατάνε την ζωή τους όσο πιο ομαλή γίνεται και να θυμίζει ο ένας στον άλλον πόσο τυχεροί ήταν που είχαν φτιάξει μια τόσο όμορφη οικογένεια.

«Δέκα χρόνια μαζί. Πώς πέρασαν! Θα βγούμε για φαγητό στην επέτειο μας. Πες της μαμάς σου να έρθει να κρατήσει τα παιδιά. Εντάξει, γλυκιά μου; Τι ώρα πήγε;»

«Ωχ! Αργήσαμε, μπαμπά!»

«Ελάτε να σας φιλήσω! Να είστε καλά παιδάκια. Σας αγαπώ πολύ!»

«Και εμείς, μαμά!»

«Πάνω στην ώρα ξύπνησε το μωρό. Αντίο, αγάπη μου. Στέλλα; Με ακούς; Εμείς φεύγουμε! Ξύπνησε το μωρό! Στέλλα;»

Όταν η Στέλλα άνοιξε τα μάτια της είδε τους γιατρούς να την κοιτάζουν έκπληκτοι. Κανείς τους δεν μιλούσε. Μόνο την κοίταζαν σαν να μην μπορούσαν να πιστέψουν ότι ξύπνησε.

«Ο Γιώργος; Πού είναι ο άντρας μου;», ήταν το πρώτο πράγμα που ρώτησε. «Τα παιδιά; Το μωρό ποιος το προσέχει;»

Αυτές οι ερωτήσεις ανησύχησαν τους γιατρούς. Κάλεσαν αμέσως την μητέρα της. Δεν είχαν συναντήσει ξανά τέτοιο περιστατικό.

«Εγώ πρέπει να της το πω;», δίστασε η μητέρα της. Θα προτιμούσε να το αναλάβει καλύτερα κάποιος ειδικός.

Εξήγησε στην Στέλλα ότι τα τελευταία δέκα χρόνια δεν υπήρξαν ποτέ. Ήταν σε κώμα μετά από ένα τραγικό ατύχημα. Ό,τι θυμόταν ήταν όλα ένα ψέμα. Ο Γιώργος, η Άννα, ο Ανδρέας, το μωρό. Δεν υπήρξαν ποτέ. Ήταν όλα μέσα στο μυαλό της. Μέσα στην καρδιά της. Αλλά ποτέ στην πραγματικότητα.

Μέχρι και το τέλος της ζωής της, η Στέλλα ένιωθε σαν να ξεριζώθηκε ένα κομμάτι του εαυτού της, τόσο βίαια που δεν μπορούσε παρά να θρηνήσει για την οικογένεια που δεν είχε ποτέ στα αλήθεια. Δεν παντρεύτηκε ποτέ. Δεν κατάφερε ποτέ να το ξεπεράσει.

CC

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading