Πρώτο πρωινό στο χωριό Vevey της Ελβετίας. Ένα μέρος που το έψαξε πολύ η Στεφανία πριν πάρει την απόφαση να εγκατασταθεί μόνιμα εκεί. Ένα μέρος που δεν θυμίζει σε τίποτα ούτε την γειτονιά της στην Αθήνα, το Περιστέρι, ούτε και την μετέπειτα ζωή της στην Λάρισα. Ένα μέρος που δεν κουβαλά τις αναμνήσεις του παρελθόντος αλλά αντιθέτως είναι ένας κενός μαύρος πίνακας έτοιμος να γράψει καινούριες εμπειρίες, όμορφα όνειρα, νέες φιλίες και έρωτα. Αυτό ειδικά το τελευταίο η Στεφανία το περιμένει με λαχτάρα!
Φυσικά λίγο διαφορετικό από ό,τι τον είχε στο μυαλό της στα δεκαοχτώ. Τώρα έχει την ωριμότητα να κρίνει και να απορρίψει, έχει το κουράγιο να διεκδικήσει τα θέλω της κι έχει την υπομονή να περιμένει…
Λιγοστές είναι οι κούτες που της παρέδωσε η μεταφορική χτες, όπως και λιγοστά είναι όλα όσα έφερε από Ελλάδα. Όλα από την αρχή. Αυτήν την συμφωνία έκανε με τον εαυτό της φεύγοντας. Τίποτα παλιό δεν ήθελε, τίποτα τοξικό, τίποτα που να της θυμίζει πως η παλιά της ζωή ήταν εγκλωβισμένη στο «σύνδρομο του καλού παιδιού». Μια εμμονή που της κληρονόμησε η γενιά της μαμάς της, να μην απογοητεύει κανέναν, να μην στεναχωρεί κανέναν κι ας μίκραινε η ίδια της, μπροστά στα θέλω των άλλων.
Γυναίκα του χωριού ήταν η κυρία Φωτεινή, όταν ήρθε δεκαέξι χρονών νύφη από ένα χωριό έξω από την Κόρινθο και εγκαταστάθηκε μαζί με τον πατέρα της, τον Αντώνη, στην Ανθούπολη στο Περιστέρι στα μέσα της δεκαετίας του 70’. Εργάτρια σε εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας δούλευε για πεντάροδεκάρες. Αλλά έτσι ήταν οι νόμοι εκείνης της εποχής, η γυναίκα να αμοίβεται λιγότερο από τον άντρα. Αντιθέτως ο πατέρας της, τα πρώτα χρόνια δούλεψε σαν μαθητευόμενος τσαγκάρης κι αργότερα με την βοήθεια των πεθερικών του που πούλησαν ένα χωραφάκι, άνοιξε το δικό του τσαγκαράδικο κι έγινε πολύ γνωστός τόσο στην γειτονιά του όσο και στις γύρω περιοχές.
Δύο χρόνια μετά τον γάμο των γονιών της γεννήθηκε η Στεφανία και πήρε το όνομα του παππού της. Όμορφο μωρό, χαμογελαστό, με ένα γέλιο γάργαρο και αβίαστο που μπορούσε να σε παρασύρει στο λεπτό, άνθισε αργότερα σ’ ένα κοριτσάκι γεμάτο σκέρτσο και νάζι. Όλοι στην γειτονιά είχαν να λένε για την καλοσύνη της, το φιλότιμό της, το γεμάτο καλοσύνη βλέμμα της, και την τσαχπινιά της. Όλοι εκτός από την μάνα της, που όσο μεγάλωνε η Στεφανία άλλο τόσο μεγάλωνε και η ζήλια της για την κόρη της.
Πότε της δεν κατάλαβε γιατί της φερότανε έτσι η ίδια της η μάνα. Τίποτα δεν ήταν αρκετό, τίποτα δεν ήταν καλό, όλα όσα έκανε κι έλεγε ήταν ανόητα. Αγάπη, καλό λόγο και αποδοχή δεν έλαβε ποτέ. Τι κι αν έλεγαν στην κυρία Φωτεινή οι δάσκαλοι τα καλύτερα για την μόρφωση και το ήθος της μικρής, αυτή έβρισκε πάντα κάποιο κουσούρι να ανταπαντήσει. Αν τύχαινε δε κάποιος ξάδερφος ή γειτονόπουλο να πάρει καλύτερο βαθμό από την κόρη της θα γινόταν το θέμα της εβδομάδας μέσα στο σπίτι. «Πόσο τυχεροί είναι οι γονείς του Κωστάκη! Τι χαρές έχουν αυτοί στο σπίτι τους!», έτσι έλεγε η μάνα της…
Στην αρχή την πείραζε την Στεφανία, την πείσμωνε να προσπαθεί να γίνει αντάξια των προσδοκιών της μητέρας της, με τα χρόνια όμως το μόνο που κατάφερε είναι να χάσει τον εαυτό της, να ξεχάσει ποια είναι και τι θέλει και να μεταμορφωθεί σε κάποια άλλη.
Ο καιρός περνούσε, το γέλιο χάθηκε και η ζωντάνια μαζί με την παιχνιδιάρικη διάθεση κρύφτηκαν. «Να συμπεριφέρεσαι όπως αρμόζει στην ηλικία σου, Στεφανία, να είσαι σοβαρή και μετρημένη. Κοντεύεις τα δεκαεφτά, δεν είσαι πια κοριτσάκι, εδώ η γειτονιά είναι μικρή κι ο κόσμος θα σε σχολιάζει. Ποιος άντρας θα σε πάρει στα σοβαρά για παντρειά;», της έλεγε η μητέρα της. Εκείνη όμως δεν συμφωνούσε. «Αυτή είμαι. Γιατί πρέπει να συμπεριφέρομαι σαν κάποια άλλη για να είμαι αποδεκτή;». Σκέψεις που όσο μεγάλωνε και ωρίμαζε, τόσο περισσότερο την προβλημάτιζαν. Δεν τολμούσε βέβαια να αντιμιλήσει ή να φέρει αντίρρηση στα λεγόμενά της. Την τελευταία φορά τις άρπαξε για τα καλά. Τι κι αν ήταν τότε δεκαπέντε χρονών; Βούτηξε η κυρά Φωτεινή την ξύλινη κουτάλα, την στρίμωξε στην γωνιά πίσω από το πλυσταριό και της τα έκανε τα πλευρά μπλε από τις ξυλιές. Από τις φωνές της για βοήθεια έτρεξε και ο πατέρας της να ηρεμήσει τα πνεύματα, αλλά κι αυτουνού ο λόγος δεν περνούσε. Κακά τα ψέμματα μπορεί στο τσαγκαράδικο κουμάντο να έκανε ο ίδιος, στην οικογένειά του ωστόσο και στο σπιτικό του, αρχηγός ήταν η γυναίκα του. Κανένας δεν τολμούσε να της φέρει αντίρρηση όσο κι αν είχε δίκιο ο ίδιος. Είχε ένα μαγικό χάρισμα να γυρνάει τα λόγια σου, να βγαίνει από πάνω και να παρουσιάζεται σε όλους σαν να είναι αυτή το θύμα. Την λάτρευε ο κυρ Αντώνης την κόρη και μάρτυς του ο Θεός. Μοναχοκόρη την είχε, μοσχοαναθρεμένη και σπάραζε η καρδιά του όταν την έβλεπε στεναχωρημένη και μαραζωμένη. «Άστην βρε γυναίκα να βγει κι αυτή με τις φίλες της βράδυ, άστην να διασκεδάσει, να χορέψει, να χαρεί. Θα το μετανιώσουμε τόσο περιορισμένη και άβγαλτη που την έχουμε».
Και το μετάνιωσαν.
Τρίτη σε σειρά προτεραιότητας πέρασε η Στεφανία στο Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών στον Βόλο. Ολόκληρο γλέντι στήθηκε στην αυλή του σπιτιού εκείνο το βράδυ. Όλη η γειτονιά, οι φίλοι και οι συγγενείς παρέλασαν για να ευχηθούν καλή σταδιοδρομία, να δώσουν ένα χαρτζιλίκι για τα πρώτα έξοδά της και να ευχηθούν καλή αρχή στην καινούργια ζωή που ανοίγεται μπροστά της. Με ένα χαμόγελο ως τα αυτιά τους υποδέχτηκε η κυρά Φωτεινή, φορώντας ολοκαίνουριο ταγεράκι ραμμένο στην καλύτερη μοδίστρα και χτενισμένη σε κομμωτήριο! Το ίδιο χαρούμενος αλλά πιο συγκρατημένος ήταν ο πατέρας της. Πολύ περήφανος για την κόρη του που θα σπουδάσει και θα μορφωθεί, αλλά ήταν και ο μόνος που την ήξερε καλά… την έβλεπε και την παρατηρούσε… Ήξερε πως το παιδί του δεν ήταν ευτυχισμένο εδώ και πως αυτή είναι η ευκαιρία της να ζήσει εκτός περιορισμούς κι ανέμελο! «Θα φύγει και δεν θα γυρίσει», έλεγε στον θείο της Στεφανίας. Κι έτσι έγινε.
Οικογενειακώς ανέβηκαν να γραφτεί η Στεφανία στην σχολή και να βρει μια γκαρσονιέρα επιπλωμένη για να μείνει. Δύο εβδομάδες κάθισαν οι γονείς της μαζί της μέχρι λίγο να τακτοποιηθεί και να μπει σε μια σειρά. Όσο αγχωμένος ήταν ο πατέρας της, τόσο ενθουσιασμένη ήταν εκείνη. Την πρώτη κιόλας μέρα γνώρισε δύο κοπέλες συμφοιτήτριές της που ήταν από την Λάρισα, την Σοφία και την Ειρήνη και ξεκίνησε μια όμορφη φιλία που θα έμελλε να ήταν καρμική.
Τυπική, όπως είχε συμφωνήσει άλλωστε με τον πατέρα της, τους έπαιρνε κάθε Παρασκευή τηλέφωνο από τον τηλεφωνικό θάλαμο της σχολής, να τους ενημερώσει για τα μαθήματα, για τις διαλέξεις και για τις φίλες της.
Όλα κυλούσαν ομαλά, πέρασαν ήδη οι πρώτοι μήνες και πλησίαζαν Χριστούγεννα. Η Στεφανία έφτασε στον σταθμό Λαρίσης αργά το απόγευμα. Σαν την είδε ο πατέρας της να κατεβαίνει από τρένο κρατώντας την βαλίτσα στο χέρι της, το κατάλαβε. Η κόρη του δεν ήταν πια το κοριτσάκι που έφυγε. Από το τρένο δεν κατέβηκε ένα κορίτσι δεκαοχτώ χρονών αλλά μια κοπέλα δεκαοχτώ χρονών. Θες ο αέρας της, θες το βλέμμα της, θες η αύρα που εξέπεμπε, θες το χαμόγελο που επανήλθε στα χείλη της; Όλα επάνω της έδειχναν μια αλλαγή.
Η μάνα της, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν παρατήρησε τίποτα κι αρκέστηκε στις ερωτήσεις μόνο γύρω από τα μαθήματα, από τους βαθμούς και από τους καθηγητές. Τίποτα για τις φίλες της, για τις βραδινές εξόδους της, ή για αγόρια. Κι η αλήθεια είναι πως αυτό πολύ την βόλεψε. Τον λόγο της δεν το αθετούσε απέναντι στους γονείς της πως θα διαβάζει, θα περνάει τα μαθήματα στην ώρα της και θα είναι προσεχτική στην διαχείρηση των χρημάτων της. Αυτό όμως που δεν ξεστόμισε 20 μέρες που ήταν μαζί τους, είναι πως στα ενδιαφέροντά της, πέρα από τις διαλέξεις στο αμφιθέατρο, είχε προστεθεί και ο Βασίλης, ο αδερφός της Σοφίας.
Τον έβλεπε κάθε Παρασκευή βράδυ που ερχόταν με την παρέα του από την Λάρισα, κι έμενε στο σπίτι της αδερφής του όλο το σαββατοκύριακο. Την τράβηξε ο αυθορμητισμός του, ο έξω καρδιά χαρακτήρας του, τα αστεία και τα πειράγματα που της έλεγε και την έκανε να γελάει και να κοκκινίζει στο λεπτό. Εικοσι τεσσάρων χρόνων ήταν, ψηλός, καστανός και φαινόταν έμπειρος και περπατημένος. Ασχολιόταν με τα χωράφια του πατέρα του από μικρός, καλλιεργούσε βαμβάκια όπως και πάρα πολλοί από την περιοχή. Δεν έμοιαζε με κανένα άλλο αγόρι που ήξερε, όχι ότι ήξερε και πολλούς δηλαδή αλλά σε σχέση με αυτούς που γνώριζε από την γειτονιά της ή από το πανεπιστήμιο, της έμοιαζε διαφορετικός.
Στην αρχή ξεκίνησε σαν κάτι αθώο, σαν φίλοι, αλλά με τον καιρό έπιασε τον εαυτό της να τον σκέφτεται όχι μόνο τα βράδια πριν κοιμηθεί αλλά και μέσα στην μέρα, να περιμένει τις Παρασκευές να τον δει, να πιάνει τον εαυτό της να δοκιμάζει στον καθρέφτη νέα χτενίσματα και να κάνει τις πρώτες απόπειρες μακιγιάζ. Ευτυχώς είχε την αυτοσυγκράτηση να μην παρασυρθεί από το συναίσθημά της και τα φορτώσει στον κόκορα. Η Σοφία ένιωθε πως κάτι ερωτικό αιωρούνταν στον αέρα ανάμεσα στον αδερφό της και την φίλη της. Πρώτα μίλησε στον Βασίλη κι αφού σιγουρεύτηκε για τα αισθήματά του, αμέσως μετά άρχισε τις προειδοποιήσεις και τις συμβουλές: «Η Στεφανία είναι ένα άβγαλτο και ρομαντικό κορίτσι. Πρόσεχε κακομοίρη μου, καμιά σχέση δεν έχει με τα κορίτσια που συναναστρέφεσαι. Είναι σοβαρή, μετρημένη και δίνεται πολύ στους γύρω της. Με αυτές τις γυναίκες δεν παίζεις και περνάς την ώρα σου. Αυτές τις γυναίκες τις παντρεύεσαι και τις τιμάς». «Αυτό σκοπεύω να κάνω, Σοφία», της είπε «και το γρηγορότερο μάλιστα».
Κι έτσι κι έγινε.
Στο τρίτο εξάμηνο της σχολής ήταν η Στεφανία όταν αρραβωνιάστηκαν. Ο κυρ Αντώνης δεν τον συμπάθησε από την πρώτη στιγμή που τον είδε, κάτι στο βλέμμα του και στις κινήσεις του, τον έκαναν να έχει τις αμφιβολίες του. Κι είχε δίκιο. Ένα μήνα μετά τον αρραβώνα άρχισε να αλλάζει ο Βασίλης. «Τι την θες την σχολή, βρε Στεφανία; Εμείς μια μέρα θα παντρευτούμε, οικονομική άνεση έχουμε, τίποτα δεν θα σου λείψει. Κυρά κι αρχόντισσα θα είσαι στο σπίτι σου να προσέχεις τον άντρα σου και τα παιδιά σου», έλεγε και ξανάλεγε. «Μην βάζεις τόσο κοκκινάδι στα χείλη σου, βρε αγάπη μου, εσύ τώρα είσαι δεσμευμένη γυναίκα δεν έχεις ανάγκη». Στην αρχή δεν έδινε σημασία η Στεφανία, ίσα ίσα που τον δικαιολογούσε κιόλας. «Μ’ αγαπάει», σκεφτόταν «και με ζηλεύει». Οι μήνες περνούσαν, η αγάπη του Βασίλη για την Στεφανία ήταν φανερή, ολοφάνερη όμως ήταν και η ζήλια του και μπορεί να έβγαλε τα κοκκινάδια από το πρόσωπό της για να μην τον προκαλεί, αλλά τις σπουδές της δεν τις παράτησε για χάρη του! Με βαθμό πτυχίου δέκα ορκίστηκε και με δύο διπλώματα Αγγλικών και Γαλλικών.
Λίγες εβδομάδες μετά την ορκομωσία, έγινε και ο γάμος τους. Περίλαμπρη και μεγαλοπρεπής μπήκε νύφη στην εκκλησία με ένα νυφικό από ταφτά και δαντέλα κρατώντας μια ανθοδέσμη από κρινάκια. Το μυστήριο, κατ’ απαίτηση του γαμπρού, τελέστηκε στην Λάρισα, με την δικαιολογία να μπει το ζευγάρι αμέσως μετά το γλέντι στο νέο τους σπίτι.
Σχεδόν τέσσερα χρόνια περίμενε την πρώτη νύχτα του γάμου της η Στεφανία. Ο Βασίλης εκτός από μερικά παθιασμένα φιλιά και μερικά αχόρταγα χάδια, της είχε ξεκαθαρίσει πως όλα τα υπόλοιπα θα γίνουν μετά τον γάμο. Τον λόγο ποτέ δεν τον ρώτησε, και παρόλο που στην αρχή μπορεί να την ενοχλούσε, μετά όταν ξανασκεφτόταν ότι μπορεί να τύχαινε καμία εγκυμοσύνη που να την ανάγκαζε να σταματήσει την σχολή της, έλεγε δίκιο έχει.
Ξημερώματα μπήκαν στην κρεβατοκάμαρά τους. Εκείνη δεν ήξερε τι να κάνει και πώς να συμπεριφερθεί, περίμενε αυτός να την πλησιάσει. Έβγαλε μονάχα το πέπλο της και τις γόβες της και έκατσε στην άκρη του κρεβατιού. Με γρήγορες και αποφασιστικές κινήσεις ήρθε κατά πάνω της και με τις ίδιες γρήγορες και άτσαλες κινήσεις μπήκε μέσα της, χωρίς ίχνος ρομαντισμού, χωρίς λόγια, χωρίς υποσχέσεις που δίνουν οι νεόνυμφοι στο πρώτο τους ταίριασμα στο κρεβάτι. Έμεινε η ίδια να κοιτάει το ταβάνι εκείνο το πρωινό και να αναρωτιέται πού είναι οι έρωτες που διάβαζε όλα αυτά τα χρόνια στα μυθιστορήματα. Με μάτια πρησμένα και κατακόκκινα την βρήκε το μεσημέρι που ξύπνησε ο Βασίλης αλλά δεν έδωσε σημασία, μοναχά της είπε πως τον καφέ του τον πίνει βαρύ γλυκό με ένα παξιμάδι. Μάταια περίμενε όλη μέρα ένα χάδι, ένα φιλί, ένα άγγιγμα, ένα γλυκό λόγο που θα γαληνέψει την καρδούλα της. Το βράδυ που ξάπλωσαν επαναλήφθηκε το ίδιο γρήγορο και ψυχρό σκηνικό. Προσπάθησε με τον τρόπο της η Στεφανία να τον κάνει πιο τρυφερό και πιο γλυκό αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
Ο πρώτος χρόνος του έγγαμου βίου κύλησε γεμάτος σιωπές από εκείνη και γεμάτος απαιτήσεις από τον ίδιο. Είχαν συμφωνήσει πως δεν θα δουλέψει σαν νηπιαγωγός, αν και πολύ θα το ήθελε, για να μείνει έγκυος και να μεγαλώσει τα παιδιά τους. Μέχρι όμως να έρθει ο πολυπόθητος διάδοχος, η Στεφανία αντί για κυρά κι αρχόντισσα που της είχε υποσχεθεί κάποτε, έγινε μια δυστυχισμένη νοικοκυρά κι όχι γιατί είχε αναλάβει τις δουλειές του σπιτιού, αυτές τις άρεσαν και την βοηθούσαν να ξεχαστεί, αλλά γιατί ό,τι και να έκανε δεν ήταν αρκετό και καλό. «Τα φαγητά σου είναι άνοστα, το πουκάμισό μου δεν μου το σιδέρωσες καλά, το φουστάνι σου είναι πολύ κοντό, μην πετάς τα λεφτά μου σε βιβλία κτλ».
Δεκαπέντε χρόνια υπέμεινε η Στεφανία αυτή την κατάσταση. Μέσα στο διάστημα αυτό, το μπουμπούκι που είχε παντρευτεί ο Βασίλης δεν έγινε ποτέ ανθός. Αντιθέτως μαράζωνε μέρα με την μέρα. Η εγκυμοσύνη δεν ήρθε ποτέ. Κρυφά πήγε σε γιατρό κι έκανε εξετάσεις για να σιγουρευτεί πως δεν είχε κάποιο πρόβλημα. Ένα βράδυ πάνω σε έναν ομηρικό τσακωμό που είχαν γιατί τόλμησε να βγει το πρωί για καφέ με φίλη της, του το είπε. Με δύο σπασμένα δόντια που του τα έφτυσε κατάμουτρα έφυγε από το σπίτι τους κρατώντας μόνο μια βαλίτσα ρούχα. Όλα καινούργια κι όλα από την αρχή είπε μέσα της φεύγοντας.
Λίγο καιρό πριν, είχε διαβάσει για ένα μέρος στην Ελβετία, το χωριό Vevey κοντά στο εργοστάσιο της Nestle, όπου πήγαιναν πολλοί Έλληνες για να δοκιμάσουν την τύχη τους. Ανάμεσα στις αγγελίες για εργατικό και διοικητικό προσωπικό, υπήρχαν κι αγγελίες για νταντάδες και νηπιαγωγούς για την ελληνική κοινότητα που βρισκόταν εκεί και στην Λωζάννη. Θεόσταλτη ευκαιρία σκέφτηκε κι έστειλε το βιογραφικό της. Η θετική απάντηση ήρθε σχεδόν αμέσως. Σε δέκα μέρες έπρεπε να αποχαιρετίσει τους δικούς της και να φύγει στο εξωτερικό με πενταετές συμβόλαιο. Με περίσσιο ενθουσιασμό υπέγραψε τα χαρτιά του διαζυγίου της και με τον ίδιο ενθουσιασμό, αισιοδοξία και πιο ανάλαφρη από ποτέ μπήκε στο αεροπλάνο.
Πίσω δεν γύρισε να κοιτάξει, ούτε χρειαζόταν, ούτε και ήθελε. Ποιον να αποχαιρετίσει; Ο κυρ Αντώνης τους είχε αφήσει νωρίς από καρδιά και η μάνα της όλα αυτά τα χρόνια αντί να της συμπαρασταθεί την φοβέριζε κιόλας πως αν χωρίσει θα τους ρεζίλευε στην γειτονιά. Για το μόνο που στεναχωριέται είναι για τα νιάτα της που τα χαράμισε άδικα, αλλά και πάλι αναλογίστηκε πως μαθήματα ζωής πήρε για μια καλύτερη τύχη εκεί που πάει. Κι από ένστικτο το ήξερε. Η τύχη της θα είναι εκεί! Μπορεί η ζωή της να είχε μπει σε παύση αλλά η συνέχεια της θα είναι όπως την ονειρευόταν στα δεκαοχτώ της χρόνια, γεμάτη δουλειά και έρωτα!
Νατάσα Ξαγοράρη
Συνεχίζεται…

One response to “Εισιτήριο χωρίς επιστροφή – Μέρος 1ο”
[…] Προηγούμενο […]