Η αδερφή της δεν ήξερε τίποτα. Σε κανέναν δεν είχε μιλήσει η Αφροδίτη για όσα περνούσε τον τελευταίο χρόνο. Εκείνο το βράδυ που έφυγε από το αστυνομικό τμήμα αφού κατέθεσε τις ανησυχίες και τους φόβους της, ένιωσε ένα τεράστιο κενό. Λες και οι νόμοι είχαν φτιαχτεί για να προστατεύουν τους θύτες, όχι τα θύματα.
«Δεν υπάρχει πτώμα, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα»
«Πτώμα; Πρέπει να πεθάνω δηλαδή;»
Κατάλαβε με τον άσχημο τρόπο ότι έπρεπε να τα βγάλει πέρα μόνη της και να εύχεται ότι αυτός που την παρακολουθεί θα βαρεθεί κάποια στιγμή και θα την παρατήσει ήσυχη.
Δεν ήξερε γιατί αυτός ο άντρας είχε πάθει τέτοια εμμονή μαζί της. Ούτε τον ήξερε, ούτε του είχε μιλήσει ποτέ. Ήταν ένας εντελώς άγνωστος άντρας που κάποια στιγμή την είδε και έπαθε κόλλημα μαζί της. Από τότε η Αφροδίτη άρχισε να νιώθει τα μάτια του συνέχεια καρφωμένα πάνω της. Όπου κι αν πήγαινε, εκείνος ήταν μερικά βήματα πίσω της. Δεν της μιλούσε, δεν την πλησίαζε, δεν την άγγιζε. Ήταν όμως εκεί.
Όταν, μετά από μέρες, βγήκε από το σπίτι της για να πάει ξανά στην δουλειά της, τον είδε από μακριά κρυμμένο πίσω από ένα δέντρο. Στεκόταν όρθιος, φορούσε μαύρα γυαλιά και καπέλο και είχε το κεφάλι σκυφτό σε μια εφημερίδα. Η Αφροδίτη ξεφυσηξε και έσφιξε τα δόντια. Δεν μπορούσε να μείνει άλλο σπίτι. Δεν μπορούσε όμως να συνεχίσει να ζει έτσι.
Όταν πέρασε ένας χρόνος, η απογοήτευση ήταν τεράστια. Άδικα έκανε υπομονή μπας και την ξεχάσει όπως της είχαν προτείνει στο τμήμα. Σκεφτόταν σοβαρά να μετακομίσει. Ένιωσε επιτέλους έτοιμη να το συζητήσει και περίμενε ανυπόμονα την αδερφή της να κατέβει για διακοπές. Θα περνούσαν λίγο χρόνο μαζί μετά από τόσο καιρό που είχε να δει η μία την άλλη. Θα της το έλεγε και θα της πρότεινε να μετακομίσει μαζί της στην πόλη που ζούσε. Σίγουρα θα την βοηθούσε η αδερφή της, δεν υπήρχε περίπτωση να την αφήσει μόνη της σε αυτόν τον εφιάλτη.
«Μια μέρα έμεινε! Σου έχω και μια έκπληξη! Θα γνωρίσεις και το αγόρι μου!»
«Το ποιο; Πού; Εδώ;»
Η αδερφή της ερχόταν με το αγόρι της. Έτσι νόμιζε η Αφροδίτη. Όσο μιλούσαν είχε ήδη ξεκινήσει να μαζεύει τις βαλίτσες της. Το μέρος αυτό δεν την χώραγε πια.
«Έχω κάτι σημαντικό να σου πω. Γίνεται να μείνουμε μόνες κάποια στιγμή;»
«Ναι, εννοείται! Θα σου στείλω την διεύθυνση του ξενοδοχείου και τον αριθμό του δωματίου που νοικιάσαμε να βρεθούμε εκεί, ok;»
«Ξενοδοχείο… Σωστά. Συγγνώμη, είμαι λίγο αφηρημένη, Έλενα. Νόμιζα θα έμενες σε εμένα. Λογικό, αφού έρχεσαι με το αγόρι σου να θέλετε τον χώρο σας»
«Δεν έρχομαι μαζί του. Άστο! Θα στα πω όλα από κοντά. Αφροδίτη; Νομίζω ότι είναι ο ιδανικός!»
«Καλά, το έχουμε ξανακούσει αυτό»
«Μη γελάς! Θα δεις! Κάτσε να τον γνωρίσεις από κοντά και θα μου πεις!»
«Ανυπομονώ! Φιλάκια!»
Το επόμενο πρωί, η Αφροδίτη είχε ένα πολύ άσχημο προαίσθημα. Ένιωθε τόσο έντονα την παρουσία του άντρα. Ετοιμάστηκε και πήγε στο ξενοδοχείο. Χτύπησε την πόρτα του δωματίου και περίμενε να της ανοίξουν. Πάγωσε. Ήταν εκείνος. Στεκόταν στην πόρτα του δωματίου με ένα τεράστιο χαμόγελο στο πρόσωπό του. Η Αφροδίτη πήγε να βάλει τα κλάματα από τον φόβο της. Κοίταξε ξανά τον αριθμό του δωματίου. Ήλπιζε να είχε κάνει λάθος. Από μέσα όμως άκουσε την αδερφή της να την φωνάζει.
«Ήρθες επιτέλους! Μίλτο, αυτή είναι η Αφροδίτη. Η αδερφή μου και το αγόρι μου. Πόσο χαίρομαι που επιτέλους γνωρίζεστε!»
Δεν μπορούσε να φύγει και να αφήσει την αδερφή της μόνη μαζί του. Μπήκε μέσα στο δωμάτιο και τα πόδια της έτρεμαν. Δεν τολμούσε να τον κοιτάξει στα μάτια. Ήθελε απεγνωσμένα να φωνάξει, να πει στην αδερφή της ότι κινδυνεύουν.
«Πώς γνωριστήκατε;», κατάφερε κάποια στιγμή να τους ρωτήσει.
«Τυχαία, στα σόσιαλ! Πριν οχτώ, εννιά μήνες περίπου. Ο Μίλτος με βρήκε και μου έστειλε μήνυμα. Ξεκινήσαμε να μιλάμε κάθε μέρα, κάναμε βιντεοκλήσεις. Περίμενα πώς και πώς να κατέβω να τον γνωρίσω από κοντά. Δεν πίστευα ποτέ ότι θα έβρισκα τον άνθρωπό μου από το ίντερνετ. Και από την πόλη που μένεις εσύ! Φοβερό, ε;»
«Ναι…», πλησίασε αργά κοντά στην αδερφή της και την παρακάλεσε όσο πιο χαμηλόφωνα γινόταν να μείνουν μόνες για λίγο. «Θυμάσαι που σου είπα ότι έχω να σου πω κάτι πολύ σημαντικό; Τώρα είναι η στιγμή!»
Η Έλενα είδε τον τρόμο στα μάτια της αδερφής της αλλά κατάφερε και κράτησε την ψυχραιμία της.
«Μίλτο, θα βγεις λίγο έξω να αλλάξουμε με την αδερφή μου για την παραλία; Ευχαριστώ, γλυκέ μου», είπε και συνέχισε να μαζεύει τις πετσέτες χωρίς να δει το βλέμμα που έριξε ο Μίλτος στην Αφροδίτη.
Μόλις ο Μίλτος βγήκε έξω, έστησε αυτί στην πόρτα. Κατάλαβε ότι είχε ζορίσει η κατάσταση. Ένα λεπτό πριν να είχε δράσει, θα είχε προλάβει. Τα είχε οργανώσει όλα τόσο καλά. Για ένα λεπτό, δεν πρόλαβε. Όταν άνοιξε ξανά την πόρτα, τα κορίτσια είχαν εξαφανιστεί από την μπαλκονόπορτα. Τις είδε να τρέχουν σαν τρελές στον κήπο. Πήδηξε ξοπίσω τους και για λίγο δεν τις πρόλαβε πριν μπουν στο αμάξι της Αφροδίτης.
Οι δύο αδερφές παράτησαν τα πάντα και εξαφανίστηκαν από προσώπου γης. Δεν τις βρήκε ποτέ ο Μίλτος. Έβαλε όμως μπρος για τον επόμενο στόχο του. Αφού κανείς νόμος δεν τον σταματούσε μέχρι τότε.
CC
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
