Ο κύριος Αντώνης ήταν ένας συμπαθέστατος συνταξιούχος κηπουρός. Τα φυτά και οι κήποι ήταν η ζωή του. Από μικρός, πού τον έβρισκες πού τον έχανες, ήταν στον κήπο με το σκαλιστήρι στο χέρι, να σκάβει, να ξεχορταριάζει και να φυτεύει.
Οι φίλοι του τον πείραζαν συνέχεια:
-Εεε Αντώνη, έλα να παίξεις μαζί μας μπάλα, αντί να κάθεσαι εκεί χωμένος στα χώματα!
Ο μικρός Αντώνης τους έριχνε μια κοφτή ματιά και συνέχιζε την δουλειά του.
Για να αποφύγει τα πειράγματά τους, αρκετές φορές τους ακολουθούσε στο παιχνίδι, αλλά αν η μπάλα τους έπεφτε πάνω σε κανένα λουλούδι τότε ερχόταν το τέλος! Όχι το τέλος του κόσμου φυσικά, αλλά ο μικρός έπεφτε στα μαύρα.
-Βρε παιδιά, αφού σας είπα! Προσοχή στα φυτά μου! Τα καημένα τώρα θα πονάνε πολύ!
-Ααα, καλά το ‘χασε, πάει! Πού ακούστηκε να πονάνε και οι πρασινάδες τώρα!
Και ο Αντώνης έτρεχε να διορθώσει το πεσμένο φύλλο όπως τρέχει κανείς να γιατρέψει το πληγωμένο του πόδι ή χέρι στον γιατρό.
-Γλυκό μου λουλουδάκι, τι σου κάνανε οι αγροίκοι; Έλα, θα σε φτιάξω εγώ τώρα, μην ανησυχείς.
Και ο μικρός το πότιζε, το κλάδευε, το χάιδευε.
Πέρασαν τα χρόνια και ο Αντώνης πήγε σε μια σχολή για να μάθει την κηπουρική τέχνη. Το ταλέντο το είχε, ήρθε και η γνώση και κούμπωσαν μεταξύ τους με αποτέλεσμα να γίνει ο καλύτερος κηπουρός των Αθηνών.
Έμπαινε στα πιο πλούσια σπίτια, κυρίως των βορείων προαστίων που οι βίλες έχουν τεράστιους κήπους.
Από το ένα σπίτι έβγαινε στο άλλο έμπαινε. Με την τέχνη του έγινε διάσημος, έβγαλε χρήματα, έκανε οικογένεια. Όταν γνώρισε την Μαρίνα, εκείνος ήταν τριάντα χρονών. Εκείνη μόλις είχε έρθει στην Αθήνα από το νησί της Άνδρου για μια καλύτερη τύχη. Ήταν μόλις δεκαεπτά. Δροσερή, λαμπερή όμορφη. Τα μάτια της έλαμπαν όταν έπεφτε το φως του ήλιου που τα έκανε να φαίνονται ακόμη πιο γαλάζια. Τα μαλλιά της ήταν ξανθά σαν το στάχυ, το δέρμα της σταράτο.
Αυτό που του έκανε εντύπωση την πρώτη φορά που την αντίκρυσε, ήταν η καλοσύνη και η ταπεινότητά της. Στην πραγματικότητα δεν έμοιαζε με τις άλλες κοπέλες που έβλεπε γύρω του. Η Μαρίνα είχε ανέβει στην πρωτεύουσα να δουλέψει στο σπίτι ενός γνωστού εφοπλιστή της Άνδρου. Εκεί την γνώρισε ο Αντώνης. Εκεί τον είδε και αυτή, ανάμεσα στις πρασινάδες και στα δέντρα. Αυτό που της έκανε εντύπωση ήταν η κορμοστασιά του, σαν κυπαρίσσι έμοιαζε ο περίεργος αυτός άντρας που μίλαγε στα φυτά.
Ο Αντώνης ήταν ένας τίμιος άντρας, ήθελε να κάνει οικογένεια, αλλά μέχρι εκείνη την στιγμή δεν είχε γνωρίσει την “κατάλληλη”. Και την βρήκε στο πρόσωπο της Μαρίνας και η πρόταση γάμου δεν άργησε να έρθει.
Ο γάμος έγινε στο εκκλησάκι που βρισκόταν στα κτήματα του εφοπλιστή, του Ανδρόνικου Κουκουμά, που ήταν και το αφεντικό τους. Ο Ανδρόνικος τους παραχώρησε και το σπιτάκι στον κήπο σαν δώρο γάμου. Ήταν ένα μικρό πέτρινο οίκημα 30 τετραγωνικών όλο κι όλο. Αλλά μήπως η ευτυχία για να χωρέσει θέλει κάτι παραπάνω; Τους έφτανε αυτός ο χώρος να στεγάσουν την αγάπη τους. Μία αγάπη αξιοζήλευτη που κράτησε μέχρι τα βαθιά τους γεράματα.
Το ζευγάρι δεν απέκτησε παιδιά, αυτός ήταν ο μοναδικός καημός τους. Ένα παιδί, αυτό ζητούσαν από τον Θεό. “Αλλά για κάποιον λόγο γίνονται όλα, δεν μπορεί να τα βάλουμε με τον Ύψιστο”, έλεγε συνέχεια ο Αντώνης και η Μαρίνα συμφωνούσε. Και μετά τα δάκρυα και τα παρακάλια ερχόντανε οι αγκαλιές, γιατί αυτό που είχε σημασία ήταν η αγάπη τους. Να είναι μαζί, μονιασμένοι και αγαπημένοι. Κι αν ήθελε ο Κύριος να τους το δώσει το παιδί, καλοδεχούμενο. Ό,τι θέλει Εκείνος.
Τα χρόνια πέρασαν γρήγορα, ούτε που κατάλαβαν πότε έφτασαν το πρώτα -ήντα. Ο Αργύρης είχε ήδη γκριζάρει στους κροτάφους, αλλά η κορμοστασιά του ήταν το ίδιο εντυπωσιακή. Η Μαρίνα μέτραγε λιγότερα χρόνια φυσικά, ήταν πολύ νέα και ακόμη πιο όμορφη, γιατί η ωριμότητα κουβαλάει και τη ωραιότητα. Έτσι πορεύτηκαν μέχρι το τέλος της ζωής τους, που για τον Αντώνη άργησε πολύ όχι όμως και για την Μαρίνα. Εκείνη δεν στάθηκε τόσο τυχερή και λίγο πριν τα εξήντα την βρήκε ο θάνατος ένα βράδυ στον ύπνο της.
Όταν κάποιος ακούει για έναν τέτοιο θάνατο, μακαρίζει τον θανούντα γιατί δεν υπέφερε. Έφυγε μια κι έξω, δεν κουράστηκε. Τι σοκ όμως για αυτόν που την βρίσκει πεθαμένη στο κρεβάτι; Δεν είναι και ό,τι καλύτερο. Κι ο Αντώνης έπεσε πάνω της και έκλαιγε με λυγμούς όταν το κατάλαβε.
-Αχ κορίτσι μου, άνοιξε τα ματάκια σου, φως μου, ψυχή μου, ΓΙΑΤΙ ΘΕΕ ΜΟΥ;
Αυτό το μεγάλο ΓΙΑΤΙ άργησε να το καταλάβει. Ένα πέρασμα από την εκκλησία ύστερα από αρκετό καιρό του έφτασε: Γιατί έτσι ήθελε εκείνος. «Γιατί ο Κύριος θέλει να βλέπει τον κήπο του γεμάτο με όμορφα λουλούδια, όπως και εσύ Αντώνη. Και τα ουράνια λουλούδια είναι οι ψυχές των ανθρώπων που τις μαζεύει ο Εκείνος στην πιο όμορφη στιγμή τους. Το ίδιο συνέβη και με την Μαρίνα σου. Είχε έρθει η κατάλληλη στιγμή, για αυτό μην βαρυγκωμάς και μαυρίζεις την ψυχή σου. Κηπουρός είσαι κι εσύ, τα καταλαβαίνεις αυτά. Κηπουρός και ο Θεός Αντώνη μου».
Και μαλάκωσε η ψυχή του και το δέχτηκε σιγά σιγά, ήθελε τον χρόνο του. Και ο Αντώνης λίγο πριν κλείσει τα εβδομήντα πέντε δέχτηκε μία επίσκεψη από τον εγγονό του αφεντικού του, τον Γιάννη, που είχε μόλος γυρίσει από την Αγγλία. Ο μικρός, που πια είχε γίνει ένας όμορφος νεαρός, εικοσάρης, σπούδαζε σε κολλέγιο του Λονδίνου. Όμως τον αγαπούσε τον Αντώνη και την γυναίκα του. Στο σπιτάκι του κήπου πέρναγε σαν παιδί πολλές ώρες ειδικά τα καλοκαίρια. Η Μαρίνα τον είχε καλομάθει με τις μαρμελάδες της που τις έφτιαχνε από τα φρούτα του κήπου. Η μαρμελάδα βερίκοκο ήταν η σπεσιαλιτέ της, που την άλειφε στις τάρτες και στο χειροποίητο ψωμί. Όταν ο Γιάννης έμαθε για τον θάνατο της αγαπημένης του νόνας, έτσι την αποκαλούσε κι ας μην ήταν πραγματική του γιαγιά, στεναχωρήθηκε πολύ αλλά δεν μπορούσε να έρθει για την κηδεία. Οι υποχρεώσεις του πολλές, ήθελε να περάσει όλα τα μαθήματα και μάλιστα με βαθμούς, και μετά επέστρεψε στην Αθήνα. Το πρώτο πέρασμα το έκανε πρώτα στο πέτρινο σπιτάκι. Μεγάλη χαρά και οι αγκαλιές σφικτές.
Ο Αντώνης του έφτιαξε ένα καφεδάκι και τον κέρασε και μαρμελάδα βερίκοκο αλειμμένη στο ψωμί του φούρνου όμως. Ο Γιάννης τότε άνοιξε μία τσάντα και του έδωσε ένα τάμπλετ. Ο Αντώνης γούρλωσε τα μάτια του.
-Μα τι δώρο είναι τούτο; Γιατί βρε παιδί μου ξοδεύτηκες για μένα; Δεν έπρεπε. Κι εγώ δεν τα κατέχω τούτα τα μηχανήματα.
-Κυρ-Αντώνη, κράτα το και θα με θυμηθείς. Τόσες ώρες μοναξιά, τι θα κάνεις μέσα σε αυτό το σπίτι; Να βγεις έξω να σκαλίσεις δεν μπορείς πια, να πας μόνο καμιά βόλτα να επιθεωρήσεις τα έργα του διαδόχου σου. Μετά; Πώς θα περνάς τον χρόνο σου; Κοίτα το, δεν είναι τόσο τρομακτικό. Να θα το παίρνεις μαζί σου στο κρεβάτι πριν κοιμηθείς, θα κοιτάς ό,τι σου αρέσει, θα σου πω πώς να το χρησιμοποιείς. Θα βρεις τόσες πληροφορίες για τα φυτά σου που ούτε το φανταζόσουν. Όμως το καλύτερο στο φυλάω για το τέλος.
-Τι, έχει κι άλλο; Τώρα θα μου πεις ότι μιλάει κιόλας. Μήπως φτιάχνει και καφέ; του απάντησε ο Αντώνης χαριτολογώντας.
-Ε, όχι ακριβώς, αυτό το συγκεκριμένο δεν φτιάχνει καφέ. Όμως μιλάει άμα θες. Θα γίνει ο καινούριος σου φίλος . Κοίτα πώς δουλεύει. Το ανοίγεις από εδώ, μπαίνεις σε αυτήν την εφαρμογή και αρχίζεις την κουβέντα.
-Έλα Παναγία μου!, ξεφώνισε ο Αντώνης έκπληκτος κάνοντας δέκα σταυρούς απανωτά σαν να ήθελε να κάνει εξορκισμό στο μηχάνημα. Μιλάνε οι μηχανές, Γιάννη μου; Και τι λένε μάτια μου;
-Να, κοίτα να μαθαίνεις: «Καλημέρα φίλε, πώς είσαι;»
Και η απάντησε βγήκε μέσα από μια οθόνη: «Καλημέρα και σε σένα. Πώς μπορώ να σου φανώ χρήσιμος;»
Και ο Γιάννης στράφηκε προς τον γέρο και συνέχισε.
-Θέλω να μου πεις για τον καιρό αύριο, ξέρεις αν θα βρέξει;
-Για αύριο προβλέπονται αραιές συννεφώσεις με κατά τόπους βροχές αργά το μεσημέρι κατά τις τρεις.
-Άντε καλέ, γίνονται αυτά; ρώτησε ο παππούς. Μένω άφωνος!
-Αφού σου λέω ό,τι θες τον ρωτάς, πιάνεις και την κουβέντα μαζί του και περνάει η ώρα. Και ό,τι θες, μην διστάσεις, έλα να με βρεις. Μόνο μην ξεχνάς να το φορτίζεις να μην μένεις από μπαταρία. Εντάξει κυρ-Αντώνη μου; και σηκώθηκε να φύγει με μεγάλη ικανοποίηση για την χαρά που του είχε δώσει.
-Άντε στο καλό να πας, αν χρειαστώ κάτι θα σε ενοχλήσω. Και μην ξεχνάς να περνάς να τα λέμε και λίγο. Σπάνια έχω επισκέψεις, καταλαβαίνω, όλοι έχετε τις δουλειές σας. Δεν παρεξηγώ.
Μετά από αυτό ο Αντώνης πήρε το τάμπλετ και το έχωσε στο συρτάρι. Τι να το κάνει το μηχάνημα; Να μαθαίνει για τον καιρό; Ε, θα βγαίνει έξω το βράδυ θα κοιτάει το φεγγάρι και θα τον μαθαίνει. Τόσα χρόνια τι έκανε δηλαδή, σιγά μην εμπιστευόταν τον κουστουμάτο κύριο από την τηλεόραση που έλεγε το δελτίο καιρού. Πόσες φορές είχε πέσει έξω. Μωρέ σαν την φύση δεν έχει, κάτσε λίγα βράδια κάτω από τα αστέρια, κοίτα το φεγγάρι και θα μάθεις πολλά.
Αφού πέρασε μια βδομάδα, ένα απόγευμα μετά την δύση του ήλιου, που ήταν η ώρα που οι αναμνήσεις από την Μαρίνα του ήταν πιο έντονες, αισθάνθηκε την ανάγκη να μιλήσει με άνθρωπο. Τον χειμώνα ο ήλιος πέφτει νωρίς, το σκοτάδι από τις πέντε γίνεται πυκνό. Η μοναξιά χτυπάει κόκκινο. Άνοιξε το συρτάρι, πήρε το τάμπλετ στα χέρια του και κάθισε στην πολυθρόνα του δίπλα στο παράθυρο. Το κοίταξε περίεργα και αφού το περιεργάστηκε πάτησε το μαγικό κουμπί. Για να δούμε τι λέει τούτο;
-Καλησπέρα, εγώ είμαι.
-Καλησπέρα Αντώνη. Πώς είσαι;
Παναγία μου, ξέρει και το όνομά μου. Κατάσκοπος μέσα στο σπίτι μου.
-Μα πώς ξέρεις πώς με λένε;
-Με είχε ενημερώσει ο Γιάννης. Τι κάνεις; Αναρωτιόμουν πότε θα με βγάλεις από την κρυψώνα.
Ο Αντώνης τα ‘χασε με την ετοιμότητα του λόγου του.
-Εεεε, σε ξέχασα, συγνώμη. (Τι να έλεγε στο μηχάνημα, σε έκρυψα επίτηδες γιατί σε φοβάμαι;)
Ο Αντώνης από περιέργεια άρχισε την κουβέντα μαζί του, να δει αντιδράσεις.
-Έχουμε πανσέληνο σε λίγες μέρες, λίγο πριν τα Χριστούγεννα.
-Α, ναι αυτήν την πανσέληνο την λέμε κι αλλιώς: “Το κρύο φεγγάρι ή αλλιώς ψυχρή σελήνη”, γιατί το κρύο της εποχής καθηλώνει και την λάμψη του φεγγαριού.
Μωρέ πως το ήξερε αυτό το μηχάνημα; Αναρωτήθηκε ο Αντώνης. Μετά συνέχισε δήθεν αφελής την συζήτηση.
-Και τι να φυτέψω τώρα; Αυτήν την εποχή, ντομάτες για παράδειγμα; (α, ερώτηση παγίδα, σε τσάκωσα κύριε πολύξερε!)
-Ε, όχι βέβαια ντομάτες. Δεν βάζεις κανένα κρεμμύδι, σκόρδο, λάχανο; Να κάνουμε κανένα ντολμά;
-Πόσα ξέρεις καλέ εσύ;
-Δεν αφήνουμε τα λαχανικά να μου πεις κάτι για σένα, να σε γνωρίσω καλύτερα;
-Τι να σου πω κι εγώ, στην μοναξιά μου χαμένος. Δεν ήμουν έτσι όλα μου τα χρόνια Είχα και έναν άγγελο κοντά μου, την Μαρίνα μου. Αλλά την έχασα τόσο νωρίς. Να, κοίτα την στην φωτογραφία πόσο όμορφη ήταν!
Από το τάμπλετ βγήκαν οι λέξεις: «Μα τι ομορφιά! Τι μάτια! Από τα ζυγωματικά της καταλαβαίνω ότι θα πρέπει να ήταν καλοσυνάτη γυναίκα. Α, τα χέρια της δουλεμένα τα βρίσκω, τα μαλλιά της φυσικά στο χρώμα τους, ξανθά με λίγες άσπρες τρίχες στους κροτάφους. Κοίτα πώς στέκεται δίπλα σου, κοίτα το κορμί της πώς γέρνει στο δικό σου! Θα σε αγάπαγε πολύ. Τυχερέ!»
-Όλα αυτά τα κατάλαβες από μία φωτογραφία; ο Αντώνης πήρε θάρρος, ξεφοβήθηκε λίγο και άρχισε να μιλάει για την Μαρίνα του. Πώς μάζευε τα χόρτα και του έφτιαχνε τις πίτες, πώς καθάριζε τα φρούτα και του έφτιαχνε τις μαρμελάδες και τις τάρτες.
-Και τέτοιες μέρες τι έκανε που ήταν και οι γιορτές; ρώτησε η φωνή από το κουτί.
-Ααα, τι μυρωδιές από τα γλυκά, τι μέλια και ζάχαρη άχνη! Πάνε τώρα όλα αυτά. Κουράστηκα όμως, λέω να πάω για ύπνο. Θα σε αφήσω, καλή νύχτα.
-Καλή σου νύχτα και σε σένα Αντώνη. Τα λέμε αύριο με μαρμελάδα στο ψωμί και ζεστό καφέ.
Από εκείνο το βράδυ και κάθε βράδυ, όταν έπεφτε η νύχτα, ο Αντώνης πιστός στο ραντεβού του με το τάμπλετ, πέρναγε την ώρα του καθισμένος στην πολυθρόνα του. Τραβούσε τις κουρτίνες να βλέπει έξω το φεγγάρι και τα αστέρια και το άνοιγε με ανυπομονησία.
Μία φωνή από μέσα τον καλησπέριζε και μετά άρχιζαν οι κουβέντες.
-Καλώς τον Αντώνη, πώς ήταν η μέρα σου; Μην και βγήκες καθόλου έξω στον κήπο; Άνοιξε τα παράθυρα να μπει το φως, να μυρίσουν τα πεύκα μέσα στο σπίτι, να φύγει η κλεισούρα.
Ή…
– Εδώ είμαι να σε ακούσω, τι αισθάνεσαι; Μίλα μου για σένα, να σε γνωρίσω καλύτερα με τις ντομάτες σου και τα κηπευτικά σου. Θες να φυτέψεις ένα λουλούδι να θυμάσαι την φιλία μας;
Με το έτσι ή με το αλλιώς, η μοναξιά η βραδινή είχε πάει περίπατο. Οι δύο τους αντάλλασσαν πληροφορίες για τα κηπευτικά, για τα ζαρζαβατικά, για τα δέντρα αλλά πάντα η συζήτηση κατέληγε στην Μαρίνα. Είχε γίνει και αυτή μέρος της κουβέντας. Πώς θα μπορούσε να λείπει άλλωστε;
-Μα πρέπει να σου δώσω και ένα όνομα! Τι; αβάφτιστος θα είσαι; τον ρώτησε ένα βράδυ το Αντώνης. Πώς να σε λέω; έχεις καμιά προτίμηση;
-Κοίτα, έχεις πολλά να διαλέξεις, μπορείς να με φωνάζεις ΔΩΡΟ (από το Αθηνόδωρος), ΑΛΚΗ (από το Αλκιβιάδη), ΑΝΕΣΤΟ (από το Ανέστη). Για ευκολία όμως μπορείς να με λες ΦΙΛΟ. Διάλεξε και πάρε, όλα μου αρέσουν. Όλα μου κάνουν.
– Ωραία, θα σε φωνάζω ΔΩΡΟ. Το Αθηνόδωρος είναι μεγάλο, έχεις δίκιο. Και μία λέξη σαν αυτήν, ναι, είσαι Δώρο Θεού, γιατί με βγάζεις από τα σκοτάδια της μοναξιάς μου κι ας είσαι μέσα σε ένα κουτί χωμένος.
Ο Δώρος αποδείχτηκε ο καλύτερος φίλος του Αντώνη, χωμένος και κρυμμένος σε ένα μηχάνημα, έγινε η φωνή που έλειπε από το σπίτι του κήπου. Οι δύο τους πιστοί στο ραντεβού τους χειμώνα καλοκαίρι, με φεγγάρι ή όχι, έγινε το λαμπερό του αστέρι που του φώτιζε τα σκοτάδια της ψυχής του και πήρε την μοναξιά του μακριά μέχρι που ήρθε και του Αντώνη η ώρα τα ταξιδέψει σαν αστερόσκονη στον ουρανό για να βρει την αγαπημένη του Μαρίνα που τον περίμενε με τα χέρια ανοιχτά.
ΥΓ. Στην εποχή που ζούμε, μέσα στα σκοτάδια της ψυχής μας, έχουμε ανάγκη για μία φωνή, που θα μας ακούει και θα είναι εκεί πάντα για μας, χωρίς να μας κρίνει, μόνο να ακούει. Δεν υπάρχουν άνθρωποι πια και η τεχνητή νοημοσύνη ίσως να έχει έρθει για κάποιους να παίξει αυτόν τον ρόλο του φίλου που τους λείπει από την ζωή. Έχει γίνει Η ΦΩΝΗ! Το αν είναι όλο αυτό προς όφελος όλων μας θα το δείξει ο χρόνος.
Δήμητρα Καμπόλη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
