Κοινό παρελθόν – Μέρος 2ο

Προηγούμενο

Η Σταυρούλα βρέθηκε μπροστά σε δύο φωτογραφίες που δεν είχε δει ποτέ στη ζωή της. Στην μία, η αδερφή της, η λατρεμένη της Γιαννούλα σε γυμναστικές επιδείξεις του σχολείου, μαζί με την Τούλα και στην άλλη, στην πλατεία του χωριού, η Σταυρούλα μαζί με τα αδέρφια της, η Τούλα με τον έναν αδερφό της και οι γιαγιάδες των παιδιών. Τότε, που υπήρχαν οι πλανόδιοι φωτογράφοι και απαθανάτιζαν κάποιες στιγμές.

– Κοίτα εδώ! Πόσο πίσω με πας! Αχ Τούλα μου! Στα παλιά, τα όμορφα!
– Άλλα χρόνια, το μόνο σίγουρο! Η Γιαννούλα κι εγώ, πάντα αγκαλιασμένες!
– Δεν σε ξεχώριζε από μας τις αδελφές της, το ξέρεις.
– Το ξέρω Σταυρούλα μου! Κι εγώ σαν αδερφή μου την είχα. Με τέσσερα αγόρια στην οικογένεια, εκείνη ήταν η αδερφή που δεν είχα. Παντού μαζί. Μου λείπουν εκείνα τα χρόνια! Μπορεί να στερούμασταν τα βασικά, αλλά είχαμε τόση αγάπη μέσα μας, γύρω μας. Μετά έφυγα, δούλεψα σκληρά βέβαια, αλλά τα λεφτά πια δεν μου έλειπαν. Κι όμως, δεν ήμουν ευτυχισμένη. Ήμουν μακριά από όλους. Όλα άλλαξαν στην πορεία, όταν γνώρισα τον άντρα μου, έκανα τις κόρες μου, αλλά πάντα ο λογισμός μου ήταν στο χωριό.

– Είχατε αλληλογραφία τα πρώτα χρόνια με την αδερφή μου.
– Είχαμε! Τα περίμενα πώς και πώς τα γράμματά της. Όταν γέννησα την δεύτερη κόρη μου, οι υποχρεώσεις με κατάπιαν. Δουλειά δεκαπέντε ώρες την ημέρα και δύο παιδιά. Χάθηκα από όλους. Όταν πριν δώδεκα χρόνια έμαθα ότι πέθανε, σαν κάτι να ξεριζώθηκε μέσα μου. Μακάρι να είχα κρατήσει την επικοινωνία μας. Λυπάμαι που δεν ήμουν στην κηδεία της. Έστω και μετά από τόσα χρόνια, σου ζητώ συγνώμη Σταυρούλα.
– Τι λες βρε Τούλα μου! Τι συγνώμη! Η ζωή τρέχει κι εμείς προσπαθούμε να την φτάσουμε. Ήταν η μικρότερή μας, αλλά έφυγε πρώτη. Μου στοίχισε όσο δεν φαντάζεσαι. Μετά τους έχασα όλους, τον έναν μετά τον άλλον.

– Θυμάμαι τον Κώτσο, τον μεγάλο της έρωτα.
– Μπα σε καλό σου! Πού τον θυμήθηκες! Μας είχε ζητήσει να μην τον αναφέρουμε ποτέ ξανά, από όταν δέχτηκε να παντρευτεί την Κατερίνα. Είχε πληγωθεί βαθιά η αδερφούλα μου. Έφυγα κι εγώ στην Θεσσαλονίκη με τον Δημητρό μου, μετά από λίγο έφυγες κι εσύ στην ξενιτιά. Επανωτά τα χτυπήματα. Αλλά ο Θεός της έφερε στον δρόμο της τον Στρατή και βρήκε την ευτυχία.
– Της άξιζε. Ενώ ο Κώτσος δεν ευτύχησε στον γάμο του. Μάθαινα εγώ, αλλά δεν της ανέφερα ποτέ τίποτα.
– Αχ βρε Τούλα μου! Πόσο χαίρομαι που ανταμώσαμε!
– Εγώ να δεις! Και μήπως ήταν γραφτό, να συγγενέψουμε κιόλας!

Το πονηρό γελάκι εκατέρωθεν έκρυβε συνομωσία.

– Μακάρι! Κι ο Δημητρός μου πολύ στεναχωριέται για τον γιο μας που είναι μόνος.

Την κοίταξε απορημένα η Τούλα. Δεν έβρισκε λόγια. Τι να της έλεγε; Είχε καταλάβει από την κουβέντα τους ότι κάποια λόγια της οφειλόταν στην άνοια.

Στην πόλη, σε μια καφετέρια, ο Δαμιανός και η Βασιλική απολάμβαναν ο ένας την παρέα του άλλου.

– Ώστε κι εσύ ομοιοπαθής. Συστέγαση με την μαμά!
– Η απόφαση των γονιών μου να επιστρέψουν στα πάτρια εδάφη την δεδομένη χρονική στιγμή, πέντε χρόνια πριν, είχε να κάνει και με το ότι εγώ είχα “τακτοποιηθεί”, είχα αρραβωνιαστεί, οπότε ήταν ήσυχοι. Δεν μπορούσε κανείς μας να προβλέψει τι ερχόταν. Αποδείχθηκε λάθος επιλογή ανθρώπου. Έτσι, μάζεψα τα κομμάτια μου σε δύο βαλίτσες και γύρισα κι εγώ στην πατρίδα των γονιών μου. Την αγαπούσα την Ελλάδα, μέσω των ιστοριών που άκουγα κάθε μέρα και φυσικά, από κάποιες καλοκαιρινές διακοπές.
– Α! Με συγχωρείς δεν ήθελα να…
– Όχι, όχι! Μην ανησυχείς! Δεν με πονάει πια, το αντίθετο. Νιώθω ευγνωμοσύνη που αποδείχθηκε σχετικά νωρίς, πριν μπλέξουν περισσότερο οι ζωές μας. Το κακό είναι ότι ο μπαμπάς μου δεν πρόλαβε να χαρεί την Ελλάδα. Λίγους μήνες μετά την εγκατάστασή μας, μας άφησε.

– Λυπάμαι πολύ. Κι ο δικός μου ο μπαμπάς έχει δέκα χρόνια που έφυγε από κοντά μας. Ας τα αφήσουμε αυτά! Εδώ, στο χωριό, με τι ασχολείσαι;
– Στο Διδυμότειχο άνοιξα το δικό μου μαγαζί με χειροποίητα σουβενίρ και είδη δώρων. Στον Καναδά εργαζόμουν σε τράπεζα, αλλά ερχόμενη εδώ, ήθελα να τα αφήσω όλα πίσω μου. Πάντα με έπνιγε η δουλειά μου. Εδώ, έκανα επανεκκίνηση σε όλα. Όνειρό μου από παιδί ήταν να ασχοληθώ με την ζωγραφική. Στον χώρο μου λοιπόν, έχω τα πάντα, καδράκια, υφασμάτινες τσάντες, μακό μπλουζάκια, μαγνητάκια, πέτρες, διακοσμητικά ξύλινα, ποδιές μαγειρικής, πετσέτες θαλάσσης, ό,τι μπορείς να φανταστείς, με δικές μου ζωγραφιές επάνω. Δεν έγινα πλούσια, σε καμία περίπτωση. Έγινα όμως ευτυχισμένη πια. Πηγαίνω με χαμόγελο κάθε μέρα στο μαγαζί μου κι αυτό δεν το αλλάζω με τίποτα. Εσύ; Με τι ασχολείσαι; Παντρεμένος; Παιδιά; Δεν γίνομαι αδιάκριτη, ε;

Γέλασαν και οι δύο και συνεχίστηκε ο διάλογος.

– Ε λοιπόν, δεν θα το πιστέψεις, αλλά είμαι τραπεζικός υπάλληλος!
– Ψέματα! Εντάξει, πόσες πιθανότητες υπήρχαν;
– Κι εγώ δεν τρελαίνομαι να είμαι πίσω από ένα γραφείο και να έρχομαι σε επαφή με κόσμο που έχει χάσει χρόνια τώρα την εμπιστοσύνη του στις τράπεζες. Κάθε μέρα, αντικρίζω σκυθρωπά πρόσωπα. Έκανες την σοφότερη επιλογή! Μπράβο για το θάρρος.
– Ήμουν τυχερή. Είχα δίχτυ προστασίας τους γονείς μου. Δεν έχουν όλοι την ίδια ευκαιρία. Γι’ αυτό παντού γύρω μας υπάρχει θλίψη. Οι περισσότεροι κάνουν μια δουλειά που μισούν, έχοντας κι ένα σωρό υποχρεώσεις να αντιμετωπίσουν. Έχει γίνει εξαιρετικά δύσκολη η ζωή.
– Με βρίσκεις απόλυτα σύμφωνο. Είμαστε η γενιά που έγινε μάρτυρας αυτής της αλλαγής στη ζωή. Και για να σου απαντήσω, όχι, δεν παντρεύτηκα ποτέ! Ούτε καν έφτασα κοντά όπως εσύ. Δεν ήμουν ιδιαίτερα τυχερός στο κομμάτι των σχέσεων. Ίσως και να είμαι δύσκολος άνθρωπος.
– Ίσως έγιναν δύσκολες και οι σχέσεις, όπως όλα.
– Ίσως όμως τελικά, για όλα πρέπει να έρθει η σωστή ώρα.

Κοιτάχτηκαν, χωρίς να πουν κάτι άλλο. Κάποιες φορές, τα μάτια λένε περισσότερα.

– Πόσες μέρες θα μείνετε;, ρώτησε για να αλλάξει θέμα η Βασιλική, η οποία είχε κοκκινίσει από αυτήν την δυνατή οπτική επαφή και δεν ήθελε να φανερωθεί η έξαψή της, αλλά και με λαχτάρα για να μάθει πόσο καιρό ακόμα θα τον είχε παρέα της. Από την πρώτη στιγμή αυτός ο άντρας μπήκε στην καρδιά της και καθόλη την διάρκεια της συνομιλίας τους, ξεχώρισε το βλέμμα του, το χαμόγελό του, την ευγένειά του. Ίσως και το ότι οι μαμάδες τους είχαν αυτό το κοινό παρελθόν, της παρείχε μια ασφάλεια.

– Έχω άλλες εφτά μέρες άδεια, απάντησε και χάθηκε στις σκέψεις του. Είχε επίδραση επάνω του αυτή η γυναίκα. Η ματιά της, η ηρεμία της, η γλύκα της. Ίσως και το ότι οι μαμάδες τους είχαν αυτό το κοινό παρελθόν, του παρείχε μια ασφάλεια. Μετά όμως; Τους χώριζαν πολλά χιλιόμετρα. Διαφορετικές οι ζωές τους. Αποφάσισε όμως να απολαύσει το τώρα μαζί της και να μη σκέφτεται τι θα γίνει μετά, συνεχίζοντας την κουβέντα τους. Αύριο από νωρίς το πρωί θα έχω μπογιατζήδες μέσα στο σπίτι και συνεννοήθηκα να έρθει φορτηγό να πάρει τα έπιπλα από μέσα που είναι κατεστραμμένα. Θα τα αντικαταστήσω με άλλα που παρήγγειλα διαδικτυακά. Η μαμά μου δεν ξέρει τίποτα. Θα της κάνω έκπληξη.
– Χαίρομαι που την φροντίζεις τόσο. Στο εξωτερικό οι σχέσεις γονέων και παιδιών ειδικά από μια ηλικία και μετά, δεν είναι όπως εδώ.
– Ε! Το γνωστό! Σαν την Ελληνίδα μάνα, πουθενά!, απάντησε γελώντας.
– Και σαν τα παιδιά των Ελλήνων όμως!
– Ναι, ναι, λοιπόν, σαν τους Έλληνες γενικά, δεν υπάρχουν άλλοι!

Και οι δύο διασκέδαζαν, γελούσαν, αισθάνονταν άνετα. Του είπε ότι με χαρά θα πήγαινε παρέα, να τον βοηθήσει να στήσουν από την αρχή το σπίτι, να το καθαρίσουν, να το ετοιμάσουν για την έκπληξη στην μαμά του κι εκείνος δέχτηκε με την ίδια χαρά.

Όταν έφτασαν ταυτόχρονα στο ραντεβού έξω από το σπίτι, την επόμενη μέρα, κρατούσαν και οι δύο καφέδες και κολατσιό.

– Καλημέρα! Εντάξει, το μόνο σίγουρο ότι θα έχουμε καφέ για όλη τη μέρα!
– Και δεν θα πεινάσουμε! Καλημέρα Δαμιανέ!

Ένιωσε τόσο οικεία μαζί της, έκανε αυθόρμητα κίνηση να την αγκαλιάσει και στην πορεία φοβήθηκε μήπως το παρεξηγήσει η Βασιλική και κόμπιασε. Ήταν αστεία η γλώσσα του σώματός του, προκαλώντας το γέλιο της γυναίκας απέναντί του.

– Συνήθως οι γυναίκες είμαστε της αγκαλιάς! Αλλά από όσο σε γνώρισα, είσαι κι εσύ αγκαλίτσος ε;, και άνοιξε τα χέρια της, για να εξαφανίσει την παγωμάρα στην οποία ακροβατούσε εκείνος.

Ο Δαμιανός, βρήκε πάλι την ανάσα του, έγνεψε καταφατικά με ύφος κουταβιού και την σκέπασε ολόκληρη με την αγκαλιά του. Δύο σώματα κούμπωσαν απόλυτα το ένα με το άλλο κι ας ήταν οι παλάμες στον αέρα, κρατώντας θήκες από καφέ και σακούλες. Σαν δυο κομμάτια παζλ που όλη τους τη ζωή, έψαχνε το ένα το άλλο για να ταιριάσουν, να ενωθούν, να χωρέσουν τα κενά του ενός στο άλλο και να τα καλύψουν, να τα ολοκληρώσουν. Ρουφούσαν ο ένας την μυρωδιά του άλλου και σαν να μην ήθελαν να αποτραβηχτούν.

– Μοσχοβολάς, της ψιθύρισε.
– Κι εσύ το ίδιο.

Πρώτος έκανε ένα βήμα πίσω ο Δαμιανός, αν και θα ήθελε να μην τελειώσει ποτέ εκείνη η αγκαλιά. Την κοίταξε κατάματα και χαμογέλασε.

– Πάμε;
– Θα το κάνουμε κουκλόσπιτο! Για την μαμά σου!
– Σε ευχαριστώ πολύ.
– Δεν χρειάζεται. Με χαρά είμαι εδώ.

Οι ετοιμασίες του σπιτιού, ήταν σαν σκηνές από ρομαντική κομεντί, με τους δύο πρωταγωνιστές να λιώνουν ο ένας για τον άλλον. Οι ματιές, τα αστεία μεταξύ τους, τα “κατά λάθος” αγγίγματα που ηλέκτριζαν την ατμόσφαιρα, τα λόγια των ανθρώπων που πρόσφεραν εργασία, περνώντας τους για ζευγάρι που ετοιμάζει το σπίτι του και τους έφερναν σε γλυκιά αμηχανία.

Ώρες μετά, που έμειναν μόνοι τους, καμαρώνοντας την αλλαγή από πρώην ερείπιο σε νυν κουκλόσπιτο, είχαν ενθουσιασμό. Την κοίταξε και χαμογέλασε.
“Έχεις μπογιά στα μαλλιά σου”, της είπε τρυφερά και με τα δάχτυλά του προσπάθησε να το καθαρίσει. Δεν μίλησε η Βασιλική. Αφέθηκε στο άγγιγμά του. Ο Δαμιανός πλησίασε κι άλλο το σώμα του και έβαζε τα μαλλιά της, πίσω από τα αυτιά.

– Είσαι πολύ όμορφη.
– Έτσι; Λερωμένη και ιδρωμένη;
– Έτσι!

Το φιλί τους σφράγισε τη λαχτάρα και των δύο. Αρχικά, διστακτικό, τρυφερό. Πολύ γρήγορα, αχόρταγο. Σα να ήθελαν να χωρέσουν τον χρόνο που θα τους χώριζε σε λίγες μέρες.

Όταν γύρισαν στις μαμάδες τους, εκείνες τους κοιτούσαν παράξενα. Κάτι είχε αλλάξει και ήταν ολοφάνερο. Δεν μίλησαν όμως. Άλλωστε οι μάνες δεν χρειάζεται να πουν λόγια, ξέρουν. Τις πήραν μαζί τους, με την ανακοίνωση μιας έκπληξης.

Στον κήπο είχαν φυτευτεί λουλούδια σαν εκείνα του παρελθόντος, το εσωτερικό του σπιτιού, φρεσκοβαμμένο, με την μυρωδιά της καθαριότητας του τότε, το μαντέμι της ξυλόσομπας είχε βρει το χρώμα του, τα έπιπλα αν και καινούργια θύμιζαν το παλιό στυλ, το εικονοστάσι γυαλισμένο όπως το συντηρούσε πάντα η νοικοκυρά του σπιτιού, η οικογενειακή φωτογραφία επίσης με τζαμάκι χωρίς σπάσιμο, γυαλισμένη και φροντισμένη, το σιδερένιο κρεβάτι αναστηλωμένο, με ολόλευκα καινούρια σεντόνια, σαν εκείνα που έπλενε στη σκάφη η μάνα της. Η Σταυρούλα δεν βρίσκονταν πια στο τώρα. Είχε μεταφερθεί πίσω, όλα θύμιζαν το παρελθόν που λάτρευε. Έκαναν όλοι δύο βήματα πίσω και την άφησαν να ταξιδέψει στον χρόνο. Έκατσε στην καρέκλα της τραπεζαρίας και κάτι μουρμούριζε. Ο Δαμιανός την παρατηρούσε και βούρκωνε. Ήταν σίγουρος ότι συνομιλούσε με τους δικούς της ανθρώπους. Δεν θέλησε να την διακόψει. Αφού αυτό την ένωνε με όσα και όσους λάτρεψε, δεν θα το διέκοπτε.

Η Βασιλική δίπλα του, βλέποντας πόση αγάπη και νοιάξιμο είχε μέσα του, ένιωθε ότι συνδεόταν μαζί του ακόμα περισσότερο. Σκεφτόταν ότι δεν υπάρχει κάτι πιο γοητευτικό από τους άντρες που γίνονται ομπρέλα για τους ανθρώπους που αγαπούν. Και ήξερε καλά πόσο σπάνιο ήταν επίσης.

Αρκετά λεπτά μετά, η Σταυρούλα γύρισε πίσω και τους είδε και τους τρεις να την περιμένουν με συγκίνηση. Άνοιξε τα χέρια της και με μια κίνηση, χώθηκαν και οι τρεις μέσα στην αγκαλιά της. “Σας ευχαριστώ παιδιά μου”, ψιθύρισε και αμέσως σχολίασε η Βασιλική, “μαζευτήκαμε πολλοί αγκαλίτσες τελικά”, ενώ έτρεχαν δάκρυα από τα μάτια της, κάνοντάς τους όλους να γελάσουν, σκουπίζοντας τα δικά τους δάκρυα.

Το βράδυ, θέλησαν να μείνουν στο ανανεωμένο πια σπίτι τους μάνα και γιος. Η Σταυρούλα του εξιστορούσε για πολλοστή φορά τα συμβάντα που είχαν εκτυλιχθεί εκεί μέσα, δείχνοντας το κάθε σημείο του σπιτιού. Κάποια στιγμή, σιώπησε.

– Τι συμβαίνει μαμά;
– Σε ευχαριστώ παιδί μου. Ησύχασε και η μάνα μου πια. Είναι πολύ χαρούμενος και ο μπαμπάς σου κι όχι μόνο για το ότι φρόντισες το σπίτι.
– Αλλά, γιατί άλλο;, απάντησε αλλά η σκέψη στο μυαλό του ήταν “τι κάθομαι και λέω”.
– Για το ότι μπήκε στη ζωή σου η Βασιλική.

Ο Δαμιανός δεν ήξερε τι να πει. Να το αρνηθεί δεν γινόταν, δεν ήταν δα κανένας πιτσιρικάς να κρύβει τι νιώθει. Να το δεχτεί, θα ήταν σα να παραδέχεται ότι ο μπαμπάς του από τον άλλο κόσμο, επισκέπτεται την μαμά του, σε αυτόν τον κόσμο.

– Μαμά…
– Την ευχή μου να έχεις, γιε μου. Το κορίτσι είναι μάλαμα και από δική μας οικογένεια. Έχεις και την ευχή του πατέρα σου.
– Η απόσταση…
– Καμία απόσταση δεν μπορεί να χωρίσει δύο ψυχές που αγαπιούνται. Άκου την καρδιά σου γιε μου, ώρα είναι.

Την αγκάλιασε σφιχτά, την είπε ότι την αγαπάει πολύ και όλα έγιναν ξεκάθαρα.

Εκδήλωσε τα αισθήματά του στην Βασιλική και αφού ήταν αμοιβαία, έκανε το μεγάλο βήμα. Ζήτησε απόσπαση στην τράπεζα του Διδυμοτείχου και λίγο καιρό μετά, έκαναν τον γάμο τους στις Πετράδες και το γλέντι στην αυλή της Σταυρούλας. Οι δύο παλιές φίλες, είχαν τέτοια χαρά που έγιναν συμπεθέρες. Συνεχώς ήταν αγκαλιασμένες, καμάρωναν τα παιδιά τους και δεν μπορούσαν να σταματήσουν τα δάκρυά τους. Είχε κι ένα λόγο ακόμα να χαίρεται η Σταυρούλα. Ήταν παρούσα και η κόρη της. Άλλη μια φορά που η μάνα δεν είπε πολλά. Ήξερε ότι είχε κουραστεί από την φροντίδα της, μα της αρκούσε ότι ήταν εκεί, όλοι μαζί. Άλλωστε η ζωή, είχε τα σχέδιά της. Ποιος να της έλεγε λίγο καιρό πριν ότι την τελευταία της διαδρομή σε τούτον τον μάταιο κόσμο θα την περπατούσε στο χωριό της, θα έμενε στο πατρικό της μαζί με την Τούλα και θα έκανε βουτιά στο παρελθόν. Το σπίτι της η Τούλα, το άφησε στο ζευγάρι. Τους χώριζαν μόνο λίγα στενά και τα παιδιά, κάλυπταν κάθε ανάγκη των δύο ηλικιωμένων γυναικών.

Η άνοια με τον καιρό αφαιρούσε όλο και περισσότερα κομμάτια από τις μνήμες της Σταυρούλας. Ήταν όμως όλοι εκεί, να την αγαπούν, να την φροντίζουν, να έχουν υπομονή. Η ανησυχία της για το σπίτι της, άλλαξε τη ζωή ολονών. Σε εκείνο το σπίτι έκλεισε τα μάτια της, έξι χρόνια μετά τον γάμο του γιου της και πέταξε δίπλα στον Δημητρό της.

Χρυσούλα Καμτσίκη

Τέλος

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading