Κοινό παρελθόν – Μέρος 1ο

Μόλις έκλεισε το τηλέφωνο ο Δαμιανός και δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει ή να κλάψει. Η Δέσποινα, η γυναίκα που είχαν να φροντίζει την μαμά του οχτώ ώρες, από το πρωί μέχρι το μεσημέρι που σχολούσε εκείνος, του εξιστόρησε τα τελευταία της κατορθώματα. Είχε ξεσηκώσει τις ντουλάπες, ψάχνοντας την… σχολική της μπλε ποδιά, γιατί είχε αργήσει στο… σχολείο. Την παρακαλούσε, λέει, η Δέσποινα, να μη πετάει τα ρούχα της από δω κι από κει και να έψαχνε εκείνη. Η απάντηση της ήταν “δεν ξέρεις εσύ πού την βάζει την ποδιά η μαμά μου” και συνέχιζε να κάνει άνω κάτω το σπίτι.

Αμέσως πήρε τηλέφωνο την μεγαλύτερη αδερφή του και ακολούθησε, μια γνωστή στιχομυθία.

– Ρε Δαμιανέ, μη γελάς. Δεν είναι αστείο πια.
– Ε μωρέ Φανή, τι να κάνω, να κλαίω;
– Όχι, να μη κλαις, να πάρεις απόφαση να την βάλουμε σε ίδρυμα. Δεν το καταλαβαίνεις ότι χρήζει πια άλλης μεταχείρισης; Ούτε εσύ, ούτε εγώ, ούτε η έρμη η Δέσποινα μπορούμε πια. Κινδυνεύει, κατάλαβέ το.
– Πάλι τα ίδια! Αφού δεν μένει μόνη ποτέ! Από τι κινδυνεύει; Το ξέρεις ότι νιώθει ασφάλεια κοντά μας. Όταν αρχίσει να μη μας αναγνωρίζει, το βλέπουμε.
– Ναι, ναι, όταν…! Μου το λες κάθε μέρα, φτάνει. Το θέμα είναι ότι δεν μπορούμε να της προσφέρουμε πια τίποτα. Κουράστηκα, Δαμιανέ. Αυτό το μοτίβο, ένα μήνα σε σένα, ένα μήνα σε μένα, μέχρι πότε θα συνεχιστεί;

– Μέχρι το τέλος, Φανή.
– Το δικό μου το τέλος κοντεύει αδερφέ. Εσύ είσαι μόνος, χωρίς υποχρεώσεις. Εγώ όμως…
– Τα ξέρω αυτά, αλλά το είχαμε συμφωνήσει από κοινού.
– Έχουν περάσει είκοσι μήνες από τότε, Δαμιανέ. Δέκα εσύ, δέκα εγώ, με μια δύσκολη καθημερινότητα. Δεν αντέχω άλλο, να τρέχω ΚΑΙ πίσω από την μαμά, μη βάλει φωτιά, μη καταπιεί τίποτα, μη πέσει από το μπαλκόνι, μη… μη… μη… Μεγάλωσα δύο παιδιά, μεγαλώνω ένα εγγόνι, δεν αντέχω κι ένα ακόμα που δεν μπορώ να συνεννοηθώ. Εξήντα χρονών κοντεύω κι εγώ, δεν έχω τις ίδιες αντοχές.
– Σαν τους φυλακισμένους τους μετράς τους μήνες!
– Η φυλακή που μας κρατάει δέσμιους η μαμά, είναι χειρότερη.

– Εντάξει, Φανή, εντάξει! Κατάλαβα, θα την αναλάβω μόνος μου.
– Δεν είναι αυτή η λύση! Με μαθηματική ακρίβεια, θα τρελαθείς, άκουσέ με.
– Δεν την αφήνω σε ίδρυμα όσο καταλαβαίνει, όσο μας θυμάται, τέλος.

Μετά από λίγες μέρες, έπρεπε, υπό άλλες συνθήκες, να είχε μετακομίσει στην κόρη της για τον μήνα. Δεν έγινε έτσι όμως. Όταν σχόλασε ο Δαμιανός και ξεπροβόδισε την Δέσποινα, έκατσε δίπλα της.

– Θέλεις ένα παγωτάκι, μαμά;
– Η Φανή, δεν θα έρθει;

Ο Δαμιανός ξεροκοτάπιε.

– Η Φανή έχει κάποιες δουλειές, θα μείνεις σε μένα και αυτόν τον μήνα.

Η Σταυρούλα τον κοίταξε για κάποια δευτερόλεπτα. Τον έβλεπε χαμογελαστό, αλλά εκείνη σκοτείνιασε.

– Δεν με θέλει;
– Μαμά, τι είναι αυτά που λες; Και βέβαια σε θέλει. Απλά, αυτό το διάστημα…
– Καλά! Θέλω το παγωτό!

Ο Δαμιανός χαμογέλασε και ανακουφίστηκε. “Τελικά, η άνοια, σε κάποιες στιγμές είναι σωτήρια”, σκέφτηκε κι έφερε τα παγωτά.

– Χαίρομαι που στο τέλος της διαδρομής μου γεύομαι πράγματα που όταν ήμασταν μικροί, ούτε φανταζόμασταν.
– Ε, στο χωριό που ζούσες, στην πινέζα ψηλά στον χάρτη!
– Φτώχεια, ανέχεια, γιε μου. Δίπλα στον μπαμπά σας ένιωσα άνθρωπος. Σα να τον βλέπω μπροστά μου, με την χακί την φανταρίστικη στολή του, να μου χαμογελάει. Κοριτσάκι δεκαεφτά χρονών ήμουν. Έρωτας με την πρώτη ματιά και για τους δυο μας. Πολλές φορές, προσπαθώ να θυμηθώ το πρόσωπό του, των τελευταίων χρόνων και δεν μπορώ. Και την φωνή του, ξεχνάω την φωνή του, το γέλιο του.

Την είδε πάλι που σκοτείνιασε και πόνεσε η ψυχή του.

– Μη ζορίζεσαι, μαμά. Πάνε και δέκα χρόνια που έφυγε από κοντά μας, λογικό είναι, προσπάθησε να την παρηγορήσει.
– Δεν φταίνε τα δέκα χρόνια. Το μυαλό μου φταίει, το ξέρω. Ακούω την Φανή που το συζητάει με τον άντρα της. Γιε μου, να με κλείσετε στο ίδρυμα, να μη σας είμαι βάρος.

Τινάχτηκε ο Δαμιανός. Την κοίταξε κατάματα, βούρκωσε και την αγκάλιασε.

– Όσο περνάει από το χέρι μου, θα το αποφύγω. Και δεν θέλω να το ξανασυζητήσουμε. Πάω να φέρω άλλο ένα παγωτό.

Στην κουζίνα, άφησε τα δάκρυά του να τρέξουν. Για άλλη μια φορά, θαύμασε το μεγαλείο του να είσαι μάνα. Κι εκείνος, είχε την καλύτερη. Δεν θα την άφηνε σε κανένα ίδρυμα, το ορκίστηκε εκείνη τη στιγμή στον εαυτό του.

Την επόμενη μέρα, όταν πήγε στο δωμάτιό της, να πει καλημέρα και να την φιλήσει πριν φύγει για τη δουλειά, την βρήκε καθισμένη στο κρεβάτι της να κλαίει. Ταράχτηκε, φοβήθηκε ότι κάτι συνέβη.

– Τι έγινε μαμά, γιατί κλαίς;
– Ήταν εδώ ο μπαμπάς σου, μου είπε στενάχωρα πράγματα. Ότι το σπίτι των γονιών μου έγινε ερείπιο, ότι η Φανή δεν με θέλει κι ότι εσύ μεγάλωσες πια και είσαι μόνος στη ζωή.
– Ένα ένα, γιατί είπατε και πολλά, προσπάθησε να κάνει χιούμορ, να αποφορτίσει την αναστάτωσή της. Μαμά, ο μπαμπάς έχει πεθάνει, χθες δεν τα λέγαμε; Τον μελετήσαμε και τον είδες στον ύπνο σου.
– Όχι! Ήταν εδώ! Έκατσε δίπλα μου και μου είπε ότι το σπίτι μου εγκαταλείφθηκε, ότι στεναχωριέται για σένα που έμεινες μόνος κι ότι η Φανή κουράστηκε να με φροντίζει. Σας έγινα βάρος, παιδί μου.
– Μαμά, πρώτον, δεν θυμάσαι που στέλνω λεφτά στον γιο του αδελφού σου για να συντηρεί το σπίτι; Μια χαρά είναι το πατρικό σου. Δεύτερον, μια χαρά είμαι κι εγώ στην μοναχικότητά μου, αφού δεν υπάρχουν γυναίκες έτσι όπως τις θυμάσαι κι έτσι όπως θα μοιραζόμουν τη ζωή μου και τρίτον, όλα καλά και με την Φανή. Πρέπει να φύγω, θα αργήσω στην τράπεζα. Μη κάνεις τέτοιες σκέψεις, σε παρακαλώ. Κανένα βάρος δεν είσαι, κανείς δεν κουράστηκε.

Φεύγοντας, ζήτησε από την Δέσποινα, να προσπαθήσει να της φτιάξει το κέφι, να της αλλάξει την διάθεση. Εκείνος, στο γραφείο του στην τράπεζα, δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό του όσα του είπε η μάνα του. “Άρχισε να νομίζει ότι την επισκέπτεται ο πατέρας. Τα έλεγε ο γιατρός, ότι θα έχει παραισθήσεις, ότι θα χειροτερέψει. Άκου ερείπιο το σπίτι! Κι εκείνος, ήταν καλά μόνος, πότε θα το καταλάβαινε; Κι αυτή η επιμονή της για την Φανή! Τους άκουσε να μιλάνε και αυτό που έπρεπε να το ξεχάσει, δεν το αφήνει από την μνήμη της”, έκανε σκέψεις ο Δαμιανός.

Και τότε του ήρθε η ιδέα.

Όταν σχόλασε, η Δέσποινα τον ενημέρωσε ότι η μαμά του, είχε διάλογο με τον άντρα της. Την ρωτούσε εκείνη, “με ποιον μιλάς κυρά Σταυρούλα;” και εκείνη απαντούσε “καλέ δεν βλέπεις τον άντρα μου;”. Την ευχαρίστησε, έκατσε στον καναπέ δίπλα στην μαμά του που έβλεπε τηλεόραση και την παρατηρούσε. Τα ολόλευκα μαλλιά της, τις βαθιές ρυτίδες, τα σουφρωμένα χείλη, από την άρνησή της να βάζει την ολοκαίνουργια μασέλα της, τα σημάδια γήρανσης στα χέρια, τους “λεκέδες”, όπως τα έλεγε η ίδια της. Συνέχισε να της χαϊδεύει τα μαλλιά και να βουρκώνει. “Μετά την μαμά μου, τι;”, αναρωτιόταν.

Ανοιγόκλεισε τα μάτια, σα να ήθελε να διώξει τις στενάχωρες σκέψεις και της ανακοίνωσε το σχέδιό του.

– Λοιπόν μαμά! Ζήτησα άδεια και θα σε πάω στο χωριό σου!

Η κυρά Σταυρούλα με ολοφάνερη απορία τον κοίταξε.

– Στο χωριό μου; Στο Διδυμότειχο;
– Ε έχεις κι άλλο;
– Καλά, πώς;
– Έτσι! Να δεις ότι όλα είναι καλά και να θυμηθείς τα παλιά! Έχουμε πάνω από δεκαετία να πάμε, από όταν αρρώστησε ο μπαμπάς.
– Να σηκωθώ. Να κάνω βαλίτσα, να πάρω τα αγαπημένα γλυκά της Γιαννούλας, να…
– Μαμά, κανένα από τα αδέρφια σου δεν ζει. Και την βαλίτσα θα την κάνω εγώ.

Σύννεφα πάλι, κάλυψαν την απρόσμενη χαρά.

– Μόνο εγώ έμεινα. Όλους τους έχασα.
– Έχεις τα παιδιά σου, τα εγγόνια σου και ένα δισέγγονο.
– Ναι. Αλλά με αυτούς που είχα μνήμες από παλιά, δεν έχω κανέναν να τα πω.
– Θα σκαλίσουμε το παρελθόν μαζί. Θα πάρω τηλέφωνο τον Γιώργη να του πω ότι θα πάμε.

Η συνομιλία με τον ξάδερφό του, δεν του πολύ άρεσε. Προσπαθούσε να τον αποτρέψει, να μη πάνε, σαν κάτι να έκρυβε. Θα λυνόταν οι απορίες που γεννήθηκαν με την συνομιλία τους σε δύο μέρες, οπότε, συγκεντρώθηκε στην προετοιμασία του ταξιδιού.

Ανάμεικτα συναισθήματα προσμονής και απελπισίας καθόλη τη διάρκεια της οδήγησης. Από τη μια, έβλεπε το πλατύ χαμόγελο της μαμάς του κι άκουγε για πολλοστή φορά τις ίδιες, παλιές ιστορίες και από την άλλη, το φοβισμένο της πρόσωπο να λέει ανά διαστήματα, τα ίδια λόγια. “Γιατί είμαι στο αμάξι, πού πάμε; Θέλω να γυρίσω πίσω στον καναπέ μου, στην ησυχία μου, στο σπίτι μου”. Και άντε πάλι, να της εξηγεί, να την ηρεμεί, μέχρι να επιστρέψει το χαμόγελο στα χείλη της και πάλι από την αρχή.

Δεν θα το έβαζε κάτω. Ήξερε ότι δεν θα ήταν εύκολο. Ήταν όμως βέβαιος ότι στο χωριό θα γυρνούσε πίσω στον χρόνο, εκεί, που το μυαλό και η ψυχή της είχαν κλειδώσει τον τελευταίο καιρό με την άνοια.

Η βεβαιότητά του καταποντίστηκε όταν μετά βίας αναγνώρισαν το πατρικό σπίτι της μαμάς του. Η χαρά της, φτάνοντας, όταν είδε την πινακίδα με το όνομα του χωριού της, “Πετράδες”, μετατράπηκε σε θλίψη.

– Θεέ και Κύριε! Καλά μου τα έλεγε ο Δημητρός μου, ότι έγινε ερείπιο. Αυτό το σπίτι κάποτε γελούσε και τώρα…
– Τώρα κλαίει, όπως θα κλάψει και ο ξαδερφούλης μου. Μπες στο αμάξι, πάμε να τον βρούμε, της είπε ενώ έβραζε μέσα του, από θυμό για τον Γιώργη, αλλά και με τα μεταφυσικά που συνέβαιναν μπροστά του, ενώ δεν πίστευε ποτέ σε τέτοια.

Ήταν δυνατόν να εμφανίστηκε ο μπαμπάς του στη μαμά του και να της είπε για το χάλι του σπιτιού; Όχι, όχι βέβαια, απλά είχε αφήσει τα λόγια της ανοιακής μαμάς του, να τον επηρεάσουν.

Δεν ήταν στο σπίτι του ο Γιώργης. Τον βρήκαν στο καφενείο της πλατείας. Όταν τους είδε, τον έλουσε κρύος ιδρώτας, προσπάθησε όμως να το κρύψει.

– Καλώς τους, είπε με ψεύτικο ενθουσιασμό κι άνοιξε τα χέρια να τους αγκαλιάσει.
– Δεν ντρέπεσαι; Γι’ αυτό με απέτρεπες με χίλιες δικαιολογίες να μην έρθουμε ρε αλήτη;

Η αντίδραση του Δαμιανού ήταν και πολύ κόσμια για το θέαμα που αντίκρισε πριν λίγο. Ήταν τυχερός ο ξάδερφός του, ήταν παρόντες χωριανοί, αλλά κυρίως η μαμά του, που δεν ήθελε να την πληγώσει περισσότερο, βλέποντάς τους να πιάνονται στα χέρια. Ο Γιώργης, κατέβασε τα χέρια και στάθηκε ακίνητος. Δεν απευθύνθηκε σε εκείνον.

– Θεία, εγώ…

Η Σταυρούλα δεν πρόλαβε να μιλήσει. Ο γιος της σε έξαλλη κατάσταση, πήρε τον λόγο.

– Εσύ έτρωγες τα λεφτά μας τόσα χρόνια και άφησες το σπίτι σε κακό χάλι. Δεν θα σε αφήσω έτσι όμως. Θα έρθει η ώρα σου.

Ενώ ήταν σοκαρισμένη από την εικόνα του σπιτιού της και ήξερε ότι υπαίτιος ήταν ο γιος του αδερφού της, τον κοιτούσε με αγάπη. Ήταν κομμάτι του αδελφού της, οπότε και της ζωής της. Εκείνης, που δεν έσβηνε από το ταλαίπωρο πια μυαλό της κι ας ξεχνούσε τόσα και τόσα κάθε στιγμή.

Ο γιος της, την αγκάλιασε με τρυφερότητα, την έβαλε στο αυτοκίνητο και στο πρώτο ξενοδοχείο που βρήκαν στην πόλη, την έβαλε να ξαπλώσει. Αρκετή ταλαιπωρία και ένταση πέρασε. Εκείνος έκανε έρευνα και πολλά τηλεφωνήματα. Με μεγαλύτερο μεροκάματο από αυτό που ζητούσαν, όλα θα γίνονταν πιο γρήγορα. Ήθελε να σουλουπώσει λίγο την εγκατάλειψη του σπιτιού, να θυμίσει εκείνο, το μικρό, φτωχικό τσαρδάκι, που λάτρευε η μαμά του. Βρήκε ανθρώπους αρχικά, να κλαδέψουν τις δύο φουντουκιές, να κουρέψουν τα αγριόχορτα που θύμιζαν ζούγκλα, κρύβοντας ακόμη και το σπίτι, να καθαρίσουν την αυλή από τα πεσμένα φουντούκια και κάθε λογής σκουπίδι, που πετάχτηκε εκεί μέσα, αφού είχε μετατραπεί σε χωματερή, να αντικαταστήσουν τα σπασμένα τζάμια από τα παράθυρα, να το ξαραχνιάσουν και να το σκουπίσουν εσωτερικά, να βάψουν την καγκελόπορτα της αυλής και εξωτερικά το σπίτι, να γίνει άσπρο και καθαρό όπως ήταν πάντα.

Δύο μέρες μετά, αφού την παρακαλούσε να την κάνει βόλτες στο Διδυμότειχο και δεν ήθελε, ήρθε η ώρα, να ξαναπάνε στο πατρικό της. Στα βουρκωμένα της μάτια είδε την νοσταλγία όλων των στιγμών που έζησε εκεί μέσα. Έτρεμαν τα χείλη της, οι συσπάσεις στο πρόσωπό της έντονες και τα δάκρυα πια, πότιζαν το χώμα των παιδικών και νεανικών της χρόνων.

Ανοίγοντας την καγκελόπορτα, άνοιξε και το κουτί των αναμνήσεων. Έβλεπε τον εαυτό της κοριτσάκι, να παίζει με τα χώματα, να σπάζει φουντούκια με μια πέτρα κι ας έλειπαν τα λουλούδια που φύτευε η μαμά της. Να ’τη, την έβλεπε με την ποδιά, να πλένει ρούχα στην σκάφη, τον μπαμπά της, να τρώει ψωμί κι ελιές στο τραπεζάκι κάτω από την φουντουκιά, τον μεγάλο της αδερφό, να φτιάχνει από τα κλαδιά, σφεντόνα, την μικρή της αδερφή να μπουσουλάει στα χώματα και την δεύτερη στη σειρά, να βοηθάει τη μαμά στο άπλωμα των ρούχων.

“Είναι όλοι εδώ”, ψιθύρισε συγκινημένη και στηριζόταν στην καγκελόπορτα. Ο Δαμιανός ήταν τόσο χαρούμενος. Μπορεί να μην ξεκίνησε καλά αυτό το ταξίδι, αλλά θα έκανε ό,τι μπορούσε για την συνέχεια. Δεν πρόλαβαν να βάλουν το κλειδί στην πόρτα του σπιτιού, όταν άκουσαν από τον δρόμο μια φωνή.

– Σταυρούλα; Εσύ είσαι; γύρισαν πίσω μάνα και γιος, μα δεν αντίκρισαν κάποια γνωστή. Δεν με κατάλαβες ε; Αχ, γεράσαμε! Η Τούλα είμαι καλέ! Η φίλη της μικρής σου αδερφής, της Γιαννούλας.

Η Σταυρούλα από την χαρά της παραπάτησε, την στήριξε ο γιος της.

– Μωρέ Τούλα! Πόσα χρόνια έχω να σε δω! Γύρισες στην πατρίδα; Έλα, έλα μέσα! Δεν το πιστεύω, τι χαρά μου δίνεις!

Οι δύο γυναίκες έμειναν αγκαλιασμένες αρκετά δευτερόλεπτα.

– Μια ζωή ολόκληρη έχουμε να ιδωθούμε! Πέντε χρόνια έχει που φύγαμε πια από την ξενιτιά και επιστρέψαμε. Ο λεβέντης; Γιος σου;
– Το παιδί μου είναι, ναι, ο Δαμιανός μου.
– Χάρηκα κυρία Τούλα. Έχω ακούσει ιστορίες από την μαμά μου.
– Η χαρά δική μου γιε μου. Ε, μας ενώνουν τόσα με την μαμά σου! Από δω η κόρη μου, η Βασιλική μου.
– Χάρηκα!, αρκέστηκε να πει εκείνη.

Ο Δαμιανός χαμογέλασε στην γυναίκα απέναντί του με τα μάτια στο χρώμα της άγουρης ελιάς κι εκείνη του ανταπέδωσε το χαμόγελο.

– Ετοιμαζόμασταν να δούμε το σπίτι μέσα. Έχουμε τόσα χρόνια να έρθουμε! Θέλετε να μας κάνετε παρέα;, πρότεινε ο Δαμιανός, με την μαμά του να ενθουσιάζεται.
– Αχ, το αγαπώ αυτό το σπίτι! Μύριζε πάντα ζυμωτό ψωμί, από την μαμά σας. Πόσα γέλια έχουμε κάνει εδώ μέσα, μες στη φτώχεια, αλλά με πολλή αγάπη.

Η Σταυρούλα την κοίταξε, άπλωσε το χέρι της, την άγγιξε στον ώμο και πήρε μια βαθιά ανάσα.

Το εσωτερικό του σπιτιού είχε πληγωθεί πολύ από τον χρόνο και την ερήμωση, αλλά τίποτα δεν μπορούσε να σταματήσει τις θύμησες. Η Σταυρούλα, πάντα αγκαζέ με τον γιο της για να στηρίζεται, άγγιζε τους τοίχους, την παλιά μαντεμένια ξυλόσομπα, που δεν την χρησιμοποιούσαν πια, όταν πήγαιναν οικογενειακώς επίσκεψη στο χωριό. Την κρατούσαν για ενθύμιο αλλοτινών χρόνων. Ήταν αντίκα πια αλλά και πολύ βρώμικη.

Κι έφτασε στο κρεμαστό εικονοστάσι της μάνας της. Όλα ρήμαξαν, τραπεζαρία, ντιβάνια, καρέκλες, εκείνο έστεκε εκεί, με το κρεμαστό καντηλάκι, σα να μη πέρασε η δεκαετία από πάνω του, όπου σάρωσε τα υπόλοιπα αντικείμενα. Ήταν λερωμένο και μέσα στις αράχνες, αλλά εκείνη το άγγιξε με περισσή αγάπη. “Είναι τα χεράκια της μάνας μου εδώ πάνω! Δεν υπήρχε μέρα να μη το ανάψει”, είπε η Σταυρούλα με δυσκολία από το κλάμα. Όλοι βούρκωσαν, μα η Τούλα, έβλεπε την εικόνα μπροστά της. “Σα να τη βλέπω”, ψιθύρισε, προκαλώντας νέο κύμα δακρύων στην ηλικιωμένη γυναίκα.

Προχώρησαν στην κάμαρα των γονιών της. Μπορεί το άλλοτε αθάνατο, βαρύ, σιδερένιο κρεβάτι να έδειχνε την ηλικία του πια, μα είχε κοιμήσει πολύ κόσμο, πολλών γενεών, ευλογημένο κρεβάτι! Με αγωνία, γύρισε το κεφάλι της απέναντι στον τοίχο. Ξεφύσηξε, ανακουφισμένη, όταν είδε την κορνίζα κρεμασμένη. Η ασπρόμαυρη, οικογενειακή φωτογραφία. Οι γονείς της και τα τέσσερα τέκνα. Η μαμά της, στα χέρια κρατούσε μωρό την Γιαννούλα και η ίδια της, δίπλα της, δεν κοιτούσε τον φακό όπως όλοι. Εκείνη κοιτούσε το μωρό. Τριών ετών ήταν, όταν γεννήθηκε η αδερφή της, μα την είχε υπό την προστασία της. Με τα δάχτυλά της, άγγιζε ένα ένα τα μέλη της φωτογραφίας, πάνω από το τζαμάκι κι ας είχε σπάσει στη γωνίτσα. Την ξεκρέμασε ο γιος της κι εκείνη την έσφιξε πάνω της, έτσι, μέσα στην σκόνη των ετών κι έπειτα τους φιλούσε όλους, έναν έναν.

“Η αγαπημένη μου φιλενάδα, στην αγκαλιά της μαμάς σας. Δως μου να τις φιλήσω κι εγώ. Με τάισε πολλές φορές σα να ’μουν παιδί της, όταν οι δικοί μου δεν είχαν ούτε ψωμί στο τραπέζι”. Κοιτάχτηκαν οι δύο γυναίκες.

– Ο Θεός σε έστειλε!
– Τι εννοείς Σταυρούλα μου;
– Δεν είχα άνθρωπο να μοιραστώ τις θύμησες!
– Λοιπόν, λοιπόν! Έχω ιδέα! Πού μένετε;
– Στο Διδυμότειχο σε ένα ξενοδοχείο. Περιμέναμε το σπίτι να είναι κατοικήσιμο, αλλά… ας όψεται ένας… καλός συγγενής, είπε με ειρωνικό και ταυτόχρονα πληγωμένο ύφος ο Δαμιανός.
– Επιτέλους θα έχω την ευκαιρία να ανταποδώσω λίγη από την καλοσύνη της οικογένειάς σου! Θα μείνετε σε μας! Εγώ πριν χρόνια γκρέμισα το παλιό ρημάδι που είχε απομείνει και Δόξα Τω Θεώ, στον Καναδά, τα πράγματα πήγαν πολύ καλά. Χτίσαμε ένα σπιτάκι, γιατί πάντα ήθελα, να επιστρέψω εδώ στα γεράματα!
– Δεν χρειάζεται, ειλικρινά, να μη σας ξεβολεύουμε, βιάστηκε να μιλήσει ο Δαμιανός, ενώ μέσα του χαιρόταν με αυτήν την εξέλιξη.

Η Βασιλική και η Σταυρούλα άφησαν τους δύο ισχυρότερους να κανονίσουν την συμφωνία. Νίκησε η Τούλα, που δεν δεχόταν αντιρρήσεις. Μάζεψαν τα πράγματά τους από το ξενοδοχείο και εγκαταστάθηκαν!

– Ότι εδώ κάποτε ήταν το σπίτι που έχω στο μυαλό μου…
– Αχ Σταυρούλα μου, όλα άλλαξαν! Τίποτα δεν έμεινε ίδιο!
– Μόνο οι μνήμες! Κι ας ξεχνάω τι μέρα είναι, τι είπα πριν δύο ώρες!

Η Τούλα κοίταξε με ανησυχία τον Δαμιανό.

– Ε! Καλά, όλοι ξεχνάμε, είπε εκείνος κεφάτα, για να μη βαρύνει το ευχάριστο κλίμα.

Η Τούλα, μπήκε κατευθείαν στο νόημα.

– Έψαξα, κάτω στο υπόγειο τις κούτες όσο ήσασταν στην πόλη. Κοίτα!

Και έβγαλε ένα κουτί με ασπρόμαυρες, παλιές φωτογραφίες!

– Ο Θεός σε έστειλε, σίγουρα!

Η συγκίνηση της Σταυρούλας δεν μπορούσε να κρυφτεί.

– Τι λέτε η νεολαία; Δεν πάτε καμιά βόλτα; Να μας αφήσετε την γερουσία να θυμηθούμε τα δικά μας! έκλεισε το μάτι στην παλιά συγχωριανή και φίλη κι εκείνη, χαμογελούσε πονηρά.
– Και μόνο για το νεολαία… Βασιλική; Τι λες;
– Η νεαρή ετών 52, λέω να τις αφήσουμε μόνες!
– Ε τι να πω κι εγώ ο νέος πενηνταπεντάρης;

Γέλασαν όλοι και αφού ο Δαμιανός ήταν σίγουρος πως άφηνε την μαμά του στα καλύτερα χέρια, άνοιξε ιπποτικά την πόρτα στην Βασιλική κι έφυγαν.

Χρυσούλα Καμτσίκη

Συνεχίζεται…

One response to “Κοινό παρελθόν – Μέρος 1ο”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading