Όταν πέθανε η μάνα, η Ασπασία έμεινε με τις τρεις μικρότερες αδερφές και τον ανήμπορο πατέρα της. Από την γέννησή του το ένα του πόδι ήταν στραβό και κούτσαινε από την μία μπάντα. Ήταν όμως γλυκός άνθρωπος και την καρδιά του είχε ερωτευτεί η μάνα. Κάθε κουβέντα του γλύκαινε την καρδιά της και με αυτόν ήθελε να κάνει τα παιδιά της. Κανείς δεν της είπε όχι, τόσο φτωχιά που ήταν ας έπαιρνε όποιον ήθελε. Ο πατέρας δούλευε με το μυαλό του, ήταν πωλητής. Έλειπε συχνά και γυρνούσε στις πόλεις να βρει να πουλήσει. Πάντα όταν έπεφτε σε φτωχιές οικογένειες χάριζε την πραμάτειά του και γύριζε σπίτι με άδεια χέρια. Δεν του κάκιωνε ποτέ η μάνα. Ένα χωραφάκι μόνο κατάφεραν να κάνουν που το καλλιεργούσε με τα χέρια της. Ό,τι έβγαζε έτρωγαν και ήταν ευτυχισμένοι. Δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερός της ήταν ο πατέρας και δεκαπέντε όμορφα χρόνια της χάρισε πριν φύγει από την ζωή.
Η Ασπασία ήταν η πιο μεγάλη κόρη που καταλάβαινε πολλά και τα έκρυβε από τις αδερφές της. Από αρρώστια έφυγε η μάνα και με τον χαμό της είχε αρρωστήσει και ο πατέρας. Ούτε να φάει ήθελε ούτε να πιει ούτε να βγει από το σπίτι. Το χωραφάκι το ανέλαβε η Ασπασία και έκανε όσα της είχε μάθει η μάνα. Γύρευε δουλειά και όπου πήγαινε έπαιρνε και την Αννούλα που ήταν δύο χρόνια πιο μικρή της. Όλο το σπίτι σήκωνε πάνω της και την φροντίδα του πατέρα. Οι άλλες δύο αδερφές πήγαιναν ακόμα στο σκολειό. Το βράδυ διάβαζε την Ελένη και την Πελαγία που έπαιρναν τα γράμματα και ήθελε να βγάλουν όλες τις τάξεις. Αχάραγα, πριν βγει ο ήλιος, πρώτο πράμα ήταν να πάει στον τάφο της μάνας να αφήσει φρέσκα λουλούδια από τον κήπο πριν πάει στο χωράφι. Και μετά να βγάλει την μέρα με όση δύναμη της έδινε ο Θεός.
Το πρώτο προξενιό δεν άργησε να έρθει. Όμορφη ήταν η Ασπασία και σεμνή και εργατική, όλοι την ήθελαν για νύφη. Μα εκείνη κανέναν δεν δεχόταν γιατί δεν ήθελε να αφήσει τις αδερφές και τον πατέρα. Όσο κι αν φώναζε αυτός να μην πετά την τύχη της και να μην μένει για να τόνε γηροκομήσει. Την χρειαζόταν ήταν η αλήθεια, χωρίς αυτήν δεν ήξερε πώς θα τα έβγαζαν πέρα. Μα πάνω από όλα επιθυμούσε την ευτυχία της και δεν ήθελε να είναι αυτός το εμπόδιο. Η Ασπασία του χάιδευε το κεφάλι και φιλούσε τα γερασμένα χέρια του. Αυτά τα χέρια που τόσο αγάπησε η μάνα γιατί αγκάλιαζαν την ίδια και τα κορίτσια τους. Του έλεγε πως μεγαλύτερη ευλογία από την οικογένειά τους δεν υπήρχε. Η Ασπασία του θύμισε αυτά τα λόγια της μάνας. Ο πατέρας χώθηκε στην αγκαλιά της και έκλαψε σαν μικρό παιδί. Η κόρη του σαν να άκουγε τις σκέψεις του τον έσφιξε ακόμα περισσότερο.
«Δεν είσαι λίγος, πατέρα. Εσένα διάλεξε η μάνα και αυτό τα λέει όλα. Μου λείπει πολύ και εμένα. Μα δεν θέλω να σας χάσω και τους δύο. Φάε μια ολιά. Για το χατίρι μου, πατέρα. Και έχε τα θάρρητά σου στον Θεό. Δεν μας έχει εγκαταλείψει. Θα δεις. Θα τα καταφέρουμε. Σε αγαπώ, μπαμπά μου»
Από εκείνη τη μέρα, άρχισε ο πατέρας της πάλι να τρώει. Σιγά σιγά βγήκε από το δωμάτιο και ανέλαβε να διαβάζει αυτός τα κορίτσια. Κατέβαινε ξανά στον κήπο. Μύριζε τα λουλούδια που είχε φυτέψει η αγαπημένη του. Ξεχόρτιαζε τα ζιζάνια και πότιζε μόλις έπεφτε ο ήλιος. Ένα τέτοιο απόγευμα είδε να έρχεται ένα παλικάρι, ψηλό και σοβαρό, να ζητήξει το χέρι της Ασπασίας. Χρυσή την είχε κάνει να δεχτεί να παντρευτεί και να μην ανησυχεί πια για το σπίτι και το χωράφι. Κουτσά στραβά θα τα κατάφερνε με την Αννούλα. Μα η Ασπασία φοβόταν πως μετά θα ερχόταν η σειρά της και ήταν μικρή ακόμα η Αννούλα. Και τα άλλα δύο θα παρατούσαν το σκολειό. Και το ‘χε όνειρο η μάνα να μάθουν να διαβάζουν τα παιδιά της. Για να μην χαθεί η σειρά είχε αποφασίσει η Ασπασία να μείνει στο σπίτι, στην θέση της μάνας.
Το είχε καταλάβει ο πατέρας πως αυτός ήταν ο λόγος μα δεν είχε καταφέρει να την μεταπείσει. Έτσι, καθώς έβλεπε τον νεαρό να καταφθάνει, έπεσαν τα μούτρα του γιατί ήξερε πως και αυτόν θα τον διώξει η Ασπασία. Φώναξε την κόρη του να βγει έξω που ήταν χωσμένη στην κουζίνα. Αλαφιασμένη βγήκε αυτή και έμεινε να κοιτάζει τον νεαρό. Πλησίασε και κοίταξε τα μάτια του πώς την κοιτούσαν. Κοίταξε τα χέρια του που κρατούσαν τα λουλούδια. Το ήξερε μέσα της πως αυτός ήταν ο σωστός. Αυτός ήταν το άλλο της μισό. Αυτός ήταν ο πατέρας των παιδιών της. Το είδε στα μάτια και στα χέρια του όπως κάποτε το είδε και η μάνα στον πατέρα της.
Ο νέος είχε μάθει για την Ασπασία τι κορίτσι ήταν. Γι’ αυτό την διάλεξε. Πριν προλάβει να του αρνηθεί, της πρότεινε όταν παντρευτούν να μείνουν στο πατρικό της όσο χρειαστεί μέχρι όλα τα κορίτσια να αποκατασταθούν και για να μπορεί να φροντίζει το πατέρα της. Γι’ αυτό τον διάλεξε για άντρα της η Ασπασία. Για την καρδιά του. Όπως είχε κάνει και η μάνα.
CC
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
