Η Σμαράγδα ένα όνειρο είχε από παιδί, να γίνει κάποια! Να διαφέρει από τους άλλους. Τα παιδικά της χρόνια δεν ήταν άσχημα σε γενικές γραμμές. Είχε εισπράξει πολλή αγάπη από τους γονείς της. Πρώτο παιδί και τελευταίο, αλλά η ζωή που γεμίζει τους ανθρώπους με εκπλήξεις χτύπησε την πόρτα της οικογένειας του Σπύρου και της Άννας αρκετά δυνατά. Γιατί;
Είμαστε στην δεκαετία του εξήντα που η Ελλάδα ακόμη αδειάζει. Τα χωριά ερημώνουν ειδικά τα ορεινά. Μετά ακολουθούν τα νησιά. Κάσος, Άνδρος, Λέρος, Τήνος και πολλά άλλα.
-Θα φύγω, μάνα, από το χωριό. Τι να κάνω εδώ; Δεν έχει για μένα μέλλον. Εγώ είμαι άνθρωπος με όνειρα. Η λύση να παντρευτώ τον πρώτο που θα με ζητήσει δεν με χαροποιεί καθόλου. Και εσένα δεν θα σου αρέσει σίγουρα να βλέπεις την κόρη σου να μαραζώνει μέρα με την μέρα. Θα πάω στην Γαλλία, στην θεία. Μου το έχει πει τόσες φορές, εκεί θα είναι καλύτερα για μένα. Ξέρω την τέχνη της μοδιστρικής από σένα μάνα καλά, άμα πάω και σε καμία σχολή εκεί θα δεις πόσο θα αλλάξει η ζωή μας.
Τα άκουσε τα λόγια αυτά η μάνα και λυπήθηκε πολύ. Μία την είχε, δεν της έδωσε ο Θεός άλλα παιδιά. Την πρόσεχε από μικρή, μην της πέσει, μην την χάσει από τα μάτια της. Και αυτή η υπερβολική αγάπη της γύρισε μπούμερανγκ.
Η Άννα, χαζή δεν ήταν, αντιλαμβάνονταν τις επιπτώσεις από την προσκόλληση στην μικρή και σιγά σιγά την ένιωθε περισσότερο. Να της σταθεί εμπόδιο; Τι να της πει και τι να κάνει; Η απόφαση είχε παρθεί εξάλλου, όποια αντίσταση και να πρόβαλε δεν θα κατάφερνε τίποτα.
Και ο πατέρας της όταν άκουσε τα λόγια από το στόμα της γούρλωσε τα μάτια και ήταν έτοιμος να βάλει τις φωνές. Τον κοίταξε επίμονα η γυναίκα του με το καθηλωτικό της βλέμμα και κατάλαβε ότι δεν θα κατάφερνε τίποτα. Εξάλλου πού θα πήγαινε; Στην αδελφή του την Μαρία, που παιδιά η ίδια δεν έκανε, δεν της έδωσε ο Θεός την χαρά να νιώσει την μητρότητα. Και στα γράμματα που τους έστελνε την ζήταγε την ανιψιά της, να πάει να την βρει.
-Βρε αδελφέ, στείλε το κορίτσι, εδώ είναι χίλιες φορές καλύτερα. Τι θα την κάνεις; Μία νοικοκυρά που θα σου δώσει δύο τρία εγγόνια και μετά τι; Εδώ το μόνο σίγουρο είναι ότι δουλειά θα βρει αμέσως, έχω εγώ τις γνωριμίες μου, θα δουλέψει σκληρά αλλά τουλάχιστον δεν θα είναι μια αόρατη.
Αυτά σκεφτόταν ο Ηλίας και έδωσε την συγκατάθεση να φύγει η κόρη στα ξένα. Εξάλλου η Γαλλία μακριά μπορεί να ήταν, αλλά βρισκόταν στην Ευρώπη. Δεν ήταν Αυστραλία ή Καναδάς, που άρπαζαν τα παιδιά τα νέα, τα κατάπιναν στα βαθιά τους και δεν τα ξαναέβλεπε η ελληνική γη.
Με το που έδωσε την συγκατάθεση ο πατέρας, η Σμαράγδα έτρεξε στο ταχυδρομείο να στείλει τηλεγράφημα στην θεία. Οι λέξεις φειδωλές, έκρυβαν μέσα τους την λαχτάρα της νέας για ζωή.
«Έρχομαι, θεία, τον άλλο μήνα. Στις 4 του Μαΐου. Ανυπομονώ να σας συναντήσω»
Φυσικά τα νέα δεν έμειναν κρυφά μέσα στους τέσσερις τοίχους του ταχυδρομείου. Τι ήταν το χωριό; Ένα μικρό μέρος στα νοτιοδυτικά της Πελοποννήσου που αν δεν είχε τους ελαιώνες με τα δέντρα φορτωμένα με τον ευλογημένο καρπό, οι κάτοικοι θα πείναγαν. Δυστυχώς για πολλούς από αυτούς στον εμφύλιο πολλά χάθηκαν από καταστροφές όχι όμως φυσικές. Η εκδίκηση και το μίσος χτύπησε αλύπητα και τις ελιές. Τεράστιες εκτάσεις κάηκαν. Έτσι πολλοί κυρίως νέοι πήραν τον δρόμο της ξενιτιάς και πάλι. Και ο Ηλίας αγράμματος ήταν αλλά το μυαλό του έκοβε. Την απάντηση την είχε στο στόμα του όταν τον ρώταγαν με απορία οι φίλοι στο καφενείο.
-Μα τι μάθαμε Ηλία, θα φύγει το κορίτσι σου για τα ξένα; Πώς θα την στείλεις μόνη εκεί στα Παρίσια;
-Την δουλειά σας εσείς, σας αγαπάω, σας εκτιμάω αλλά για την κοπέλα μου δεν δέχομαι και πολλά πολλά. Εξάλλου δεν πάει ξεκάρφωτη στα ξένα. Στην θεία της πάει, και δουλειά της έχει βρει και σπίτι και απ’ όλα. Τι να κάνει εδώ; Σάμπως έμεινε και κανένας νέος της προκοπής στα μέρη μας να μείνει, να κάνει οικογένεια;
Τι να απαντήσουν οι χωριανοί; Δεν είχαν και κανένα λόγο παραπάνω.
Ο καιρός πέρασε και ήρθε η ώρα του αποχαιρετισμού. Η Σμαράγδα ετοίμασε μια μικρή βαλίτσα ίσα ίσα τα απαραίτητα για τον πρώτο καιρό.
“Μην πάρεις πολλά μαζί σου”, της είχε πει η θεία, “ο καιρός δεν είναι σαν της Ελλάδας, θα κάνουμε τα ψώνια μας εδώ. Πάρε μόνο τα απαραίτητα”
Έτσι κι έκανε η μικρή. Πάνω πάνω έβαλε μια φωτογραφία με τους γονείς της να τους έχει να τους θυμάται. Και άλλη μια φωτογραφία έβαλε. Εκείνη του χωριού της που την είχε τραβήξει από ψηλά ο φωτογράφος. Οι κεραμιδένιες σκεπές, η εκκλησία, η πλατεία, η θάλασσα και το επιβλητικό κάστρο εκεί στα δεξιά. Έβαλε και κάτι ακόμη. Ένα λουλούδι από έναν ιβίσκο. Από εκείνους τους ροζ. Δεν υπάρχει αυτό το χρώμα αλλού. Μόνο στο χωριό της. Το φύλαξε σαν φυλακτό σαν ένα κομμάτι του τόπου της.
Έκλεισε την βαλίτσα, σαν να έκλεινε και όλο της τον τόπο μέσα της, έμεινε για λίγο μόνη και πήγε κρυφά εκεί στα σκοτεινά, κάτω από τις εικόνες στο σπίτι. Κοίταξε την Παναγία σαν μάνα με κόρη, με τα μάτια τα υγρά έκανε τον σταυρό της. Την παρακάλεσε να της σταθεί δίπλα της, να την συντροφεύει στα δύσκολα. Όχι γιατί φοβόταν τις αλλαγές, αλλά καμιά φορά υπάρχουν και οι αδυναμίες που στέκονται εμπόδιο στα όνειρα. Άνθρωπος ήταν και αυτή. Πολλά μπορούν να συμβούν μακριά από την ασφάλεια του σπιτιού της.
Όταν ήρθε το λεωφορείο για να πάει στην Πύλο και μετά να πάρει το επόμενο για Αθήνα, η καρδιά της πήγαινε να σπάσει.
Δεν της ήταν ευχάριστοι οι αποχαιρετισμοί, αλλά η εικόνα του πύργου του Άιφελ που της είχε γεμίσει το μυαλό της έδινε φτερά στα πόδια.
Όταν έφτασε στην Αθήνα έμεινε σε ένα ξενοδοχείο κοντά στο αεροδρόμιο για μια βραδιά. Εκείνο το βράδυ δεν έκλεισε μάτι. Η αγωνία της μεγάλη. Το επόμενο πρωί ίσα που ήπιε έναν καφέ και μετά πήρε ένα ταξί για να βρεθεί στο αεροδρόμιο. Η πτήση της ήταν αργότερα αλλά πού να καθίσει στο ξενοδοχείο; Δεν την χώραγε ο τόπος.
Πόσο περίεργα της φαίνονται όλα! Πόσο ξένα και διαφορετικά από τον τόπο της! Η θεία της είχε βγάλει το αεροπορικό εισιτήριο, να μην ταλαιπωρηθεί με πλοία και λεωφορεία. Έτσι αργά το απόγευμα της ίδιας μέρας τα πόδια της πάτησαν στην γαλλική γη.
Ποιος να της το ‘λεγε ότι θα ζούσε πια σε ένα άλλο κράτος, στην πηγή της κομψότητας και της μόδας!
Η θεία της στάθηκε κάτι περισσότερο από μάνα. Την αγαπούσε την Σμαράγδα η Μαρία, έβρισκε πολλές ομοιότητες με εκείνη. Ήταν νέα, όμορφη, έξυπνη, τα είχε δηλαδή όλα. Κι αν επέμενε να την πάρει κοντά της, ήταν γιατί είχε διακρίνει στα μάτια της αυτό που είχαν και τα δικά της στην αντίστοιχη ηλικία. Δίψα για ζωή! Δεν το συναντάς εύκολα αυτό το βλέμμα. Εκείνη δεν είχε καμία βοήθεια, εντελώς μόνη τόλμησε σε μια εποχή δύσκολη να φύγει μακριά από τους δικούς της. Και τα κατάφερε γιατί τα μέσα της τα φώτιζε ένα μικρό φως που της έλεγε: “Δεν ανήκεις εδώ, Μαρία. Αλλού είναι για σένα το μέλλον. Κοίτα πιο ψηλά και θα το νιώσεις αμέσως που θα πας”.
Και έφυγε για το Παρίσι, εκεί που θα μπορούσε το άστρο της να ανατείλει πιο εύκολα στον κόσμο της ραπτικής και αυτή, γιατί μετά τον πόλεμο η γυναίκα ένοιωθε την ανάγκη να ντυθεί, να αισθανθεί θηλυκό. Η Μαρία ταξίδεψε για μέρες, πλοίο μέχρι την Ιταλία και μετά λεωφορείο και τέλος τραίνο. Πού να βρεθούν χρήματα για αεροπλάνα; Έτσι όταν είδε στα μάτια της ανιψιάς το ίδιο διψασμένο βλέμμα με το δικό της, δεν δίστασε καθόλου και την πήρε κοντά της.
Εκείνη έμενε σε ένα ωραίο καρτιέ σε μια παλιά πολυκατοικία φυσικά. Το μετρό στα πόδια της, εύκολη η πρόσβαση στο ιστορικό κέντρο.
Όταν η Σμαράγδα αντίκρισε την θέα από το παράθυρο του δωματίου, της κόπηκε η ανάσα. Μακριά φαινόταν ο πύργος του Άιφελ, νόμιζε ότι θα άπλωνε το χέρι της και θα τον έκλεινε στην παλάμη της.
Η άνοιξη ήταν η ωραιότερη εποχή που θα μπορούσε να βρεθεί κανείς σε αυτήν την ονειρεμένη πόλη. Οι ξαφνικές βροχές δεν έλειπαν, ο κόσμος συνηθισμένος να κρατάει από την μια πλευρά την ομπρέλα και από την άλλη ένα χωνάκι παγωτό. Τι διαφορετικός κόσμος από εκείνον του χωριού της, ξένοι, ντόπιοι, χιλιάδες κόσμος. Και η γλώσσα τους… πόσο ποιητική! Στην αρχή δυσκολευόταν να πει ένα ‘ευχαριστώ’, όμως το πείσμα της την βοήθησε να μάθει όχι μόνο τα γαλλικά αλλά και τους «καλούς τρόπους», με λίγα λόγια το savoir vivre.
Η θεία της την πρόσεχε σαν τα μάτια της, την έντυσε με τα καλύτερα και τα πιο μοδάτα ρούχα. Όταν μπήκαν οι δυο τους στην σχολή ραπτικής, όλοι γύρισαν να θαυμάσουν την ξένη. Μία ελληνίδα στα γαλλικά σαλόνια, μία «κόρη» σαν εκείνη που στόλιζε την Ακρόπολη, με τα μακριά κυματιστά μαλλιά.
Η Μαρία γνώριζε καλά τα βήματα προς την επιτυχία και τα ακολούθησε βήμα προς βήμα και η Σμαράγδα. Λίγο πριν τα τριάντα της είχε γίνει ένα αναγνωρίσιμο πρόσωπο. Οι γραμμές που σχεδίαζε και τα ρούχα που έφτιαχνε ήταν λιτά. Σαν εκείνα των γυναικών του χωριού της, συνδυασμένα με την γαλλική φινέτσα. Με την ψυχή του Παρισιού. Ήθελε να δείξει στον υπόλοιπο κόσμο ότι η γυναίκα δεν χρειάζεται να φορτώνεται με περιττά στολίδια, μία Άλφα γραμμή ήταν αρκετή για να αναδειχτεί η γυναικεία σιλουέτα.
Και τα κατάφερε η Σμαράγδα. Τα ρούχα της φωτεινά, με γεωμετρικά σχέδια ή με πολλά λουλούδια με ιδιαίτερα χρώματα. Σαν τους ιβίσκους του χωριού της. Όταν άρχισε να βγάζει αρκετά χρήματα φυσικά δεν ξέχασε την οικογένειά της. Τους έστελνε τακτικά για τις επισκευές του σπιτιού στο κτήμα, για την καλλιέργεια νέων ελαιόδεντρων. Με λίγα λόγια είχε γίνει μέσα σε λίγα χρόνια αυτό που ονειρευόταν. Να μην μείνει στην αφάνεια.
Ναι, τα είχε καταφέρει, αυτή η ταπεινή κοπέλα από την Πελοπόννησο άνοιξε ένα ατελιέ στο 6ο διαμέρισμα στην Πόλη του Φωτός, εκεί που είναι η καρδιά της γαλλικής πασαρέλας με τους διάσημους μόδιστρους. Και η ταμπέλα απ’ έξω είχε το όνομά της με χρυσά γράμματα και έναν ροζ ιβίσκο στην άκρη. Αυτό το ταπεινό λουλούδι ήταν το διακριτικό της σήμα.
Η Σμαράγδα δεν έγινε μία Παριζιάνα σαν όλες τις άλλες. Συνέχισε να είναι η απλή κοπέλα από μια ξένη χώρα. Πήρε την απλότητα του χωριού της και την έκανε μόδα!
Κατά καιρούς επισκεπτόταν την πατρίδα της και μαζί της έφερνε και πολλά ρούχα για να τα δωρίσει στις κοπέλες. Οι γονείς της καμάρωναν για τις επιτυχίες της. Το ίδιο και οι συγχωριανοί της.
Τα χρόνια κύλησαν τόσο γρήγορα, ούτε που το κατάλαβε το πότε έφτασε τα πενήντα. Εξακολουθούσε να είναι μία γοητευτική κυρία. Με τα μακριά μαλλιά, τα κυματιστά και το ωραίο κορμί. Ο έρωτας μέχρι τότε της είχε χτυπήσει την πόρτα δύο φορές, αλλά για αυτήν κανείς από τους εραστές της δεν κατάφερε να αγγίξει την ευαίσθητη πλευρά της ψυχής της. Φυσικά δεν έλειψαν και οι δύσκολες στιγμές. Ο θάνατος δεν άργησε να φανεί και να δείξει τα κοφτερά του δόντια. Πρώτα έφυγε η θεία της, η προστάτιδά της. Η Σμαράγδα την έφερε για ταφή στα πάτρια εδάφη. Έπειτα έφυγε η μάνα της και μετά από τρία χρόνια ο πατέρας της. Η ζωή δεν έχει πάντα ευχάριστες πτυχές. Και το είχε μάθει καλά αυτό η Σμαράγδα. Μπορεί να είχε πολλές επιτυχίες στην δουλειά της, αλλά το κόστος ήταν μεγάλο.
Ο δρόμος για την κορυφή έκρυβε πολλές παγίδες. Δεν έλειψαν από την πορεία της οι τρικλοποδιές, άνθρωποι που την πλεύριζαν για τα δικά τους οφέλη. Η Σμαράγδα δεν ήταν αφελής ούτε χαζή. Τους ξεχώριζε από μακριά τέτοιους τύπους αλλά πολλές φορές έκανε πως δεν βλέπει. Για να γίνει και η δική της δουλειά γρήγορα και όπως τα ήθελε εκείνη φορούσε τις παρωπίδες της. Και αυτό την είχε εξαντλήσει.
Λίγο πριν τα εξήντα της χρόνια σε μία από τις καλοκαιρινές της αποδράσεις στο χωριό της κάθισε στην βεράντα του σπιτιού της. Ήταν λίγο πριν την δύση του ήλιου. Η θάλασσα είχε αλλάξει το χρώμα της, το κάστρο ήταν έτοιμο να πάρει στην αγκαλιά του τον ήλιο για να αφήσει τον χώρο να βγει το πανέμορφο φεγγάρι.
Είχε πανσέληνο εκείνη την βραδιά. Η πιο μεγάλη του καλοκαιριού. Οι μυρωδιές από τους βασιλικούς, και τα δεντρολίβανα της αυλής γαργάλαγαν τα ρουθούνια της. Έκλεισε τα μάτια της και έφερε την φιγούρα της μπροστά της, όταν έφυγε με μία βαλίτσα στο χέρι. Πόσα όνειρα είχε κλείσει μέσα της… Τα είχε καταφέρει και με το παραπάνω. Αλλά κάτι της έλειπε. Τι όμως; Λεφτά είχε και πολλά, αναγνωρισιμότητα μεγάλη, όμορφη ήταν ακόμη και φυσικά υγιής. Τι ήταν αυτό που της δημιουργούσε ένα κενό στην ψυχή της;
Η απάντηση ήρθε ξαφνικά και αναπάντεχα λίγες μέρες μετά όταν επέστρεφε από την θάλασσα. Ένα παλιό εγκαταλειμμένο σπίτι με λίγα δενδρύλλια από ιβίσκους ροζ και μωβ στην αυλή της φώτισαν το πρόσωπο. Το βρήκε! Θα μετακόμιζε πίσω στην Ελλάδα, στο χωριό της. Και το σπίτι αυτό το παλιό με τα μισοφαγωμένα ξύλινα παράθυρα θα το έκανε ατελιέ ραπτικής. Όχι για να συνεχίσει το έργο της στον τόπο της αλλά για να βοηθήσει τα άλλα νέα κορίτσια να μάθουν μία τέχνη. Ραπτική και γαλλική φινέτσα, δύο σε ένα.
Και το κατάφερε και αυτό. Αλλά αυτήν την φορά η ίδια είχε αλλάξει, με τίποτα δεν θα άφηνε την δόξα να της πάρει ούτε τα μυαλά αλλά ούτε και την ψυχή. Πόσα χρόνια θα της έδινε ο Θεός ακόμη; Πέντε, δέκα, παραπάνω…; Όσα και να ήταν, ήθελε να τα ζήσει απλά και λιτά.
Στον ελεύθερο χρόνο της ζωγράφιζε ό,τι της γέμιζε τα μάτια και την ψυχή. Ξεκίνησε με τους ιβίσκους της αυλής. Αυτό το απαλό ροζ χρώμα στα πέταλα με την έντονη φούξια κηλίδα στο κέντρο έκρυβε όλη της την ευτυχία. Πώς είναι δυνατόν ένα φυτό με τόσους χρωματισμούς, απαλούς ή έντονους να κάνει την ψυχή της να δροσίζεται όπως όταν φυσάει μαΐστρος;
Και δεν σταμάτησε μόνο στους ιβίσκους. Ζωγράφιζε τις κοπέλες όταν έραβαν, πώς έσκυβαν τα κορμιά πάνω στην μηχανή, ζωγράφιζε τους ψαράδες όταν έβγαζαν την ψαριά τους στο λιμάνι, ζωγράφιζε τις λεβάντες , τις ελιές και τα αγριοκρέμμυδα. Η θάλασσα και η αλμύρα της είχαν γιατρέψει τους φόβους της που κατά καιρούς την βασάνιζαν. Ναι, τα είχε καταφέρει παλικαρίσια.
Η Σμαράγδα μέχρι το τέλος της ζωής της, που ευτυχώς άργησε να έρθει, έζησε μία απλή ζωή όπως την ξεκίνησε. Τα είχε βιώσει όλα, την δόξα, τα χρήματα και πάνω από όλα την ίδια την ζωή! Μέσα από τα απλά και τα ωραία, όπως είναι δηλαδή!
Δήμητρα Καμπόλη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

One response to “Ζωγραφίζοντας ιβίσκους”
[…] Ζωγραφίζοντας ιβίσκους Τα παραμύθια που νίκησαν το σκοτάδι […]