Όπου εσύ κι εγώ

Στρατιωτικός ο Ορφέας, με δεύτερη μετάθεση στο Παρανέστι Δράμας. Μάζεψε τα λιγοστά πράγματα του και εγκαταστάθηκε σε μια γκαρσονιέρα. Ένιωθε να πνίγεται στον στρατό. Ποτέ δεν του άρεσε η δουλειά του. Στην Ρόδο που ήταν τα προηγούμενα έξι χρόνια, είχε τουλάχιστον πολλά να κάνει εκτός στρατοπέδου. Νέο παλικάρι είκοσι τεσσάρων χρονών πήγε. Τουρίστριες, νυχτερινή ζωή, κολύμπι και ψάρεμα που το λάτρευε, ήταν αρκετά να γεμίζουν τα κενά που άφηνε στην ψυχή του η δουλειά του. Και μετά… ήρθε η κόλαση, σε ένα χωριό, ξεχασμένο από τον Θεό, να του υπερτονίσει το βάρος που ένιωθε.

Τελείωνε η υπηρεσία του και γυρνούσε στα τέσσερα, κυριολεκτικά, ντουβάρια που διέθετε το μικροσκοπικό σπίτι του. Τις ώρες του τις γέμιζε με παιχνίδια στο πλέιστεισον και με το να καθαρίζει τα καθαρά. Έλαμπε η γκαρσονιέρα. Έκανε καθαριότητες που δεν είχαν γίνει χρόνια στο σπιτάκι εκείνο, που οι ιδιοκτήτες το είχαν αποκλειστικά προς ενοικίαση σε στρατιωτικούς και δεν το φρόντιζαν. Πέρασαν κάποιοι μήνες έτσι, με απομόνωση, μέχρι που ένας συνάδελφός του, δεν δέχτηκε άλλο ένα “όχι” στην πρότασή του να πάνε για ένα ουζάκι μετά το σχόλασμα. Και τότε την είδε…

Δεν συμβαίνει ίσως συχνά, δεν το καταλαβαίνουν όλοι οι άνθρωποι με την πρώτη ματιά, αλλά στον Ορφέα συνέβη. Στεκόταν σε ένα διπλανό τραπέζι, κρατώντας το τεφτέρι κι έπαιρνε παραγγελία κι όταν τους είδε να μπαίνουν στο ταβερνάκι, σήκωσε το κεφάλι της, έγνεψε σαν να τους καλωσόρισε και χαμογέλασε. Η ψυχή του γέμισε με το χαμόγελό της και ένιωσε ότι εκείνη η μικροσκοπική κοπέλα, ήταν η γυναίκα της ζωής του.

Από μικρό κορίτσι η Τριάδα, δούλευε στην οικογενειακή τους ταβέρνα. Ήταν καλή μαθήτρια, αγαπούσε τα γράμματα, μα, ο μπαμπάς της έλεγε, ότι τα πτυχία δεν φέρνουν τα χρήματα. Δεν ήταν πλούσιοι, αλλά τα έξι τραπεζάκια όλα κι όλα στο μικρό ταβερνάκι τους με τα συγκεκριμένα πιάτα που σέρβιραν, τους ζούσαν όλα αυτά τα χρόνια. Η μαμά της και η αδερφή της στην κουζίνα και τις ετοιμασίες κι εκείνη με τον μπαμπά της, έξω, με τον κόσμο.

Δεν ήταν η εξωτερική της εμφάνιση, αλλά ο τρόπος που είχε με όλους, που την έκαναν ιδιαίτερα αγαπητή στον τόπο της. Πάντα χαμογελαστή, πάντα πρόθυμη να βοηθήσει, να πει μια γλυκιά κουβέντα, να πάρει την στεναχώρια από όσους τους βάραινε. Είχε κάτι στην ματιά της, σα να έσταζε μέλι. Οι μεγαλύτερης ηλικίας γυναίκες μεταξύ σοβαρού και αστείου την προξένευαν σε γιους και εγγονούς. Εκείνη με μαεστρία δεν κακοκάρδιζε καμία, χωρίς όμως να δέχεται. Είχε ταλέντο με τους ανθρώπους. Είχε πάντα την κατάλληλη κουβέντα για όλους. Όχι με διπλωματία ή διπροσωπία. Ανθρωπιά, αυτό την χαρακτήριζε.

Όταν είδε τον Δάκη και τον συνάδελφό του με την χακί στολή, εντυπωσιάστηκε από τον ψηλό γαλανομάτη που κάρφωσε το βλέμμα του επάνω της. “Καινούργιος στα μέρη μας. Και πώς του πάει η στολή!”, σκεφτόταν και χαμογέλασε για να τους υποδεχτεί.

Όταν ήρθε η στιγμή να πάει στο τραπέζι τους να πάρει παραγγελία, ο ψηλός της φανέρωσε την ολόισια και ολόλευκη οδοντοστοιχία του.

– Καλησπέρα σας, καλώς ήρθατε!
– Γεια σου ρε Τριάδα! Από δω ο φίλος μου ο Ορφέας! Κατάφερα επιτέλους να τον βγάλω από την γκαρσονιέρα του!

Γέλασαν και οι τρεις, με τον Ορφέα να μη παίρνει τα μάτια του από πάνω της. Η κοπέλα μια συναντούσε το βλέμμα του με το δικό της, μια το χαμήλωνε. Ένα συνονθύλευμα ενθουσιασμού και δισταγμού την κυρίευσε. Σα να ήταν έφηβη και ντρεπόταν. Έπρεπε όμως κάτι να πει.

– Γεια σου Ορφέα!, κατάφερε να ψελλίσει.
– Τριάδα! Τι ιδιαίτερο όνομα!

Κοκκίνισε εκείνη, πρώτη φορά, που δεν ήξερε τι να απαντήσει, εκείνη που πάντα είχε τις κατάλληλες λέξεις για όλα. Τη λύση έδωσε ο Δάκης.

– Και πού να δοκιμάσεις τα ιδιαίτερα μεζεδάκια της μάνας της.
– Τι να σας φέρω;, κοιτώντας πια το τεφτέρι της, μίλησε εκείνη.

Παρήγγειλαν και κάθε τόσο ο Ορφέας σήκωνε το ποτήρι του προς το μέρος της, όταν εκείνη έλεγχε τα τραπέζια αν όλα ήταν καλά. Ήταν συνηθισμένη σε ανάλογες αντιδράσεις από στρατιωτικούς, που γέμιζαν το χωριό και το ταβερνάκι τους και από συντοπίτες της. Αυτό όμως που ένιωσε με τον συγκεκριμένο άντρα ήταν πρωτόγνωρο.

Ο Ορφέας έγινε θαμώνας στο μαγαζί, είτε παρέα με τον Δάκη είτε μόνος του. Για κάποιο διάστημα άφηναν κάποια λόγια περί ανέμων και υδάτων να τους κρατούν σε επαφή, αλλά κυρίως, τις αισθήσεις να τους συνεπαίρνουν, να εξιτάρουν την φαντασίωσή τους. Ούτε εκείνος ήθελε να αφήσει την εντύπωση του λιγούρη στρατιωτικού που μόλις δει γυναίκα ρίχνει τους ιστούς του, ούτε εκείνη της χωριατοπούλας που περιμένει τους καινούριους στρατιωτικούς να βρει ταίρι.

Όταν διστακτικά, σχεδόν τρομοκρατημένα, της ζήτησε να βγουν για έναν καφέ, εκείνη δέχτηκε με τον ίδιο δισταγμό. Είπαν τα πάντα, μέσα σε τρεις ώρες, χώρεσαν τις ζωές τους και κατάλαβαν ότι ήταν γραφτό να βρεθούν. Έξω από το σπίτι της, που την συνόδευσε, έδωσαν το πρώτο τους φιλί. “Είσαι η γυναίκα που θέλω να περάσω το υπόλοιπο της ζωής μου”, της είπε κι εκείνη δεν τρόμαξε, δεν αμφισβήτησε, σα να το ήξερε, σα να το περίμενε. Τον κοίταξε στα μάτια και είπε “είμαι δική σου”. Την σήκωσε στον αέρα και κατεβάζοντάς την, φιλήθηκαν με πάθος.

Όταν έκλεισαν έναν χρόνο σχέσης, της έκανε πρόταση γάμου. Μετά το δικό της “ναι”, πήγε επίσημα να την ζητήσει από τους γονείς της. Ο γάμος τους φορτωμένος αγάπη και ευτυχία, αλλά κυρίως υποσχέσεις στήριξης. Έβαλε πλάτη, να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα, να φύγει από τον στρατό που τον έπνιγε. Πήραν δάνειο ένα ασύλληπτο ποσό για τα δεδομένα τους και αγόρασαν την άδεια, μισού λεωφορείου στο ΚΤΕΛ Δράμας. Επιτέλους ο Ορφέας, ανέπνεε. Καμία δουλειά δεν είναι εύκολη, αλλά η ζωή δεν περνάει όταν κάνεις κάτι με το ζόρι. Η θηλιά του δανείου βέβαια ήταν σφιχτά δεμένη στον λαιμό τους. Πολλές οι φορές που τα τριμηνιαία μερίσματα ήταν αρνητικά, που δεν έβγαζαν τις δόσεις, που η αγωνία τους διέλυε ψυχικά. Ήταν όμως πάντα μαζί σε όλο αυτό.

Το δυσκολότερο κομμάτι ήταν η απόκτηση ενός παιδιού. Ο καιρός περνούσε και κάθε μήνα οι ελπίδες της Τριάδας για εγκυμοσύνη, έπεφταν στο κενό. Πήραν από κοινού την απόφαση για εξωσωματική, σε ειδικό κέντρο στην Θεσσαλονίκη. Κι ο αγώνας της ορμονοθεραπείας και των εξόδων ξεκίνησε. Κάθε πρωί και κάθε απόγευμα ένεση. Η οιστραδιόλη αμετακίνητη.

Δύο μήνες σχεδόν πέρασαν έτσι. Η οιστραδιόλη ο χειρότερος εφιάλτης του ζευγαριού. Ο γυναικολόγος αποφάσισε να παρατήσουν αυτό το σχήμα και να ακολουθήσουν διαφορετικό. Η Τριάδα είχε χάσει το χαμόγελό της. Παρέμενε για τον κόσμο το γλυκό κορίτσι, που πάντα είχε έναν καλό λόγο να πει, αλλά μέσα της ήταν συντετριμμένη. Περίμεναν την περίοδό της να ξεκινήσουν νέο κύκλο ορμονών, αλλά δεν ερχόταν. Στην επίσκεψη στον γυναικολόγο, μέσα σε κλάματα, εκείνος της είπε “σταμάτα να κλαις κι άκου το παιδί σου”. Σε κλάσματα δευτερολέπτου επικράτησε νεκρική σιγή στον μέχρι τότε ψυχρό ιατρικό χώρο. Μέχρι που άκουσαν εκείνο το πολυπόθητο “τικ τακ, τικ τακ”. Ο πιο ωραίος ήχος της ζωής τους. Η καρδούλα του εμβρύου που τρύπωσε στα σπλάχνα της. Και ξαφνικά, πάλι κλάμα, από χαρά αυτή τη φορά κι ο χώρος γύρω τους, γέμισε χρώμα.

Κλείστηκαν πολλά χρόνια. Η ζωή τους ήταν σπίτι, ταβέρνα, λεωφορείο, δάνειο. Στερήθηκαν πολλά, που ως νέοι θα έπρεπε να κάνουν. Εξόδους, ψώνια, βόλτες, παρέες, διακοπές, ταξίδια. Η έξοδός τους ήταν το μπαλκόνι τους, με μια μπύρα και ένα σακουλάκι πατατάκια κι όχι με τους φίλους τους σε μπαράκια ή καφετέριες. Τα ρούχα τους ήταν από λαϊκές αγορές κι όσο για ταξίδια ή διακοπές με φίλους ή μόνοι, ούτε λόγος.

Δεν παραπονέθηκαν ποτέ. Δεν μετάνιωσαν ποτέ την επιλογή τους να χρεωθούν τόσο μεγάλο δάνειο κι ας υπήρξαν πολλές στιγμές που πελάγωσαν. Συνέχιζαν τον αγώνα τους αγαπημένοι. Μέλημά τους ήταν να παρέχουν όσα περισσότερα μπορούσαν στον γιο τους και να ονειρεύονται. Όχι, τα όνειρα δεν θα τους τα στερούσε καμία τράπεζα, κανένας. Είχαν ο ένας τον άλλον, το παιδί τους και το κοινό τους όνειρο. Ένα κτηματάκι μπροστά στην θάλασσα. Να την μυρίζουν, να την βλέπουν, να την αισθάνονται, όλες τις ώρες της μέρας, της νύχτας. Η αγάπη τους για την θάλασσα ήταν άλλο ένα στοιχείο που τους ένωνε απόλυτα. Και οι δύο από τόπους που δεν είχαν αυτό το προνόμιο, την φύλαγαν στην καρδιά τους.

Όταν σπάνια, ξέκλεβαν χρόνο από την ταβέρνα σε κάποιο ρεπό του Ορφέα, να πάνε με τον μικρό τους στις παραλίες της Καβάλας και τον έβλεπαν να παίζει με τα κουβαδάκια του, έτσι όπως ξάπλωνε στα πόδια του η Τριάδα κι ο Ορφέας της χάιδευε τα μαλλιά, έκαναν τα όνειρά τους.

– Σε φαντάζομαι έξω από το τροχοσπιτάκι μας, να απλώνεις τα μαγιό στα σχοινιά, να τηγανίζεις κολοκυθάκια από τον μπαξέ…
– Αααα θα βάλεις και μπαξέ;
– Ε είναι δυνατόν; Εξοχικό δίχως μπαξέ;
– Και γιατί να τα τηγανίζω και να μη τα ψήνεις στα κάρβουνα δίπλα στις τσιπούρες;
– Καλά λες μωρό μου! Θα είμαστε και μιας ηλικίας! Συνταξιούχοι! Ναι, ναι, αλλάζω το σκηνικό. Σε φαντάζομαι να είσαι δίπλα μου στην ψησταριά και να με φιλάς, όσο ψήνω.
– Τώρα μάλιστα! Αυτό το σενάριο είναι πιο ωραίο.

Χαμογέλασαν, κοιτάχτηκαν στα μάτια, έσκυψε την φίλησε, καθώς είχε το κεφάλι της στα πόδια του και ατενίζοντας ξανά το άπειρο της θάλασσας που λάτρευε, συνέχισε.

– Λες θα προλάβουμε; Ή θα είμαστε στα θυμαράκια; Θέλουμε πόσα χρόνια για να ξοφλήσουμε την γάγγραινα κι άλλα πόσα άραγε, να μαζέψουμε κανένα φράγκο.
– Εεειιι! Τι είναι τώρα αυτό; Εσύ είσαι ο αισιόδοξος ανάμεσά μας. Μπορεί τίποτα να μη μας ήρθε εύκολα, αλλά έχουμε πάντα τον Θεό δίπλα μας και φυσικά, εσύ εμένα κι εγώ εσένα. Έλα, πες το μου!
– Όπου εσύ κι εγώ αγάπη μου!
– Έτσι μπράβο! Αυτό, το βάλσαμο στην ψυχή μου. Με υπομονή όλα θα γίνουν! Όταν είπα το ‘ναι για το ντου του δανείου, δεν στο υποσχέθηκα;
– Ναι μωρό μου. Μου υποσχέθηκες ότι μετά το λεωφορείο, σειρά έχει το κτηματάκι.
– Κάνε υπομονή! Θα δεις, θα τα φέρει βολικά ο Θεός.
– Από υπομονή πια… Όσο έχουμε ο ένας τον άλλον, δεν φοβάμαι τίποτα.

Τα χρόνια περνούσαν με σκληρή δουλειά, με στερήσεις, με απογοητεύσεις, μα και με συλλογή στιγμών. Ο γιος τους, ο πλούτος της ζωής τους, από μικρός, βοηθούσε στην ταβέρνα. Δεν φοβόταν την δουλειά, το διάβασμα φοβόταν. Ήθελε να δουλεύει, όχι να σπουδάσει κι αυτό έκανε. Ταυτόχρονα, όπου υπήρχαν μεροκάματα στα χωράφια ή οπουδήποτε αλλού στο χωριό, πήγαινε, μέχρι που πήρε την θέση του παππού του, που πια είχε μεγαλώσει πολύ κι έγινε ο οικοδεσπότης στην ταβέρνα μαζί με την μαμά του. Έφερε φρέσκο αέρα, νιάτα και όρεξη.

Η Τριάδα κι ο Ορφέας, όποτε μπορούσαν πήγαιναν στη θάλασσα, είτε καλοκαίρι, είτε χειμώνα, για μπάνιο, για ψάρεμα, μα κυρίως για να ανανεώνουν το όνειρό τους, κάποια στιγμή, να μπορούν πια να την απολαμβάνουν, από το κτηματάκι τους.

Όταν έφτασε η μέρα της εξόφλησης του δανείου, ήταν ιδιαίτερα συγκινημένο το ζευγάρι. Ένας δυσβάσταχτος εικοσαετής κύκλος χρέους έκλεισε, με μεγάλο κόστος. Άφησε σωματικές και ψυχικές πληγές, μα και την ελπίδα τελικά, για τα καλύτερα.

Συνέχισαν να ζουν απλά, έχοντας πια στόχο την υλοποίηση του ονείρου τους. Τώρα που ήταν πιο κοντά, είχε περάσει η νιότη κι ένιωθαν τις δυνάμεις τους κάποιες φορές να τους εγκαταλείπουν, μα δεν θα τα παρατούσαν. Άλλωστε ποτέ δεν είναι αργά για τα όνειρα.

Ο Ορφέας συνέχιζε καθημερινά να ψάχνει τις πωλήσεις οικοπέδων. Χρόνια ολόκληρα, έβλεπε ευκαιρίες που δεν μπορούσε να πλησιάσει. Αρχικά, είχε τον βραχνά το δάνειο, που πολλές φορές με το ζόρι κάλυπταν και μετά, προσπαθούσε να κάνει αποταμίευση ελπίζοντας. Χαμογέλασε και έτρεξε στην Τριάδα, με το κινητό στο χέρι, κουνώντας το, με την χαρά μικρού παιδιού.

– Το βρήκα! Το βρήκα! Έτσι όπως το θέλουμε, σε τιμή που μπορούμε!
– Αλήθεια; Θα γίνουμε θαλασσινοί;
– Νομίζω ήρθε η ώρα αγάπη μου να κάνουμε το όνειρό μας πραγματικότητα.
– Μακάρι αγόρι μου. Καταθέτεις και τα χαρτιά για σύνταξη σε δέκα μήνες! Όπως πάντα στη ζωή, όλα μαζί! Αυτή τη φορά, ας είναι όλα τα καλά μαζεμένα!

Δύο μήνες μετά, στην παραλία Φωλιά, της Καβάλας, πατούσαν στα χώματα των τετρακοσίων τετραγωνικών, μια λωρίδα γης, που κατέληγε στα βράχια, μη οικοδομήσιμο, το τελευταίο τμήμα ενός τεράστιου οικοπέδου που πουλούσε σε κομμάτια ο κληρονόμος. Ο Ορφέας κατάφερε να πάρει παροχή ύδρευσης με εποχιακή αγροτική χρήση και με μια μεταχειρισμένη γεννήτρια και ηλιακές λάμπες έλυσε το θέμα του ρεύματος.

– Είναι δικό μας;
– Δικό μας, αγάπη μου! Επιτέλους!
– Ορφέα μου, τα καταφέραμε!
– Ελπίζω του χρόνου να καταφέρουμε να έχουμε κι ένα μικρό τροχόσπιτο!
– Τώρα, είμαστε μια χαρά και στην σκηνή! Του χρόνου, πρώτα ο Θεός, θα δούμε!
– Όπου εσύ κι εγώ αγάπη μου!

Τον κοίταξε στα μάτια, σα να του έλεγε “σ’ αγαπώ” κι άρχισε να τοποθετεί τις πλαστικές καρέκλες δίπλα δίπλα και το τραπεζάκι, ανάμεσα στις δύο ελιές, στη σκιά. Από το ψυγειάκι έβγαλε δύο μπύρες, μία ντομάτα που έκοψε κομμάτια, κασέρι κι ελιές.

– Στα χρόνια μας δίπλα στη θάλασσα!, έκανε πρόποση ο Ορφέας.
– Σαν ψέματα μου φαίνεται!
– Αν δεν είχα εσένα, δεν θα είχα καταφέρει τίποτα! Τόσα χρόνια, σου στέρησα πολλά. Για να φύγω από τον στρατό, άλλαξες τη ζωή σου! Χρεώθηκες μέχρι το λαιμό κι ακόμα παραπάνω! Σε ευχαριστώ, αγάπη μου!
– Μαζί τα καταφέραμε! Κι ένας Θεός μόνο ξέρει τι τραβήξαμε! Πόσα εμπόδια κάθε λογής, χρειάστηκε να υπερπηδήσουμε! Όμως, κοίτα! Είμαστε εδώ! Σε αυτό το μικρό κομμάτι γης, που μας ανήκει!
– Πόσα χρόνια το ονειρευόμασταν!
– Μια ζωή ολόκληρη!
– Σαν έφηβος νιώθω ρε Τριάδα, το πιστεύεις; Κοτζαμ άντρας, ένα βήμα πριν την συνταξιοδότηση και τώρα, στα γεράματα, νιώθω σαν έφηβος που εκπλήρωσα το μεγαλύτερο μου όνειρο!
– Σους! Τα εξήντα πέντε πια δεν λέγονται γεράματα!
– Είμαι ευτυχισμένος Τριάδα μου! Κι ας μεγάλωσα! Έχω τα πάντα! Εσένα, τον γιο μας, το σπίτι μας και τώρα αυτό! Το κτηματάκι μας που θα περνάμε πια όλα τα καλοκαίρια μας!

Έκανε μια γύρα με το βλέμμα του και τελικά το ακούμπησε στην απεραντοσύνη της αγαπημένης του θάλασσας, απέναντί του.
– Δίπλα στην πλανεύτρα. Επιτέλους, αυτό που λέγαμε τόσα χρόνια! Να είμαστε όλη μέρα με το μαγιό και να μη μας νοιάζει τίποτα! Να ακούμε το κύμα, να βλέπουμε την ανατολή, την δύση, τα χρώματα του ουρανού…
– Όλη μέρα ψάρεμα!
– Εεεειιιιι όχι όλη μέρα! Κατάλαβα, θα με εγκαταλείψεις! Βάι, βάι, μόνη μου θα βλέπω τα χρώματα…
– Μωρέ γκρινιάρα μου! Όπου εσύ κι εγώ, δεν είπαμε;
– Όπου εσύ κι εγώ γεράκο μου! Μέχρι το τέλος του κόσμου!
– Αυτός είναι ο δικός μας κόσμος!
– Αυτός είναι ο δικός μας κόσμος, αγάπη μου!

Είθε, όλοι οι άνθρωποι, κάθε ηλικίας, να πραγματώνουν όνειρα, μικρά, μεγάλα, δεν έχει σημασία! Δυσκολίες, θα υπάρχουν πάντα! Σημασία έχει να μη τα παρατάμε, να πιστεύουμε σε αυτά και να τα κυνηγάμε! Ποτέ δεν είναι αργά για τα όνειρα!

Χρυσούλα Καμτσίκη

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading