— Άφησε το κραγιόν σου επάνω μου…
Η Άννα σήκωσε αργά το βλέμμα της και τον κοίταξε. Ήταν ξαπλωμένη δίπλα του, με το κεφάλι της ακουμπισμένο στο στήθος του. Το δωμάτιο ήταν βυθισμένο στο μισοσκόταδο και για λίγα δευτερόλεπτα το μόνο που ακουγόταν ήταν οι ανάσες τους. Έξω, η πόλη συνέχιζε κανονικά τη ζωή της. Αυτοκίνητα περνούσαν, άνθρωποι μιλούσαν, φώτα άναβαν και έσβηναν. Εδώ μέσα όμως ο χρόνος έμοιαζε να έχει σταματήσει. Χαμογέλασε αμυδρά.
— Ορίστε;
— Το άκουσες!
— Και γιατί να το αφήσω;
Ο Νικόλας γύρισε το κεφάλι και την κοίταξε. Όχι όπως την κοιτούσε μπροστά στους άλλους. Όχι όπως την κοιτούσε στους καφέδες, στις παρέες ή στα βιαστικά μηνύματα της καθημερινότητας. Την κοίταξε όπως την κοιτούσε μόνο όταν έμεναν μόνοι. Οι δυο τους. Μακριά από μάτια. Μακριά από ερωτήσεις. Μακριά από την ανάγκη να προσποιούνται. Την κοίταξε σαν να ήταν το μοναδικό πράγμα που είχε σημασία.
— Γιατί σε λίγο θα φύγεις…
Η Άννα κατέβασε το βλέμμα. Να το πάλι. Εκείνη η στιγμή. Η στιγμή που πάντα ερχόταν στο τέλος. Η στιγμή που το μικρό τους σύμπαν θα άρχιζε να διαλύεται. Η στιγμή που θα έσκαγε η φούσκα τους και ό,τι προστάτευαν με νύχια και με δόντια, θα χανόταν ξανά.
Σε λίγο θα σηκώνονταν, θα ντύνονταν και θα επέστρεφαν στον κόσμο. Στις ζωές τους. Στους ανθρώπους που τους ήξεραν. Στους ανθρώπους που τους έβλεπαν σαν δύο πολύ καλούς φίλους κι ίσως αυτό να ήταν το πιο παράξενο απ’ όλα.
Κανείς δεν υποψιαζόταν τίποτα. Κανείς δεν πρόσεχε πόσο συχνά έψαχνε ο ένας τον άλλον μέσα σε ένα γεμάτο δωμάτιο. Κανείς δεν καταλάβαινε πόσο δύσκολο ήταν να κρατούν τα χέρια τους μακριά όταν βρίσκονταν ανάμεσα σε κόσμο. Κανείς δεν έβλεπε πώς κοιτούσε ο ένας τον άλλον. Κανείς δεν έβλεπε τις σιωπές τους. Κανείς δεν πρόσεχε τη φωτιά που έκαιγε ανάμεσά τους….
Η Άννα μισούσε αυτή τη στιγμή. Όχι τον αποχαιρετισμό. Ούτε τη διαδρομή προς το σπίτι. Μισούσε τη μεταμόρφωση. Το πώς μέσα σε λίγα λεπτά έπρεπε να ξεχάσει το βλέμμα του, να χαμηλώσει τη φωνή της, να μαζέψει τα συναισθήματά της και να τα κρύψει ξανά κάτω από τη λέξη ‘φιλία’. Σαν να ήταν τόσο απλό. Σαν να μπορούσε ένας τέτοιος έρωτας να χωρέσει σε μια τόσο μικρή λέξη.
— Πάλι το σκέφτεσαι…
Η φωνή του την έβγαλε από τις σκέψεις της.
— Τι;
— Το μετά…
Η Άννα χαμογέλασε θλιμμένα.
— Κάποιος πρέπει να το σκέφτεται.
Ο Νικόλας γέλασε χαμηλά.
— Εγώ δεν θέλω.
— Δεν γίνεται να μην θέλεις.
— Κι όμως…
Σηκώθηκε ελαφρά και ακούμπησε το χέρι του πάνω στο δικό της.
— Για λίγα λεπτά ακόμα, δεν θέλω να υπάρχει τίποτα έξω από αυτό το δωμάτιο.
Η Άννα έκλεισε τα μάτια γιατί ήξερε ακριβώς τι εννοούσε. Το ήξερε κάθε φορά που βρισκόταν κοντά του. Κάθε φορά που έφευγε. Κάθε φορά που έμπαινε στο αυτοκίνητο και ένιωθε πως είχε αφήσει πίσω της κάτι πολύ πιο σημαντικό από μια απλή συνάντηση.
— Ξέρεις τι με κουράζει;, ρώτησε ξαφνικά.
— Τι;
— Να κάνω πως δεν συμβαίνει τίποτα!
Ο Νικόλας δεν μίλησε.
— Να κάθομαι απέναντί σου και να πρέπει να σκέφτομαι κάθε λέξη που λέω. Να προσέχω πώς σε κοιτάζω. Πόσο σε κοιτάζω. Να γελάω όταν οι άλλοι λένε πόσο καλοί φίλοι είμαστε.
Η λέξη ‘φίλοι’ έμεινε να αιωρείται ανάμεσά τους βαριά, άβολη και σχεδόν ειρωνική…
— Δεν ήμασταν ποτέ μόνο φίλοι, είπε εκείνος.
Η Άννα ένιωσε την καρδιά της να χτυπά δυνατότερα γιατί υπήρχαν αλήθειες που όταν λέγονταν δυνατά αποκτούσαν άλλη δύναμη. Άλλο βάρος.
— Το ξέρω, Νίκο…, ψιθύρισε η Άννα και ο Νικόλας χαμογέλασε με εκείνο το χαμόγελο που πάντα της έκοβε την ανάσα.
— Τότε άφησε το κραγιόν σου επάνω μου.
Η Άννα γέλασε.
— Έχεις κολλήσει με αυτό…
— Όχι!
Την κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια.
— Έχω κολλήσει με σένα, Άννα!
Η ανάσα της κόπηκε και ο χρόνος σαν να σταμάτησε για λίγο. Για μια στιγμή κανείς από τους δύο δεν μίλησε. Δεν χρειαζόταν. Μερικές φορές οι πιο μεγάλες εξομολογήσεις δεν βρίσκονται στις μεγάλες λέξεις. Βρίσκονται στις απλές. Στις αληθινές. Στις λέξεις που βγαίνουν αυθόρμητα όταν κάποιος κουράζεται να κρύβεται.
— Ξέρεις γιατί το θέλω;, τη ρώτησε εκείνος χαμηλόφωνα.
Η Άννα κούνησε αρνητικά το κεφάλι.Ο Νικόλας χάιδεψε απαλά το μάγουλό της.
— Γιατί όταν φύγεις, θα μείνει κάτι από εσένα πάνω μου.
Τα μάτια της γυάλισαν.
— Νίκο…
— Άφησέ με να τελειώσω.
Χαμογέλασε. Εκείνο το χαμόγελο που έκρυβε πάντα μια μικρή θλίψη.
— Κι ας χρειαστεί να το σκουπίσω πριν μας δουν οι άλλοι. Κι ας κρατήσει μόνο λίγα λεπτά. Για λίγα λεπτά θα είναι εκεί. Μια απόδειξη ότι ήσουν εδώ. Ότι σε κράτησα στην αγκαλιά μου. Ότι αυτό συνέβη στ’ αλήθεια. Ότι δεν σε ονειρεύτηκα.
Έσκυψε και τον φίλησε με πάθος. Ο Νίκος την έκλεισε σφιχτά στην αγκαλιά του ώστε να ρουφήξει κάθε δευτερόλεπτο. Κάθε ανάσα. Κάθε αναστεναγμό. Κάθε κύτταρο του κορμιού της.
— Σε λίγο θα βγούμε από εδώ, κορίτσι μου και θα γίνουμε πάλι αυτοί που περιμένουν οι άλλοι να είμαστε.
— Ναι…
— Θα γελάσουμε…
— Ναι…
— Θα μιλήσουμε…
— Ναι…
— Και κανείς δεν θα ξέρει ότι πριν από λίγο ήσουν εδώ. Στην αγκαλιά μου. Ότι κοιτούσα τα μάτια σου και ξεχνούσα ολόκληρο τον κόσμο. Ότι σε κρατούσα στα χέρια λες και κρατούσα το πιο σπάνιο και εύθραυστο μαργαριτάρι. Κανείς… Μόνο εμείς θα ξέρουμε…
Η Άννα ένιωσε τα μάτια της να βουρκώνουν. Όχι από λύπη. Από εκείνη τη γλυκιά, ανυπόφορη αίσθηση που δημιουργεί ο έρωτας όταν δεν χωράει πια μέσα σου.
Ο Νικόλας, έσκυψε προς το μέρος της. Ακούμπησε το μέτωπό του στο δικό της και έκλεισε τα μάτια.
— Γι’ αυτό σου λέω… Πριν μ’ αφήσεις… άφησε το κραγιόν σου επάνω μου για να έχω κάτι δικό σου όταν ξαναγίνουμε οι φίλοι που περιμένει ο κόσμος να είμαστε.
-Νίκο μου… Αγάπη μου….Εγώ…
-Και εγώ σ’ αγαπάω, Άννα μου.
Η Άννα τον φίλησε με πάθος τυλίγοντας όλο το κορμί της γύρω του. Ο Νίκος την έσφιξε ξανά επάνω στο δέρμα του. Τα χέρια του ταξίδευαν επάνω στο δέρμα της. Τα χείλη του διαπερνούσαν κάθε σπιθαμή του κορμιού της. Ήθελε να την κάνει δική του ξανά και ξανά όμως τώρα δεν του έφτανε. Πλέον, δεν υπήρχε μόνο το κορμί… Πλέον υπήρχε και η καρδιά του και εκείνη ανήκε εξ’ ολοκλήρου στην Άννα όπως ανήκε και η καρδιά της σε εκείνον.
Κατερίνα Μοχράνη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
