Όσα δεν είπαμε

Δεν χάσαμε ο ένας τον άλλον τη μέρα που χωρίσαμε. Χαθήκαμε πολύ νωρίτερα. Τη στιγμή που εγώ πίστεψα πως ήξερες τι ένιωθα και εσύ πίστεψες πως, αν σε αγαπούσα πραγματικά, θα το έλεγα.

Ανάμεσα σε αυτή τη βεβαιότητα και σε εκείνη τη σιωπή κύλησαν χρόνια. Χρόνια γεμάτα ζωές που συνεχίστηκαν… αλλά καρδιές που έμειναν πίσω. Και μερικές αγάπες, όσο κι αν τις αφήσεις, δεν παύουν ποτέ να σε περιμένουν.

Με λένε Σπύρο. Είμαι ψυχολόγος. Έχω περάσει αμέτρητες ώρες απέναντι από ανθρώπους που προσπαθούσαν να βρουν τις σωστές λέξεις για να σώσουν τους γάμους τους, τις οικογένειές τους, τον εαυτό τους. Έμαθα να αναγνωρίζω τον φόβο πίσω από ένα χαμόγελο, τη μοναξιά πίσω από έναν θυμό και την αγάπη πίσω από μια σιωπή. Μόνο μία σιωπή δεν κατάφερα ποτέ να αποκωδικοποιήσω. Τη δική της. Της Χριστίνας.

Την γνώρισα ένα βροχερό απόγευμα του Οκτωβρίου. Δεν ήταν κάποια κινηματογραφική στιγμή. Δεν έπεσαν βιβλία από τα χέρια μας, ούτε συναντήθηκαν τα βλέμματά μας σε κάποιο ρομαντικό καφέ. Μπήκε βιαστικά στο πολιτιστικό κέντρο όπου θα έδινα μια ομιλία για τη διαχείριση του άγχους στους καλλιτέχνες.

Τα μαλλιά της ήταν βρεγμένα, κρατούσε μια μεγάλη τσάντα χορού στον ώμο και έδειχνε εκνευρισμένη που είχε αργήσει. Κάθισε στην τελευταία σειρά. Δεν σήκωσε ούτε μία φορά το βλέμμα της προς το μέρος μου. Παραδόξως, εγώ δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από εκείνη. Όταν τελείωσε η ομιλία, αρκετοί περίμεναν να μου μιλήσουν. Εκείνη έφυγε σχεδόν τρέχοντας. Δεν ξέρω γιατί την ακολούθησα.
– Συγγνώμη…
Γύρισε.
Και τότε είδα καθαρά τα μάτια της. Δεν ήταν από εκείνα που σε εντυπωσιάζουν επειδή έχουν ένα ιδιαίτερο χρώμα. Είχαν μια ανεξήγητη μελαγχολία, σαν να κουβαλούσαν ιστορίες που δεν είχαν ειπωθεί ποτέ.

– Ξεχάσατε το κασκόλ σας, της είπα.
– Δεν είναι δικό μου.
Έμεινα να κρατάω ένα ξένο κασκόλ. Γέλασε.

– Τελικά ούτε ψυχολόγοι διαβάζουν πάντα σωστά τους ανθρώπους.
– Μόνο όταν τους γνωρίζουν πραγματικά.
– Και πόσο χρόνο χρειάζεται αυτό;
Την κοίταξα χωρίς να το σκεφτώ.
– Ίσως… μια ζωή.
Δεν απάντησε. Χαμογέλασε.

Αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που ερωτεύτηκα πάνω της. Δεν ήταν η ομορφιά της, ούτε ο τρόπος που στεκόταν. Ήταν ότι δεν βιαζόταν ποτέ να γεμίσει τις σιωπές. Τις άφηνε να υπάρχουν. Σαν να πίστευε πως μερικές φορές οι άνθρωποι λένε περισσότερα όταν σωπαίνουν.

Η Χριστίνα ήταν επαγγελματίας χορεύτρια. Ζούσε μέσα στις πρόβες, στις παραστάσεις, στους τραυματισμούς, στις ατελείωτες επαναλήψεις μιας κίνησης μέχρι να γίνει τέλεια.
– Ο χορός είναι ο μόνος τρόπος που ξέρω να μιλάω, μου είπε κάποτε.
Κι εγώ της απάντησα γελώντας:
– Κι εγώ νόμιζα ότι οι λέξεις αρκούν.
– Όχι, Σπύρο… Οι λέξεις πολλές φορές κρύβουν. Το σώμα ποτέ.

Δεν κατάλαβα τότε πόσο δίκιο είχε. Οι μήνες περνούσαν και, χωρίς να το καταλάβουμε, ο ένας έγινε η καθημερινότητα του άλλου. Εγώ περίμενα να τελειώσει τις πρόβες της για να τη γυρίσω σπίτι. Εκείνη ερχόταν στο γραφείο μου με φαγητό, γιατί ήξερε ότι ξεχνούσα να φάω όταν είχα πολλούς θεραπευόμενους. Δεν λέγαμε μεγάλα λόγια. Δεν χρειάζονταν. Ή τουλάχιστον έτσι πίστευα.

Μια νύχτα, μετά την πρεμιέρα της μεγαλύτερης παράστασης της καριέρας της, καθίσαμε μόνοι στη σκηνή. Το θέατρο είχε αδειάσει. Τα φώτα έσβηναν ένα ένα.
– Φοβάμαι, μου ψιθύρισε.
– Τι;
– Ότι μια μέρα θα σταματήσω να μπορώ να χορεύω.
– Κι αν γίνει αυτό, θα βρεις έναν άλλο τρόπο να πετάς.

Με κοίταξε σαν να περίμενε να ακούσει κάτι ακόμα. Δεν είπα τίποτα. Αυτό ήταν το λάθος μου. Γιατί εκείνη τη νύχτα δεν χρειαζόταν να της δώσω λύση. Χρειαζόταν μόνο να της πω πως την αγαπούσα. Κι εγώ πίστεψα πως το ήξερε ήδη. Η αγάπη δεν μπήκε στη ζωή μας με θόρυβο. Ήρθε αθόρυβα, σαν εκείνες τις μελωδίες που τις ακούς μία φορά και, χωρίς να το καταλάβεις, τις σιγοτραγουδάς για χρόνια.

Η Χριστίνα δεν ήταν εύκολη γυναίκα. Όχι επειδή δυσκολευόταν να αγαπήσει. Αλλά επειδή είχε μάθει να αγαπά χωρίς να το λέει.

Όταν ξυπνούσα νωρίς για να πάω στο γραφείο, έβρισκα πάντα μια κούπα καφέ έτοιμη πάνω στον πάγκο. Δεν άκουγα ποτέ «καλημέρα, αγάπη μου». Έβλεπα μόνο τον αφρό του καφέ ζωγραφισμένο σε μια μικρή καρδιά. Όταν γύριζε εξαντλημένη από τις πρόβες, δεν ζητούσε να της μιλήσω. Ξάπλωνε στον καναπέ, ακουμπούσε το κεφάλι της στα πόδια μου και έκλεινε τα μάτια.
– Μη μιλάς… μου έλεγε.
– Κουράστηκες;
– Όχι. Απλώς θέλω να ακούω ότι είσαι εδώ.
Τότε πίστευα πως αυτή ήταν η ευτυχία. Να μη χρειάζεται να αποδεικνύεις τίποτα. Να υπάρχεις μόνο δίπλα στον άνθρωπό σου.
Και όμως… Η αγάπη δεν πεθαίνει πάντα από τις μεγάλες στιγμές. Πεθαίνει από τις μικρές.

Η Χριστίνα χόρευε σαν να γεννήθηκε πάνω στη σκηνή. Την πρώτη φορά που την είδα να ερμηνεύει, ξέχασα ότι βρισκόμουν ανάμεσα σε εκατοντάδες θεατές. Δεν έβλεπα τους υπόλοιπους χορευτές. Δεν άκουγα τη μουσική. Έβλεπα μόνο εκείνη. Όταν τελείωσε η παράσταση, την περίμενα στα παρασκήνια κρατώντας ένα μικρό μπουκέτο λευκά κρίνα. Τα πήρε στα χέρια της και χαμογέλασε.
– Είναι τα αγαπημένα μου.
– Δεν μου το είχες πει ποτέ.
– Δεν χρειάστηκε. Το θυμήθηκες από τη μία φορά που στάθηκα μπροστά σε μια βιτρίνα και τα κοίταζα.
Χαμογέλασα.
– Ένας ψυχολόγος παρατηρεί.
– Όχι… Ένας ερωτευμένος παρατηρεί.

Ήταν η πρώτη φορά που κάποιος από τους δύο άγγιζε με λέξεις αυτό που ζούσαμε. Κι όμως… Ούτε τότε είπα «σ’ αγαπώ».

Οι φίλοι μας πίστευαν ότι ήμασταν το ιδανικό ζευγάρι. Δεν τσακωνόμασταν σχεδόν ποτέ. Δεν υψώναμε τις φωνές μας. Δεν ζηλεύαμε. Όλοι έλεγαν πως είχαμε μια σχέση που δύσκολα συναντάς. Μόνο που κανείς δεν ήξερε πως η μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους δεν είναι τα χιλιόμετρα.
Είναι οι λέξεις που δεν ειπώθηκαν.

Ένα βράδυ καθόμασταν στο μπαλκόνι του σπιτιού μου. Η Χριστίνα κοιτούσε τα φώτα.
– Τι σκέφτεσαι; τη ρώτησα.
– Ότι όλα τελειώνουν.
Γέλασα.
– Αισιόδοξο.
– Οι παραστάσεις τελειώνουν. Οι καριέρες τελειώνουν. Οι άνθρωποι φεύγουν.

Γύρισε προς το μέρος μου.
– Οι αγάπες τελειώνουν;
Η ερώτηση ήταν απλή. Η απάντηση όμως θα μπορούσε να αλλάξει τα πάντα. Θα μπορούσα να της πω πως όσο αναπνέω δεν πρόκειται να πάψω να την αγαπώ. Θα μπορούσα να της πω πως ήταν η γυναίκα με την οποία ήθελα να γεράσω. Θα μπορούσα να της ζητήσω εκείνη τη στιγμή να μείνει για πάντα. Αντί γι’ αυτό χαμογέλασα και είπα:
– Εξαρτάται από τους ανθρώπους.
Χαμήλωσε το βλέμμα.
– Ναι… μάλλον.
Δεν το κατάλαβα τότε. Αλλά εκείνη δεν με ρωτούσε γενικά. Με ρωτούσε για εμάς.

Πέρασαν ακόμη μερικοί μήνες. Η σχέση μας συνέχιζε να μοιάζει όμορφη. Μόνο που κάτι είχε αλλάξει. Άρχισε να μου λέει λιγότερα.
Να γελάει πιο συγκρατημένα. Να μένει περισσότερο στη σχολή χορού μετά τις πρόβες. Όταν τη ρωτούσα αν συμβαίνει κάτι, απαντούσε πάντα το ίδιο.
– Είμαι απλώς κουρασμένη.

Εγώ την πίστευα. Ίσως γιατί ήταν πιο εύκολο να πιστέψω αυτή την απάντηση παρά να δω αυτό που συνέβαινε μπροστά στα μάτια μου. Ένας ψυχολόγος που μπορούσε να διακρίνει το τραύμα σε έναν άγνωστο μέσα σε λίγα λεπτά, δεν κατάφερε να δει τη γυναίκα που αγαπούσε να απομακρύνεται αργά, σχεδόν αθόρυβα.

Κάθε βράδυ ήταν δίπλα μου. Αλλά όχι πραγματικά. Κι εγώ, αντί να τη ρωτήσω τι είχε ανάγκη, συνέχιζα να της προσφέρω λύσεις, συμβουλές, λογική. Εκείνη όμως δεν ήθελε έναν ψυχολόγο. Ήθελε τον άνθρωπό της. Και χωρίς να το καταλάβω, άρχισε να νιώθει μόνη… ενώ στεκόμουν ακριβώς δίπλα της.

Εκείνο το απόγευμα γύρισα νωρίτερα από το γραφείο. Η πόρτα του διαμερίσματος ήταν μισάνοιχτη. Άκουγα μουσική. Όχι δυνατά. Ίσα που έφτανε μέχρι το χολ. Άφησα αθόρυβα τα κλειδιά στο τραπεζάκι και την αναζήτησα με το βλέμμα. Ήταν στο σαλόνι. Χόρευε μόνη της. Τα μάτια της ήταν κλειστά και κάθε της κίνηση έμοιαζε περισσότερο με προσευχή παρά με χορό. Έμεινα στην πόρτα να την κοιτάζω. Ήταν η γυναίκα που αγαπούσα περισσότερο από οτιδήποτε είχα γνωρίσει. Κι όμως, εκείνη τη στιγμή κατάλαβα κάτι που με τρόμαξε. Χόρευε όπως χόρευε πριν με γνωρίσει. Όταν τελείωσε, γύρισε και με είδε. Χαμογέλασε.
Αλλά το χαμόγελό της δεν έφτασε ποτέ στα μάτια.

– Πότε ήρθες;
– Πριν λίγο.
– Γιατί δεν μου μίλησες;
– Δεν ήθελα να σε διακόψω.
Έγνεψε καταφατικά. Ύστερα κάθισε στον καναπέ χωρίς να πει λέξη.

– Χριστίνα…
– Ναι;
– Είσαι ευτυχισμένη;
Με κοίταξε πολλή ώρα. Τόση, που άρχισα να φοβάμαι την απάντηση.

– Δεν ξέρω.
– Δεν ξέρεις ή δεν είσαι;
Έσκυψε το κεφάλι.
– Κουράστηκα να προσπαθώ να καταλάβω τι νιώθεις.
– Μα… το ξέρεις.
– Όχι, Σπύρο.

Η φωνή της έσπασε για πρώτη φορά.
– Δεν το ξέρω.
– Δεν σου έδωσα ποτέ λόγο να αμφιβάλλεις.
– Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα.
Την κοίταζα χωρίς να καταλαβαίνω.
– Εσύ δεν δίνεις λόγους. Δίνεις σιωπές.
Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.

– Με προσέχεις. Με φροντίζεις. Θυμάσαι κάθε λεπτομέρεια για μένα. Αλλά δεν ξέρω αν είμαι ο έρωτας της ζωής σου ή απλώς ένας άνθρωπος που αγαπάς.
– Χριστίνα…
– Άσε με να τελειώσω, σε παρακαλώ. Ξέρεις πόσες φορές περίμενα να μου πεις ότι με αγαπάς;
Δεν απάντησα.
– Στην πρώτη μας εκδρομή. Στα γενέθλιά μου. Μετά την πρεμιέρα. Την ημέρα που μετακόμισα εδώ. Τα περασμένα Χριστούγεννα.
Κάθε φράση της ήταν και μια ανάμνηση που εγώ νόμιζα πως ήταν ευτυχισμένη.
– Κάθε φορά περίμενα να ακούσω δυο λέξεις. Κι εσύ πίστευες ότι τις είχες ήδη πει.

Ένιωσα τα μάτια μου να καίνε.
– Μα… σε αγαπώ.
Το είπα σχεδόν ψιθυριστά. Εκείνη χαμογέλασε πικρά.
– Το ξέρεις πόσο πονάει να το ακούς για πρώτη φορά όταν το έχεις σχεδόν πάψει να το πιστεύεις;

Η σιωπή που ακολούθησε ήταν η πιο βαριά της ζωής μου.
Δεν φώναξε. Μόνο σηκώθηκε, πήγε στο υπνοδωμάτιο και γύρισε κρατώντας μια μικρή βαλίτσα.
Πάγωσα.
– Τι κάνεις;
– Αυτό που έπρεπε να είχα κάνει πριν αρχίσω να νιώθω μόνη μέσα στη σχέση μας.
– Μη φύγεις.
Με κοίταξε όπως δεν με είχε κοιτάξει ποτέ. Με αγάπη. Με πόνο. Με εξάντληση.
– Αν μείνω, θα αρχίσω να κατηγορώ εσένα για κάτι που ποτέ δεν έμαθες να κάνεις. Κι εγώ δεν θέλω να σταματήσω να σε αγαπώ.
Άνοιξε την πόρτα. Πριν φύγει γύρισε για τελευταία φορά.
– Ξέρεις ποιο είναι το πιο λυπηρό;. Ότι ποτέ δεν αμφέβαλα πως με αγαπούσες… Αμφέβαλα μόνο αν ήθελες να το μάθω.

Και έφυγε.

Πέρασαν έξι χρόνια.Έξι χρόνια είναι αρκετά για να αλλάξει μια ζωή. Όχι όμως πάντα μια καρδιά. Οι άνθρωποι έλεγαν πως ο χρόνος θεραπεύει τα πάντα. Ο χρόνος δεν θεραπεύει. Απλώς σε μαθαίνει να ζεις με αυτό που πονάει.

Συνέχισα να εργάζομαι ως ψυχολόγος. Το γραφείο μεγάλωσε, οι συνεδρίες πολλαπλασιάστηκαν, άρχισα να διδάσκω σε σεμινάρια και πανεπιστήμια. Όσο περισσότερο μιλούσα για τις ανθρώπινες σχέσεις, τόσο περισσότερο καταλάβαινα το μεγαλύτερο λάθος της δικής μου.

Ένα απόγευμα, μια γυναίκα με ρώτησε στο τέλος μιας διάλεξης:
– Ποιο είναι το πιο συχνό λάθος που κάνουν τα ζευγάρια;
Χαμογέλασα.
– Νομίζουν ότι η αγάπη είναι αυτονόητη.
Εκείνη χειροκρότησε. Οι υπόλοιποι σημείωσαν τη φράση στα τετράδιά τους. Μόνο εγώ ήξερα πως δεν ήταν θεωρία. Ήταν εξομολόγηση.

Η Χριστίνα είχε γίνει μία από τις σημαντικότερες χορεύτριες της γενιάς της. Το όνομά της βρισκόταν σε αφίσες, περιοδικά και φεστιβάλ. Την έβλεπα μόνο μέσα από φωτογραφίες. Κάθε φορά που εμφανιζόταν το πρόσωπό της σε μια συνέντευξη, έκλεινα τον ήχο. Δεν ήθελα να ακούσω τη φωνή της. Γιατί ήξερα πως, αν την άκουγα, θα θυμόμουν ακριβώς πώς έλεγε το όνομά μου.

Ένα βράδυ ο φίλος μου ο Αντρέας άφησε έναν φάκελο πάνω στο γραφείο μου.
– Πήγαινε.
– Πού;
– Στην τελευταία της παράσταση.
– Τελευταία;
– Αποσύρεται από τον επαγγελματικό χορό.
Έμεινα ακίνητος. Η Χριστίνα χωρίς χορό… Άνοιξα τον φάκελο. Μέσα υπήρχε ένα εισιτήριο.

Το θέατρο ήταν κατάμεστο.Τα φώτα έσβησαν. Η μουσική άρχισε.
Και ύστερα εμφανίστηκε εκείνη.
Τα χρόνια είχαν αφήσει πάνω της μόνο περισσότερη γαλήνη. Χόρευε διαφορετικά.

Δεν κοιτούσα την παράσταση. Κοιτούσα τη γυναίκα που κάποτε ήξερε τον χτύπο της καρδιάς μου καλύτερα κι από εμένα. Στο τελευταίο μέρος της χορογραφίας έμεινε μόνη πάνω στη σκηνή. Η μουσική σχεδόν σώπασε.
Και τότε έκανε κάτι που δεν περίμενε κανείς. Χαμογέλασε. Σαν να χαμογελούσε σε μια ανάμνηση. Ένιωσα τα μάτια μου να βουρκώνουν.

Περίμενα στα παρασκήνια. Τα χέρια μου έτρεμαν όπως δεν είχαν τρέμει ποτέ πριν από καμία διάλεξη, καμία ομιλία.

Η πόρτα άνοιξε. Βγήκε κουρασμένη, κρατώντας ακόμη τα παπούτσια του χορού στο χέρι. Σήκωσε το βλέμμα.
– Σπύρο…
Έξι χρόνια. Κι όμως, το όνομά μου ακουγόταν ακόμη το ίδιο όταν το έλεγε εκείνη.
– Συγχαρητήρια.
– Ήρθες…
– Δεν θα μπορούσα να λείπω.
Σιώπησε. Μόνο που αυτή τη φορά η σιωπή δεν μας χώριζε. Μας φοβόταν.

– Θες να περπατήσουμε λίγο; τη ρώτησα.
Έγνεψε καταφατικά. Βγήκαμε από το θέατρο. Περπατούσαμε δίπλα δίπλα, χωρίς να αγγίζει ο ένας τον άλλον.
Μέχρι που εκείνη γέλασε ξαφνικά.
– Τι είναι; τη ρώτησα.
– Ακόμα περπατάς από την πλευρά του δρόμου.
Την κοίταξα.
– Μερικά πράγματα δεν αλλάζουν.
– Όχι… Μερικά δεν αλλάζουν ποτέ.

Σταματήσαμε μπροστά στη θάλασσα. Ο αέρας μύριζε καλοκαίρι. Μετά από έξι χρόνια δεν ένιωθα ότι στεκόμουν απέναντι σε μια χαμένη αγάπη. Ένιωθα ότι στεκόμουν απέναντι στην τελευταία ευκαιρία της ζωής μου. Και αυτή τη φορά δεν θα άφηνα ούτε μία λέξη ανείπωτη.

Πήρα μια ανάσα.
– Ήρθα γιατί σου χρωστάω μια αλήθεια που έπρεπε να σου είχα πει πριν από χρόνια.
Τα μάτια της γέμισαν συγκίνηση.
– Σε αγάπησα από την πρώτη στιγμή. Αλλά νόμιζα πως επειδή το ένιωθα, το ήξερες. Νόμιζα πως η αγάπη μου φαινόταν σε όλα όσα έκανα για σένα.
Σταμάτησα.
– Δεν κατάλαβα ότι εσύ δεν χρειαζόσουν μόνο να σε αγαπώ. Χρειαζόσουν να το νιώθεις. Σε άφησα μόνη σε μια σχέση που πίστευα πως σου έδινα τα πάντα. Και αυτό είναι το πράγμα που με πονάει περισσότερο.

Η Χριστίνα δεν μίλησε αμέσως. Ένα δάκρυ κύλησε στο πρόσωπό της.
– Ξέρεις κάτι; είπε χαμηλά. Δεν σταμάτησα ποτέ να πιστεύω ότι με αγαπούσες.
Την κοίταξα.
– Τότε γιατί έφυγες;
Χαμογέλασε θλιμμένα.
– Γιατί κάποια στιγμή κουράστηκα να περιμένω να το ακούσω.
Η φράση της με πόνεσε. Γιατί ήταν η αλήθεια.
– Δεν μπορώ να σου ζητήσω να γυρίσεις στο χθες. Δεν μπορώ να σου υποσχεθώ ότι θα σβήσω τα χρόνια που χάσαμε.
Της άπλωσα το χέρι.
– Μπορώ μόνο να σου ζητήσω να με αφήσεις να γνωρίσω ξανά τη γυναίκα που δεν έπαψα ποτέ να αγαπώ.

Κοίταξε το χέρι μου.
Ύστερα εμένα.
Για λίγα δευτερόλεπτα φοβήθηκα ότι θα φύγει ξανά. Αλλά δεν έφυγε.

– Ξέρεις ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σε τότε και τώρα; με ρώτησε.
– Ποια;
Χαμογέλασε.
– Τώρα δεν φοβάμαι να σου πω αυτό που ένιωθα πάντα.
Τα μάτια μου βούρκωσαν.
– Τι;
– Ότι σε αγαπώ.

Έκλεισα τα μάτια μου. Όχι από λύπη. Από ανακούφιση. Γιατί μετά από τόσα χρόνια, επιτέλους ακούγαμε ο ένας τον άλλον.
Και τότε κατάλαβα κάτι. Οι μεγάλες αγάπες δεν χάνονται πάντα. Μερικές φορές περιμένουν. Περιμένουν μέχρι δύο άνθρωποι να γίνουν αρκετά ώριμοι για να πουν όσα φοβήθηκαν. Και εμείς είχαμε χάσει έξι χρόνια. Αλλά είχαμε κερδίσει κάτι μεγαλύτερο. Μια δεύτερη ευκαιρία.

Γιατί τελικά οι πιο σημαντικές λέξεις στη ζωή μας δεν είναι αυτές που λέμε. Είναι αυτές που, όταν έρθει η σωστή στιγμή, βρίσκουμε το θάρρος να μην αφήσουμε ποτέ ξανά ανείπωτες.

Νατάσα Ξαγοράρη

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

2 responses to “Όσα δεν είπαμε”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading