Αρχοντία – Μέρος 3ο

Προηγούμενο

Έφυγε ο Μάρκος πριν δει τα δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια της. Της είπε ότι δεν θα ξαναγυρίσει. Της χάρισε το σπίτι. Ούτως ή άλλως και αυτή έβαλε τον κόπο της. Το μισό δικό της ήταν. Εκείνη το έκανε για να τον ευχαριστήσει που την έσωσε από την φωτιά. Εκείνος το έκανε γιατί την ήθελε κυρία αυτού του σπιτιού. Από την πρώτη στιγμή που την είδε την ερωτεύτηκε. Από την πρώτη στιγμή που έπιασε το μωρό της στα χέρια του την αγάπησε.

Ένα χρόνο πέρασε στα καράβια να θαλασσοδέρνεται ο Μάρκος. Η καρδιά του διαμαρτυρόταν. Το μυαλό του πάλευε με την λογική. Ήθελε να σταματήσει. Αλλά πού να γυρίσει; Γιατί να γυρίσει; Του είχε πει ότι δεν τον αγαπά. Μάτωσε η καρδιά του. Έτσι διαλυμένη όπως ήταν την κρατούσε στα χέρια του και πήγε να την βρει να της την δώσει πάλι.

Όταν τον είδε ξαφνικά, μετά από τόσο καιρό μπροστά της, η Αρχοντία πλάνταξε στα κλάματα. Δεν άντεξε άλλο. Η αλήθεια ξεχύθηκε από μέσα της. Ο πόνος του χωρισμού ήταν χαραγμένος στο πρόσωπό της. Την έπιασε ο Μάρκος και με τα δύο του χέρια σαν να κρατούσε ό,τι πιο πολύτιμο υπήρχε στον κόσμο.

«Είπες ψέματα!», την φίλησε πριν προλάβει να μιλήσει. «Το είπες για να φύγω, να ζήσω το όνειρό μου. Και είδα τόσα μέρη, τόσους ανθρώπους… Μα κανείς και τίποτα δεν συγκρίνεται με εσένα! Εσύ είσαι ο μεγαλύτερος θησαυρός σε αυτόν τον κόσμο. Εσύ και το κορίτσι μας!»

Η Αρχοντία αφέθηκε στην αγκαλιά του και έμεινε να ακούει την καρδιά του που της τραγουδούσε. Επιτέλους είχε βρει την αγάπη. Έκανε μεγάλο δρόμο ως εκεί. Μικρό κορίτσι ήταν όταν την γλυκοκοίταζε ο πλούσιος γέρος του χωριού. Όταν το ανακάλυψαν οι γονείς της κανόνισαν να την πλευρίσει με το ζόρι για να μείνει έγκυος. Θα αναγκαζόταν να τον παντρευτεί και θα κολυμπούσαν στο χρήμα. Τα λεφτά πάντα τους ένοιαζαν πιο πολύ από την κόρη τους. Η πρώτη της επαφή με τον έρωτα ήταν μια παγίδα στημένη από τους ίδιους της τους γονείς βουτηγμένη στο ίδιο της το αίμα. Ετοιμόγεννη το έσκασε από το σπίτι χωρίς να ξέρει πού να πάει. Βρήκε καταφύγιο στον στάβλο ενός αρχοντόσπιτου. Γνώρισε τον Μάρκο. Γνώρισε την κόρη της. Δούλεψε σκληρά. Η μάνα της της την έψαξε μόνο και μόνο για να πάρει πίσω το χρυσό σταυρό της. Η κυρία του σπιτιού την εξευτέλιζε καθημερινά. Την είδε να καίγεται ζωντανή. Το σπίτι χάθηκε. Το έχτισαν ξανά με τον Μάρκο. Τον ερωτεύτηκε. Αγάπησε κάθε στιγμή μαζί του. Έλιωνε όταν κρατούσε στα χέρια του την κόρη της. Του είπε ψέματα για να φύγει. Τον πλήγωσε. Αλλά αυτός γύρισε πάλι για εκείνη. Και τώρα δεν θα έφευγε ποτέ ξανά.

Η μικρή έτρεξε έξω και έπεσε και αυτή στην αγκαλιά του Μάρκου. Ήταν ευτυχισμένη που γύρισε ο μπαμπάς της. Έτσι τον έλεγε. Έτσι ήθελε να είναι. Δεν έμαθε ποτέ ποιος ήταν ο αληθινός της πατέρας και τι έκανε στην μάνα της. Ήξερε μόνο αυτό που έβλεπαν τα μάτια της. Αυτό που ένιωθε η καρδιά της. Μια αγάπη που κράτησε για πάντα.

CC

Τέλος

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading