Το κινητό της Άσπας φώτισε και στην οθόνη εμφανίστηκε το όνομα του Γεράσιμου. Κοίταξε πρώτα την Ζέτα και μετά το κινητό. Τη ματιά της ακολούθησε και το βλέμμα της αδερφής της, που όταν είδε το μήνυμα κρατήθηκε να μην ουρλιάξει.
“Άνοιξέ το να δούμε τι λέει!”, είπε με έναν άκρατο ενθουσιασμό στη φωνή
Η Άσπα έπιασε το κινητό στα χέρια της και άνοιξε το μήνυμα: “Καλησπέρα. Είμαι Αθήνα. Θέλω να σε δω. Μπορείς;”
“Να η ευκαιρία σου να ξεκαθαρίσετε τι συμβαίνει”, είπε αλλάζοντας τον τόνο της η Ζέτα, επιστρέφοντας στο αυστηρό της ύφος
“Έχουμε να μιλήσουμε από εκείνο το βράδυ… Γιατί τώρα; Μια βδομάδα μετά;”
“Γιατί δεν έστειλες εσύ μήπως και απηύδησε;”
“Λες να θέλει να μιλήσουμε σοβαρά;”
“Αν δεν απαντήσεις, δεν θα μάθουμε! Ρώτα τον αν μπορεί τώρα!”
Η Άσπα κοίταξε το ρολόι στον καρπό της “Τώρα είναι 11 το βράδυ”
“Και;!”, η Ζέτα της έκανε νόημα να απαντήσει στο μήνυμα.
Η Άσπα αφού κράτησε για λίγο ακίνητα τα δάχτυλα πάνω από την οθόνη απάντησε: “Καλησπέρα. Κι εγώ ήθελα να μιλήσουμε. Μπορείς τώρα;”
Ο Γεράσιμος διαβάσε το μήνυμα και ένιωσε το στόμα του στεγνό. Επιτέλους θα την έβλεπε!
“Σε μια ώρα στη μαρίνα Ζέας. Είναι εφικτό;”
“Θα είμαι εκεί”, ήταν η απάντησή της. Δεν χρειάστηκε τίποτε άλλο για να χαιρετήσει βιαστικά την παρέα του και να φύγει. Το ίδιο και η Άσπα. Άφησε μόνη την αδερφή της στο μπαρ και πήγε να τον βρει.
Πρώτος έφτασε ο Γεράσιμος. Η Άσπα τον είδε από μακριά να περπατάει πάνω κάτω νευρικά και να κοιτάζει το κινητό του. Όσο πλησίαζε, τόσο ένιωθε το στομάχι της να γεμίζει πεταλούδες. Ο ψηλός του κορμός, τα γυμνασμένα του χέρια, οι έντονες γωνίες του, τα κάστανα του μαλλιά… Όλα έδεναν τόσο αρμονικά πάνω του, κάνοντάς τον ένα θέαμα που δύσκολα περνούσε απαρατήρητο από κάθε γυναίκα ή κοπέλα που περνούσε από δίπλα του. Στη συνειδητοποίηση αυτής της εικόνας, η Άσπα έμεινε ακινητοποιημένη και ένιωσε τις πεταλούδες να τις αντικαθιστούν φίδια που ξεκινούσαν από τα πόδια της και έφταναν μέχρι τον λαιμό και της έκοβαν την ανάσα.
Ο Γεράσιμος έπιασε με την άκρη του ματιού του μια γυναίκα που στεκόταν λίγα βήματα μακριά του, παγωμένη, με κενό βλέμμα. Σταμάτησε να περπατάει. Το καφετί βελούδο στα μαλλιά, οι καμπύλες… “Η Άσπα μου”, είπε ψιθυριστά.
Η λάμψη στα μάτια του όταν την είδε και το κάψιμο που ένιωσε η Άσπα σε όλο της το σώμα από το βλέμμα του, ήταν αρκετά για να εξαφανίσουν κάθε σκέψη ή αμφιβολία από το μυαλό της. Ο Γεράσιμος ξεκίνησε να περπατάει προς το μέρος της όταν αντιλήφθηκε ότι οι ώμοι της δεν ήταν πια σφιγμένοι. Θα μπορούσε να κάνει κι εκείνη το ίδιο, αλλά η ανάγκη της να νιώσει το άγγιγμά του στο δέρμα της, την ανάσα του στον λαιμό της, τη γεύση του στα χείλη της, επιτάχυναν το βήμα της και τρέχοντας έπεσε στην αγκαλιά του. Πέρασε τα πόδια της στη μέση του κι εκείνος την κράτησε σφιχτά. Τα χείλη τους ενώθηκαν αμέσως και όλα γύρω ήταν ένα μακρινό βουητό. Ήταν μόνο οι δύο τους και η ακόρεστη ανάγκη που είχαν ο ένας για τον άλλον. Μόνο όταν έκανε πίσω η Άσπα, ο Γεράσιμος της χαμογέλασε και την άφησε να πατήσει κάτω.
“Δεν το περίμενα ακριβώς έτσι το “θα ήθελα να μιλήσουμε”.
“Θες να πεις ότι δεν ήμουν ξεκάθαρη;”, είπε η Άσπα με παιχνιδιάρικο ύφος, βάζοντας το χέρι στο στέρνο της. Το γέλιο του Γεράσιμου μαλάκωσε το μέσα της και ξύπνησε πάλι εκείνα τα ενοχλητικά ζιζάνια στο στομάχι.
Της έπιασε το πηγούνι και την έφερε κοντά του.
“Απολύτως”, της είπε με βαριά φωνή και ένα βλέμμα που πέταγε φωτιές. Το δεύτερο φιλί τους ήταν το ίδιο έντονο με το πρώτο, καθιστώντας τα πάντα γύρω ανούσια.
“Μου έλειψες”, της είπε χωρίς να παίρνει τα χείλη του από τα δικά της.
“Το εννοείς;”
Ο Γεράσιμος την κράτησε στην αγκαλιά του και την κοίταξε μέσα στα μάτια: “Δεν ξέρω γιατί δεν σου έστειλα την επόμενη μέρα… Αλλά και η δική σου απουσία δεν βοήθησε να καταλάβω αν ήθελες να προχωρήσει αυτή η σχέση ή όχι… Παρόλα αυτά δεν μπόρεσα να βγάλω στιγμή από το μυαλό μου ούτε εσένα, ούτε εμάς”
“Έχεις δίκιο”, απάντησε η Άσπα και πέρασε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του. “Τις ίδιες σκέψεις είχα κι εγώ. Οι αμφιβολίες μας θα μας στοίχιζαν αυτό που έχουμε τώρα… ο ένας τον άλλον. Σου οφείλω ένα ευχαριστώ”
“Περνάνε κάποιοι πρόχειροι τρόποι από το μυαλό μου που θα μπορούσες να μου το ξεπληρώσεις”
Η Άσπα γέλασε πηγαία και ο Γεράσιμος ένιωσε πιο ευτυχισμένος από ποτέ.
“Αν μου έλεγε κάποιος πριν χρόνια ότι θα σε είχα τώρα στην αγκαλιά μου, δική μου, δεν θα τον πίστευα… Ξέρω τι όμορφος άνθρωπος είσαι μέσα και έξω, Άσπα, και, πίστεψέ με, είμαι πολύ τυχερός”
Τα μάγουλά της κοκκίνισαν. Ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του και τύλιξε τα χέρια της γύρω από τον κορμό του. Ένιωθε μια άσβεστη ζεστασιά στο στέρνο της και έναν κόμπο χαμηλά στον λαιμό, τον οποίον δεν άφησε να φτάσει στα μάτια. Χωρίς να τον κοιτάξει του είπε: “Σε αγαπούσα από τότε που ήσουν γλυκός και δοτικός. Το ότι έγινες ένας υπέροχος άντρας, με δικαιώνει”.
Ο Γεράσιμος ακούμπησε το πηγούνι του στο κεφάλι της. Οι χτύποι της καρδιάς του όλο και ανέβαιναν.
“Δεν χρειάζεται να μου απαντήσεις κάτι… Το ακούω”, του είπε η Άσπα κι εκείνος την έσφιξε δυνατά στην αγκαλιά του. Για πρώτη φορά ένιωθε ‘έτσι’ και ήταν εντάξει με αυτό.
Αγγελική Ανδριοπούλου
Τέλος
