“Ρε φίλε δεν πίνεις τίποτα απόψε. Εσύ και να μην έχεις όρεξη για ποτό και πλάκες την μοναδική Παρασκευή που βγαίνουμε όλοι μαζί, κάτι τρέχει. Έλα, πες στον κολλητό σου”, είπε ο Μάριος και έσπρωξε το σφηνάκι προς το μέρος του Γεράσιμου. Οι υπόλοιποι από την παρέα συνομιλούσαν μεταξύ τους, οπότε είχαν την ευκαιρία να μιλήσουν πιο ιδιωτικά.
Εκείνος τον κοίταξε και μια μικρή καμπύλη σχηματίστηκε στην άκρη των χειλιών του.
“Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω μιλήσει σε κανέναν για αυτό και δεν ξέρω κιόλας από πού να αρχίσω…”
“Από τη στιγμή που την είδες”
Ο Γεράσιμος τον κοίταξε έκπληκτος.
“Τι με κοιτάς σαν χάνος; Μια γυναίκα θα ευθυνόταν που συνεχώς αλλού πατάς κι αλλού βρίσκεσαι. Δεν περίμενα τη σημερινή μέρα να το καταλάβω, από μικρά κάνουμε παρέα. Λέγε ποια είναι; Κάποια που γνώρισε στη Τζια, έτσι;”, ρώτησε με πονηρό χαμόγελο ο Μάριος
Ο Γεράσιμος ήπιε το σφηνάκι και πρότεινε να πάρουν άλλο ένα κι ένα ακόμα και όσο χαλάρωνε τόσο πιο εύκολο του ήταν να μιλήσει.
“Τις μέρες που αποφάσισα, μετά από πολύωρη μίρλα των γονιών μου, να ξαναπάω στη Τζια μετά από 7 χρόνια, συνάντησα τον μοναδικό άνθρωπο που δεν περίμενα ότι θα δω… Ίσως να την θυμάσαι. Την Άσπα”
Ο Μάριος σήκωσε τα φρύδια του εκπληκτος.
“Για την Άσπα είσαι έτσι; Μήπως είχες πιει πολύ;”
“Είσαι μ@l@k@ς!”, είπε τσαντισμένος ο Γεράσιμος. “Τα χρόνια πέρασαν, Μάριε! Αλλάξαμε και ωριμάσαμε, εμείς τουλάχιστον, για σένα δεν ξέρω…”, ο Μάριος του έριξε μια λοξή ματιά, “…οπότε, αν την έβρισκα ενδιαφέρουσα μια φορά τότε, μόλις την είδα, ένιωσα να μου κόβεται το οξυγόνο και δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω της. Καφέ μαλλιά, σοκολατί μάτια, ροδαλά χείλη, μακρύς λαιμός κι ένα σώμα με καμπύλες που ήξερα από την πρώτη στιγμή ότι είναι έτσι δομημένες πάνω της για να κουμπώνουν στο σώμα και τα χέρια μου”
“Ώπα ρε φίλε!”, τον διέκοψε ο Μάριος, “εσύ την έχεις πατήσει μαζί της!”
“Το ξέρω… Πού να ακούσεις και πώς εξελίχθηκαν οι επόμενες μέρες…”
“Κόβω τις βλακείες, είμαι όλο αυτιά”, είπε ο Μάριος και εστίασε την προσοχή του στον φίλο του
“Ήμουν με τους άλλους δύο” κι έδειξε δύο ακόμα άντρες που κάθονταν λίγο πιο δίπλα, “στην παραλία Σπαθί γιατί είχε ένα beach party. Ωραίο μέρος, ωραία μουσική, αλλά όλες αδιάφορες. Όταν έφτασε η παρέα της που αποτελούνταν από την ίδια, άλλες δύο κοπέλες και τρεις άντρες, το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν πως έχει έρθει με την σχέση της”
“Πώς την κατάλαβες ρε συ μετά από χρόνια, μέσα σε τόσο κόσμο;”
“Τα μάτια της και το χαμόγελό της, Μάριε. Νόμιζα ότι απλά την είχα εξιδανικεύσει στο μυαλό μου, λόγω ενθουσιασμού τότε, αλλά μάλλον τα συναισθήματα υπήρχαν από τότε, η στιγμή δεν ήταν σωστή. Εκείνη 23, εγώ 16, ποιος και πώς να κάνει κίνηση; Ενώ τώρα, ήξερα τι ήθελα. Έφυγε, λοιπόν, κάποια στιγμή από την παρέα της και άρχισε να περπατάει προς το μέρος της παραλίας που κατέληγε σε όρμο. Άρπαξα ένα μπουκάλι κρασί από το τραπέζι και δύο ποτήρια και χωρίς να πω τίποτα σε κανέναν την ακολούθησα μέχρι που έκατσε. Δεν με αναγνώρισε στην αρχή, αλλά όταν κατάλαβε ποιος είμαι ήταν τόσο ευδιάθετη και ομιλητική που πίστεψα ότι είχαμε μια στιγμή, όταν μας διέκοψε μια φίλη της. Ωστόσο, στάθηκα τυχερός και την πέτυχα την επόμενη μέρα που πήγαινα να βρω τους άλλους δύο για μπάνιο. Μόνο που την είδα από μακριά, τους έστειλα μήνυμα ότι δεν θα μπορέσω να ακολουθήσω, επικαλούμενος μια οικογενειακή υποχρέωση, για να αποφύγω τις πολλές αδιάκριτες ερωτήσεις, και αμέσως μετά σταμάτησα σχεδόν μπροστά της, κόβωντάς της τον δρόμο. Χρειάστηκε να της προτείνω πάνω από δύο φορές να πάμε μαζί για μπάνιο, όταν τελικά άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού και έκατσε δίπλα μου. Ένα άρωμα από βατόμουρο και μύρτιλο πλημμύρισε το αυτοκίνητο. Και ξέρεις ποιο είναι το τρομερό; Ότι το ίδιο άρωμα είχε και τότε και απλά εισέβαλε στο κεφάλι μου και ξεκλείδωσε κάθε ανάμνηση που είχα κλείσει καλά σε ένα κουτί στο πίσω μέρος του”
Ο Μάριος τώρα τον κοιτούσε σαν να μην πίστευε τι άκουγε. Δεν του είχε μιλήσει ποτέ για την Άσπα με αυτόν τον τρόπο.
“Φτάσαμε στην παραλία Στραβοτραχήλα μετά από λίγα λεπτά. Επίτηδες διάλεξα ανοργάνωτη παραλία, για να μην μας διακόψει κάνεις”
“Πες μου ότι χάλασε η φάση;”, ρώτησε με αγωνία ο Μάριος
Ο Γεράσιμος μειδίασε και συνέχισε: “Τακτοποιηθήκαμε και αποφασίσαμε να μπαίνουμε ένας ένας στην θάλασσα για να προσέχουμε τα πράγματα. Υπήρχαν άλλες δύο παρέες εκεί κοντά και ανά πάσα στιγμή μπορούσε να έρθει ο οποιοσδήποτε”. Ο Μάριος κούνησε καταφατικά το κεφάλι. “Όταν απομάκρυνε το φόρεμα από το σώμα της και έμεινε μόνο με το μαγιό, προσπαθούσα υπερβολικά να μην την κοιτάζω συνέχεια, αλλά μου ήταν αδύνατον. Δεν έχω ζηλέψει ποτέ τίποτα στη ζωή μου, όπως ζήλεψα το νερό που αγκάλιαζε κάθε σημείο του κορμιού της. Ένιωσα τόσο έντονα την επιθυμία να βουτήξω στη θάλασσα και να περάσω σπιθαμή προς σπιθαμή αυτό το σώμα, να σιγουρευτώ ότι οι καμπύλες αυτές είναι φτιαγμένες για να κουμπώνουν μόνο στο δικό μου! Αλλά ξέρεις κάτι;”, ακούμπησε στον ώμο τον φίλο του, “Είπα στον εαυτό μου ότι αν δεν την διεκδικήσω και τώρα ίσως να μην την έχω ποτέ… Αφού έπεσε ο ήλιος και μείναμε μόνοι μας στην παραλία, όταν κατάλαβα ότι δεν είμαι μόνο εγώ αυτός που ενδιαφέρεται, την φίλησα. Το φιλί μας αρκούσε για να με λυγίσει. Δεν ήταν ο τρόπος που φιλούσε, ήταν η ίδια και το γεγονός ότι ποτέ δεν πόθησα κάποια με τον τρόπο που το βίωνα με την Άσπα. Η μυρωδιά της, η γεύση της, οι ανάσες της… τα χρειαζόμουν! Στους πνεύμονές μου, στο αίμα μου, σε κάθε μόριο του σώματός μου… Και αργότερα, όταν το κορμί της γλίστρησε πάνω στο δικό μου και ψιθύρισε το όνομά μου σαν προσευχή, την κράτησα σφιχτά και προσποιήθηκα, για μια αναθεματισμένη στιγμή, ότι αυτό θα κρατούσε για πάντα”
Ακολούθησε μια στιγμή απόλυτης σιωπής μεταξύ των δύο φίλων, την οποία έσπασε ο Γεράσιμος, μετά από έναν αναστεναγμό.
“Όταν άρχισε να ξημερώνει, την έντυσα, γιατί ήταν τόσο εξαντλημένη, που αν μπορούσε να κοιμηθεί εκεί θα το έκανε, την γύρισα σπίτι, ανταλλάξαμε αριθμούς και τέλος”
“Τι τέλος;”, ρώτησε σχεδόν φωναχτά ο Μάριος που γύρισαν και οι άλλοι το κεφάλι τους
“Ναι, ας το μάθουν όλοι!”, είπε μέσα από τα δόντια του ο Γεράσιμος και ο Μάριος τους έκανε νόημα ότι δεν ήταν κάτι
“Περίμενα τηλέφωνό της, ένα μήνυμα, κάτι. Πέρασα και δύο φορές έξω από το σπίτι της, αλλά δεν χτύπησα. Ούτε την είδα, τώρα που το σκέφτομαι, να μπαίνει ή να βγαίνει”
“Γεράσιμε, δεν μου έχεις ξαναμιλήσει έτσι για καμιά. Τα πράγματα είναι πιο σοβαρά από ό,τι νόμιζα όταν ξεκίνησες. Εδώ δεν μιλάμε για μια περιπέτεια. Εσύ είσαι… ερωτευμένος! Έχεις σκεφτεί ότι μπορεί να περιμένει την επόμενη κίνηση από εσένα;”
“Μετά από ό,τι έγινε;”
“Μην ξεχνάς ότι είσαι μικρότερος, άρα μπορεί να πιστεύει πως ό,τι έγινε ήταν επιπόλαιο από μέρους σου. Πότε να προλάβει να αντιληφθεί πόσο κατασταλαγμένος είσαι με ό,τι έχετε τέλος πάντων;”
Ο Γεράσιμος τον κοίταζε προβληματισμένος.
“Μη με κοιτάς. Πιάσε το κινητό και στείλε της μήνυμα τώρα!”
“Και τι να της πω; Γεια;”
“Μήπως ότι θέλεις να τη δεις; Στην ίδια πόλη ζείτε που να πάρει! Εγώ θα στα λέω ολα;”
Ένα μικρό γέλιο ξέφυγε από τον Γεράσιμο. Πήρε το κινητό στα χέρια και πληκτρολόγησε…
Αγγελική Ανδριοπούλου
Συνεχίζεται…

One response to “Δύο ιστορίες, Ένα πάθος – His POV”
[…] Προηγούμενο […]