Το σπιτάκι τους ήταν κυριολεκτικά δέκα βήματα από την αμμουδιά και την θάλασσα. Σε ένα νησί που τον χειμώνα έμεναν εκατόν πενήντα άνθρωποι όλοι κι όλοι και αντιμετώπιζαν την ερημιά και πολλές δυσκολίες, μα εκείνοι δεν το άλλαζαν με τίποτα.
Σε αυτό το μικροσκοπικό, πάντα ασβεστωμένο κάτασπρο σπίτι με τα μπλε ξύλινα παντζούρια και την μπλε ξύλινη πόρτα, μεγάλωσαν τρία παιδιά. Κανένα δε γύρισε πίσω μετά τις σπουδές. Έκαναν οικογένειες και το μόνο που έμενε σταθερό για χρόνια, ήταν τα αμέτρητα καλοκαίρια που περνούσαν εκεί τα πέντε εγγόνια. Έτρεχαν κι άφηναν τα αποτυπώματά τους στη βρεγμένη άμμο κι έφτιαχναν κάστρα με τα κουβαδάκια τους, υπό την επίβλεψη του παππού και της γιαγιάς. Τα σχοινιά στην αυλή, μόνιμα γεμάτα με μαγιό και πετσέτες με παιδικούς ήρωες, που άπλωνε η γιαγιά Ελένη και μάζευε ο παππούς Μιχάλης. Πάντα την βοηθούσε σε όλα. Τα εγγόνια, γίνονταν καθημερινοί μάρτυρες μιας μεγάλης αγάπης, που την σχολίαζαν κρυφογελώντας. Τα μεγαλύτερα, αναλάμβαναν να μυήσουν τα μικρότερα στο ρομάντζο των δύο ηλικιωμένων. “Κοίτα Γιωργάκη, τώρα θα πει ο παππούς: “βρε κορίτσι μου, μη τεντώνεσαι, θα τα μαζέψω εγώ” κι όταν πριν προλάβει να τελειώσει την φράση του, έλεγε δυνατά ακριβώς την ίδια ο παππούς, έβαζε ο Μιχάλης το χέρι στο στόμα, να διακόψει το γέλιο του και ψιθύριζε: “είδες; Τι σου είπα;”. Στο μεσημεριανό τραπέζι, κοιτούσαν και τα πέντε, την γνωστή ιεροτελεστία, που πια, είχαν μάθει απ’ έξω. Ο παππούς έκοβε το ψωμί, έδινε πάντα την πρώτη φέτα στη γιαγιά και συνέχιζε με τις υπόλοιπες που τις μοίραζε σε όλους, μετά, έβαζε μισό ποτηράκι κρασάκι πρώτα στη γιαγιά, μετά στο δικό του και το σήκωνε λέγοντας, “στην υγειά σου, κορίτσι μου” και τέλος, με την πρώτη μπουκιά φαγητού που έβαζε στο στόμα του, την κοίταζε, χαμογελούσε κι έλεγε, “γεια στα χέρια σου γυναίκα, πεντανόστιμο”. Η γιαγιά Ελένη, τον κοιτούσε με λατρεία κι έλαμπαν τα μάτια της και η κίνησή της ήταν πάντα η ίδια: ακουμπούσε τα τρία ακροδάχτυλα από τον δείκτη, τον μέσο και τον παράμεσο στα χείλη της κι έπειτα, στο μάγουλο του παππού, αφήνοντας με αυτόν τον τρόπο επάνω του, όλη την στοργή του φιλιού της.
Μπορεί να μην ήταν μορφωμένοι και να μην είχαν την δυνατότητα να τους λύνουν σχολικές απορίες σε ορθογραφία, γεωγραφία και μαθηματικά, κατά τις καλοκαιρινές επαναλήψεις που τους ανάγκαζαν οι γονείς τους, κοντά τους όμως, μάθαιναν το σπουδαιότερο μάθημα της ζωής τους: Πώς να αγαπάς τον άνθρωπό σου με τον ίδιο τρόπο, μετά από εξήντα χρόνια κοινής πορείας.
Μέχρι που μεγάλωσαν και οι καλοκαιρινές διακοπές δεν χωρούσαν στο πρόγραμμά τους το άσπρο σπιτάκι του παππού και της γιαγιάς. Και πέρασαν αρκετά καλοκαίρια μοναχικά, μόνο οι δυο τους, με τα σχοινιά άδεια από παιδικά και εφηβικά μαγιό.
Εκείνο το καλοκαίρι θα ήταν το εξηκοστό πέμπτο της ζωής τους. Ο μικρότερος γιος τους επέλεξε να περάσει μαζί τους την μια εβδομάδα άδειάς του, χωρίς την σύζυγό του που δεν ήθελε να “πετάξει” όπως είπε τις διακοπές της, στο καλύβι των πεθερικών της. Δεν τους ενημέρωσε, ήθελε να τους κάνει έκπληξη. Όταν έφτασε, το απόγευμα, είδε μια εικόνα που θα την φύλαγε στην καρδιά του, μέχρι να έκλεινε τα μάτια του. Ο μπαμπάς του, καθισμένος σε μια πλαστική καρέκλα, στην αμμουδιά, εκεί που σκάει το κύμα, να στηρίζεται στο πι, που είχε μπροστά του και η θάλασσα, να έρχεται και να φεύγει από τα πόδια του. Κουνούσε τα δάχτυλά του στην άμμο, προσπαθώντας να απορροφήσει όση περισσότερη ενέργεια μπορούσε από την αύρα του νερού στο πέλμα του. Η μαμά του, με το γνωστό μαύρο φόρεμα με τις πολλές άσπρες μικρές μαργαρίτες, που φορούσε πάντα όταν πήγαιναν για μπάνιο, από όταν ήταν εκείνος μικρό παιδί, καθόταν κάτω στην άμμο, ακριβώς δίπλα στην καρέκλα του μπαμπά του, με το δεξί χέρι να παίρνει χούφτες νερό και να το ρίχνει στο πόδι του άντρα της, από το γόνατο και κάτω και με το άλλο να πλατσουρίζει σαν παιδί, με το μουσκεμένο φόρεμα να πάλλεται από το νερό. Συχνά, σήκωνε το κεφάλι της, τον κοιτούσε και χαμογελούσε, ενώ εκείνος, άπλωνε το χέρι του και την χάιδευε στην πλάτη και τα μαλλιά. Δεν μιλούσαν. Τα είχαν πει πια όλα μεταξύ τους, τόσα χρόνια. Τώρα μοιράζονταν αυτήν την σιωπή, που κουβαλούσε την αγάπη, τον σεβασμό, το νοιάξιμο, την στοργή, την συγνώμη, το ευχαριστώ, εξήντα πέντε χρόνων ζωής.
Πίσω τους ο Τάκης, άφησε τα δάκρυά του να τρέχουν. Το μυαλό του ταξίδεψε στο παρελθόν, που οι γονείς του νέοι, ήταν πάντα ενωμένοι και αγαπημένοι μέσα στην δύσκολη καθημερινότητα του νησιού, όχι απλά χωρίς καμία πολυτέλεια, αλλά πολλές φορές και με έλλειψη των στοιχειωδών. Κι όμως, τα αντιμετώπιζαν όλα μαζί, χωρίς εντάσεις και γκρίνιες. Και τώρα, στη δύση τους, παρέμεναν ακόμα δίπλα δίπλα, δημιουργώντας αυτήν την εικόνα μπροστά του, που όσα πανεπιστήμια και να τελειώσεις, όση περιουσία και να φτιάξεις, όσα ταξίδια και να κάνεις, όσα μέρη κι αν έχεις δει, όταν έχεις χάσει τον δρόμο της ευτυχίας και η ζωή σου έχει παρεκκλίνει, αυτή είναι μία εικόνα που σε συγκλονίζει, που σου θυμίζει ότι η αληθινή αγάπη είναι τόσο απλή, πολλές φορές και τόσο σιωπηλή, που όμως κάνει εκκωφαντικό θόρυβο μέσα σου, γύρω σου και τελικά, είναι και το μόνο που έχεις ανάγκη και που μένει μέχρι το τέλος της διαδρομής σου. Ο Τάκης φαινομενικά, τα είχε όλα, μα εκεί, μπροστά στην απύθμενη αγάπη των γονιών του, ένιωσε μια εσωτερική ερημιά που τον ανατρίχιασε.
Έβγαλε τα παπούτσια και τις κάλτσες του κι άφησε τις αισθήσεις του να γίνουν ένα με την βρεγμένη άμμο. Όταν τους χάιδεψε ταυτόχρονα και τους δύο στην πλάτη και γύρισαν τα κεφάλια τους, δεν πίστευαν στα μάτια τους. Η μαμά του, έκανε να σηκωθεί μέσα σε επιφωνήματα ενθουσιασμού και δάκρυα χαράς. Δεν την άφησε. Γονάτισε μπροστά τους και άνοιξε τα χέρια του να τους αγκαλιάσει και τους δύο.
– Αγόρι μου, τι έκπληξη ήταν αυτή! Μόνος σου είσαι; Έβρεξες το παντελόνι σου, να στο πλύνω. Αδυνάτησες παιδί μου, δεν τρως; Πόσο μου έλειψες, αγόρι μου!
– Γεια σου ρε μάνα! Όλα μαζί όπως πάντα, με μία ανάσα! Α ρε μάνα, πόσο μου έλειψες!
Την αγκάλιασε και με τα δύο του τα χέρια και την φιλούσε πολλές φορές, στα μάγουλα και στα μαλλιά.
– Παιδί μου! Τι χαρά μας έδωσες!
– Μπαμπά, μπαμπά μου! Ήρωά μου!
Τον αγκάλιασε κι εκείνον και με τα δύο του τα χέρια και τον φίλησε πολλές φορές να τον χορτάσει. Η συγκίνηση και των τριών, γέμισε την στιγμή της αντάμωσής τους.
Έκατσε στην άμμο, τους είχε αντίκρυ του και τους κοιτούσε βαθιά στα μάτια. Συνειδητοποίησε ότι είχε να τους δει πέντε χρόνια. Το κυνήγι της ζωής, της επιτυχίας, του χρήματος, τον απομάκρυναν από την ουσία και τώρα, οι τύψεις έστηναν χορό στην ψυχή του. Πόσο είχαν μεγαλώσει! Ειδικά ο μπαμπάς του, ο ήρωας των παιδικών του χρόνων, που τον έβλεπε να βγάζει τεράστια ψάρια με το καλάμι, να κάνει κουπί στη βάρκα, με όλους μέσα, να μπαλώνει τα δίχτυα, να τα ρίχνει στη θάλασσα, όλα με τόση ευκολία, ενώ στα δικά του, παιδικά μάτια, φαινόντουσαν τόσο δύσκολα. Και τώρα, ήταν πια δύσκολη η μετακίνησή του, είχε όμως τον κυματοθραύστη πλάι του, την Ελένη του.
– Α ρε μάνα! Έβγαλες τον μπαμπά στη θάλασσα και με το πι ακόμα!
– Αφού ξέρεις, δεν μπορεί μακριά της.
– Κάθε μέρα, κούτσα κούτσα με βγάζει κι ας κάνουμε μία ώρα μέχρι να φτάσω κι ας την ταλαιπωρώ κι ας της λέω πια “φτάνει, σε κουράζω”.
– Όσο βαστάνε τα πόδια μου θα βγαίνουμε, να κρατάμε την επαφή με την βρεγμένη άμμο, με το νερό, μαζί.
– Σας ζηλεύω!
– Εμάς; Εσείς έχετε την μεζονέτα, την πισίνα…
– Αχ μπαμπά μου, τίποτα δεν έχουμε, τίποτα.
– Τι συμβαίνει αγόρι μου;
– Τίποτα μαμά μου, τίποτα! Έχουμε μέρες, θα τα πούμε! Ας γίνω κι εγώ μέρος αυτής της επαφής που λες!
Κι έκλεισε τα μάτια του. Κι άφησε τις θεραπευτικές ιδιότητες της θάλασσας να του μαλακώσουν την ψυχή. Κι όχι μόνο! Είχε το άγγιγμα των γονιών του, που είχε ξεχάσει πως ήταν θαυματουργό. Μία εβδομάδα είχε μπροστά του, να γίνει πάλι ο γιος τους, να κρυφτεί στην αγκαλιά τους όπως τότε, που μέσα σε αυτήν όλα περνούσαν, οι πληγές έκλειναν, ήταν το καταφύγιό του κι όλα περνούσαν. Μόνο που τώρα οι πληγές δεν ήταν στα γόνατα και το αίμα δεν ήταν τόσο εύκολο να σταματήσει. Τώρα αιμορραγούσε η ψυχή, αλλά ήταν στο σωστό μέρος.
Θα έπαιρνε τις αποφάσεις του. Δεν ήθελε να αφήσει άλλο χρόνο να φύγει έτσι. Η ζωή είναι μικρή για να την αφήνουμε να μας προσπερνάει. Θα φρόντιζε πια να επαναπροσδιορίσει τη σχέση του με την γυναίκα του, τουλάχιστον θα προσπαθούσε, ώστε να γεμίζουν πια την ζωή τους με ουσία κι όχι με μηδενικά στον τραπεζικό τους λογαριασμό. Θα φρόντιζε να γεμίζει την καθημερινότητά τους με εικόνες σαν αυτήν των γονιών του, που το “μαζί” δεν ήταν μόνο μια λέξη, αλλά στάση ζωής.
Τελικά, η επίσκεψη του αυτή, ήταν η καλύτερη απόφαση που είχε πάρει μέχρι τώρα στη ζωή του!
Χρυσούλα Καμτσίκη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
