Χριστούγεννα μέσα στο καλοκαίρι ετοίμασε η Έλσα. Γεμάτα στολίδια, λαμπιόνια, ψεύτικο χιόνι και ένα τεράστιο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Όλη μέρα στο σπίτι έπαιζε χριστουγεννιάτικη μουσική. Χόρευαν και γλεντούσαν μαζί με το προσωπικό που απολάμβανε αυτές τις στιγμές. Η κυρία Έλσα ήταν ένας άνθρωπος που έφερε ζωή σε αυτό το σπίτι σε αντίθεση με τον κύριο Μάρκο που τους είχε σαν τα στρατιωτάκια. Η μαγείρισσα έφτιαχνε συνέχεια γλυκά και κρύες σοκολάτες. Η ζέστη δεν τους πτόησε καθόλου. Όταν ήρθε η ώρα να ανοίξουν τα δώρα, έκατσαν όλοι στο πάτωμα δίπλα από το δέντρο. Ένα ένα άνοιγαν τα δώρα και αντάλλασσαν αγκαλιές και φιλιά. Το μωρό γελούσε στην αγκαλιά του Πίτερ βλέποντας τόσα χρώματα, τόσα φώτα, τόση χαρά γύρω του.
«Μπαμπά, αυτό είναι δικό σου», έτεινε προς το μέρος του η Λίζα ένα τεράστιο κουτί τυλιγμένο με κορδέλα.
Ο Πίτερ σάστισε. Δεν είχε πάρει ποτέ στην ζωή του τόσο μεγάλο δώρο. Ήταν σίγουρος ότι μέσα θα είχε κάποιο υπέροχο παιχνίδι που θα ήταν το όνειρο κάθε αγοριού. Έσφιξε στην αγκαλιά του τον εγγονό του και δάκρυσε. Τους κοίταξε όλους έναν έναν. Δεν ήξερε τι να πει.
«Εσείς… Εσείς είστε το μεγαλύτερο δώρο στην ζωή μου», μουρμούρισε με δυσκολία.
«Μπαμπά…», τον αγκάλιασε η κόρη του και τον ένιωσε παγωμένο. «Μην στεναχωριέσαι, δεν κάνει να στεναχωριέσαι…», γύρισε και κοίταξε τον άντρα της και του έδειξε με το βλέμμα της την ανησυχία της.
«Έλα, να σε βοηθήσω να ξαπλώσεις», είπε απαλά ο Άλεξ και έδωσε στην Έλσα το μωρό. «Θα τον πάω εγώ πάνω. Εσύ μείνε με το μωρό», της είπε και εκείνη κατάλαβε ότι έπρεπε να πάει να καλέσει τον γιατρό.
Ο γιατρός επιβεβαίωσε ότι οι μέρες τέλειωναν. Η Έλσα δεν μπορούσε να κλείσει μάτι εκείνο το βράδυ. Ο Μάρκος γύρισε αργά και την είδε ξύπνια. Την πλησίασε και παρόλο που είδε ότι έκλαιγε την τράβηξε πάνω του.
«Δεν θέλω απόψε», του είπε ενώ σκούπιζε τα μάτια της. Δεν περίμενε ότι θα έπρεπε καν να το εξηγήσει.
«Κρατάς την ενέργειά σου για τον πρώην σου;»
«Πώς τολμάς;»
«Εσύ πώς τολμάς! Έχεις κάνει τόσους μήνες το σπίτι ξενοδοχείο!»
«Μάρκο, δεν σου επιτρέπω να μιλάς έτσι κι ας είμαι τρομερά ευγνώμων που δέχτηκες και τους είχα δίπλα μου αυτό το διάστημα. Είναι το σπίτι μας και δεν θα μπορούσα να το αποφασίσω μόνη μου. Εσύ συμφώνησες! Βοήθησα την κόρη μου στους πρώτους κρίσιμους μήνες και έζησα το εγγόνι μου από κοντά. Απόλαυσα τις πρώτες του στιγμές και αυτό ήταν ανεκτίμητο. Ο λόγος που είναι ακόμα εδώ τα παιδιά είναι γιατί ζει και εκείνη αυτές τις στιγμές με τον μπαμπά της που όχι μόνο είναι πρωτόγνωρες αλλά και οι τελευταίες που θα έχει από αυτόν. Και στην τελική πότε σε ενόχλησαν; Το σπίτι είναι τεράστιο, δεν τους βλέπεις καν, μένουν στο πίσω μέρος. Όλο λείπεις, δεν είσαι ποτέ στο σπίτι!»
«Τα βλέπω στους λογαριασμούς μου!»
«Στους λογαριασμούς μας θες να πεις! Γιατί όλα αυτά τα χρόνια είμαι κερί αναμμένο στο πλάι σου! Και ας μην είμαστε παντρεμένοι. Σε βοήθησα με την εταιρεία και την έκανες κολοσσό σε μια στιγμή που όλα γκρεμίζονταν. Ξέχασες πώς ήταν τα πράγματα όταν ήρθα στο σπίτι; Τα είχες κάνει θάλασσα και εγώ σε έβγαλα στα ανοιχτά. Κατάφερα και έβαλα σε μια σειρά τα πράγματα, σε σήκωσα από το πάτωμα και με τις συμβουλές μου έκλεισες τις καλύτερες συμφωνίες. Γιατί με κάνεις να τα λέω; Εσύ είχες πει πως ό,τι έχουμε είναι και των δύο μας. Λεφτά μας. Σπίτι μας. Ζωή μας. Ποτέ δεν έκανα τίποτα χωρίς να σε ρωτήσω!»
«Περιμένεις να παραδεχτώ ότι πίσω από την επιτυχία μου βρίσκεσαι εσύ; Είσαι πολύ αστεία! Όσα έχω τα είχα και πριν από εσένα. Τι σου χρωστάω νομίζεις; Τίποτα! Αν δεν ήσουν εσύ θα ήταν κάποια άλλη!»
«Πού πας, Μάρκο;»
«Στην άλλη! Αυτή δεν μουρμουράει σαν εσένα!»
«Σε ποια;»
«Στην γραμματέα μου. Στο είπα. Αν δεν ήσουν εσύ, θα ήταν κάποια άλλη. Και πάντα αυτή η θέση ήταν ανοιχτή ως τον γάμο. Κι ας μη το είχες καταλάβει»
«Ποιον γάμο; Υπάρχει περίπτωση να σε παντρευτώ;»
«Τότε μαζέψτε τα και δρόμο! Έξω από το σπίτι ΜΟΥ! Όλοι σας!»
CC
Συνεχίζεται…

One response to “Αποφάσεις – Μέρος 3ο”
[…] Προηγούμενο […]