Η Μελίνα μπήκε στο εστιατόριο σέρνοντας ένα αέρινο μαύρο φόρεμα και στα χέρια κρατούσε ένα μικρό τσαντάκι. Έψαξε με το βλέμμα της τον Κάρλος αλλά ο σερβιτόρος την οδήγησε αμέσως στο τραπέζι τους.
Τα πιάτα έφταναν το ένα μετά το άλλο και η σαμπάνια έρεε άφθονη στα ποτήρια τους. Ήταν μια ήσυχη βραδιά μετά από πολύ καιρό. Κάποια στιγμή, ο Κάρλος έβγαλε από την τσέπη του σακακιού του ένα κουτάκι και το άφησε δίπλα στο ποτήρι της. Εκείνη το άνοιξε και θαμπώθηκε από την λάμψη του τεράστιου μονόπετρου.
«Λοιπόν;» της είπε αυτός όλο αγωνία.
«Πρέπει να κάνεις σωστά την πρόταση. Να πεις όσα αγαπάς σε εμένα. Να με ρωτήσεις αν θέλω να σε παντρευτώ. Και μετά να γονατίσεις»
«Δεν έχω γονατίσει ποτέ μπροστά σε γυναίκα»
«Θα το κάνεις για εμένα;»
Ο Κάρλος γέλασε. Τον ξετρέλαινε αυτό το νάζι της. Ήταν η αδυναμία του. Πλησίασε πιο κοντά της την καρέκλα του. Της έπιασε τα χέρια και τα φίλησε.
«Όταν σε γνώρισα, είδα ένα κορίτσι διαφορετικό από όλα τα άλλα. Ήρεμη, γλυκιά, κοιτούσες χαμηλά, κοκκίνιζες, έκανες σωστά την δουλειά σου, με ευγένεια, σεμνότητα. Είπα, αυτή θέλω μια μέρα να γίνει η γυναίκα μου. Την θέλω δική μου. Μόνο δική μου. Αυτή μπορεί να σταθεί δίπλα μου. Να με αλλάξει. Να με λυτρώσει. Αυτό κάνεις ένα χρόνο τώρα. Με γεμίζεις. Τελικά όμως δεν άλλαξα μόνο εγώ. Εσύ μεταμορφώθηκες. Έγινες μια άλλη. Απέκτησες τσαγανό. Δύναμη. Ανάστημα. Μπορώ να σου δώσω και εξουσία. Μπορώ να σου δώσω όλο τον κόσμο. Οτιδήποτε θελήσεις. Γίνε γυναίκα μου και θα τα έχεις όλα δικά σου»
Η Μελίνα τέντωσε το χέρι της και ο Κάρλος της φόρεσε το δαχτυλίδι. Εκείνη τσίριξε και αυτός την φίλησε παθιασμένα. Τώρα έμενε ένα πράγμα ακόμη.
«Σου έχω μια δουλειά», της είπε και την ξάφνιασε.
Αυτή η δουλειά ήταν ένα τεστ. Ένα τεστ αφοσίωσης και εμπιστοσύνης. Η Μελίνα έπρεπε να προσέξει πολύ αν ήθελε να το περάσει.
Η αποστολή της ήταν να πάει σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο, να πλησιάσει ένα πολύ σημαντικό πρόσωπο και να αποσπάσει ένα αρχείο που είχε στην κατοχή του. Δεν ήξερε άλλες λεπτομέρειες. Ούτε αν το αρχείο θα το είχε πάνω του ή βρισκόταν σε κάποιον φάκελο ή στο λάπτοπ στο δωμάτιό του. Ήξερε μόνο το όνομα του στόχου και το όνομα του αρχείου.
Ο άντρας αυτός ήταν γύρω στα πενήντα αλλά φαινόταν νεότερος. Ήταν γοητευτικός, ντυμένος προσεγμένα και έπινε ουίσκι μόνος του στο λόμπι του ξενοδοχείου. Εκείνο το βράδυ περίμενε μια πόρνη. Ο Κάρλος το ήξερε. Η Μελίνα όχι. Είχε σκεφτεί ότι θα έπρεπε να κλέψει τα κλειδιά του για να πάει στο δωμάτιό του. Όχι ότι θα την πήγαινε εκείνος. Αν θα κοιμόταν μαζί του ή όχι ήταν ένα ρίσκο που ο Κάρλος ήταν διατεθειμένος να πάρει. Η αλλαγή στον χαρακτήρα της Μελίνας ήταν μεγάλη. Ήθελε να δει μέχρι πού μπορούσε να φτάσει. Αν θα έκανε τα πάντα για εκείνον. Τυφλή υπακοή και αφοσίωση. Αυτά ζητούσε. Η πραγματική παγίδα όμως ήταν το περιεχόμενο του αρχείου. Οι πληροφορίες που περιείχε ήταν απόρρητες. Επικίνδυνες στα χέρια ενός ανθρώπου σαν το Κάρλος. Τώρα που είχε σκοτώσει την Ναταλία, που όντως κοιμόταν με τον εχθρό, δεν υπήρχε άλλη για αυτή την δουλειά.
Η Μελίνα έφτασε στην ώρα της. Μόλις ο άντρας την είδε να τον πλησιάζει, ανακάθισε ικανοποιημένος. Τι πλάσμα ήταν αυτό! Ανυπομονούσε να την πιάσει στα χέρια του. Της παρήγγειλε ποτό και μίλησαν λίγη ώρα περί ανέμων και υδάτων για δουλειές, χόμπι και δικαιολόγησε την άφιξή του στην πόλη λέγοντας ότι έκανε διακοπές. Διέκρινε αμέσως την ευστροφία της από τις απαντήσεις που του έδινε. Εντυπωσιάστηκε. Είχε δίπλα του μια γυναίκα που μπορούσε να θαυμάσει από όλες τις απόψεις. Δεν άργησε να της ζητήσει να πάνε στο δωμάτιο. Τότε η Μελίνα κατάλαβε ότι την περίμενε. Κατάλαβε ποια περίμενε. Ευτυχώς ήταν προετοιμασμένη. Του ζήτησε να πιούνε ένα ποτό ακόμα. Μόλις ανέβηκαν στο δωμάτιο, αυτός έκλεισε την πόρτα πίσω του. Άρχισε να λύνει αργά την γραβάτα του. Έβγαλε το σακάκι και το πέταξε στην πολυθρόνα. Ξεκούμπωσε τα κουμπιά του πουκαμίσου του χωρίς να πάρει τα μάτια του από πάνω της. Εκείνη με μια κίνηση άφησε το φόρεμά της να πέσει στο πάτωμα. Πέφτοντας, γλίστρησε αργά πάνω από κάθε καμπύλη του σώματός της. Μόλις ο άντρας έκανε ένα βήμα προς το μέρος της, σωριάστηκε στο πάτωμα.
Η Μελίνα κοίταξε το ρολόι της και ξεφύσηξε. Παρά τρίχα! Το δεύτερο ποτό την έσωσε μαζί με το χάπι που του έριξε μέσα χωρίς να την καταλάβει. Είχε λίγα λεπτά μόνο. Δεν πρόλαβε όμως να κάνει βήμα και κάποιος μπήκε από την κύρια είσοδο προτάσσοντας το όπλο του. Στην θέα της κάνης, της κόπηκε η ανάσα. Σήκωσε τα χέρια ψηλά και περίμενε τον άντρα να ξεπροβάλλει από τις σκιές.
«Μέλι;»
«Τι κάνεις εσύ εδώ;»
Άδικα ρώτησε δύο φορές. Ο Άλεξ είχε μείνει άφωνος μπροστά στην θέα του κορμιού της. Χρειάστηκε να του φωνάξει για να τον επαναφέρει στην πραγματικότητα.
«Εσύ τι κάνεις εδώ, Μέλι;»
«Δουλεύω!» φώναξε εκνευρισμένη και έσκυψε να σηκώσει το φόρεμά της.
«Εγώ δουλεύω! Εσύ είσαι πωλήτρια! Δεν έχεις καμία θέση εδώ!»
«Για δες!» τέντωσε τα δάχτυλά της που έτρεμαν από τα νεύρα. Ο Άλεξ πλησίασε και έπιασε το χέρι της. Ανάμεσα στα πολλά βραχιόλια και δαχτυλίδια ξεχώρισε το μονόπετρο.
«Τι είναι αυτό!»
«Αρραβωνιαστήκαμε! Ξέχνα την πωλήτρια! Κυρία του αφεντικού σου!»
«Καλά, καλά… Έλα να τελειώνουμε».
«Τι ψάχνεις εσύ;»
«Αυτό εδώ το αρχείο!»
«Αυτό θέλω και εγώ!»
«Δεν μπορώ να στο δώσω!»
«Γιατί εσύ για ποιον το θες; Ο Κάρλος το ζήτησε!»
«Γαμώτο ρε, Μέλι! Γαμώτο σου!»
«Πού πας;»
Η Μελίνα βγήκε από το δωμάτιο και πήρε από πίσω τον Άλεξ ενώ μιλούσε στο τηλέφωνο της ταυτόχρονα. Δεν είχε προλάβει να δει το αρχείο. Ο Άλεξ μιλούσε και αυτός στο τηλέφωνο να δει τι θα κάνει με την υπηρεσία του. Δεν γινόταν να αποκαλυφθεί η κάλυψή του. Έπρεπε να δώσει το αρχείο στον Κάρλος. Και να ελπίζει ότι θα τον καλύψει η Μελίνα για άλλη μια φορά.
«Ακόλουθα με, Μέλι!»
«Πού πάμε;»
«Το αρχείο στον Κάρλος. Πρόσεξε τι θα πεις»
«Την αλήθεια»
Η Μελίνα και ο Άλεξ στάθηκαν μπροστά στον Κάρλος σαν βρεγμένες γάτες. Αυτός τέντωσε το χέρι του και ο Άλεξ του έδωσε τον φάκελο. Τους κοίταξε προσεχτικά. Τους ρώτησε γιατί ήταν μαζί.
«Εγώ τον φώναξα. Δεν ήμουν έτοιμη για μια τέτοια δουλειά ακόμα»
«Σε άγγιξε ο τύπος;» ρώτησε ψυχρά ο Κάρλος.
Η Μελίνα είδε με την άκρη του ματιού της τον Άλεξ να γυρίζει αυτόματα το κεφάλι του προς το μέρος της. Ήθελε να του φωνάξει να μην καρφώνεται. Να μην την κοιτάζει έτσι. Να μην την κοιτάζει καθόλου μπροστά στον Κάρλος.
«Όχι», απάντησε χαμηλόφωνα και έφυγε.
Ο Άλεξ έμεινε λίγο και έπειτα αποχώρησε και αυτός. Όταν βγήκε έξω, η Μελίνα καθόταν ακόμα μέσα στο αμάξι της με τα χέρια στο τιμόνι και κοιτούσε το κενό.
«Τρόμαξες σήμερα;» της είπε πίσω από το παράθυρο.
Εκείνη τον κοίταξε. Σαν να ήθελε να του πει πολλά. Αλλά δεν μπορούσε. Πάτησε το γκάζι και εξαφανίστηκε μέσα στη νύχτα.
CC
Συνεχίζεται…

One response to “Η πωλήτρια – Μέρος 6ο”
[…] Προηγούμενο […]