Αποφάσεις του Πατέρα – Μέρος Τρίτο – Τα παιδιά

Προηγούμενο

Ο γάμος της Σούλας με τον άντρα της ήταν προορισμένος να είναι δύσκολος από την αρχή. Η πρώτη νύχτα του γάμου της τής έδειξε ξεκάθαρα πως ο βίος που θα ακολουθούσε δεν θα ήταν καθόλου εύκολος και πως πίσω από την πόρτα του σπιτιού της δεν την περίμενε η ηρεμία που ονειρευόταν, αλλά μια ζωή γεμάτη φόβο, υπομονή και σιωπές που θα μεγάλωναν μαζί της όσο περνούσαν τα χρόνια.

Ο καιρός περνούσε στο ίδιο μοτίβο. Ο άντρας τη χτυπούσε, έπινε και τα βράδια γύριζε στις μπυραρίες της Λευκωσίας, ενώ γύρω τους άρχισαν να κυκλοφορούν ψίθυροι και κουβέντες που η Σούλα άκουγε, μα έκανε πως δεν άκουγε. Λέγονταν πολλά για εκείνον και για τις γυναίκες που είχε, και η Σούλα ήξερε πως είχε φιλενάδες, όμως δεν μιλούσε, γιατί τι μπορούσε να πει και σε ποιον; Να τον χωρίσει; Να γίνει για δεύτερη φορά μια γυναίκα που απέτυχε στον γάμο της και να μείνει στιγματισμένη για μια ζωή; Ο άντρας της ήταν, όπως το έβλεπε τότε, η μόνη της ελπίδα να ξεπλυθεί η ντροπή και να μπορέσει κάποτε να σταθεί ξανά απέναντι στον κόσμο χωρίς να αισθάνεται πως όλοι δείχνουν εκείνη.

Έτσι σώπαινε και υπέμενε.

Στους έξι μήνες του γάμου της η Σούλα έμεινε έγκυος στο πρώτο τους παιδί και, μέσα σε όλο εκείνο το σκοτάδι, η εγκυμοσύνη έφερε μαζί της μια παράξενη χαρά και μια ελπίδα που είχε σχεδόν ξεχάσει πως μπορούσε να νιώσει. Χαιρόταν για το μωρό που μεγάλωνε μέσα της, μα ταυτόχρονα φοβόταν για το μέλλον του και για τη ζωή που θα έβρισκε όταν θα ερχόταν στον κόσμο. Κάποια στιγμή πήρε θάρρος και το ανακοίνωσε στον άντρα της, περιμένοντας με αγωνία την αντίδρασή του.

«Είμαι έγκυος», του είπε.

Ο άντρας έδειξε να χαίρεται και την κοίταξε με ένα χαμόγελο που εκείνη ήθελε να πιστέψει πως ήταν αληθινό.

«Εν να κάμουμε τον γιο;»

Η Σούλα χαμογέλασε κι εκείνη, προσπαθώντας να κρατήσει μακριά κάθε άλλη σκέψη.

«Ναι, άντρα μου, εν να κάμουμε τον γιο. Να σου βάλω κάτι να φας;»

«Όι, Σούλα, εννα βκω έξω να γιορτάσω την εγκυμοσύνη σου», της είπε, και λίγο αργότερα έφυγε από το σπίτι, λέγοντας πως θα επέστρεφε.

Γύρισε την επομένη.

Λίγο καιρό αργότερα, όταν η Σούλα βρισκόταν στον δεύτερο μήνα της εγκυμοσύνης της, ο άντρας επέστρεψε στο σπίτι γύρω στις πέντε το πρωί, μεθυσμένος και φανερά ταραγμένος. Μπήκε απότομα μέσα και η Σούλα, που κοιμόταν, πετάχτηκε τρομαγμένη.

«Σούλα, έλα δα με τώρα!»

«Μα πού έν που ήσουνα;»

«Έλα τώρα, είπα σου!»

«Τι έγινε, άντρα μου; Τι έγινε; Τι έπαθες; Ακόμα εν εξημέρωσε, γιατί μου φωνάζεις;»

Δεν πρόλαβε να τελειώσει τα λόγια της και εκείνος άρχισε να τη χτυπά, σαν αγρίμι που είχε βρει μπροστά του κάποιον πάνω στον οποίο μπορούσε να ξεσπάσει όλο τον θυμό που κουβαλούσε. Δεν υπήρχε κάποιος λόγος, δεν είχε κάνει κάτι η Σούλα, είχε νεύρα από κάπου αλλού και απλώς τα ξέσπασε πάνω της, βρίζοντάς την και φωνάζοντας, ενώ εκείνη προσπαθούσε να προστατεύσει το σώμα της και περισσότερο απ’ όλα το παιδί που είχε μέσα της.

Ο πατέρας της και η μάνα της, από κάτω, άκουγαν τις φωνές και τα χτυπήματα και κάθε φορά που συνέβαινε κάτι τέτοιο η καρδιά τους γινόταν κομμάτια, γιατί από τη μια ήταν η ντροπή, η μεγάλη ντροπή απέναντι στη γειτονιά και στον κόσμο, κι από την άλλη ήταν ο πόνος τους για την κόρη τους, που υπέφερε μπροστά στα μάτια τους και εκείνοι δεν έβλεπαν ακόμη πώς μπορούσαν να τη βοηθήσουν πραγματικά.

Την ημέρα, όταν τον έπιαναν με καλό, προσπαθούσαν να του μιλούν και να τον ηρεμούν, να τον πείσουν να μην κάνει τέτοιους καβγάδες, όμως μόλις έπιανε το ποτήρι στο χέρι του με το ποτό, όλα τα ξεχνούσε και ο άνθρωπος που ήξεραν έμοιαζε να χάνεται πίσω από το μεθύσι και την οργή του.

Σε εκείνον τον καβγά η Σούλα φοβήθηκε για το μωρό της και αποφάσισε να φύγει από το σπίτι, να κατέβει κάτω στους γονείς της και να βρει καταφύγιο κοντά τους. Έτρεξε προς τη σκάλα, όμως ο Άντρος την πρόλαβε, την έπιασε και ξαφνικά την έσπρωξε.

Η Σούλα κατρακύλησε από τη σκάλα και, όταν σταμάτησε κάτω, ένας φοβερός πόνος τη διαπέρασε ολόκληρη. Όταν κοίταξε προς τα κάτω, είδε το αίμα να απλώνεται κάτω από τη φούστα της, ανάμεσα στα πόδια της, και μια τεράστια λίμνη αίματος να σχηματίζεται μπροστά στα μάτια της.

«Άμαν, μαμά, παπά, ελάτε γρήγορα!» φώναζε η Σούλα μέσα στα κλάματα, ενώ ο άντρας είχε μείνει παγωμένος στην κορυφή της σκάλας και την κοιτούσε χωρίς να μπορεί να βγάλει λέξη από το στόμα του.

Οι γονείς της έτρεξαν αμέσως κοντά της.

«Μια άμπουλα, καλέστε μια άμπουλα! Η κόρη μου!» φώναζε η μάνα της, ενώ ο πατέρας της κοιτούσε τον άντρα με οργή και απελπισία.

«Να χαθεί το μωρό, ρε Άντρο! Ίντα μου κάμες, ρε Άντρο; Εν έγκυος, μα τούτο εν το σεβάστηκες; Ντροπή σου, ρε Άντρο!»

Ήρθε το ασθενοφόρο και η Σούλα μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όμως εκεί οι γιατροί διαπίστωσαν πως το μωρό είχε χαθεί. Η πρώτη της εγκυμοσύνη, εκείνο το παιδί που είχε προλάβει να αγαπήσει πριν ακόμη το κρατήσει στην αγκαλιά της, είχε φύγει από τη ζωή μέσα σε λίγες στιγμές βίας.

Η Σούλα επέστρεψε στο σπίτι, μα ψυχολογικά ήταν σαν να είχε εξαφανιστεί η ψυχή της. Συνέχισε να ζει, να κάνει όσα έπρεπε να κάνει και να στέκεται όρθια όσο μπορούσε, όμως μέσα της κάτι είχε σπάσει και δεν ξαναβρήκε εύκολα τον δρόμο του. Υπέμενε τα μαρτύρια από τον άντρα της, υπέμενε το ξύλο, τις φωνές και τις προσβολές, και η ζωή συνέχιζε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.

Λίγους μήνες αργότερα έμεινε ξανά έγκυος και αυτή τη φορά στάθηκε πιο τυχερή. Παρόλο που εξακολουθούσε να τρώει ξύλο, κατάφερε να φέρει την εγκυμοσύνη της μέχρι το τέλος και γέννησε το πρώτο της παιδί, ένα κοριτσάκι. Ο άντρας δεν ήταν ικανοποιημένος, γιατί ήθελε γιο, όμως για τη Σούλα το παιδί αυτό έγινε ολόκληρη η ζωή της. Γέμισε τις μέρες της με τη μικρή της κόρη και προσπαθούσε όσο μπορούσε να την προστατεύει από τον πατέρα της, που μπορούσε από τη μια στιγμή στην άλλη να μετατραπεί σε έναν άνθρωπο που κανείς δεν αναγνώριζε.

Η Σούλα γέννησε με καισαρική σε μια ιδιωτική κλινική της Λευκωσίας, την οποία φυσικά πλήρωσε ο πατέρας της, και ο γιατρός τους προειδοποίησε πως για έναν χρόνο δεν έπρεπε να ξαναμείνει έγκυος, καθώς είχε γεννήσει με καισαρική και ο οργανισμός της χρειαζόταν χρόνο για να αναρρώσει.

Μα μόλις δύο μήνες μετά τη γέννηση της κόρης της, η Σούλα έμεινε ξανά έγκυος.

Η μάνα της και ο πατέρας της τρόμαξαν πολύ, γιατί γνώριζαν πλέον πόσο επικίνδυνο ήταν για την κόρη τους να περάσει ξανά τόσο σύντομα μια εγκυμοσύνη.

«Μα τι να κάμουμε; Ο Άντρος την αφήνει έγκυο συνέχεια», έλεγε η μάνα της στον πατέρα της, προσπαθώντας να συγκρατήσει την αγωνία της, και ύστερα έλεγε με φόβο: «Εν να πάθει τίποτε το κορίτσι μας».

Ο καιρός πέρασε και η Σούλα γέννησε και το δεύτερό τους παιδί, ένα αγόρι αυτή τη φορά. Ο άντρας έβαλε στο αγόρι το όνομα του πατέρα του και έτσι ο μικρός Πάμπος ήρθε στη ζωή και μεγάλωνε μαζί με την αδελφή του, μέσα στην αγάπη της μάνας του, του παππού του και της γιαγιάς του.

Μα τα παιδιά γνώρισαν από πολύ μικρά τη φρικτή βία.

Ο πατέρας τους τα έδερνε και, από τον πρώτο χρόνο της ζωής τους, άρχισε να ξεσπά και πάνω τους. Τα έβριζε, τα φόβιζε και τα έκανε να τρέμουν κάθε φορά που άκουγαν την πόρτα να ανοίγει και καταλάβαιναν πως είχε επιστρέψει στο σπίτι. Έβλεπαν έναν πατέρα αλκοολικό και είχαν μάθει να αναγνωρίζουν από τον τρόπο που περπατούσε, από τη φωνή του και από το πώς έκλεινε την πόρτα, αν εκείνο το βράδυ έπρεπε να φοβούνται περισσότερο.

Η ψυχή των παιδιών είχε αρχίσει να ματώνει από πολύ νωρίς και η Σούλα, όσο κι αν προσπαθούσε, δεν μπορούσε να αντιδράσει όπως θα ήθελε, γιατί ήταν και η ίδια φυλακισμένη μέσα στον ίδιο φόβο που τα παιδιά της ζούσαν καθημερινά.

Σε έναν από τους καβγάδες, ο πατέρας της Σούλας προσπάθησε να τους σταματήσει και να προστατεύσει την κόρη του. Πήγε να μπει ανάμεσα στον άντρα και στη Σούλα, όμως ο άντρας σήκωσε το χέρι του και τον χτύπησε.

Ο πατέρας της Σούλας έπαθε έμφραγμα εκείνη τη στιγμή.

Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όμως λίγη ώρα αργότερα διαπιστώθηκε ο θάνατός του.

Η μοίρα της Σούλας ήταν τραγική. Το μοναδικό της στήριγμα, ο άνθρωπος που βρισκόταν πάντα εκεί όταν εκείνη δεν είχε πια δύναμη, δεν ήταν πλέον στη ζωή. Έμεινε μοναχή της, μαζί με τη χήρα μάνα της, να μεγαλώνει δύο παιδιά και να προσπαθεί να κρατήσει όρθιο ένα σπίτι που κάθε μέρα έμοιαζε να διαλύεται περισσότερο.

Φοβόταν ακόμη και μήπως μείνει έγκυος και σε τρίτο παιδί, γιατί ήξερε πια πως το σώμα της δεν μπορούσε να αντέξει άλλη μια εγκυμοσύνη τόσο σύντομα, ενώ ο άντρας της δεν έδειχνε να ενδιαφέρεται ούτε για την υγεία της ούτε για τον φόβο που κουβαλούσε.

Κάπως έτσι περνούσαν τα χρόνια και το ίδιο μοτίβο βίας και εφιάλτη επαναλαμβανόταν συνέχεια και ασταμάτητα. Πλέον η Σούλα δεν ενδιαφερόταν για το τι θα έλεγε ο κόσμος, γιατί είχε φτάσει σε ένα σημείο όπου τίποτε από όσα θα μπορούσαν να πουν οι άλλοι δεν ήταν πιο βαρύ από αυτά που ζούσε η ίδια μέσα στο σπίτι της. Είχε απλώς αποδεχτεί τη μοίρα της και προσπαθούσε απεγνωσμένα να μεγαλώσει τα παιδιά της, να τα κρατήσει όσο μπορούσε μακριά από το κακό και να τους δώσει όση αγάπη μπορούσε μέσα σε μια ζωή που δεν της άφηνε πολλά περιθώρια.

Μέσα στους καβγάδες που γίνονταν, ο άντρας άρχισε να χτυπά και τη μάνα της. Τότε η ηλικιωμένη γυναίκα κατάλαβε πως δεν μπορούσε να συνεχίσει να μένει εκεί και αποφάσισε να φύγει και να πάει στο σπίτι της στο χωριό, αφήνοντας πίσω της την κόρη και τα εγγόνια της, όχι επειδή δεν ήθελε να βρίσκεται κοντά τους, αλλά επειδή η κατάσταση είχε γίνει πια αβάσταχτη.

Έτσι η Σούλα και τα παιδιά έμειναν μόνοι τους μαζί με τον άντρα.

Για χρόνια.

Μέχρι που, δέκα χρόνια αργότερα, όταν τα παιδιά είχαν φτάσει περίπου στα δώδεκα και στα δεκατρία τους χρόνια, ο Άντρος έφυγε από το σπίτι μόνος του. Ερωτεύτηκε κάποια άλλη γυναίκα και έφυγε, αφήνοντας πίσω του τη Σούλα και τα παιδιά. Δεν ξαναγύρισε ποτέ.

Η Σούλα έμεινε μόνη με τα παιδιά της.

«Μόνοι μας στο σπίτι», έλεγε και η φράση αυτή είχε μέσα της και ανακούφιση και φόβο, γιατί η απουσία του σήμαινε πως δεν υπήρχε πια ο άνθρωπος που τους είχε τρομοκρατήσει για τόσα χρόνια, όμως τα σημάδια όσων είχε αφήσει πίσω του δεν μπορούσαν να εξαφανιστούν από τη μια μέρα στην άλλη.

Τα παιδιά μεγάλωσαν και ο γιος της άρχισε σιγά σιγά να μπορεί να τον σταματά, να σηκώνεται μπροστά σε όσα κάποτε δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει κανείς. Η βία είχε αφήσει τα σημάδια της πάνω σε όλους τους, γιατί, όπως λένε, η βία φέρνει βία, και η Σούλα είχε ήδη περάσει πάρα πολλά βάσανα στη ζωή της.

Η ζωή της είχε καταστραφεί πριν καλά καλά προλάβει να ξεκινήσει ως παντρεμένη γυναίκα και, ύστερα από τόσα χρόνια φόβου, ξύλου, απελπισίας και συνεχούς αγωνίας για τα παιδιά της, το μυαλό της άρχισε να χάνει την ισορροπία του.

Μεγαλώνοντας τα παιδιά της, εκείνα άρχισαν να διαπιστώνουν πως η μητέρα τους δεν είχε σώας τας φρένας και, παρόλο που προσπάθησαν πάρα πολύ να τη συνεφέρουν και να τη βοηθήσουν, κάποια στιγμή κατάλαβαν πως η κατάσταση χρειαζόταν ιατρική βοήθεια.

Η Σούλα νοσηλεύτηκε σε ψυχιατρική κλινική για τρεις μήνες και ύστερα συνήλθε. Έφερε ξανά τα λογικά της και μπόρεσε να επιστρέψει στη ζωή της, όμως ποτέ κανείς δεν κατάλαβε αν αυτό το πρόβλημα υπήρχε μέσα της πριν από τον γάμο της με τον Άντρο ή αν αποκτήθηκε αργότερα, μέσα από όλα εκείνα τα βασανιστήρια που πέρασε και από τα χρόνια που έζησε κάτω από τον φόβο.

Η μητέρα της, στο μεταξύ, είχε μεγαλώσει αρκετά.

Έναν χρόνο πριν πεθάνει, τη φώναξε κοντά της, γιατί κρατούσε μέσα της ένα μυστικό που κουβαλούσε για πολλά χρόνια και ήξερε πως δεν μπορούσε πια να φύγει από τη ζωή χωρίς να το πει στην κόρη της.

«Έλα, κόρη μου, θέλω να σου πω κάτι»

Η Σούλα πλησίασε και κάθισε κοντά της.

«Πες μου, μαμά μου, τι είναι;»

Η ηλικιωμένη γυναίκα πήρε μια βαθιά ανάσα και για λίγο έμεινε σιωπηλή, σαν να προσπαθούσε να βρει μέσα της το κουράγιο για να ξεστομίσει εκείνο που κρατούσε θαμμένο τόσα χρόνια.

«Κόρη μου, κρατώ μέσα μου ένα μυστικό θαμμένο εδώ και πολλά χρόνια, από τη μέρα που γεννήθηκε ο Πάμπος μας»

Η Σούλα την κοίταξε χωρίς να μιλήσει.

«Τη μέρα που γέννησες τον Πάμπο, έδωκα ριάλια του γιατρού και είπα του να σε στηρώσει, για να μην μπορείς να κάνεις άλλο μωρό.»

Η Σούλα έμεινε ακίνητη, προσπαθώντας να καταλάβει τα λόγια που μόλις είχε ακούσει.

Η μάνα της συνέχισε με φωνή που έτρεμε:

«Συγγνώμη που δε σου το είπα τόσα χρόνια, μα φοβόμουν για τη ζωή σου. Αν έκανες κι άλλο μωρό τόσο σύντομα, ήταν να μου πεθάνεις κι εσύ και δεν θα άντεχα να σε χάσω, κόρη μου»

Για λίγες στιγμές δεν ακούστηκε τίποτε άλλο ανάμεσά τους. Ύστερα οι δυο γυναίκες ξέσπασαν σε κλάματα και η μία βρέθηκε στην αγκαλιά της άλλης, σε ένα κλάμα βαθύ και λυτρωτικό, σαν να έβγαιναν μαζί με τα δάκρυα όλα εκείνα τα χρόνια της βίας, του φόβου και της λύπης που είχαν μείνει κλεισμένα μέσα τους.

Η Σούλα κρατούσε τη μάνα της σφιχτά και μέσα από τα δάκρυά της τής είπε:

«Ετέλειωσαν τούτα τώρα, μαμά μου, ετ έλειωσαν. Μην τα σκέφτεσαι»

Η μάνα της συνέχιζε να κλαίει στην αγκαλιά της και η Σούλα την έσφιξε ακόμη περισσότερο.

«Καλά έκανες, μαμά μου. Με προστάτεψες, όπως ήταν να προστατεύσω κι εγώ την κόρη μου. Ευχαριστώ σε, μαμά μου, ευχαριστώ σε»

Ήταν η πρώτη φορά, ύστερα από τόσα χρόνια, που η Σούλα μπορούσε να κοιτάξει πίσω και να δει εκείνη τη μεγάλη σιωπή της μάνας της όχι σαν ένα ακόμη βάρος, αλλά σαν μια πράξη φόβου και προστασίας. Η μάνα της είχε φοβηθεί πως θα τη χάσει και, με τον τρόπο που τότε μπορούσε, προσπάθησε να της χαρίσει λίγο ακόμη χρόνο, λίγη ακόμη ζωή, μέσα σε έναν γάμο που της είχε πάρει σχεδόν τα πάντα.

Και οι δυο γυναίκες έμειναν αγκαλιασμένες, κλαίγοντας για όσα είχαν περάσει και για όσα δεν μπορούσαν να αλλάξουν πια, μα ίσως για πρώτη φορά χωρίς να χρειάζεται να κρύψουν τίποτε η μία από την άλλη.

Η Σούλα συνέχισε τη ζωή της κοντά στα παιδιά της. Τα είχε πάντα κοντά της, πάντα δίπλα της, και εκείνα, παρά τα όσα είχαν ζήσει, δεν την άφησαν μόνη. Τη στήριξαν, τη φρόντισαν και δημιούργησαν με τον καιρό τις δικές τους οικογένειες, όμορφες οικογένειες, διαφορετικές από εκείνη μέσα στην οποία είχαν μεγαλώσει.

Άφησαν πίσω τους το παρελθόν τους όσο μπορούσαν και έμαθαν να κοιτούν μπροστά.

Η Σούλα είχε πλέον κοντά της τα παιδιά της και τα εγγόνια της, και τα εγγόνια της τη λάτρευαν. Το σπίτι γέμισε ξανά με παιδικές φωνές, με αγκαλιές, με επισκέψεις και με εκείνη τη ζεστασιά που κάποτε της είχε λείψει τόσο πολύ.

Και ίσως αυτό να ήταν το πιο μεγάλο δώρο που της έδωσε τελικά η ζωή.

Ύστερα από τόσα χρόνια φόβου, η Σούλα μπορούσε πια να βλέπει τα παιδιά της να μεγαλώνουν, να δημιουργούν τις δικές τους οικογένειες και να μεγαλώνουν τα δικά τους παιδιά μέσα σε αγάπη και ασφάλεια. Κι εκείνη, έχοντας γύρω της τα παιδιά και τα εγγόνια της, μπορούσε επιτέλους να αφήσει πίσω της ένα κομμάτι από εκείνη τη ζωή που για τόσα χρόνια την κρατούσε δεμένη στον φόβο.

Στις καινούργιες σελίδες της ζωής υπήρχαν τα παιδιά της, τα εγγόνια της, οι αγκαλιές τους και ένα σπίτι γεμάτο ζωή.

Η Σούλα, ύστερα από όλα όσα είχε περάσει, δεν ήταν πια μόνη.

Παναγιώτα Τσάμπρα

Τέλος

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading