Από την ημέρα που χάλασε ο αρραβώνας, η ζωή της Σούλας χωρίστηκε στα δύο. Υπήρχε η ζωή πριν από εκείνο το μεσημέρι, όταν ο Φώτης μπήκε στο σπίτι τους και ανακοίνωσε πως αγαπούσε άλλη γυναίκα, και υπήρχε η ζωή μετά. Μια ζωή πιο σκοτεινή, πιο στενή, σαν δωμάτιο χωρίς παράθυρα.
Τις πρώτες μέρες δεν έκλαψε. Όχι γιατί δεν πονούσε. Αντιθέτως. Ο πόνος ήταν τόσο μεγάλος που δεν χωρούσε σε δάκρυα. Καθόταν με τις ώρες στο δωμάτιό της, μπροστά στο παράθυρο που έβλεπε στον δρόμο, και παρακολουθούσε τους ανθρώπους να περνούν. Άνθρωποι που συνέχιζαν τις ζωές τους, που πήγαιναν στις δουλειές τους, που γελούσαν, που έκαναν σχέδια για το αύριο. Κι εκείνη ένιωθε σαν να είχε σταματήσει ο χρόνος.
Η μητέρα της έμπαινε συχνά στο δωμάτιο κρατώντας ένα πιάτο φαγητό.
«Φάε κάτι, κόρη μου»
«Δεν πεινώ»
«Δύο μέρες έχεις να βάλεις μπουκιά στο στόμα σου»
«Δεν μπορώ»
Η μητέρα της άφηνε το πιάτο στο κομοδίνο και έφευγε σκουπίζοντας κρυφά τα μάτια της. Γιατί υπήρχε ένας πόνος ακόμη μεγαλύτερος από τον δικό της. Ο πόνος του πατέρα της.
Ο άνθρωπος που κάποτε γέμιζε το σπίτι με τη φωνή του είχε γίνει σκιά του εαυτού του. Στο εργαστήριο οι εργάτες τον έβλεπαν να ξεχνά παραγγελίες, να μένει ακίνητος κοιτάζοντας τα μηχανήματα, να χάνει το νήμα των συζητήσεων. Στον καφενέ δεν πήγαινε πια. Κι όταν κάποιοι παλιοί φίλοι τον συνάντησαν στον δρόμο και προσπάθησαν να του πιάσουν κουβέντα, εκείνος χαμήλωσε το κεφάλι και προσπέρασε. Λες και κουβαλούσε μια ντροπή που δεν του ανήκε.
Ένα βράδυ η Σούλα τον άκουσε να μιλά στη μητέρα της. Η φωνή του έβγαινε σπασμένη.
«Εγώ φταίω»
«Μην το λες αυτό»
«Εγώ τον έβαλα μέσα στο σπίτι μας»
«Πού να ήξερες;»
«Έπρεπε να ξέρω»
Η γυναίκα του άγγιξε το χέρι του.
«Η κόρη μας χρειάζεται τώρα δύναμη»
«Τζιαι ποιος θα της τη δώσει;»
Για πρώτη φορά στη ζωή της η Σούλα άκουσε τον πατέρα της να κλαίει. Και αυτό ήταν χειρότερο από όλα.
Οι μήνες περνούσαν αργά. Σιγά σιγά ο πατέρας της άρχισε να ξαναβγαίνει από το σπίτι. Πρώτα πήγε στο εργαστήριο. Ύστερα στην εκκλησία. Και ύστερα, ένα απόγευμα, εμφανίστηκε ξανά στον καφενέ.
Όταν μπήκε μέσα, οι συζητήσεις σταμάτησαν για λίγα δευτερόλεπτα. Έπειτα όλα συνέχισαν σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Όμως εκείνος ήξερε. Ήξερε πως είχαν μιλήσει. Πως είχαν σχολιάσει. Πως είχαν λυπηθεί ή κουτσομπολέψει.
Κάθισε στη γωνιά του χωρίς να πει πολλά. Μέχρι που ο καφετζής πλησίασε.
«Πώς πάεις;»
«Όπως με βλέπεις»
Ο καφετζής δίστασε.
«Έχω να σου πω κάτι…»
Ο πατέρας της τον κοίταξε καχύποπτα.
«Τι πράμα;»
«Υπάρχει ένας νέος…»
Ο άντρας αναστέναξε βαριά.
«Προξενιό εννοείς;»
«Ναι»
Ο πατέρας της γέλασε πικρά.
«Ποιος εννα θέλει την κόρη μου τώρα;»
«Πολλά καλά παιδιά υπάρχουν»
«Ναι… Ποιός είναι;»
«Ο Άντρος»
«Ποιος Άντρος;»
«Ο γιος του Πάμπου»
Το πρόσωπο του πατέρα της σκοτείνιασε αμέσως.
«Εν για την οικογένεια του Πάμπου που μιλάς;»
«Άκουσέ με πρώτα»
«Ούτε να το σκέφτεσαι»
«Ο γιος δεν είναι σα τον πατέρα του»
Ο πατέρας της δεν απάντησε. Κοίταξε το ποτήρι του. Μετά το τραπέζι. Μετά το κενό. Γιατί βαθιά μέσα του ήξερε πως οι επιλογές είχαν λιγοστέψει.
Το όνομά του Άντρου δεν ήταν άγνωστο στην πόλη, όχι επειδή είχε αποκτήσει κάποια ιδιαίτερη φήμη αρετής ή επιτυχίας, αλλά μάλλον επειδή ανήκε σε εκείνη την κατηγορία ανθρώπων για τους οποίους πάντα κάτι λέγεται, πάντα κάτι υπονοείται, ποτέ όμως τίποτα δεν διατυπώνεται ξεκάθαρα, και αυτό από μόνο του αρκούσε για να δημιουργήσει γύρω του μια ατμόσφαιρα μισοειπωμένης καχυποψίας.
Το ίδιο βράδυ κάλεσε τη γυναίκα και την κόρη του στη σάλα. Η Σούλα κατάλαβε αμέσως πως κάτι σοβαρό συνέβαινε.
«Υπάρχει προξενιό»
Η μητέρα της σταυροκοπήθηκε. Η Σούλα έμεινε ακίνητη.
«Ποιος είναι;»
«Ο Άντρος»
«Τον ξέρω;»
«Όχι»
Ακολούθησε σιωπή. Ο πατέρας της περίμενε. Ίσως για πρώτη φορά στη ζωή του περίμενε να ακούσει τη γνώμη της.
Η Σούλα κατέβασε τα μάτια. Ένιωθε κουρασμένη. Τόσο κουρασμένη.
«Ό,τι νομίζεις εσύ, παπά»
Τα λόγια της τον χτύπησαν σαν μαχαίρι. Γιατί ξαφνικά κατάλαβε κάτι που δεν είχε καταλάβει όλα τα προηγούμενα χρόνια. Ότι είχε μεγαλώσει μια κόρη που δεν ήξερε να επιλέγει. Επειδή ποτέ δεν της το είχε επιτρέψει.
Ο άντρας έμεινε για ώρα σιωπηλός. Και για πρώτη φορά στη ζωή του αναρωτήθηκε αν όλες οι αποφάσεις που είχε πάρει για χάρη της ήταν πράγματι οι σωστές.
Ο πατέρας της τον συνάντησε πρώτος, σε εκείνη τη συνάντηση που ποτέ δεν ήταν πραγματικά απλή γνωριμία, αλλά περισσότερο μια άτυπη διαπραγμάτευση δύο οικογενειών που προσπαθούν να μετρήσουν όχι μόνο τις δυνατότητές τους, αλλά και το πόσο αντέχουν ακόμη να ρισκάρουν.
Ο Άντρος μπήκε στο σπίτι χωρίς υπερβολές, χωρίς εκείνη την τεχνητή ευγένεια που συχνά συνοδεύει τέτοιες περιστάσεις, και κάθισε απέναντι από τον πατέρα της με μια ηρεμία που δεν ήταν απαραίτητα γαλήνη, αλλά περισσότερο αυτοπεποίθηση ανθρώπου που έχει μάθει να επιβιώνει χωρίς να εξηγεί πολλά.
Όταν τον ρώτησε για τη δουλειά του, απάντησε λιτά, σχεδόν αδιάφορα, σαν να θεωρούσε πως οι λεπτομέρειες δεν έχουν σημασία μπροστά στην πρόθεση. Και όταν το βλέμμα του έπεσε πάνω στη Σούλα, εκείνη ένιωσε κάτι παράξενο, όχι έλξη ούτε φόβο ξεκάθαρο, αλλά μια αίσθηση ότι αυτός ο άνθρωπος δεν την έβλεπε ως κορίτσι που πρέπει να κερδηθεί, αλλά ως πραγματικότητα που ήδη είχε αρχίσει να θεωρεί δεδομένη.
Η απόφαση δεν άργησε. Ούτε αυτή τη φορά υπήρξαν μεγάλες συζητήσεις. Η ζωή της Σούλας είχε αρχίσει να μοιάζει με σειρά από κλειστές πόρτες που άνοιγαν μόνο για να την οδηγήσουν σε επόμενη, ακόμη πιο στενή αίθουσα.
Ο αρραβώνας έγινε γρήγορα, σχεδόν χωρίς καθυστέρηση, σα να υπήρχε μια βιασύνη των ενηλίκων να αποδείξουν ότι η προηγούμενη αποτυχία δεν είχε αφήσει ίχνος πάνω τους. Στο σπίτι στήθηκε γλέντι, τραπέζια γεμάτα φαγητά, συγγενείς που χαμογελούσαν περισσότερο από όσο ένιωθαν, και μια Σούλα που στεκόταν ανάμεσά τους σαν φιγούρα ευγενικής αποδοχής ενός ρόλου που δεν είχε επιλέξει, αλλά είχε μάθει να εκτελεί με ακρίβεια.
Ο Άντρος την πλησίασε κάποια στιγμή διακριτικά, όχι με τρυφερότητα, αλλά με εκείνη την ήρεμη οικειότητα ανθρώπου που θεωρεί πως ο χρόνος δεν χρειάζεται πολλά λόγια για να δημιουργήσει σύνδεση.
«Εννα συνηθίσουμε», της είπε χαμηλόφωνα.
Η Σούλα δεν απάντησε. Γιατί δεν ήξερε αν η φράση αυτή ήταν υπόσχεση ή προειδοποίηση.
Ο γάμος έγινε έναν μήνα αργότερα. Η αυλή φωταγωγήθηκε. Τα τραπέζια γέμισαν. Τα βιολιά έπαιζαν. Ο κόσμος χόρευε. Ο πατέρας της χαμογελούσε ανακουφισμένος.
Ο γάμος είχε φτάσει στο αποκορύφωμά του. Τα βιολιά έπαιζαν ασταμάτητα, οι φωνές των καλεσμένων ανακατεύονταν με τα γέλια και τα τραγούδια, και η μεγάλη αυλή του σπιτιού έλαμπε από τα πολύχρωμα λαμπιόνια που είχε φροντίσει να κρεμάσει ο πατέρας της Σούλας από μέρες. Ήθελε όλα να είναι τέλεια. Ήθελε ο κόσμος να δει πως η κόρη του παντρευόταν, πως η ατυχία του πρώτου αρραβώνα ανήκε πλέον στο παρελθόν, πως η τιμή της οικογένειας είχε αποκατασταθεί.
Η Σούλα καθόταν δίπλα στον Άντρο και χαμογελούσε μηχανικά κάθε φορά που κάποιος πλησίαζε για να τους ευχηθεί. Το πρόσωπό της πονούσε από το συνεχές χαμόγελο, όμως δεν τολμούσε να σταματήσει. Ένιωθε πως δεκάδες μάτια ήταν καρφωμένα πάνω της, έτοιμα να σχολιάσουν την παραμικρή της έκφραση.
«Να ζήσετε! Να γεράσετε μαζί!», φώναζαν οι συγγενείς.
«Καλούς απογόνους!»
«Και του χρόνου με μωρό στην αγκαλιά!»
Η Σούλα απαντούσε με ένα αμήχανο νεύμα, ενώ μέσα της ένιωθε σαν να παρακολουθούσε τη ζωή κάποιου άλλου.
Ο Άντρος έπινε ασταμάτητα. Από την αρχή του γλεντιού δεν είχε αφήσει το ποτήρι από το χέρι του. Κάθε τόσο γέμιζε ξανά και ξανά, ενώ τα μάγουλά του είχαν κοκκινίσει και η φωνή του γινόταν όλο και πιο δυνατή.
Όταν τελείωσε ένας ακόμη χορός, έσκυψε προς το μέρος της.
«Πάω πάνω να φυλάξω τα λεφτά και τα χρυσά. Εν κρίμα να χαθούν μέσα σε τόσο κόσμο»
Η Σούλα κούνησε το κεφάλι της.
«Καλά»
Τον είδε να χάνεται προς το εσωτερικό του σπιτιού και ξαναγύρισε στους καλεσμένους.
Στην αρχή δεν έδωσε σημασία. Ύστερα όμως πέρασαν δέκα λεπτά. Μετά είκοσι. Και ύστερα μισή ώρα. Ο Άντρος δεν είχε επιστρέψει. Μια παράξενη ανησυχία άρχισε να φωλιάζει μέσα της. Δεν ήξερε γιατί. Ίσως ήταν ένστικτο. Ίσως ήταν ο τρόπος που την είχε κοιτάξει λίγο πριν φύγει. Ίσως ήταν η παράξενη αίσθηση που είχε όλη μέρα πως κάτι δεν πήγαινε καλά.
Ζήτησε συγγνώμη από τις γυναίκες που κάθονταν δίπλα της και γλίστρησε διακριτικά προς το σπίτι. Οι φωνές του γλεντιού ακούγονταν όλο και πιο μακρινές καθώς ανέβαινε τη σκάλα. Το πάνω πάτωμα ήταν βυθισμένο στη σιωπή. Μόνο η μουσική από την αυλή έφτανε εξασθενημένη μέχρι εκεί.
Στάθηκε μπροστά στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Την πόρτα του δωματίου που είχαν ετοιμάσει για το πρώτο τους βράδυ ως αντρόγυνο. Την άνοιξε. Και μέσα σε μια στιγμή ένιωσε ολόκληρος ο κόσμος της να γκρεμίζεται.
Μπήκε στην κρεβατοκάμαρα και εκεί πανω στο στολισμένο νυφικό της κρεβάτι είδε τον άντρα της ολόγυμνο να αναστενάζει από ηδονή πάνω σε μια άλλη γυναίκα που της είχε συστηθεί ως ξαδέρφη του. Έκλεισε την πορτα μπήκε στο μπάνιο και έκλαψε. Έκλαψε βουβά..
Δεν φώναξε. Δεν έκανε σκηνή. Δεν έσπασε τίποτα. Ίσως γιατί ο πόνος ήταν τόσο μεγάλος που δεν χωρούσε σε κραυγές. Έκλεισε αθόρυβα την πόρτα και κατευθύνθηκε στο μπάνιο. Μόλις κλείδωσε πίσω της, ακούμπησε την πλάτη στον τοίχο και γλίστρησε αργά προς το πάτωμα.
Για λίγη ώρα έμεινε εκεί ακίνητη. Σαν άνθρωπος που είχε μόλις μάθει ότι όλα όσα πίστευε ήταν ψέμα. Δεν έκλαιγε μόνο για την προδοσία. Έκλαιγε γιατί κατάλαβε πως είχε περάσει από τα χέρια ενός άντρα στα χέρια ενός άλλου χωρίς ποτέ να ερωτηθεί τι ήθελε η ίδια. Έκλαιγε γιατί είχε αρχίσει να ελπίζει πως αυτή τη φορά ίσως τα πράγματα να ήταν διαφορετικά. Και η ελπίδα, όταν πεθαίνει, πονά περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.
Τι άλλο θα μπορουσε να κάνει; να φωνάξει; να τα διαλυσει όλα;
Ο Άντρος αφου τελείωσε αυτό που άρχισε με την άλλη γυναίκα, μπήκε στο μπάνιο και την είδε να κλαίει.
«Σκούπισε τα μούτρα σου και κατέβα κάτω, μας περιμένουν. Και κοίτα να χαμογελάς», της είπε.
«Γιατί μου το ‘κανες αυτό τη μέρα του γάμου μας; Γιατί; »
«Εμένα να μεν μου κάνεις παρατηρήσεις, άκουσες; Δεν κανεί που σε πήρα έτσι σχέδιο χαλασμένη, μου ζητάς και εξηγήσεις; Εγώ είμαι άντρας, μπορώ να πηγαίνω με όσες θέλω. Εσύ όμως δεν έπρεπε να έχεις πάει με άλλον. Εκατάλαβες το; Γι’αυτό σιάστου και πάμε κάτω»
Αυτό ακριβώς έκανε η Σουλα.
Απόγνωση… Πώς είχε γίνει έτσι η ζωή της; Τι να έκανε; Να μιλήσει στους γονείς της ούτε κατά διάνοια, δεύτερος γαμπρός, δεύτερη αποτυχία; Τρίτη ευκαιρία δε θα είχε και το ‘ξερε. Οι γονείς της θα πέθαιναν από τη στεναχώρια…
Πριν τελειώσει το γλέντι, ο πατέρας της, έδωσε ένα κλειδί στον γαμπρό.
«Για σένα γαμπρε, τελευταίο μοντέλο, μερσέντες. Δικιά σου, το δώρο μου για το γάμο σας»
Ο Άντρος ήταν τρισευτυχισμένος, ήταν να να έπιασε τον πρωτό λαχνό στο λαχείο.
Όταν έφυγαν όλοι και έμειναν νύφη και γαμπρός μόνοι στο σπίτι, ο Άντρος συνέχισε να πίνει. Είχε πιει πολύ. Η Σουλα πήγε στο μπάνιο να αλλάξει για να μη τη δει. Εκείνος άνοιξε την πόρτα βίαια και την τρόμαξε.
«Μα γιατί ήρθες να αλλάξεις εδώ; Με ντρέπεσαι; Εμένα ντρέπεσαι; Τον άντρα σου;», γέλασε δυνατά και την άρπαξε από τα μαλλιά. «Όταν άνοιγες τα πόδια σου στον άλλον δεν ντρεπόσουν; Ή μήπως ζήλεψες που με είδες με την άλλη, ήθελες να έρθεις κι εσύ μαζί μας; Θέλεις να την φωνάξω;»
Της έσκισε το νυχτικό, και μπήκε μέσα της με βία. Βiaσμόs κανονικός, όσο γινόταν η πράξη την χτυπούσε, και της έλεγε πως είναι μια πόρνη, χαλασμένη, χρησιμοποιημένη που ο πατέρας της την πούλησε για να ξεπλένει την ντροπή. Την χαστουκιζε τόσο δυνατά που η Σούλα ζαλίστηκε. Μόλις τελείωσε έπεσε κάτω η Σούλα. Γεμάτη μελανιές στο σώμα της. Η μύτη της αiμοppαγούσε. Πονούσε, πονούσε πολύ. Μα πιο πολύ πονούσε η ψυχή της. Πώς έγινε έτσι η ζωή της;
«Μην έρθεις στο κρεβάτι και με ενοχλήσεις», της είπε και έφυγε. Κάτω στο πάτωμα του μπάνιου πέρασε την πρώτη νύχτα του γάμου της κλαίγοντας. Ένα ανθρώπινο κουβάρι. Γυμνή ξαπλωμένη πάνω στο νυφικό της που είχε λερωθεί από το aiμα…
Παναγιώτα Τσάμπρα
Συνεχίζεται…
