Τρόμος στο σοκάκι

Το φετινό Halloween έβρεχε καταρρακτωδώς, αλλά ο δεκατριάχρονος Πίτερ δεν είχε αποθαρρυνθεί, ούτε είχε ακούσει τις διαταγές της μαμάς να μη βγει έξω για «φάρσα ή κέρασμα» αν δε σταματούσε η βροχή. Μια μέρα το χρόνο είχε κι αυτός για να ντύνεται όπως του άρεσε (δηλαδή, βαμπίρ, ένεκα που ένα βράδυ πριν τρία χρόνια είχε δει κρυφά τον Δράκουλα, με τον Γκάρι Όλντμαν στον ομώνυμο ρόλο, και τον συνεπήρε), να «φοβερίζει» μικρότερα παιδιά με τα ψεύτικα σκυλίσια δόντια και τη χλομάδα του (που την είχε από γεννησιμιού του, αν και προσέθετε και μια δυο πινελιές, ειδικά γύρω από τα μάτια), να γυρίζει σπίτι με το καλάθι του σε σχήμα κολοκύθας γεμάτο ζαχαρωτές λιχουδιές και να βλέπει ταινίες τρόμου μασουλώντας σχεδόν ό,τι είχε αποκομίσει, όσο η μαμά δούλευε στο μεγαλύτερο γραφείο κηδειών της πόλης ως οδηγός νεκροφόρας, ενώ παράλληλα βοηθούσε και στην ιατροδικαστική υπηρεσία της κομητείας. Κι έπειτα, θα αποκοιμιόταν στον καναπέ, η μαμά θα γύριζε, θα αναστέναζε που θα τον έβρισκε με τα χείλη και τα μάγουλα γεμάτα ζάχαρη, το πρόσωπο και τα μαξιλάρια του καναπέ λερωμένα από το βαμμένο πρόσωπό του και τη στολή του (που εννοείται θα τη φορούσε ακόμα) τσαλακωμένη. Και τι θα έκανε; Μα φυσικά, θα άφηνε την τσάντα της και θα τον ξυπνούσε με ένα φιλί. Ύστερα, θα πήγαινε και θα έφερνε ένα μπουκάλι μπίρα, θα καθόταν δίπλα του, θα άραζε τα πόδια (αφού έβγαζε πρώτα τα αθλητικά παπούτσια της) πάνω στο τραπεζάκι και θα του ζητούσε να βάλει να δουν καμιά ταινία (αν ο Πίτερ δεν είχε σχολείο την επόμενη μέρα), και θα έτρωγε μαζί του όσα γλυκά του είχαν απομείνει (γιατί φυσικά και εκείνος θα άφηνε και για την μαμά, μόνο αυτήν είχε, άλλωστε). Και όταν τελείωνε η ταινία, θα πήγαιναν καθείς στο δωμάτιό του, χαλαρωμένοι και ξέγνοιαστοι. Η νύχτα του Halloween ήταν από τις λίγες όλο το χρόνο που περνούσαν τόσο όμορφα (είτε ο Πιτ είχε σχολείο, είτε όχι), και ακολουθούσαν συγκεκριμένη ρουτίνα, για να βγει τόσο πετυχημένη αυτή η βραδιά.

Οπότε δεν γινόταν να μείνει μέσα σήμερα. Λυπόταν που η μαμά τού είχε φωνάξει και που είχαν χωρίσει τσακωμένοι (κάπως έτσι είχε λήξει και η σχέση της με τον μπαμπά, κι αυτός είχε φύγει για να ζήσει σε άλλη πόλη, στο κοντινό Πόρτλαντ ή στη Νέα Υόρκη ή ποιος ξέρει πού;), αλλά ο Πιτ δεν είχε πολλές ασχολίες ή φίλους για να περάσει το χρόνο του, και βαριόταν να παίζει στο κινητό και τον υπολογιστή, ή να σερφάρει ή να βλέπει μόνο ταινίες. Ο μοναδικός του φίλος, ο Άλεξ, είχε φύγει με τους δικούς του το προηγούμενο Σαββατοκύριακο, όταν τα γεγονότα που συντάρασσαν τελευταία το Μίλφιλ, την πόλη τους, έγιναν πιο συχνά, κι αυτός ήταν ο βασικότερος λόγος που η μητέρα του είχε επιμείνει να μη βγει ούτε την ημέρα του Halloween: οι εξαφανίσεις κατοίκων, διαφόρων ηλικιών, που, όταν τους έβρισκαν, ήταν νεκροί, χλομοί και χωρίς στάλα αίματος στον οργανισμό τους. Κάποιος άρπαζε κόσμο και τον σκότωνε με έναν πολύ σαδιστικό τρόπο, με έναν τελετουργικό τρόπο που θύμιζε τις ιστορίες με βρικόλακες. Από την πρώτη στιγμή, άρχισαν να οργιάζουν οι φήμες ότι ο τρελός κατά συρροή δολοφόνος που είχε κόλλημα με αυτά τα τέρατα είχε έρθει στο Μίλφιλ. Το γραφείο του σερίφη δεν είχε βγάλει ανακοίνωση για το πώς ο φονιάς τους έπαιρνε το αίμα, αλλά ο Πιτ είχε μια δυο ιδέες επ’ αυτού, τις οποίες είχε κάνει το λάθος να τις μοιραστεί με την μητέρα του ένα μεσημέρι που έτρωγαν. Εκείνη τον είχε κοιτάξει με μισόκλειστα μάτια, κρατώντας το πιρούνι με τα λαζάνια κοντά στο στόμα της. Έμοιαζε λες και έπαιζαν σε ταινία και κάποιος είχε πατήσει το κουμπί της παύσης σε αυτό το σημείο. Ήταν αστεία η εικόνα της, αλλά όσα του είπε μετά με την αυστηρή πλέον φωνή της δεν ήταν διασκεδαστικά: πολύ απλά, του απαγόρευσε να βγαίνει τις νύχτες, γιατί, σύμφωνα με την αστυνομία, τότε ήταν που γίνονταν οι απαγωγές (άλλωστε, σκεφτόταν ο Πιτ, πότε θα δρούσε ένα βαμπίρ; Μέρα μεσημέρι που οι δυνάμεις του θα είναι λίγες ή που ο ήλιος θα το σκοτώσει;). Οι γονείς των παιδιών και το σχολείο του Μίλφιλ είχαν αναστατωθεί, μιας και δύο από τα θύματα ήταν ανήλικα, κι έτσι όλοι οι μαθητές και όλες οι μαθήτριες είχαν εντολές να πηγαίνουν αμέσως στο σχολείο και μετά να γυρίζουν στο σπίτι (κι αν δε συμμορφώνονταν, οι γονείς αναλάμβαναν να τους/τις μεταφέρουν). Στο μεταξύ, η τοπική αστυνομία, η πολιτειακή (και οι αντίστοιχες άλλων παρακείμενων πολιτειών), καθώς και οι ομοσπονδιακές υπηρεσίες (για τις οποίες η μητέρα του Πιτ, ως συνεργαζόμενη με κομητειακή αστυνομία, έτρεφε μια μεγάλη συμπάθεια) είχαν εξαπολύσει ανθρωποκυνηγητό για αυτόν τον τύπο. Αν και η μητέρα του εργαζόταν για τον ιατροδικαστή (και λογικά θα είχε δει αρκετά πτώματα, κάποια από αυτά σε άσχημη κατάσταση), λογικό ήταν να φοβάται για εκείνον, να την αγχώνουν περισσότερο οι ιδέες του Πιτ για την υποτιθέμενη αφαίμαξη που έκαναν τα βαμπίρ.

Όμως, ο Πιτ δεν είχε υπακούσει στα λόγια της, κι ας ήξερε ότι αργότερα μάλλον θα τον κατσάδιαζε (κάτι του έλεγε πως δεν θα περνούσαν και σήμερα μια όμορφη βραδιά, όταν εκείνη θα επέστρεφε). Δεν θα της έκανε αυτό το χατίρι, το είχε αποφασίσει. Αντίθετα, περίμενε να φύγει η μαμά και έπειτα ετοιμάστηκε, πήρε το καλάθι του, βγήκε από το σπίτι στο νυχτερινό Μίλφιλ, που υφίστατο τις ριπές από τον σκοτεινό ουρανό, και άρχισε να περπατάει. Σκέφτηκε να πάρει και τον σταυρό που τους είχε αφήσει κειμήλιο η γιαγιά του (το είχε κάνει την προηγούμενη χρονιά, που είχε ντυθεί και πάλι βαμπίρ, και είχε μεγάλη επιτυχία: όταν του άνοιγαν την πόρτα σε κάποιο σπίτι, έλεγε «φάρσα, κέρασμα ή… εξορκισμό!» και έδειχνε αφενός το καλάθι και αφετέρου τον σταυρό, με αποτέλεσμα να προκαλεί τα γέλια των ενοίκων, και να του δίνουν όλοι από κατιτίς). Όμως, αποφάσισε να μην τον πάρει μαζί του και φέτος. Συν τοις άλλοις, ούτε ο ίδιος ούτε η μητέρα του πίστευαν πραγματικά.

Για πολλή ώρα, περιφερόταν μοναχός του, πήγαινε από το ένα σπίτι στο άλλο, χτυπούσε το κουδούνι, κι αν του άνοιγαν, έλεγε «φάρσα ή κέρασμα». Αν του έδιναν κάτι, έλεγε «ευχαριστώ» και έφευγε, ή, αν όχι, έφευγε μουρμουρίζοντας «ευχαριστώ, με υποχρέωσες» (δεν ήθελε να τον ακούσουν, να ενημερώσουν την μητέρα του και μετά να ακούσει κι άλλο εξάψαλμο). Όσο, όμως, τα ρούχα του μούλιαζαν από το νερό που τον χτυπούσε από ψηλά, έχανε την καλή του διάθεση, κι οι πρώτες σκέψεις περί εγκατάλειψης της προσπάθειάς του να συγκεντρώσει τα περισσότερα ζαχαρωτά που μπορούσε (και να ζήσει την καλύτερη νύχτα του κόσμου) άρχισαν να τον βαραίνουν κι αυτές. Λόγια της μαμάς ανασύρονταν από την μνήμη του, χωρίς ο ίδιος να το θέλει πραγματικά, και πιο σύντομα απ’ όσο θα ήθελε αποφάσισε ότι δεν θα πήγαινε παραπέρα από την τελευταία γωνία που έβλεπε. Δεν θα διέσχιζε την Μέιν Στριτ που συναντούσε κάθετα τη Δεύτερη Οδό που βρισκόταν, κι ούτε θα γυρνούσε σπίτι ακολουθώντας αντίστροφα την μέχρι τώρα πορεία του, αλλά θα έμπαινε στο πλατύ σοκάκι που ήξερε ότι έβγαζε κατευθείαν στην οδό που έμενε, την Τρίτη Οδό, κερδίζοντας λίγο χρόνο. Δεν του άρεσε που θα τα παρατούσε, δεν είχε συγκεντρώσει όσα γλυκά επιδίωκε γιατί πολλοί δεν του είχαν ανοίξει, αλλά αυτό θα έκανε, κι ας ήξερε ότι αύριο ή μεθαύριο θα είχε ούτως ή άλλως τα πρώτα συμπτώματα ενός γερού κρυολογήματος (ένας ακόμα λόγος που η μητέρα του δεν ήθελε να βγει ο γιος της έξω με τόση βροχή).

Κάνα δυο φορές, είδε ένα περιπολικό να περιφέρεται, με τους φάρους αναμμένους. Αυτό κάπως τον καθησύχασε.

Η μητέρα του τον κάλεσε μερικές φορές στο κινητό, αλλά ο Πιτ δεν το σήκωσε. Κατά πάσα πιθανότητα, θα καλούσε και στο σταθερό, όπου δεν θα τον έβρισκε. Ο Πιτ θα το μετάνιωνε αργότερα, υπέθετε, όμως, και να το σήκωνε, τι να της έλεγε;

Ωστόσο, ο κυριότερος λόγος που ο Πιτ δεν ήθελε να συνεχίσει άλλο ήταν η ερημιά που επικρατούσε, και την οποία δεν είχε αντιληφθεί τις προηγούμενες βραδιές. Έφταιγε, φυσικά, που έτσι κι αλλιώς δεν έβγαινε έξω τα βράδια (ειδικά από τότε που έφυγε ο Άλεξ), ή, αν έβγαινε, τον πήγαινε η μητέρα του όπου ήθελε ή όπου έπρεπε να πάνε. Και συνήθως, είχε το κινητό του και ασχολιόταν με αυτό, ή, αν ήταν μαζί με τον Άλεξ, μιλούσαν για video-games, ταινίες και, ενίοτε, για κορίτσια (σίγουρα όχι για μπάσκετ ή ποδόσφαιρο ή μπέιζμπολ, όπως συνήθιζαν οι περισσότεροι συμμαθητές τους, με τους οποίους είχαν ελάχιστες επαφές, κι αυτές πάλι μόνο καλές δεν ήταν). Όταν έβγαινε τα βράδια, δεν ασχολιόταν με τους γύρω του ή το Μίλφιλ γενικά, παρά ήταν χαμένος στον δικό του κόσμο. Τώρα, όμως, που περπατούσε μόνος, και χωρίς να βγάζει το κινητό (δεν θα ρίσκαρε να του πάθει καμιά ζημιά από τη βροχή), συνειδητοποιούσε πόσο άδεια φαινόταν η πόλη. Η ερημιά θύμιζε στοιχειωμένο χωριό της Αγγλίας από παλιά ταινία τρόμου. Οι δύο φορές που είδε περιπολικό δεν του φαίνονταν αρκετές πια. Υπήρχαν φώτα στα σπίτια και τις κολόνες, το γκαζόν ήταν περιποιημένο σε κάθε οικία, τα αμάξια και οι μηχανές φαίνονταν μια χαρά έτσι όπως ξεκουράζονταν έξω από κάθε σπίτι. Αλλά δεν υπήρχε σχεδόν καθόλου διακόσμηση για το Halloween, πράγμα πρωτάκουστο, ούτε κυκλοφορούσαν άλλα παιδιά ντυμένα με αποκριάτικα ρούχα και καλάθια ανά χείρας. Ήταν σαν να είχε τηλεμεταφερθεί ο Πιτ σε άλλη χώρα, όπου δε γιορταζόταν το Halloween κι ήταν απλώς μια Παρασκευή βράδυ (που και τότε ακόμα, όμως, θα υπήρχε κόσμος, δεν ήταν δα και τόσο αργά).

Ο Πιτ σταμάτησε να περπατάει. Το κρύο, που πλέον είχε διαπεράσει τα ρούχα του, τον κατέβαλλε, και σκέφτηκε ότι δεν ήθελε πια να είναι έξω, αλλά μέσα στο σπίτι. Ήθελε να πιει λίγη ζεστή σοκολάτα και να κουκουλωθεί κάτω από τα σκεπάσματα. Δεν του άρεσε εδώ έξω, κι ας ήξερε τους δρόμους πολύ καλά, ένεκα που, μετά το σχολείο, ερχόταν με τα πόδια στο σπίτι (ήταν μικρή απόσταση). Του φαινόταν ότι, αν έβαζε τις φωνές, κανείς δεν θα έβγαινε να δει τι συμβαίνει. Όλοι φοβούνταν αυτόν τον τρελό. Τον βρικόλακα, είπε μέσα του ο Πιτ. Αυτό είναι: βαμπίρ, νοσφεράτου. Χρειάζεται αίμα για να ζήσει.

Ο ένοχος ήταν βαμπίρ. Ένα βαμπίρ στο Μίλφιλ. Υπό άλλες συνθήκες, θα του φαινόταν αστείο.

Όπως αυτό που παριστάνω εγώ σήμερα, σκέφτηκε ο Πιτ. Το μυαλό του σαν να πάγωσε κι αυτό, όπως είχε παγώσει και η μαμά εκείνο το μεσημέρι που τις είχε πει τις ιδέες του για το πώς ο κατά συρροή δολοφόνος (ο βρικόλακας) έπαιρνε το αίμα των θυμάτων του. Αισθάνθηκε την καρδιά του να τρέμει στο στήθος του, και αποφάσισε ότι τέλος, δεν θα έμενε άλλο εδώ έξω.

Πήρε μερικές βαθιές ανάσες και κοίταξε ολόγυρά του. Είδε τη Δεύτερη Οδό απ’ όπου είχε έρθει: φαινόταν μακρύς δρόμος, μεγάλη απόσταση για να διανύσει. Ύστερα, εντόπισε το σοκάκι, ένα φαρδύ, βρόμικο πεζόδρομο ανάμεσα σε δυο σπίτια, κακόφημο, αλλά σημαντικά πιο σύντομο.
Να περνούσε κάποιο αμάξι τώρα, σκέφτηκε. Ένα περιπολικό, γιατί όχι;
Αλλά κανένα όχημα δε φάνηκε.

Ο Πιτ έβγαλε ένα ουρλιαχτό, καθώς άκουσε θρόισμα πίσω του, και γέλια παιδιών. Γύρισε και διέκρινε μια φιγούρα να περπατάει αργά, προς το μέρος του. Ήταν ένα μεγαλόσωμο άτομο, ένα αγόρι που χασκογελούσε. Μερικές στιγμές χρειάστηκαν, και ο Πιτ τον αναγνώρισε: ήταν ο Τζέρεμι, ένας μακρυμάλλης με δέρμα σαν να πάσχει από αναιμία. Ένας από τους μεγαλύτερους μαθητές του σχολείου, αλλά και ένας από τους χειρότερους τραμπούκους. Ο Τζέρεμι είχε έρθει το καλοκαίρι και ήδη είχε κερδίσει μια θέση στην ομάδα ποδοσφαίρου του σχολείου. Ήταν από τα πιο δυνατά και γρήγορα μέλη της. Δεν ήταν αρχηγός, αλλά, όταν αποφοιτούσε ο τωρινός, ο Τζέρεμι θα έπαιρνε τα ηνία. Ποιος θα τολμούσε να του πάει κόντρα, άλλωστε; Θα τον έστελνε στο νοσοκομείο, και δεν θα ήταν η πρώτη φορά που θα έκανε κάτι τέτοιο. Ήταν απορίας άξιο πώς στο καλό δεν τον είχαν αποβάλει με τόσα προβλήματα που δημιουργούσε, κι ας ήταν η πρώτη του χρονιά εδώ, κι ας είχε συμπληρωθεί οριακά ένας μήνας απ’ όταν άρχισαν τα μαθήματα.
Το θέμα, όμως, ήταν πως τούτη τη βραδιά ο Τζέρεμι ήταν ο μόνος που κυκλοφορούσε στο Μίλφιλ, εκτός του Πιτ, και τα φαινόμενα έδειχναν ότι αυτό δεν θα άλλαζε (πού είναι οι μπάτσοι όταν τους χρειάζεσαι, θυμάται μια φράση που είχε δει να λένε χαρακτήρες ταινιών τρόμου). Δεν είχαν τσακωθεί ποτέ, αλλά μόνο επειδή ο Πιτ (που είχε καταλάβει αμέσως τι άτομο ήταν ο Τζέρεμι) έκανε ό,τι μπορούσε για να τον αποφύγει (και τα είχε καταφέρει). Και το ίδιο έπρεπε να κάνει και τώρα, σκέφτηκε. Ειδικά από τη στιγμή που ο Τζέρεμι φαινόταν τόσο τρομακτικός, καθώς περπατούσε αργά και σταθερά, με τη σιγουριά ενός θηρίου που ξέρει ότι θα πιάσει το θύμα του ό,τι κι αν αυτό προσπαθήσει.
Έτσι, ο Πιτ γύρισε και έτρεξε προς το σοκάκι. Πέρασε τους δυο τοίχους που το δημιουργούσαν και το φως χάθηκε για λίγες στιγμές, μιας και η πόλη δεν είχε μεριμνήσει να βάλει καμιά κολόνα και εκεί. Το μέρος, ως συνήθως μετά από τέτοια νεροποντή, ήταν γεμάτο λιμνούλες και βρομούσε, αλλά ο Πιτ αγνόησε τη μπόχα, προχώρησε γρήγορα, πατώντας και στα νερά. Αλλά βλέποντας στην άλλη άκρη την Τρίτη Οδό που ήταν το σπίτι του, αναθάρρησε.

Τότε, όμως, άκουσε πάλι ένα θρόισμα πίσω του. Κι αντί να φερθεί πιο έξυπνα από τους πρωταγωνιστές των ταινιών που έβλεπε, έκανε κι εκείνος ένα (ακόμα) μεγάλο λάθος: σταμάτησε και γύρισε να δει τι είχε ακούσει.
Μες στο σκοτάδι, δεν είδε το παραμικρό.
Γύρισε, για να συνεχίσει, και έβγαλε κι άλλο ουρλιαχτό.
Η σκοτεινή φιγούρα που είχε δει νωρίτερα, ο Τζέρεμι, στεκόταν μερικά μέτρα πιο πέρα, φράζοντας την έξοδο στον Πιτ. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά χαμογελούσε ακόμα.

Γαμώτο! είπε μέσα του ο Πιτ.
Άρχισε να οπισθοχωρεί, χωρίς να παίρνει τα μάτια του από τον μεγαλόσωμο παίκτη. Πλέον, εκτός από τη βροχή, ένιωθε και στάλες ιδρώτα να τον μουσκεύουν, ενώ η καρδιά του δεν είχε σταματήσει να χτυπάει δυνατά.

Όταν, δε, είδε τον Τζέρεμι να τον ακολουθεί, ο Πιτ αισθάνθηκε δάκρυα να χύνονται από τα μάτια του. Μαμά μου… παρακάλεσε, λες και μπορούσε να την καλέσει με τη σκέψη του. Εικόνες από ταινίες με μακελάρηδες όπως ο Τζέισον Βόρχις και ο Μάικλ Μάγερς γέμισαν το μυαλό του: τύποι μεγαλόσωμοι, που δεν μιλάνε• φιγούρες που κινούνταν αργά, ακολουθούσαν τα μέλλοντα θύματά τους σε σκοτεινά (ή και όχι) μέρη. Του Πιτ του άρεσαν αυτές οι ταινίες: είχαν πολύ χαβαλέ, και τα εφέ με το αίμα και τους διαμελισμούς τον έκαναν να φρίττει, αλλά δεν τον αποθάρρυναν καθόλου από το να συνεχίσει να βλέπει (και φυσικά, ούτε που διανοούνταν να διακόψει την προβολή μιας ταινίας τρόμου πριν πέσουν οι τίτλοι τέλους). Πόσο το μετάνιωνε πλέον που έβλεπε μανιωδώς τέτοια έργα, μόνο ο ίδιος ήξερε. Μέχρι και τον Γκάρι Όλντμαν έβρισε από μέσα του.

Ο Πιτ αποφάσισε ότι έπρεπε να γυρίσει και να τρέξει, αλλά δεν πρόφτασε.

Τα πόδια του τσαλαβούτησαν στα λασπόνερα ξανά, όμως, κινούμενος αντίθετα, γλίστρησε και βρέθηκε φαρδύς πλατύς στο βρόμικο πεζοδρόμιο. Αμέσως, έφτυσε τα ψεύτικα δόντια του, που είχαν φύγει από τη θέση τους και παραλίγο να τα καταπιεί. Το καλάθι του έπεσε παραπέρα και, κρίνοντας από τον ήχο των τυλιχτών ζαχαρωτών, κατάλαβε πως όσα είχε μαζέψει αναμείχθηκαν με τα υπόλοιπα σκουπίδια. Αλλά αυτό ήταν το λιγότερο που τον ένοιαζε.

Ο Πιτ έκανε να σηκωθεί, όμως μια δυνατή γροθιά τον άρπαξε από τον μανδύα που φορούσε και ύστερα ένα άλλο χέρι, παγωμένο σαν ένα γυάλινο μπουκάλι που το βγάζεις από την κατάψυξη, του έφραξε το στόμα. Ο Πιτ πάλεψε, κλότσησε και γρονθοκόπησε τον άλλο, τον Τζέρεμι, αλλά ήταν μάταιο. Ήταν πολύ πιο αδύναμος, κι επιπλέον φοβόταν, κρύωνε και το σώμα του ήταν μουλιασμένο από τη βροχή. Δεν είχε ελπίδες απέναντι στον άλλο.
Ξέχασα και τον σταυρό, γαμώτο! έβρισε μέσα του.

Ο Τζέρεμι, συνεχίζοντας να χασκογελάει, τον έφερε κοντά στο πρόσωπό του. Άνοιξε το στόμα του και ακούμπησε τα σκυλίσια δόντια του στον λαιμό του μικρότερου αγοριού.
Ο Πιτ, παρατημένος και σίγουρος ότι θα είχε την μοίρα με τα προηγούμενα θύματα του τρελού (βαμπίρ), έκλεισε τα μάτια, έτοιμος να νιώσει τις βελόνες να βυθίζονται στο δέρμα του. Πολύ θα ήθελε να είναι ένας απλός εφιάλτης όλο αυτό, για να ξυπνήσει, ή μια ταινία, για να την κλείσει πριν δει την κατάληξή της. Αλλά δεν ήταν ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Το ζούσε όλο αυτό, και σύντομα θα…

Εκείνη τη στιγμή, ήχοι από λάστιχα στρίγκλισαν και φώτα έπεσαν πάνω στους δύο νέους.

Ο Τζέρεμι έβγαλε ένα ήχο σα του φιδιού, ενώ ο Πιτ κοίταξε πίσω από τον μεγαλόσωμο βρικόλακα.

Ένα περιπολικό; αναρωτήθηκε ο Πιτ. Αλλά και να είναι, τι να του κάνουν οι μπάτσοι; Τα βαμπίρ είναι απέθαντα.

Μια πόρτα άνοιξε και μια φιγούρα βγήκε. Περπάτησε παράλληλα με το μακρόστενο όχημα, το οποίο είχε μπει με την όπισθεν, και άνοιξε την πίσω πόρτα από πάνω προς τα κάτω.
Δεν είπαν «Ψηλά τα χέρια!» ή «Αστυνομία!» ή «Πέσε στο έδαφος!». Δεν είναι μπάτσοι. Τότε ποιος είναι;

Ο Τζέρεμι άφησε τον Πιτ και στράφηκε ολόκληρος προς τον αφιχθέντα. Περπάτησε γρήγορα προς το μέρος του, υψώνοντας τα χέρια του προς αυτόν.

Πριν τον αρπάξει, όμως, το άλλο άτομο κινήθηκε γρήγορα: γύρισε και κράτησε απέναντί του κάτι. Ο Τζέρεμι ακινητοποιήθηκε αμέσως και έβγαλε ένα παρατεταμένο αγκομαχητό. Στη συνέχεια, η άλλη φιγούρα είπε κάτι που ο Πιτ δεν κατάλαβε αμέσως, όμως είδε τι συνέβη: ο Τζέρεμι οδηγήθηκε μέσα στο αμάξι από την πίσω πόρτα που είχε ανοίξει. Ακούστηκε ο ήχος από ένα ξύλινο καπάκι και τέλος η πόρτα που σφράγιζε.

Τότε ο Πιτ είδε τον οδηγό να έρχεται κοντά του. Προς μεγάλη έκπληξή του, διαπίστωσε ότι ήταν η μητέρα του, και συνειδητοποίησε ότι το όχημα που οδηγούσε ήταν η υπηρεσιακή νεκροφόρα του ιατροδικαστή της κομητείας.

Η μητέρα του, που φορούσε τη γκρίζα στολή της, έσκυψε και τον αγκάλιασε. «Σου είπα να μη βγεις» είπε, σφίγγοντάς τον. «Αλλά χαίρομαι τόσο πολύ που δεν έπαθες κάτι».
«Μαμά μου» είπε εκείνος και έκλαψε. Όταν την άφησε, την κοίταξε. Φαινόταν κουρασμένη, τα μαλλιά της πιασμένα σε αλογοουρά, μα ήταν χαρούμενη. «Εσύ… πώς;…»
«Έλα, έχουμε πολλά να πούμε. Πρώτα θα πάμε σπίτι, να αλλάξεις, να πιεις μια ζεστή σοκολάτα, κι έπειτα θα κάνουμε μια βόλτα». Του έκλεισε το μάτι, δείχνοντας τη νεκροφόρα.
«Τι, με αυτό; Και η δουλειά σου;»
«Αυτή κάνω και τώρα, Πιτ».
Σηκώθηκαν και μπήκαν στο αμάξι. Ήταν ζεστά εκεί.

«Πώς με βρήκες;» ρώτησε ο Πιτ.
«Τα καινούρια κινητά έχουν GPS» του είπε. «Επίσης, υπάρχουν εφαρμογές που ένας γονέας μπορεί να χρησιμοποιήσει, για να ξέρει πού είναι κάθε στιγμή το βλαστάρι του». Κοίταξε τον γιο της σοβαρή. «Ειδικά όταν του λέει ότι δεν πρέπει να βγει από το σπίτι».
Ο Πιτ δεν μίλησε.

Η μητέρα του συνέχισε. «Τον περασμένο Απρίλιο ήρθε στο γραφείο του σερίφη έγγραφο από το FBI, το οποίο κοινοποιήθηκε και στην ιατροδικαστική υπηρεσία» του είπε. «Μιλούσε για κάποιον κατά συρροή δολοφόνο, Καυκάσιο, πιθανώς νεαρό και δυνατό, που δρούσε σαν να ήταν… βαμπίρ». Κοίταξε με νόημα τον γιο της, εστιάζοντας στη στολή του. «Δεν ήταν, φυσικά».
«Δεν ήταν; Μα αυτός, ο Τζέρεμι…»
«Ό,τι και να είδες, Πιτ, ό,τι και αν νόμισες πως είδες, έχει εξήγηση. Λογική εξήγηση, εννοώ. Δεν είναι βρικόλακας. Ένας τρελός είναι, που σκοτώνει με τελετουργικό τρόπο που θυμίζει βρικόλακα από ταινία. Τίποτα άλλο».
«Τι του έκανες, μαμά; Πώς τον σταμάτησες και πώς τον έβαλες μέσα στο φέρετρο;»
Η μητέρα του είπε «Τι είναι καρφωμένο πάνω στο καπάκι του φέρετρου, Πιτ;»
Ο Πιτ κοίταξε πίσω του, το κλειστό φέρετρο. Πάνω σε αυτό ήταν καρφωμένος ένας ξύλινος σταυρός. Ο δικός τους ξύλινος σταυρός, το κειμήλιο της γιαγιάς. «Οκέι, μα, αν τον νίκησες έτσι, τότε αυτό δε σημαίνει ότι είναι πραγματικά ένας βρικ;…»
«Όχι, Πιτ. Όχι. Απλά το πιστεύει τόσο πολύ που αφέθηκε να νικηθεί από τον σταυρό. Αν ήταν πραγματικά βρικόλακας, δεν θα καταλάβαινε ότι εγώ δεν πιστεύω, οπότε και ο σταυρός δεν θα είχε ισχύ πάνω του; Τι λες;»
Ο Πιτ το σκέφτηκε και υπέθεσε ότι η μητέρα του είχε δίκιο. Ξανακοίταξε πίσω και σχολίασε: «Και πάλι, δεν μου αρέσει που είναι εδώ μέσα, μαζί μας».
«Είναι μέσα στο φέρετρο. Δεν θα βγει».
«Και πάλι…»
«Θα προτιμούσες να καθόταν δίπλα μας;»
«Όχι! Φυσικά και όχι, μαμά!»

Η μητέρα του χάιδεψε τα βρεγμένα μαλλιά του. «Μην ανησυχείς, Πιτ. Είναι τόσο παρανοϊκός, τόσο φανατικός με το υποτιθέμενο ποιόν του (ότι είναι βαμπίρ, δηλαδή), που, όσο ξέρει ότι είναι ο σταυρός κολλημένος στο φέρετρο, δεν θα κουνηθεί». Κάτι μουρμούρισε, που ο Πιτ δεν ήταν σίγουρος αν το έπιασε εντελώς, αλλά του φάνηκε σαν να είπε Ελπίζω να ξέρουν τι λένε αυτοί οι ομοσπονδιακοί για τα προφίλ των υπόπτων.

Έφτασαν στο σπίτι.

Η μητέρα του έσβησε το αμάξι και βγήκαν.

Μπήκαν στο σπίτι.

«Πήγαινε να πλυθείς, Πιτ» του είπε. «Μετά, θα πάμε μια μικρή βόλτα».
«Πού, μαμά;»

Η μητέρα του έβγαλε το κινητό της. «Θα επισκεφτούμε τους γονείς του Τζέρεμι. Να δούμε τι έχουν να πουν κι αυτοί για τον γιόκα τους. Θα ενημερώσω και τον σερίφη. Ποιος ξέρει τι άτομα είναι οι γονείς αυτού του Τζέρεμι».
«Κι αν ξέρουν; Τι έκανε κλπ;»
«Τότε θα πάνε κι αυτοί μια βόλτα με τη νεκροφόρα. Μέσα στο φέρετρο. Θα είναι λίγο στενά, βέβαια». Χαμογέλασε. Αλλά, βλέποντας το τρομαγμένο πρόσωπο του γιου της, κούνησε το κεφάλι. «Πλάκα κάνω, μικρέ».

Όπως αποδείχτηκε, ήξεραν τι έκανε ο γιος τους. Είχαν προσπαθήσει να τον καλύψουν, και μέχρι τώρα τα κατάφερναν, κυρίως με το να αλλάζουν πόλεις όταν κάποιος έφτανε κοντά στο να ανακαλύψει τι συνέβαινε (και οι γονείς του ήξεραν, και ο ψυχίατρος που τον παρακολουθούσε και μερικοί ακόμα), και με το να λαδώνουν όποιον χρειαζόταν, όπως τον διευθυντή ενός σχολείου μιας μικρής πόλης του Μέιν, ονόματι Μίλφιλ, ας πούμε, για να μην αποβάλει τον Τζέρεμι (ο οποίος, όμως, δεν θα πήγαινε φυλακή για πολύ).

«Τέλος καλό, όλα καλά, ε, Πιτ;» ρώτησε η μητέρα του μερικούς μήνες μετά, καθώς έτρωγαν πίτσα μπροστά από την τηλεόραση.
«Χμμμ» έκανε ο Πιτ, που είχε πέσει με τα μούτρα στο φαγητό, ξέροντας ότι αργότερα θα έτρωγαν και κάποιο γλυκό.

Εκείνη τη στιγμή, στο κανάλι ακούστηκε μια γνωστή, δυσοίωνη μουσική και έπειτα η φωνή του Άντονι Χόπκινς που διηγούνταν την ιστορία του Βλαντ, ιππότη της Ρουμανίας, γνωστού και ως Δράκουλα, ο οποίος…

Ο Πιτ άρπαξε το τηλεχειριστήριο και έκλεισε την τηλεόραση.

Τάκης Κομνηνός

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading