Πράσινο σαπούνι

Η πιο καλή νοικοκυρά ήταν η Δεσπούλα. Τακτική, καθαρή, προκομμένη. Σε σύγκριση με τις αδερφές της που δεν ήξεραν να πλύνουν ένα πιάτο, εκείνη ήταν ο λόγος που έλαμπε το σπίτι. Γι’ αυτό όταν αγάπησε τον Σπύρο δεν την άφηναν οι γονείς της να τον πάρει. Μέχρι και οι αδελφές της σήκωσαν κεφάλι. Να μη φύγει η Δεσπούλα από το σπίτι, να μην παντρευτεί πρώτη. Αλλά ποιος να τις πάρει αυτές έτσι κακομαθημένες που ήταν… Όχι σπίτι, αλλά ούτε τον εαυτό τους δεν ήξεραν να φροντίζουν.

Συμβουλή δεν δέχονταν ούτε από την ίδια τους τη μάνα. Με τα χρόνια κουράστηκε και αυτή και τις άφησε να κάνουν του κεφαλιού τους. Άλλωστε είχαν την μικρή και τους τα είχε όλα έτοιμα στο χέρι.

Είχε ταλέντο στην καθαριότητα. Το πράσινο σαπούνι ήταν το αγαπημένο της. Με αυτό έπλενε τα πατώματα, τα πιάτα, την μπουγάδα στη σκάφη. Με αυτό έπλενε τα κατάξανθα μαλλιά της και μετά μοσχομυριστά όπως ήταν τα έπλεκε σε μια χοντρή πλεξούδα. Με ξύδι ή σόδα έτριβε τα περισσότερα σκεύη. Γονατιστή με μια χοντρή λινάτσα στο χέρι περνούσε κάθε σημείο του σπιτιού και μετά την έστυβε καλά πάνω από ένα παλιό κουβά. Τα ασπρόρουχα, τα σεντόνια, τα κεντήματα και τα προικιά τους τα έπλενε με αλισίβα που μόνη της μάζευε από το τζάκι. Στις γιορτές το ασβέστωμα το έκανε ο πατέρας της αλλά αυτή έπρεπε να του κλουθεί να μαθαίνει. Όλες τις αντρικές δουλειές ήξερε η Δεσπούλα να τις κάνει. Σχολείο δεν πήγαινε σαν τις μεγάλες αλλά τα ξύλα, τα ζώα, τα χωράφια, τα μερεμέτια ήταν τα δικά της μαθήματα.

Τα φαγητά της ήταν παινεμένα. Όλο το χωριό τα ήξερε από την μοσχοβολιά τους. Και πίτες άνοιγε με το ξυλίκι και ψωμιά ζύμωνε και έψηνε στον ξυλόφουρνο. Χόρτα τσιγαριαστά που τα μάζευε μοναχή της, ραδίκια, ζοχούς, βλίτα που τα έκανε στο τηγάνι με κρεμμύδια. Φακές νερόβραστες και φασολάδες και ρεβιθάδες τις Κυριακές. Γλυκά του κουταλιού που τα ήξερε όλα και τα αγαπούσε πολύ. Σταφύλι, σύκο, νεράντζι και κυδώνι ήταν τα αγαπημένα της. Στις γιορτές έκανε χαλβά σιμιγδαλένιο και κουλουράκια με αλισίβα. Μα από όλα τα γλυκά του κόσμου, εκείνο που αγαπούσε πιο πολύ ήταν το μέλι που έσταζε ο καλός της όταν της μιλούσε. Κρυφά πάντα συναντιόνταν πίσω από την εκκλησία του χωριού, στον ποταμό ή σε κάποιο γκρεμό να αγναντεύουν από μακριά το χωριό αλλά κανείς να μην τους βλέπει.

Ο Σπύρος που ήξερε γράμματα κρατούσε πάντα ένα βιβλίο μαζί του. Συνήθως ήταν μια συλλογή με μικρά ποιήματα που του άρεσε να της διαβάζει. Εκείνη καθόταν χάμω και τον άκουγε συνεπαρμένη. Πάντα την τραβούσε η μάθηση, την μάγευε η γνώση. Μα ποτέ δεν είχε την ευκαιρία να μάθει. Δεν υπήρχε αυτή η επιλογή για την Δεσπούλα.

«Εγώ θα σου μάθω», της είπε μια μέρα και έπιασε τα χέρια της και τα ένιωσε να τρέμουν.

«Αλήθεια το λες;», έλαμψαν τα μάτια της από χαρά.

Έτσι και έγινε. Κρυφά για ένα χρόνο της μάθαινε γράμματα ο αγαπημένος της. Τώρα η Δεσπούλα ήξερε να διαβάζει τις ταμπέλες στα μαγαζιά, τις συσκευασίες των τροφίμων, τα ονόματα των δρόμων, τις χειρόγραφες συνταγές στο τετράδιο της μαμάς της. Την δυσκόλευαν οι καταλήξεις μα το πείσμα της δεν την άφηνε να σταματήσει. Είχε βάλει στόχο να μάθει να διαβάζει για να έρθει κάποια στιγμή η δική της σειρά να απαγγείλει ποιήματα στον καλό της. Ήθελε να τον κάνει περήφανο, να δει ότι ήταν ικανή να σταθεί ισάξια δίπλα του. Αυτά βέβαια τα ήξερε ήδη ο Σπύρος. Ήταν ο λόγος που την αγάπησε. Είχε αντιληφθεί ότι ήταν διαφορετική. Το πνεύμα της ήταν εγκλωβισμένο και ήθελε να την βοηθήσει να το απελευθερώσει. Είχε δει την φλόγα και τις ικανότητές της. Δεν ήθελε δίπλα του μια καλή νοικοκυρά. Ήθελε να την πάρει να φύγουν μακριά. Να πηγαίνουν μαζί σε εκθέσεις, σε διαλέξεις, σε μουσεία. Να δουν τον κόσμο, να ταξιδέψουν, να κάθονται αγκαλιά δίπλα στο τζάκι και να διαβάζουν βιβλία. Να συζητάνε, να αναρωτιούνται, να αναζητούν. Και βρήκε το άλλο του μισό σε αυτό το κορίτσι που μοσχοβολούσε πράσινο σαπούνι. Σε αυτό το κορίτσι που είχε πάντα τα ξανθά μαλλιά της πλεγμένα και τον συναντούσε κρυφά στο βουνό με ένα κομμάτι πίτα που έπαιρνε κρυφά από το πιάτο της. Για εκείνον. Αυτό το κορίτσι που τον ακολουθούσε στο βουνό και μάζευε χόρτα όσο εκείνος της διάβαζε ποιήματα. Που είχε σπίθες αντί για μάτια. Αυτό το κορίτσι ήταν η γυναίκα του.

Στα 21 της η Δεσπούλα είδε για τελευταία φορά το χωριό από εκείνο το βουνό πριν το σκάσει με τον Σπύρο. Κουβέντα δεν είπε σε κανέναν μόνο πήγε κρυφά και φίλησε τους γονείς και τις αδερφές της στον ύπνο τους. Κακία δεν κρατούσε, δεν χωρούσε στην καρδιά της. Όταν ξύπνησαν το επόμενο πρωί, δεν βρήκαν πουθενά την κόρη τους. Μόνο είδαν το πράσινο σαπούνι να την περιμένει στο τραπέζι της κουζίνας.

CC

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading