Ο Διαμαντής άπλωσε τα χέρια του για να μπορεί να βλέπει τα σμαραγδένια μάτια καλύτερα. Άρχισε να τρέμει η φωνή του και ένιωσε μία φούντωση στο πρόσωπο. Η Αγάπη το κατάλαβε αμέσως. Κάτι συνέβαινε, αλλά τι; Τι θα μπορούσε να σταθεί εμπόδιο στην ευτυχία της;
«Έλα πες μου, κάτι τρέχει, σωστά;»
«Πώς με νιώθεις, καρδιά μου εσύ; Μα τι θα κάνω χωρίς εσένα στην ζωή μου;»
«Μιλάς λες και δεν θα με ξαναδείς!». Τι προφητικά λόγια βγήκαν από το στόμα της!
«Ναι, δεν θα ξαναδώ για λίγο καιρό, έτσι ελπίζω. Άκου με προσεκτικά και μην βιαστείς να με κρίνεις ψυχή μου»
Η Αγάπη κάθισε στην άμμο διστακτικά, ήδη είχε αρχίσει να νιώθει έναν κόμπο στο στομάχι. Ακόμη και το κορμί της είχε καταλάβει τι θα γινόταν σε λίγο.
«Ξέρεις ότι έχω δυο αδελφές πίσω μου. Ήδη είναι σε ηλικία γάμου και πατέρας δεν υπάρχει. Μόνο εγώ είμαι ο προστάτης τους. Οι ψαριές δεν φτάνουν πάντα για να καλύψω τα έξοδα, πόσο μάλλον να κάνω ένα γερό κομπόδεμα για τις προίκες τους. Ο Παναγής που έχει ένα μεγάλο ψαράδικο στην χώρα μου έκανε πρόταση να με πάρει στην δούλεψή του. Είμαι ο μόνος από τους ψαράδες του νησιού που εμπιστεύεται. Θέλει να αφήσει κάποιον στο πόδι του γιατί η υγεία του δεν είναι πολύ καλή και ίσως να χρειαστεί να νοσηλευτεί στην πρωτεύουσα. Για αυτό δέχτηκα την θέση, γλυκιά μου. Θα είναι καλύτερα τα χρήματα για μένα. Που σημαίνει ότι οι αδελφές μου θα κάνουν γρήγορα τα δικά τους σπίτια. Αμέσως μετά θα πάρουμε σειρά εμείς. Ούτε μία μέρα παραπάνω. Στο ορκίζομαι»
Η λογική και το συναίσθημα άρχισαν τον πόλεμο στο μυαλό της Αγάπης. Ποιο θα υπερτερούσε άραγε; Η Αγάπη ήταν μία πανέξυπνη κοπέλα, το είχε αποδείξει άλλωστε την πρώτη μέρα της γνωριμίας τους. Και ψύχραιμη ήταν. Τι θα έκανε άραγε εκείνη την στιγμή;
Στο άκουσμα των δυσάρεστων νέων η Αγάπη κυριεύτηκε από έντονα και ανάμεικτα συναισθήματα. Λύπη σαν να πενθούσε, θυμός σαν να τα έβαζε με τον χειρότερη εχθρό της, χαρά γιατί θα τελείωνε η αναμονή μέχρι της επίσημης ένωσης της με τον Διαμαντή πιο σύντομα.
Έβαλε τα χέρια της στα μάτια να σκουπίσει τα δάκρυα που έτρεχαν χωρίς σταματημό. Αχ έρωτα τι κάνεις στα νεαρά κορίτσια! Από την μία τους δίνεις ανέλπιστη χαρά και από την άλλη τις φορτώνεις με ασήκωτο πόνο στις ψυχές.
Ο Διαμαντής ένιωθε την καρδιά του να ραγίζει. Πώς να το αντέξει αυτό; Και από την άλλη πως να αφήσει τις αδελφές του χωρίς προίκα; Θα το έπινε το ποτήρι μέχρι το τέλος. Θα έφτανε μέχρι τα πέρατα του κόσμου αρκεί να πετύχει τον στόχο του.
Η Αγάπη άφησε στην άκρη τα δάκρυα και τις λύπες και του είπε με φωνή σταθερή:
«Ναι, να πας στο καλό, Διαμαντή μου. Θα σε περιμένω μέχρι να έρθεις να με γυρέψεις από τον πατέρα μου. Όσο πάει και όσο χρειαστεί. Όμως έλα και αύριο να σε δω για άλλη μια φορά. Δεν θέλω να είναι η σημερινή η τελευταία μας. Θα είμαι εδώ και θα σε περιμένω»
Η Αγάπη μετρούσε τις ώρες, τα λεπτά. Πόσο ατελείωτα της φάνηκαν μέχρι την αυριανή. Μία ζωή, δύο ζωές; Η μάνα της αντιλήφθηκε ότι κάτι σοβαρό θα πρέπει να είχε συμβεί. Πάλι δεν μίλησε. Θα περίμενε τις αντιδράσεις της κόρης της. Ήταν και ο άντρας της από την άλλη. Χαζός δεν ήταν. Είχε καταλάβει και εκείνος ότι κάποιος άντρας είχε εισβάλει στην ζωή της κόρης του. Αλλιώς γιατί να διώχνει τόσες τύχες;
Η νεαρή κοπέλα δεν έκλεισε μάτι όλη νύχτα. Μετρούσε τα αστέρια του ουρανού, ένα ένα μήπως και ο ύπνος βαρύνει τα βρεμένα βλέφαρά της. Η επομένη την βρήκε όρθια από πολύ νωρίς. Αφού ντύθηκε, έφυγε βιαστικά για το ραντεβού της. Θα ήταν άραγε το τελευταίο της; Στο φευγιό στάθηκε μπροστά στον πιο όμορφο βασιλικό, ήταν ο έβδομος στην σειρά. Ο πιο φρεσκοφυτεμμένος και ο πιο εύοσμος.
Έχωσε τα χέρια της ανάμεσα στα φύλλα του, τα κούνησε με δύναμη για να απλωθεί η μυρωδιά του παντού και έκοψε σχεδόν όλα του τα φύλλα. Τα έβαλε σε ένα λευκό μαντήλι δικό της με το μονόγραμμά της. Είχε πολλά κεντημένα μαντήλια με το αρχικό Α στην άκρη. Περίμενε το γράμμα και το άλλο του άντρα της να κεντηθεί, να γίνουν ένας πίνακας με κόκκινα γράμματα σαν της φλόγας και του πάθους.
Η Αγάπη είχε φτάσει νωρίτερα στην ακτή. Κάθισε στο βραχάκι στην άκρη της και περίμενε τον αγαπημένο της. Άρχισε τον μονόλογο με την θάλασσα σαν να ήταν η καλύτερη φίλη της, έτσι της μιλούσε.
«Αχ θάλασσα μου εσύ, που πλανεύεις τον κόσμο και τον ρουφάς στα βάθη σου. Παίρνεις και τον δικό μου άντρα, αλλά μην ξεχάσεις να μου τον γυρίσεις πίσω, σε παρακαλώ. Σε εκλιπαρώ. Τι θα κάνω χωρίς αυτόν; Πως θα ζήσω;»
Άργησε εκείνη την φορά ο Διαμαντής να φανεί ή τουλάχιστον έτσι της φάνηκε. Όλα κυλούσαν τόσο αργά πια, σαν ταινία που δεν έλεγε να τελειώσει.
Μετά από μία ώρα στεκόταν ο άντρας μπροστά της. Τα λόγια περίσσευαν πια. Μόνο οι ματιές οι θολές από τα δάκρυα. Στάθηκαν αγκαλιασμένοι κάμποσο χωρίς να βγαίνει μία λέξη από τα χείλη τους. Μόνο αναφιλητά.
Ο Διαμαντής πήρε πρώτος τον λόγο:
«Έλα κορίτσι μου, σταμάτα. Μην μου ραγίζεις άλλο την καρδιά. Θα δεις, θα περάσει ο καιρός. Θα είμαστε πάλι μαζί σύντομα. Θα σου γράφω, θα μαθαίνεις τα νέα μου και αν θες να μου γράφεις κι εσύ. Πόσο μεγάλη χαρά θα μου δίνουν οι λέξεις σου να ξέρεις. Γράμματα χωρίς μιλιά αλλά που θα έχουν τόσα να πουν»
Η Αγάπη έψαξε την τσέπη της και του άφησε μέσα στα χέρια το μαντήλι.
«Πάρε το, είναι για σένα. Με βασιλικό ποτισμένο μαζί και με τα δάκρυά μου. Να τα μυρίζεις και να με θυμάσαι»
«Αχ Αγάπη μου, εσύ. Είσαι η αγάπη μου, η ζωή μου. Ναι, πρέπει να το αντέξω όλο αυτό και θα το πετύχω. Αλλιώς θα είμαι ένας εξοφλημένος»
Με αυτά τα τελευταία λόγια την χαιρέτησε αφού της γέμισε το πρόσωπο με ένα σωρό φιλιά. Έπειτα έγειρε προς το καΐκι του και έβαλε μπρος την μηχανή.
Η Αγάπη κίνησε προς την ανηφόρα χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει. Γιατί αν γυρνούσε θα έμπαινε και εκείνη μέσα και θα χανόταν στο πέλαγος. Ένα ταξίδι χωρίς γυρισμό.
Δήμητρα Καμπόλη
Συνεχίζεται…
