Ο έβδομος βασιλικός – Μέρος 5ο

Προηγούμενο

Την επομένη ο Διαμαντής και η Αγάπη βρέθηκαν στον γνωστό σημείο. Ήταν λίγο πριν τις δέκα το πρωί. Ο ήλιος είχε ανέβει αρκετά ψηλά, η άνοιξη έστελνε τα αρώματά της στον αέρα από όλα τα λουλούδια του αγρού. Η μυρωδιά τους ανακατευόταν με εκείνη της θάλασσας, τα αλάτι κι όλα μαζί ανέδυαν ένα μοναδικό άρωμα.

Ο νεαρός άντρας στάθηκε μπροστά στην αγαπημένη του και με φωνή που έτρεμε της είπε τις κρυφές του σκέψεις. Πόσο ήθελε να την κάνει δική του, πως την ονειρευόταν τις ώρες που κοιμόταν, πως την φαντάζονταν γυμνή στο πλάι του. Εκείνη αναστέναξε και αφέθηκε στην αγκαλιά του και στα γλυκά φιλιά του. Σε λίγο οι δυο τους έγιναν ένα κορμί, μία αγκαλιά μέσα στο καΐκι του. Οι ακτίνες του ήλιου έμοιαζαν να χαϊδεύουν τα κορμιά. Ούτε στα όνειρά της δεν φανταζόταν τόση ευτυχία μαζεμένη. Καμία ντροπή δεν ένιωσε, κανέναν ενδοιασμό. Μόνο χαρά, μόνο αγάπη. Σαν και το όνομά της.

Ο Διαμαντής την κοίταξε στα μάτια. Η ανάσα του ένα με την δική της.
«Γλυκιά μου, αγάπη μου, ομορφιά μου. Είσαι η ζωή μου όλη. Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα»
«Ούτε εγώ, Διαμαντή μου. Πόσο τυχερή είμαι που ήρθες στην ζωή μου. Κανείς άλλος δεν θα κυριέψει την καρδιά μου και το κορμί μου. Μόνο εσύ. Τι κι αν ο πατέρας μου ψάχνει γαμπρούς να μου φέρει στα πόδια μου; Εσύ υπάρχεις μόνο για μένα»
«Τι εννοείς με τούτο; Μη μου πεις ότι σου έρχονται τα προξενιά από τώρα! Να τρελαθώ θες;»
Η Αγάπη έβαλε τα γέλια, πρώτη φορά τον έβλεπε τόσο ανήσυχο.
«Έλα ησύχασε και μην φοβάσαι για μένα. Ξέρω πότε να λέω όχι. Και όταν το πω το εννοώ κιόλας»

Έτσι πέρασαν οι πρώτοι μήνες με τους νέους του χωριού και του διπλανού ακόμη να κάνουν όνειρα ποιος θα πάρει την Αγάπη γυναίκα του. Εκείνη έβαζε μπροστά τόσες δικαιολογίες, είμαι μικρή ακόμη, θέλω λίγο να ζήσω την πατρική μου θαλπωρή, να μην αφήσω από τώρα την αγκαλιά της μάνας μου.
Χαζομάρες δηλαδή, αν ήταν άλλη κοπέλα θα τρελαινόταν από την χαρά της αν τόσα παλικάρια την ζητούσαν σε γάμο. Εκείνη είχε μάτια μόνο για τον Διαμαντή της.

Ο πατέρας της την άφησε για λίγο καιρό ήσυχη, όμως η μάνα της ήταν πια σίγουρη ότι τα πράγματα ήταν πολύ σοβαρά.

Ένα πρωινό την περίμενε να φύγει για την θάλασσα και μετά από λίγο την ακολούθησε σιγά μην την αντιληφθεί. Η Αγάπη περίμενε κάποιον εκεί κάτω στην αμμουδιά. Την έβλεπε από εκεί ψηλά να πηγαίνει πέρα δώθε ανήσυχη και νευρική. Σε λίγο φάνηκε ένα καΐκι να σβήνει την μηχανή και να πλησιάζει σχεδόν αθόρυβα την ακτή. Δεν μπορούσε να διακρίνει τον άντρα που είχε κλέψει την καρδιά της κόρης της. Από το παρουσιαστικό του φαίνονταν αρκετά νέος και δυνατός. Μπορούσε να διακρίνει τα στιβαρά του χέρια, σαν κουπιά έμοιαζαν. Τον είδε να πλησιάζει την κόρη της και να την κλειδώνει στα μπράτσα του δυνατά. Μετά έσκυψε και την φίλησε στο στόμα. Αυτό ήταν που την σόκαρε την μάνα. Η Αγάπη της δεν αντιστάθηκε καθόλου. Να δείξει ότι δεν τον θέλει. Αντίθετα κατάλαβε από την στάση του σώματος της ότι τα φιλιά του και η αγκαλιά του της ήταν τόσο επιθυμητά. Ένας κεραυνός την χτύπησε. Δεν το περίμενε αυτό από την κόρη της, δεν την είχε μεγαλώσει έτσι. Και από την άλλη μέσα της την δικαιολογούσε. Ο έρωτας όταν χτυπήσει την πόρτα είναι αδύνατον να του κρυφτείς.
Αχ βρε Αγάπη!

Η μάνα γύρισε την πλάτη της και κίνησε για το σπίτι. Της ήταν αρκετά όσα είχε δει. Θα περίμενε την κόρη της και θα της μίλαγε, όχι με φωνές, όχι. Δεν ήθελε να προκαλέσει και τον άντρα της. Θα της μιλούσε ήσυχα.

Δήμητρα Καμπόλη

Συνεχίζεται…

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading