«Μακάρι να έβλεπες τον εαυτό σου μέσα από τα μάτια μου». Το είπε χαμηλόφωνα, σχεδόν σαν να φοβόταν μήπως, αν το έλεγε πιο δυνατά, η αλήθεια θα γινόταν υπερβολικά μεγάλη για να χωρέσει ανάμεσά τους.
Έξω η βροχή χτυπούσε τα τζάμια ασταμάτητα. Από εκείνες τις βροχές που κάνουν τον κόσμο να μοιάζει μακρινός, σαν να μην υπάρχει τίποτα έξω από το σπίτι. Μόνο οι δυο τους, ένας καναπές, δυο ποτήρια πάνω στο τραπεζάκι και η παράξενη ησυχία που υπάρχει ανάμεσα σε δύο ανθρώπους όταν έχουν αρχίσει να λένε πράγματα που δεν θα έπρεπε.
«Ίσως να είναι αυτή η πιο καθαρή μορφή αγάπης», συνέχισε. «Να βλέπεις κάποιον όπως πραγματικά είναι, αλλά εκείνος να μην μπορεί να δει αυτό που βλέπεις εσύ».
Εκείνος δεν απάντησε…
Ήταν ξαπλωμένος στα πόδια της και την άκουγε ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε εκείνη.
«Μακάρι να ήξερες πόσο πολύ σε θαυμάζω! Όχι μόνο για αυτά που κάνεις αλλά για αυτά που είσαι όταν δεν προσπαθείς να είσαι τίποτα. Για τον τρόπο που μιλάς. Για τον τρόπο που γελάς. Για εκείνες τις στιγμές που νομίζεις ότι κανείς δεν σε προσέχει και εγώ σε κοιτάζω και σκέφτομαι πως… Θεέ μου, πόσο όμορφος μπορεί να γίνει ένας άνθρωπος χωρίς καν να το καταλαβαίνει;»
Χαμογέλασε μόνη της…
«Και πόσο θέλω να είμαι μαζί σου. Δεν ξέρεις πόσο… Θέλω να είμαι εκεί! Στα εύκολα, στα δύσκολα, στις ανοησίες, στις σιωπές σου. Θέλω να σε ακούω όταν έχεις ανάγκη να μιλήσεις και να κάθομαι δίπλα σου όταν δεν θέλεις να πεις τίποτα. Θέλω να ξέρω τις μικρές σου συνήθειες. Τι σε εκνευρίζει. Τι σε κάνει να χαμογελάς. Ποια τραγούδια βάζεις όταν είσαι μόνος σου»
Σταμάτησε για λίγο… «Θέλω να είμαι ο άνθρωπός σου! Όνειρο… με τρομάζει και αυτό όπως και το ότι κάποια μέρα θα φύγεις και δεν θα καταλάβεις ποτέ πόσο πολύ σε αγάπησα»
Τα δάχτυλά της συνέχισαν να περνούν αργά μέσα από τα μαλλιά του μέχρι που, κάποια στιγμή, το κεφάλι που χάιδευε τόση ώρα αναδεύτηκε στα πόδια της.
Εκείνος άνοιξε τα μάτια και την κοίταξε.
«Με πήρε ο ύπνος… συγγνώμη, ρε Κατερινάκι»
Εκείνη γέλασε αμήχανα… «Δεν πειράζει!»
Τα φώτα έσβησαν…
«Ωραία», είπε εκείνος, «πάλι έπεσε το ρεύμα»
Εκείνη γέλασε…
«Μας βλέπω να μένουμε εδώ για πάντα»
«Δεν θα ήταν και τόσο άσχημα»
Άναψαν δυο κεριά. Το δωμάτιο γέμισε με εκείνο το παράξενο, ζεστό φως που κάνει τα πάντα να μοιάζουν πιο αληθινά.
Συνέχισαν να μιλούν.
«Βρέχει ακόμα;»
Τον κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα σαν να περίμενε κάτι… Οτιδήποτε… Μια λέξη. Ένα βλέμμα. Μια ένδειξη πως είχε ακούσει έστω και μία από τις τόσες κουβέντες που μόλις είχε ξεγυμνώσει μπροστά του. Τίποτα…
«Ναι», είπε τελικά, «βρέχει ακόμα»
Λίγο αργότερα σηκώθηκε. Πήρε την τσάντα της και στάθηκε κοντά στην πόρτα.
«Φεύγω! Θα είσαι καλά;»
«Ναι, αλλά πού πας;»
«Σπίτι»
Έκανε ένα βήμα προς την πόρτα και τότε τον άκουσε να λέει…
«Γιατί δεν μένεις εδώ;»
Γύρισε προς το μέρος του…
«Μαζί σου;»
Εκείνος σηκώθηκε και την πλησίασε αργά.
Πήγε τόσο κοντά, που ξαφνικά η απόσταση ανάμεσά τους έγινε μικρότερη από όλες τις λέξεις που είχαν αφήσει ανείπωτες.
Της μάζεψε μια τούφα μαλλιών πίσω από το αυτί. Την άγγιξε απαλά στο μάγουλο.
«Μείνε εδώ…»
Εκείνη χαμήλωσε το βλέμμα…
«Δεν…»
«Τι;»
Σήκωσε τα μάτια της… «Φοβάμαι»
«Τι;»
Πήρε μια ανάσα… «Εμάς!»
Εκείνος χαμογέλασε… «Μαζί ή χώρια;»
«Και τα δύο»
Έμεινε για λίγο σιωπηλός και μετά της είπε…
«Είμαστε καλύτερα μαζί»
Εκείνη τον κοίταξε σαν να μην κατάλαβε.
«Τι;»
«Είμαστε καλύτερα μαζί, Κατερίνα»
Η φωνή του ήταν ήρεμη…
«Ξέρεις γιατί; Γιατί όταν είσαι δίπλα μου, όλα μοιάζουν λίγο πιο απλά. Γιατί μαζί σου μπορώ να είμαι ο εαυτός μου. Γιατί με κοιτάς με έναν τρόπο που με κάνει να θέλω να γίνω καλύτερος. Γιατί με εμπιστεύεσαι ακόμα κι όταν εγώ δεν εμπιστεύομαι τον εαυτό μου»
Έκανε ένα βήμα ακόμη…«Και φυσικά γιατί σε άκουσα!»
Εκείνη πάγωσε…«Ορίστε;»
«Όλα!»
Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα…«Δεν κοιμόσουν;»
Χαμογέλασε…«Όχι»
«Τότε γιατί…»
«Γιατί ήθελα να σε ακούσω μέχρι το τέλος»
Έπιασε απαλά το πρόσωπό της στα χέρια του. «Και τώρα θέλω να σου πω εγώ κάτι»
Εκείνη δεν μιλούσε…
«Δεν είσαι απλώς η φίλη μου. Δεν ήσουν ποτέ απλώς αυτό. Είσαι ο άνθρωπος που ψάχνω όταν κάτι μου συμβαίνει. Ο άνθρωπος που θέλω να πάρω τηλέφωνο όταν έχω κάτι να πω. Ο άνθρωπος που μου λείπει πριν καν φύγει και μάλλον τόσο καιρό φοβόμουν να το ονομάσω»
Έσκυψε λίγο προς το μέρος της…
«Δεν θέλω να σε φοβάμαι, Κατερίνα. Δεν θέλω να φοβάμαι εμάς. Θέλω να δω πού μπορεί να μας πάει αυτό!»
Εκείνη ψιθύρισε…«Κι αν χαλάσουμε αυτό που έχουμε;»
«Κι αν αυτό που έχουμε είναι ακριβώς αυτό που περιμέναμε τόσο καιρό;»
Για πρώτη φορά εκείνο το βράδυ δεν χρειάστηκε να πει τίποτα.
Τα χείλη του βρήκαν τα δικά της μέσα στο σκοτάδι, ανάμεσα στη βροχή και στο φως των κεριών και εκείνο το φιλί δεν έμοιαζε με αρχή.
Έμοιαζε με μια αλήθεια που περίμενε καιρό να ειπωθεί…
Κατερίνα Μοχράνη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
