«Της έδωσες αντικλείδι;»
«Για μια ώρα ανάγκης!»
Μες τα νεύρα σηκώθηκε η Ελένη να βρει την ρόμπα της μέσα στο σκοτάδι. Ο Στέφανος, ο άντρας της, φόρεσε το παντελόνι που είχε πετάξει στο πάτωμα δίπλα στο κρεβάτι. Ποιος την άκουγε την γυναίκα του, ποιος ξέρει πόσο καιρό θα του κρατούσε πάλι μούτρα.
«Είναι ώρα ανάγκης δέκα και μισή το βράδυ που είμαστε στο κρεβάτι;»
«Πιο σιγά, βρε αγάπη μου, θα μας ακούσει!»
«Εδώ κόντεψε να ακούσει αυτό που κάνουν τα παντρεμένα ζευγάρια, αυτό σε πείραξε;»
«Έλα, να δούμε πρώτα τι έγινε. Κάποιο λόγο θα έχει που ήρθε τέτοια ώρα!»
«Άντε, πάμε να δούμε τι έχει να πει και αυτή τη φορά!»
«Έτσι θα βγεις; Με το νυχτικό και την ρόμπα; Δεν θα βάλεις καμία φόρμα;»
«Όχι, Στέφανε! Δεν θα βάλω καμία φόρμα. Γιατί ήμουν στο κρεβάτι με τον άντρα μου και δεν περίμενα επισκέψεις. Κατάλαβες;»
Εκείνος κατέβασε το κεφάλι να δει πού ήταν οι παντόφλες του και η Ελένη έφυγε αστραπή έξω να αντιμετωπίσει πρώτη τον απρόσμενο επισκέπτη.
«Μητέρα; Τι συμβαίνει; Τι κάνετε εδώ τέτοια ώρα;»
«Σας ξύπνησα, παιδιά μου; Χίλια συγγνώμη! Ήθελα να φέρω λίγο κέικ να φάτε το πρωί πριν τη δουλειά που φεύγετε νηστικοί κάθε φορά. Να πάρει και ο μικρός στο νηπιαγωγείο. Πριν λίγο βγήκε! Εγώ φταίω, είχα δουλειές και άργησα να το φτιάξω. Συγγνώμη, κορίτσι μου. Πήγαινε για ύπνο που έχεις να σηκωθείς νωρίς. Εγώ δύο λεπτά θα κάνω να πλύνω τα πιάτα που έχουν μείνει άπλυτα στον νεροχύτη και φεύγω!»
«Όχι, μητέρα. Θα τα πλύνω εγώ τα πιάτα το πρωί. Ευχαριστούμε πολύ για το κέικ, ελάτε να σας πάω ως την πόρτα. Καλό βράδυ!»
«Καληνύχτα, κορίτσι μου. Και πάλι συγγνώμη για την ενόχληση»
«Στέφανε!» φώναξε μόλις έκλεισε την πόρτα και μετά μετάνιωσε μην ξύπνησε το παιδί. Πήγε και τσέκαρε από την πόρτα και ευτυχώς κοιμόταν ακόμη. Γύρισε στο υπνοδωμάτιο και είδε τον άντρα της ξαπλωμένο να παίζει με το κινητό. «Γιατί δεν βγήκες έξω, ρε Στέφανε;»
«Αφού το ανέλαβες εσύ, βρε αγάπη. Έλα, τώρα, στο κρεβατάκι μας να συνεχίσουμε από εκεί που μείναμε…»
«Όχι, γλυκέ μου. Δική σου δουλειά είναι να την βάζεις στην θέση της. Ανέλαβε τις ευθύνες σου να αναλάβω και εγώ τα… καθήκοντά μου! Καληνύχτα!»
«Έλα βρε, Ελενίτσα μου. Λίγο κέικ ήρθε να φέρει. Για εμάς ενδιαφέρεται. Γιατί νευρίασες; Επειδή είπε για τα άπλυτα πιάτα; Να βοηθήσει θέλει. Τι να πω και εγώ; Αφού το ξέρεις ότι δεν θέλω να την στεναχωρώ που έχει πίεση. Αυτή δεν μας κρατά το παιδί ως το απόγευμα που γυρνάμε από τις δουλειές μας; Έχουμε άλλη βοήθεια; Θες να πάρουμε ξένη γυναίκα να προσέχει το παιδί μας; Και όχι μόνο αυτό αλλά μας καθαρίζει το σπίτι, μας μαγειρεύει να έχουμε ένα φαΐ να φάμε. Όλα τα κάνει και έτσι και εγώ κάνω τα στραβά μάτια πού και πού. Ακούς ή κοιμάσαι; Τέλος πάντων. Καληνύχτα, αγάπη μου»
Η Ελένη άκουγε αλλά δεν απαντούσε. Δεν μπορούσε να κάνει ξανά την ίδια συζήτηση. Συνέχεια τα ίδια και τα ίδια. Πόσες φορές να πουν τα ίδια πράγματα;
Το επόμενο απόγευμα, γύρισαν από την δουλειά με την άσχημη διάθεση της προηγούμενης νύχτας να τους ακολουθεί. Η κυρά Καλλιόπη είχε ετοιμάσει το αγαπημένο φαΐ του γιου της, αρνάκι στο φούρνο με πατάτες. Από τον μισάνοιχτο φούρνο ακουγόταν το ταψί που κόχλαζε ακόμη.
«Καλώς τα παιδιά! Κοπιάστε! Μόλις έκλεισα το φαγητό!»
«Αρνί μυρίζει… Εγώ έχω πάρει μια σαλάτα απ’ έξω»
«Γιατί καλή μου;»
«Γιατί, μητέρα, φροντίζετε να ξεχνάτε ότι δεν τρώω αρνί, αρακά με αγκινάρες, πατσά, μαυρομάτικα φασόλια και κουνέλι και εντελώς τυχαία είναι τα πέντε φαγητά που κάνετε κάθε εβδομάδα. Ναι, τρελαίνεται ο γιος σας. Και εγώ τρελαίνομαι για γαρίδες, κοτόπουλο, γίγαντες, μουσακά και κολοκυθάκια αυγολέμονο αλλά αυτά δεν θα τα φτιάχνω ποτέ γιατί ούτε να τα δει δεν θέλει ο γιος σας. Ξέρω ότι δεν θέλει ούτε να τα μυρίσει και δεν τα ψήνω. Τόσο απλό. Κάνω αυτήν την υποχώρηση από σεβασμό. Σας παρακαλώ, λοιπόν, για πολλοστή φορά, τα αρνιά και λοιπά φαγητά που με ανακατεύουν να τα ετοιμάζετε στο δικό σας σπίτι. Είναι δύσκολο;»
«Έλα, βρε Ελενίτσα μου, να μας περιποιηθεί ήθελε η μαμά. Μην το κάνουμε μεγάλο θέμα»
«Ξέρετε κάτι; Μου κόπηκε η όρεξη. Θα πάρω ένα παυσίπονο και θα πάω να παίξω με το παιδί. Πού είναι τα ποτήρια;»
«Α! Τους άλλαξα θέση. Νομίζω είναι πιο βολικό να είναι κοντά με τα φλυτζάνια όλα μαζί σε ένα ράφι. Καθάρισα τα ντουλάπια σήμερα και σκέφτηκα να κάνω μια μικρή αλλαγή»
«Όχι, βρε μαμά!»
Γούρλωσε τα μάτια η Ελένη. Μίλησε ο Στέφανος! Επιτέλους!
«Δεν πρέπει να κουράζεσαι! Άκου εκεί να καθαρίσεις τα ντουλάπια!»
Η Ελένη έμεινε με τον πονοκέφαλο. Και τον έλεγαν κυρά Καλλιόπη. Πήγε πρώτα στο υπνοδωμάτιό της να ανοίξει την μπαλκονόπορτα να μπει μέσα το σκυλάκι τους που το άφηνε κάθε μέρα έξω η πεθερά της δήθεν για να σφουγγαρίσει. Η ατάκα της ήταν αυτή, ενώ στην πραγματικότητα δεν ήθελε ζώα μέσα στο σπίτι. Κι ας μην ήταν το δικό της σπίτι. Ύστερα έκανε ένα γρήγορο ντουζ και άλλαξε ρούχα για να διαπιστώσει ότι μέχρι και τα εσώρουχά της είχε βάλει σε άλλη θέση. Μετά πήγε να παίξει με το παιδί της. Πόσες φορές σκέφτηκε να σταματήσει τη δουλειά για να είναι εκείνη μαζί του και να μην έχει ανάγκη την πεθερά της. Είδε στο παιδικό τραπεζάκι ένα πιάτο με μισοφαγωμένα μπισκότα και ένα χάρτινο κουτάκι σοκολατούχο γάλα. Η απάντησή της ήταν ότι οι γιαγιάδες πρέπει να κακομαθαίνουν τα παιδιά. Κάθε μέρα. Κάθε μέρα γλυκά. Κάθε μέρα η ίδια συζήτηση.
«Αγάπη μου! Έλα λίγο που θέλει να μας πει κάτι η μαμά!»
Πήρε μια βαθιά ανάσα η Ελένη και βγήκε στο σαλόνι. Ο άντρας της με ένα τεράστιο χαμόγελο και η μάνα του με το γνωστό αθώο της ύφος.
«Δεν θα το πιστέψεις! Ο μπαμπάς και η μαμά θα μας κάνουν δώρο καινούργιο καναπέ!»
«Γιατί, καλέ μου, τι έχει ο καναπές μας;»
«Είναι σκληρός, βρε κοπέλα μου και με πιάνει η μέση μου. Μην ντρέπεσαι, ένα μικρό δώρο είναι για να είστε πιο άνετοι»
«Ευχαριστούμε, αλλά όχι»
«Μα… τον έχω ήδη παραγγείλει»
«Τον έχετε ήδη παραγγείλει; Τον διαλέξατε μόνη σας δηλαδή; Τι δώρο είναι αυτό;»
«Ελένη! Τι λες στην μαμά; Μας παίρνουν κοτζάμ καναπέ και θα κάνουμε και γούστα;»
«Δεν είναι μπλουζάκι, Στέφανε, να το κρύψω στην ντουλάπα. Ναι, θα κάνω γούστα. Γιατί είναι μέρος του σπιτιού μας. Το σωστό είναι να το διαλέξουμε εμείς. Τουλάχιστον εγώ έτσι ξέρω ότι γίνονται τα δώρα. Αυτοί που μένουν στο σπίτι έχουν άποψη. Και αυτοί που κάνουν το δώρο δεν το διαλέγουν μόνοι τους ούτε το χτυπάνε μετά. Έτσι είχε κάνει η μαμά μου στην αδερφή μου. Έτσι θα έκανε και για εμάς αν ζούσε. Συγγνώμη, αλλά εγώ δεν έχω μεγαλώσει έτσι. Αυτή η σχέση που έχετε εσείς, να μην λέτε πώς αισθάνεστε, να ανέχεστε όσα σας ενοχλούν, να επεμβαίνετε ο ένας στη ζωή του άλλου, να μην υπάρχουν όρια και κανόνες, να χρησιμοποιείτε την υγεία σας ως δικαιολογία για να περνάει το δικό σας, να μην σέβεστε τις ιδιωτικές στιγμές του ζευγαριού, να κάνετε ό,τι θέλετε στο σπίτι μας με πρόσχημα ότι θέλετε να βοηθήσετε… Όχι! Δεν μπορώ να συνεχίσω έτσι. Πρέπει να διαλέξεις, Στέφανε. Ή εμάς ή την μάνα σου!»
«Λιποθυμώ!»
«Μάνα! Τι έκανες, βρε Ελένη; Θα της ανέβηκε η πίεση πάλι…»
«Τι έλεγα; Α, ναι. Ή εμείς ή εκείνη. Σας βλέπω, μητέρα, που κρυφοκοιτάζετε. Περιμένετε και εσείς την απάντηση του γιου σας, ε;»
CC
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
