Τι μέρα και η σημερινή! Με τι αγωνία την περίμενε ο Θάνος!
Κάθε χρόνο τα ίδια συναισθήματα. Οι ίδιες σκέψεις. Οι ίδιοι προβληματισμοί. Είχε ήδη βγει στην σύνταξη. Μετά τι θα έκανε; Θα επέστρεφε στο χωριό του; Μα πώς; Τι θα κάνει μετά; Να γυρίσει; Δεν μπορεί.
Είχε εγκαταλείψει την γενέτειρά του από τα είκοσι δύο του. Θα μπορούσε να έμενε αλλά δεν τον έπαιρνε. Κινδύνευε η ζωή του και δεν την είχε για πέταμα.
Ο Θάνος έφυγε σαν τυχοδιώχτης από την Μεθώνη ένα βράδυ του Δεκεμβρίου λίγο πριν μπουν τα Χριστούγεννα, στις 18 του μήνα του 1977. Ήταν ημέρα Κυριακή.
Το ημερολόγιο σήμερα έδειχνε 18 Δεκεμβρίου του 2022, ακριβώς σαράντα πέντε χρόνια μετά. Ο Θάνος ήταν γεννημένος στις 18 Δεκεμβρίου του 1955. Τι σύμπτωση!
Σημαδιακό το νούμερο 18. Όλα τα σημαντικά γεγονότα της ζωής του έγιναν την ίδια ημερομηνία. 18, το νούμερο των δοκιμασιών.
Ο Θάνος σηκώθηκε από το κρεβάτι και άνοιξε τα παραθυρόφυλλα να δει τον καιρό. Πώς θα ήταν άραγε η μέρα; Θα είχε ήλιο, συννεφιά ή βροχή; Θα μπορούσε να αρκεστεί στις μετεωρολογικές προβλέψεις αλλά αυτό δεν του ήταν αρκετό. Ήθελε ο ίδιος να παρατηρεί από το προηγούμενο βράδυ τον ουρανό, αν θα είχε σύννεφα, αν θα έβλεπε τα αστέρια να λάμπουν, αν το φεγγάρι θα ήταν πλαισιωμένο με θόλους, αν, αν…
Το είχε συνήθεια από το χωριό του να εξερευνά τον ουρανό. Και είχε δίκιο. Τέτοια ουράνια ομορφιά σπάνια βλέπει κανείς, ειδικά όταν ο ήλιος γίνεται ένα με την θάλασσα και την γη εκεί στο ηλιοδύσι. Έτσι αποκαλούν οι ντόπιοι το σημείο που πέφτει ο ήλιος όταν δύει. Είναι εκεί που η Μεσόγειος συναντά το Ιόνιο στα δυτικά του κάστρου της Μεθώνης.
Είναι το μέρος που έδινε ραντεβού ο Θάνος στην Ελένη, την κόρη του Γιάννου, του χωροφύλακα.
Την περίμενε να έρθει με αγωνία. Όταν την αντίκριζε από μακριά, της κρυβόταν πίσω από ένα δέντρο. Πόσο του άρεσε να την ακούει να γελάει με τα καμώματά του. Να βλέπει τις γκριμάτσες της τις αστείες όταν της έκανε τα χωρατά του.
Ο Θάνος είχε έναν παιδικό φίλο, τον Παύλο. Ίδια ηλικία, ίδιο παρουσιαστικό, ίδια αγάπη. Ο Παύλος ήταν και αυτός βαθιά ερωτευμένος με την Ελένη. Δύο φίλοι καρδιακοί και μία γυναίκα στην μέση. Και για αυτό πονούσε πιο πολύ.
Η Ελένη το ήξερε. Και ο Θάνος το ήξερε.
Ένας ήταν ο δρόμος. Δεν υπήρχε δεύτερος. Ένα βράδυ, στην ταβέρνα του κυρ-Θωμά, οι δύο άντρες βρέθηκαν στο ίδιο τραπέζι. Ήπιαν πολύ και το ένα ποτήρι κρασί έφερε το άλλο. Η μία κουβέντα παρέσυρε την άλλη. Δύο φίλοι που δεν ξέρουν πώς να πουν: «αγαπάω την ίδια γυναίκα με σένα. Αλλά δεν θέλω και να σε χάσω από φίλο μου».
Δεν τους πήρε πολύ ώρα και οι δύο τους πιάστηκαν στα χέρια. Γιατί δεν είχαν λόγια. Είχαν μόνο χέρια και κρασί!
Ο κυρ-Θωμάς θεώρησε σωστό να καλέσει την χωροφυλακή. Ο πατέρας την Ελένης φάνηκε στην πόρτα με το αυστηρό του ύφος. Ταράχτηκε που είδε τους δύο νέους να κυλιόνται στο χώμα. Δεν του ήταν εύκολο να τους σύρει από τον γιακά και να τους ρίξει στο κελί. Κι αν το έκανε; Ένα κελί διέθετε η χωροφυλακή. Πώς θα τους έβαζε και τους δύο μέσα στο ίδιο δωμάτιο;
Πήρε την απόφαση να τους χωρίσει ήρεμα. Μόνο μερικές συστάσεις τους έκανε. Τους προειδοποίησε όμως ότι την επόμενη φορά δεν θα τους την χάριζε. Αλλά όλοι τους ήξεραν, και ο Θάνος και ο Παύλος και ο Γιάννος ότι η επόμενη θα ήταν η χειρότερη. Γιατί δεν ήταν θέμα χωροφυλακής. Ήταν θέμα καρδιάς.
Ξημέρωσε η 18η Δεκεμβρίου. Τα Χριστούγεννα ήταν μόλις μία ανάσα. Οι μυρωδιές από το μέλι και τα καρύδια σου τρύπαγαν την μύτη. Οι νοικοκυρές έβγαζαν τα κιλίμια στις αυλές να τα αερίσουν και να τα στρώσουν ξανά. Σε κάθε σπίτι υπήρχε και μία αναστάτωση. Όσο πιο καθαρό ήταν τόσο πιο άξια φαινόταν η κυρά.
Η Ελένη ακολουθούσε τις προσταγές της μάνας της. Να βγαίνει έξω να μαζεύει αυλές, να τινάζει τα κιλίμια, να την βλέπουν οι άλλες γυναίκες της γειτονιάς. Ήταν ένας τρόπος να τις κάνει να την ορεχτούν για νύφη τους. Δεν έφτανε μόνο η ομορφιά της, έπρεπε να είναι και άξια και νοικοκυρά. Πώς θα έφτιαχνε σπιτικό σε λίγο καιρό;
Αυτό που δεν είχε προβλέψει η μάνα της, ήταν ότι η Ελένη είχε την καρδιά της δοσμένη αλλού. Ίσως να είχε καταλάβει κάτι αλλά δεν ήθελε να το δεχτεί κατά βάθος. Αυτός ο Θάνος δεν της ήταν συμπαθής. Ούτε και ο Παύλος ο φίλος του.
Η Ελένη βρήκε την ευκαιρία να ξεφύγει από τα μάτια της μάνας της. Πήγε στο κάστρο. Ήταν χειμώνας προχωρημένος και το κάστρο ήταν το κατάλληλο μέρος για να συναντήσει τον αγαπημένο της. Όμως ο Θάνος δεν ήταν εκεί. Γιατί απλά το σημείωμα που του είχε γράψει δεν έφτασε ποτέ στα χέρια του.
Ο Παύλος είχε φροντίσει για αυτό. Λίγες καραμέλες ήταν αρκετές για να γλυκάνει τον μικρό Παναγιώτη πού είχε αναλάβει τον ρόλο του ταχυδρόμου.
Αντί Θάνος, Παύλος. Αυτόν αντίκρισε η Ελένη. Και δεν της ήταν καθόλου ευχάριστο.
«Τι γυρεύεις εσύ εδώ;» τον ρώτησε με την απορία στα μάτια.
«Εσένα» της απάντησε κοφτά ο Παύλος.
«Μα αφού το γνωρίζεις καλά, η καρδιά μου είναι δοσμένη αλλού»
«Τι τον θες αυτόν τον άχρηστο; Δεν κάνει για σένα, δεν το βλέπεις; Σ’ αγαπάω Λενιώ μου, σε θέλω, σε ποθώ. Άσε με να σου δείξω την αγάπη μου. Πάμε να φύγουμε μακριά από όλους. Έχω σκεφτεί τα καλύτερα για μας»
«Αυτά που λες είναι αδύνατον να συμβούν. Στο ξαναλέω να το βάλεις καλά στον νου σου. Αγαπάω άλλον. Δεν μπορούμε να είμαστε μαζί»
Δεν πέρασαν πέντε λεπτά και στην είσοδο του κάστρου φάνηκε ο Θάνος. Ο Παναγιωτάκης του αποκάλυψε την συνωμοσία του Παύλου. Αν και μικρός είχε καταλάβει το λάθος του. Προδοσία, καραμέλες δεν ήταν για αυτόν.
Ο Θάνος είχε θολώσει. Όλα τα περίμενε από τον φίλο του. Ήταν έτοιμος να κερδίσει πάσα θυσία. Θα χτύπαγε στο ψαχνό αν αναγκαζόταν. Το μαχαίρι το είχε καλά κρυμμένο στην τσέπη του.
Η Ελένη τον είδε από μακριά. Φαίνονταν τα μάτια του τα αγριεμένα, τα θολωμένα. Η οργή είχε καλύψει την αγάπη. Την είχε εξαφανίσει.
Ο Θάνος στάθηκε απέναντι από τον Παύλο. Σαν σκηνή αρχαίας τραγωδίας, ο Θάνος έβγαλε το μαχαίρι. Το πρόβαλε απειλητικά προς το μέρος του φίλου του.
«Δεν θέλω να σου κάνω κακό και το ξέρεις. Φύγε όσο είναι νωρίς. Δεν σε θέλει, πάρ’το απόφαση. Ό,τι και να κάνεις θα είναι για πάντα δικιά μου»
Η Ελένη έντρομη τους φώναξε να σταματήσουν.
«Αρκετά! Αυτή η ιστορία πρέπει να τελειώσει εδώ. Κι αν δεν το κάνετε εσείς τώρα αμέσως θα το κάνω εγώ. Με ακούτε;»
«Άτιμε, εσύ φταις για όλα», είπε ο Θάνος και όρμησε σαν λιοντάρι στον Παύλο. Το μαχαίρι τον βρήκε στην κοιλιά. Μία μαχαιριά ήταν αρκετή να τον ρίξει κάτω αιμόφυρτο.
Ο Παύλος σωριάστηκε στο λεπτό. Η Ελένη έτρεξε προς το μέρος του. Τα μάτια της τα φοβισμένα κοίταξαν τον Θάνο σαν ξένο. Δεν τον αναγνώριζε πια! Ο Θάνος που αγαπούσε χάθηκε εκείνη την στιγμή.
Φώναξε βοήθεια, να τρέξουν οι συγχωριανοί της. Ο Θάνος και αυτός σαστισμένος και φοβισμένος το έβαλε στα πόδια. Χιλιάδες σκέψεις πέρασαν από το μυαλό του.
Πως σε λίγα λεπτά τα είχε χάσει όλα. Την Ελένη, τον φίλο του, την ζωή του.
Φωνές από τους γείτονες ακούγονταν σαν τον όχλο της ρωμαϊκής αρένας. Μόνο που τα θύματα ήταν τρία.
Γύρισε για τελευταία φορά να κοιτάξει την αγαπημένη του. Το φόρεμά της είχε κοκκινίσει από το αίμα του Παύλου. Εκείνος κρεμόταν από τα χέρια της και ούρλιαζε από τον πόνο. Σε λίγο η φωνή σώπασε. Είχε πεθάνει; Ή απλώς είχε χάσει τις αισθήσεις του; Αυτό το έμαθε μετά από λίγο καιρό.
Προς το παρόν έπρεπε να γλιτώσει από τα χέρια των χωροφυλάκων και κυρίως του Γιάννου, του πατέρα της Ελένης. Τους είχε προειδοποιήσει πριν λίγες μέρες και τώρα σίγουρα δεν θα αστειευόταν.
Έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε σαν το άνεμο που λυσσομανάει τα καράβια και τα ρίχνει με μανία στα βράχια.
Βγήκε στον μεγάλο δρόμο και κρύφτηκε πίσω από ένα φορτηγό. Με την πρώτη ευκαιρία ανέβηκε στην καρότσα και περίμενε να ξεκινήσει ο οδηγός. Όπου και να πήγαινε το ίδιο του έκανε. Η ζωή του κινδύνευε όχι τόσο από τους χωροφυλάκους αλλά περισσότερο από τον Παύλο, αν είχε επιζήσει τελικά, και από τους συγγενείς του.
Το ημερολόγιο έδειχνε 18 Δεκεμβρίου 1977, ημέρα Κυριακή. Είχε αρχίσει να βραδιάζει. Πόσο τυχερός αισθάνθηκε για αυτήν την γρηγορότερη δύση του ήλιου. Να έρθει το σκοτάδι να κρύψει τις ανομίες του. Τι ντροπή, Θεέ μου, για την οικογένειά του! Τι θα κάνουν οι αδελφές του; Δεν θα τις θέλει κανένας άντρας πια. Και η δόλια η μάνα του! Δεν θα βγει ποτέ ξανά στην αυλή με τις γειτόνισσες. Και ο πατέρας του ούτε που θα ξαναπλησιάσει το καφενείο. Καταραμένη ζήλια! Ολέθριος ο θυμός!
Το φορτηγό κίνησε αργά και μετά επιτάχυνε την ταχύτητά του. Έπρεπε να φτάσει στην Τρίπολη μέχρι το βράδυ. Μετά το επόμενο πρωινό θα ανέβαινε στην Αθήνα.
Ο Θάνος έμεινε ασάλευτος. Ούτε η ανάσα του δεν ακουγόταν. Όταν έφτασαν στην πρώτη στάση, ο οδηγός κατέβηκε και κατευθύνθηκε στο ταβερνείο της περιοχής. Θα πέρναγε την νύχτα του εκεί. Φαγητό και ύπνος εξασφαλισμένος. Τι άλλο να ζητήσει; Ήταν από τους τυχερούς του χωριού. Και δουλειά είχε και χρήματα, έστω αυτά τα λίγα έμπαιναν στην τσέπη του.
Λίγο πριν κοιμηθεί πήγε πάλι στο αμάξι να πάρει την εφημερίδα του. Δεν έκλειναν τα βλέφαρα αν δεν διάβαζε έστω μία σελίδα. Πλησιάζοντας αντιλήφθηκε ότι κάποιος εισβολέας ήταν στην καρότσα. Πλησίασε σιγά σιγά και άνοιξε την πίσω πόρτα.
Τι έκπληξη! Ένας άνθρωπος καθόταν κουλουριασμένος και ασάλευτος.
«Τι συμβαίνει εδώ; Ποιος είσαι; Τι γυρεύεις στο φορτηγό μου;»
«Άκου με προσεκτικά. Κακό δεν θέλω να σου κάνω. Είμαι ο Θάνος από το χωριό σου. Μην φοβάσαι»
Ο νεαρός του εξήγησε τα συμβάντα χωρίς να κρύψει καμία λεπτομέρεια. Ο Κύριος Κώστας, ο οδηγός, ήταν καλόκαρδος άνθρωπος. Είχε ακούσει τα καλύτερα για αυτόν. Στην συγκεκριμένη στιγμή ήταν ο μόνος που θα τον βοηθούσε. Όπως και έγινε. Από εκείνο το μοιραίο βράδυ ο Κώστας έγινε πατέρας και προστάτης του νέου. Τον πήρε στην δούλεψή του. Εκείνος έκανε τα δρομολόγια μέχρι την Τρίπολη και ο Θάνος την επόμενη διαδρομή μέχρι την Αθήνα. Οι δουλειές πήγαιναν καλά και ο Θάνος ανέλαβε και το βόρειο τμήμα της Πελοποννήσου. Μέσα στην ατυχία του βγήκε κάτι καλό. Απέκτησε χρήματα και ανέσεις, όχι όμως την Ελένη του.
Από τον Κώστα μάθαινε τα νέα του χωριού. Η Ελένη το είπε και το έκανε. Δεν παντρεύτηκε κανέναν άντρα. Έμεινε μόνη, μαραζωμένη μέχρι τα πενήντα της. Πέθανε ξαφνικά ένα βράδυ στον ύπνο της.
Ο Παύλος ασχολήθηκε με την γη. Η οικογένειά του είχε κτήματα και το χώμα έγινε ο καλύτερος του φίλος. Ξεσπούσε στην καλλιέργεια της γης.
Τι τραγωδία και αυτή!
Ο Θάνος ήθελε να γυρίσει στο χωριό εδώ και πολλά χρόνια. Δεν τολμούσε. Μια βεντέτα μπορεί να ξέσπαγε και τα αίματα να λέρωναν το χώμα και πάλι.
Όταν θάμπωσαν οι μνήμες πια αποφάσισε να μηνύσει στον Παύλο. Να βρεθούν στην Αθήνα σε ουδέτερο έδαφος. Ούτε στην Μεσσήνη, ούτε κάπου αλλού εκεί κοντά. Η πρωτεύουσα είναι μεγάλη και χάνεσαι εύκολα. Κανείς δεν ενδιαφέρεται για τον διπλανό του. Κανείς δεν γνωρίζει το παρελθόν του άλλου.
Του έστειλε ένα γράμμα με τον φίλο του τον Κοσμά.
«Φίλε Παύλο,
Σίγουρα θα παραξενευτείς από το γράμμα μου. Πέρασαν τόσα χρόνια από εκείνη την άτυχή μας συνάντηση. Η χαρά μου ήταν τεράστια όταν έμαθα ότι το τραύμα που σου είχα προκαλέσει δεν ήταν μοιραίο. Ξέρω ότι οι ζωές μας καταστράφηκαν, όλων μας. Γερνάμε Παύλο και θα μου απάλυνες τον πόνο της ψυχής μου αν ανέβαινες στην Αθήνα να σε δω.
Θα κλείσω τραπέζι σε ένα εστιατόριο στον Πειραιά, πίσω από τον Άγιο Διονύση. Λέγεται η « Σμύρνη». Έχει εκλεκτό φαγητό. Θα σε περιμένω στις 18 του μήνα, στις 2 το μεσημέρι.
Θάνος»
Το γράμμα το άνοιξε με περιέργεια ο Παύλος. Διάβασε μία μία τις λέξεις και δεν το πίστευε. Τι να πουν οι δυο τους; Τα είχαν πει τότε. Η Ελένη πια δεν ζούσε. Ήταν φρέσκο το χώμα που την σκέπαζε ακόμη.
Όχι δεν είχε κανένα λόγο να ανέβει να τον δει κατάματα. Πενθούσε την αγαπημένη του. Φαγητά και κρασί δεν ήταν για την ώρα επιτρεπτά.
Δεν μήνυσε στον Θάνο. Η σιωπή του ήταν η απάντησή του.
Ο Θάνος πληγωμένος ακόμη μία φορά στην ψυχή, μετανιωμένος έμεινε να πίνει μόνος του. Έπειτα σηκώθηκε για το σπίτι του. Μία βόλτα στο λιμάνι του ήταν αρκετή για να ηρεμήσει. Πόσο θα ήθελε να μπει σε ένα καράβι και να φύγει μακριά πάλι.
Η φυγή όμως δεν ήταν η ιδανική λύση. Πάλι να το βάλει στα πόδια; Δεν του έφτανε μία φορά;
Την επόμενη χρονιά, μόλις έφτασε ο Δεκέμβρης ο Θάνος έγραψε πάλι στον φίλο του. Τα ίδια λόγια, το ίδιο μέρος συνάντησης. Η ίδια πρόταση, η ίδια απόρριψη.
Πέρασαν πολλά χρόνια, σχεδόν δύο δεκαετίες. Ο Θάνος είχε περάσει τα εξήντα πέντε, το ίδιο και ο Παύλος. Τα μαλλιά είχαν ασπρίσει, τα γένια επίσης. Τα πόδια δεν έτρεχαν όπως παλιά. Τα χέρια δεν ήταν στιβαρά και δυνατά. Μόνο η ψυχή έμενε η ίδια.
Το είχε πάρει απόφαση ο Θάνος. Ήταν η τελευταία φορά που θα τον περίμενε. Μετά θα έμπαινε σε ένα πλοίο και θα έφευγε μακριά.
Το ημερολόγιο έδειχνε 18 Δεκεμβρίου 2022. Ημέρα Κυριακή.
Ο ηλικιωμένος άντρας κάθισε στην καρέκλα κοιτώντας την πόρτα. Με πόση αγωνία την περίμενε να ανοίξει και να δει τον φίλο του.
Παρήγγειλε ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και έναν μεζέ. Να μην αρχίσει το ποτό έτσι νηστικός. Έσκυψε το βλέμμα του κάτω για δευτερόλεπτα χωρίς να ακούσει το τρίξιμο της πόρτας. Μία φωνή ακούστηκε στα ξαφνικά.
«Μόνος θα πιεις και θα φας, Θάνο; Μήπως θες την παρέα μου;»
Ο Θάνος σάστισε. Δεν πίστευε στα αυτιά του. Ο θόρυβος από τα αυτοκίνητα που πέρναγαν από δρόμο δεν τον άφηνε να καταλάβει αν ήταν αλήθεια ή αν το μυαλό του τον κορόιδευε πάλι.
Τότε σήκωσε το κεφάλι και τον είδε να στέκεται μπροστά του. Δεν το πίστευε. Επιτέλους είχε έρθει η δικαίωση που περίμενε. Αλλά θα τα έβρισκε με τον φίλο του; Κι αν είχε έρθει να του ανταποδώσει το χτύπημα; Κι αν τον έβριζε; Κι αν, κι αν…;
Τόσα χρόνια φανταζόταν αυτήν την στιγμή και τώρα που είχε έρθει σκιαζόταν. Δεν είναι εύκολο να συγχωρέσεις, πόσο μάλλον να σε συγχωρέσουν.
Ο Θάνος σηκώθηκε και άνοιξε τα χέρια του. Τον αγκάλιασε τον φίλο του κι ας φοβόταν. Τι θα του έκανε; Θα του έμπηγε το μαχαίρι όπως έκανε εκείνος πριν τόσα χρόνια; Ε, και; Δεν θα τον ένοιαζε πια.
«’Ηρθες, σε περίμενα τόσα χρόνια»
Ο Παύλος τον αγκάλιασε και αυτός. Τον είχε ήδη συγχωρήσει από τότε που έφυγε η Ελένη. Τι νόημα έχουν οι έχθρες; Δεν τιμωρήθηκαν από τον νόμο. Δεν τιμωρήθηκαν από το χωριό. Τιμωρήθηκαν από την απουσία της. Αυτή ήταν η φυλακή και των δύο.
Οι δυο τους είχαν τόσα πολλά να πουν. Όλη τους η ζωή πέρασε από μπροστά τους μέσα σε δυο ποτήρια κόκκινο κρασί. Το όνομα της Ελένης δεν έλειπε από καμία πρόταση. Ήταν σαν να της έκαναν το μνημόσυνό της.
Δεν την ξέχασαν. Δεν την έσβησαν. Την έφεραν στο τραπέζι μαζί τους. Σαν να ήταν εκεί. Η Ελένη ήταν η αιτία που χώρισαν αλλά τώρα έγινε η αιτία που ξαναβρέθηκαν.
Από εκείνο το μεσημέρι μέχρι να κλείσουν και τα δικά τους μάτια οι δύο φίλοι βρίσκονται στις 18 Δεκεμβρίου στην ίδια ταβέρνα και τα πίνουν. Δεν έγιναν πάλι νέοι. Δεν γύρισαν τον χρόνο πίσω. Αλλά δεν πέθαναν μόνοι και δεν πέθαναν εχθροί. Πέθαναν φίλοι μνημονεύοντας την αγαπημένη τους μέχρι την τελευταία στιγμή.
Δήμητρα Καμπόλη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
