Η Εντολή της Κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 4.III

Προηγούμενο

Κάστρο του Μπραν, βράδυ

Την ίδια ώρα που οι περισσότεροι κάτοικοι στο Μπραν και ο Σάντου με την Κορνέλια κοιμούνταν και ο συνταγματάρχης Μίκλος συμπλήρωνε την αναφορά του για την καταγγελία των Βλαντιμιρέσκου και για τους συλληφθέντες (πλούσια σοδειά και σήμερα, σκεφτόταν καθώς έγραφε και κάπνιζε), στο απομονωμένο δωμάτιο της Κόμισσας το σώμα της Ρεβέκκα βρισκόταν σε πλήρη διέγερση. Με μια πρώτη ματιά, φαινόταν ακίνητο, σαν να είχε γαλήνιο ύπνο, όμως στην πραγματικότητα, κάτω από το μαύρο μανδύα, κάθε πόρος του είχε ανατριχιάσει, σαν παιδάκι που δεν μπορεί να κοιμηθεί από το φόβο του για το τι κρύβεται κάτω από το κρεβάτι.

Η Ρεβέκκα είχε τα κατάμαυρα μάτια της ανοιχτά, αλλά δεν έβλεπε το δωμάτιο γύρω της. Ούτε άκουγε, ούτε μύριζε. Την προηγούμενη βραδιά, όταν άρχισε να έχει σπασμούς, ο Νικολάι και ο Βασίλι, γνωρίζοντας τη διαδικασία, την είχαν μεταφέρει εσπευσμένα στην κλίνη. Την άφησαν ξαπλωμένη ανάσκελα, πάνω σε βρόμικα σεντόνια, περιτριγυρισμένη από ένα σωρό έντομα που ύφαιναν ιστούς και άφηναν μικροσκοπικά χνάρια πάνω στη σκόνη. Τα δύο παραθυρόφυλλα είχαν καλυφτεί ως συνήθως, δηλαδή με χοντρές κουβέρτες, έτσι ώστε να μην την σκοτώσει ο ήλιος. Οι δύο ερωμένες της Ρεβέκκα είχαν ανάψει τα κεριά στα κηροπήγια των τοίχων, διατηρώντας τη σκοτεινιά, αλλά και την απαραίτητη ερωτική ατμόσφαιρα, που τους είχαν υποδείξει οι άλλοι ότι έπρεπε να υπάρχει. Τα βλοσυρά πρόσωπα στα πορτραίτα, τα ονόματα των οποίων θα μπορούσε να βρει κανείς αν ακολουθούσε το γενεαλογικό δέντρο του Βλαντ Τσέπες (περισσότερο γνωστού ως Δράκουλα), κοιτούσαν οπουδήποτε αλλού, εκτός από την Ρεβέκκα. Μόνο ένα την παρακολουθούσε με χαμόγελο.

Η Κόμισσα. Τότε που ήταν μια νέα κοπέλα και μαράζωνε στο κάστρο, αναπολώντας όλες εκείνες τις λίγες στιγμές που είχε βρεθεί κοντά στον αγαπημένο της στρατιώτη. Αν δεν υπήρχε εκείνος, το χαμόγελο στο πορτραίτο θα ήταν προσποιητό, σαν μάσκα αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Η Ρεβέκκα το έμαθε, όταν, μετά που έγινε βρικόλακας και ήπιε από το αίμα της Κόμισσας, περιδιάβηκε σε όλες τις αναμνήσεις της και γνώρισε τους ανθρώπους που την είχαν αγαπήσει, τους ανθρώπους που την είχαν πληγώσει και εκείνους που τελικά τους είχε αφανίσει χωρίς να πιει το αίμα τους, αφού δεν ήθελε να δηλητηριαστεί. Έμαθε τα μυστικά της Κόμισσας, τις περιπλανήσεις της ως πλάσμα της νύχτας, τις φαντασιώσεις της και βίωσε την μία και μοναδική φορά που η αφέντρα των βρικολάκων είχε καταφέρει να ξεκλέψει χρόνο για να ενωθεί με τον στρατιώτη της, τον Ίλιε Στάνκου. Είχε δει τους λόγους για τους οποίους η Κόμισσα διάλεξε την Ρεβέκκα και τους άλλους τρεις για υπηκόους της. Και είχε μάθει για τον Άγγλο συγγραφέα που είχε βρεθεί στο κάστρο, αναζητώντας την αλήθεια πίσω από τους μύθους της Τρανσυλβανίας, και την είχε εμπνεύσει για την σταυροφορία της.

Στην ζωή της, δύο άντρες είχαν συμβάλλει για την γαλήνη της ψυχής της και για την κινητοποίησή της. Για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, βέβαια (ο Ίλιε γιατί της ξυπνούσε όλα τα όμορφα συναισθήματα και ο συγγραφέας γιατί είχε κυριευτεί από την πεζή επιθυμία του να βγάλει λεφτά), αλλά η ουσία ήταν πως οι δύο άντρες είχαν επηρεάσει την Κόμισσα. Άντρες. Ήταν δυνατόν να έχουν έναν τόσο σημαντικό ρόλο; Η Ρεβέκκα θα έφριττε και μόνο στη σκέψη, αλλά η δύναμη των αισθημάτων της Κόμισσας για τον Ίλιε, καθώς και η συμβολή του συγγραφέα στον σκοπό της, την έπεισαν. Αυτοί οι δύο ήταν από τις εξαιρέσεις. Από τους ελάχιστους που θα εμφανίζονταν κατά καιρούς και μπορεί και να μην ήταν άξιοι θανάτου –οριστικού θανάτου, δηλαδή. Για να τους είχε διαλέξει Εκείνη, σίγουρα δεν ήταν τυχαίοι.

Για την Ρεβέκκα, όμως, αυτή η αγάπη της Κόμισσας για τον Ίλιε ήταν ένας φοβερός κεραυνός στην καρδιά. Δεν θα μπορούσε να καταφέρει την Κόμισσα να τον ξεχάσει. Το είχε δει ευθύς εξ αρχής της γνωριμίας τους, αλλά δεν ήθελε να το συνειδητοποιήσει. Θύμιζε λίγο τον Βασίλι και την Έλενα, που, σαν παιδιά μιας οικογένειας που δεν τα αγαπούσε, μπορούσαν να μυρίζουν τις λιχουδιές που έφτιαχνε η θετή μάνα τους, αλλά δεν τους επιτρεπόταν να τις γευτούν. Η διαφορά ήταν πως στην περίπτωση της Ρεβέκκα η επιθυμία ικανοποιούνταν, απλά όχι στο βαθμό που θα ήθελε η ίδια, σε αντίθεση με τα δύο αδέρφια που έπρεπε να αρκεστούν σε ξεροκόμματα και λίγο νερό.

Το μόνο καλό, σκεφτόταν η Ρεβέκκα, ήταν πως ο Ίλιε είχε πεθάνει. Οριστικά. Δεν είχε γίνει βρικόλακας. Τον είχαν σφάξει μπροστά στα μάτια της αγαπημένης του και τον είχαν αφήσει παλουκωμένο στον προαύλιο χώρο του κάστρου, να ουρλιάζει στα Καρπάθια και τον γκρίζο ουρανό και να μουδιάζει από το κρύο. Η Κόμισσα είχε υποφέρει στη θέα του συντρόφου της που αργοπέθαινε τόσο ατιμωτικά, σαν Οθωμανός που είχε πιαστεί αιχμάλωτος, και εκείνη ήταν βυθισμένη στην σφιχτή αγκαλιά του αχρείου συζύγου της, ο οποίος το ευχαριστιόταν, σαν άλλος απόγονος των σατράπηδων Ντράκουλ. Την κρατούσε και της περιέγραφε πώς το τεράστιο ξύλινο ακόντιο διαπερνούσε ώρα με την ώρα τα κόκαλα και το δέρμα «σαν να καθαρίζεις ένα μήλο, καλή μου», με το σώμα να υποχωρεί όλο και περισσότερο προς τη γη, αφήνοντας πίσω του ροδαλά σημάδια και κομμάτια από εντόσθια. Τα χέρια και τα πόδια του ήταν σπασμένα και ανοιχτά, μακριά από το παλούκι και την όποια πιθανότητα να το αρπάξουν και να σταματήσουν κάπως αυτή την μαρτυρική κατάβαση στην επίγεια Κόλαση.

Ο Ίλιε αναπαυόταν στη μνήμη της Κόμισσας πλέον, σε ένα δωμάτιο ηλιόλουστο και με την είσοδο να απαγορεύεται σε οποιονδήποτε άλλο. Θα έμενε για πάντα εκεί και κανείς δεν θα έπαιρνε τη θέση του. Κανείς και καμιά.

Αλλά είναι νεκρός. Όπως πρέπει να είναι οι θνητοί. Αυτό σκεφτόταν η Ρεβέκκα και κάπως παρηγορούνταν. Όμως, κρατούσε αυτή τη χαρά μυστική, γιατί, αν το μάθαινε η Κόμισσα, ποιος ξέρει τι θα της έκανε. Πόσο θα απογοητευόταν μαζί της και πώς θα την τιμωρούσε. Μπορεί να την έδιωχνε. Ή να της έπαιρνε τη ζωή με αργό και βασανιστικό τρόπο, όπως είχε κάνει με τους δικούς της, πριν από αιώνες.

Δεν έπρεπε να συμβεί αυτό. Δεν θα άντεχε η Ρεβέκκα να καταντήσει σαν εκείνους, σαν μια θνητή. Γι’ αυτό και φύλαγε τα μυστικά της ακόμα και από την Κόμισσα της. Την πλήγωνε, ένας θεός ξέρει πόσο την αγαπούσε, αλλά ήταν απαραίτητο. Μια θυσία για το καλό της σχέσης τους.

Η Κόμισσα είχε έρθει όταν η Ρεβέκκα ετοιμαζόταν μαζί με τους άλλους για μια ακόμα επίσκεψη στο Μπραν. Όπως και τις άλλες δύο φορές, πρώτα χάθηκε ο κόσμος γύρω της, η ίδια η Ρεβέκκα βρέθηκε στην κρεβατοκάμαρα της Κόμισσας και μετά από ένα παράθυρο ακούστηκε η απαλή φωνή.

«Γεια σου, καλή μου Ρεβέκκα».

Και η μορφή της Κόμισσας Ροντίκα Ντραγκίτσι ζωγραφίστηκε από τη νύχτα μπροστά στα μάτια της Ρεβέκκα.

Ήταν τόσο όμορφη… Ψηλή, με λυτά μαλλιά και μάτια στο χρώμα του βραδινού, συννεφιασμένου ουρανού και με το δέρμα του κορμιού της, αψεγάδιαστο από οποιαδήποτε βαφή χρησιμοποιούσαν στην εποχή της, να αντανακλά το φως χιλιάδων κεριών. Το μαύρο φόρεμά της είχε λαιμόκοψη που έφτανε λίγο πάνω από το μπούστο, λευκά μανίκια και στένευε στη μέση. Το πάνω μέρος του στήθους της  αναδεικνυόταν ίσα-ίσα, για να προκαλέσει το θαυμασμό και τον πόθο. Τα χέρια της ήταν ενωμένα, με τα δάχτυλα πλεγμένα αναμεταξύ τους, μπροστά από την κοιλιά της, σαν να ήταν έγκυος που ήθελε να προστατέψει το μωρό που κυοφορούσε.

Στο χώρο του κάστρου αυτής της ιδεατής πραγματικότητας, δεν υπήρχαν άλλοι, εκτός από τη Ρεβέκκα και την Ροντίκα. Κοιτούσαν η μία την άλλη, δύο νεκροζώντανες γυναίκες που γνωρίζονταν από κάθε άποψη, σε κάθε επίπεδο συνειδητότητας, έως ότου η Ρεβέκκα γονάτισε στο πάτωμα και έσκυψε το κεφάλι. «Αγαπημένη μου Κόμισσα, τι μεγάλη τιμή που μου κάνετε με την παρουσία σας!» είπε με τρεμάμενη φωνή, γεμάτη φλογερή επιθυμία να καίει το αίμα της. Αγαπούσε πολύ την Μαγκνταλένα και τη Ροζάλια, αλλά την Ροντίκα την λάτρευε. Θα έκανε τα πάντα γι’ αυτήν, για να είναι κοντά της και την ευχαριστήσει. Ήταν δούλη της Κόμισσας, ταγμένη στο σκοπό της όσο κανένας άλλος.

Η Ρεβέκκα ένιωσε το απαλό χάδι του αέρα που έφερε μαζί της η Ροντίκα, όταν την πλησίασε. Είδε το κάτω μέρος της φούστας, το ανοιχτόχρωμο καλτσόν που κάλυπτε τα πόδια της και τα κόκκινα παπούτσια με το παχύ τακούνι.

Προσπάθησε να μη δείξει το τρέμουλο των χεριών της, που έμοιαζαν σαν να ήταν αλυσοδεμένα για χρόνια.

«Σήκω, Ρεβέκκα».

Η Ρεβέκκα υπάκουσε. Στάθηκε στα πόδια της, αλλά με το κεφάλι κατεβασμένο.

Η Ροντίκα έπιασε απαλά το πιγούνι της άλλης και το έστρεψε προς το μέρος της, ώστε να βλέπει η μία την άλλη. «Θα συζητήσουμε για το Μπραν, Ρεβέκκα. Για το Μπραν και για το μέλλον του είδους μας».

«Μάλιστα, Κόμισσα μου». Η Ρεβέκκα είχε αφήσει τα χέρια της ελεύθερα, να κρέμονται σαν δείκτες ρολογιού κοντά στο σώμα της. Τα μάτια της κολυμπούσαν στην άβυσσο του βλέμματος της Ροντίκα. Είχε βουτήξει ξανά σε εκείνα τα βάθη και θα μπορούσε να το κάνει για πάντα, καθώς κάθε φορά έβρισκε κάτι καινούριο, για να ποθήσει. Σαν να ήταν μια μέλισσα που είχε σκοπό τη ζωή της να ανατρέξει σε κάθε λουλούδι και σε κάθε δέντρο, ανεξάρτητα από την εκάστοτε εποχή.

Η Ροντίκα χαμογέλασε, με το λευκό πρόσωπό της να μη χάνει ούτε στιγμή την ομορφιά του. Φίλησε την Ρεβέκκα στα χείλη, και ήταν κάτι που το ήθελαν και οι δύο, για διαφορετικούς λόγους.

Όταν σταμάτησαν, η Ροντίκα είπε «Μου έλειψες, Ρεβέκκα».

«Κι εσείς μου λείψατε, Κόμισσα μου». Αν άκουγαν η Μαγκνταλένα και η Ροζάλια τη γλύκα και τον διακαή πόθο που κρυβόταν στη φωνή της, θα έχαναν πάσα ιδέα. Ήξεραν για την αγάπη της συντρόφου τους για την Ροντίκα, αλλά αόριστα, αφού η Ρεβέκκα, όπως η Κόμισσα, είχε κι αυτή τα απροσπέλαστα μυστικά της.

«Έλα, ας καθίσουμε».

Κάθισαν στη μια πλευρά του κρεβατιού, το οποίο, σε αυτόν τον φανταστικό κόσμο, ήταν πεντακάθαρο, χωρίς παρείσακτα έντομα ή τρωκτικά. Ήταν όπως τότε, στην εποχή της Κόμισσας, όταν το φρόντιζαν οι υπηρέτριες. Όλα στη θέση τους, χωρίς ίχνος φθοράς. Η λευκή ντουλάπα με τα ρούχα και τις λαβές από μπρούτζο, το έπιπλο με τα καλλυντικά της Ροντίκα, το περσικό χαλί με τις απεικονίσεις δράκων που πετούν πάνω από το κάστρο, το γραφείο με το μελανοδοχείο και η πένα και τα χαρτιά του άντρα της Ροντίκα. Τα παραθυρόφυλλα ανοιχτά και οι κουρτίνες να κυματίζουν. Απέναντι από το κρεβάτι, υπήρχε ένας ολόσωμος καθρέφτης, το κάτοπτρο του οποίου στην πραγματικότητα είχε θολώσει και είχε ραγίσει, αλλά τώρα, εδώ, αντικατόπτριζε το χώρο και τα πράγματα και τις δύο γυναίκες. Τα κεριά στα κηροπήγια έκαιγαν και ζέσταιναν το δωμάτιο.

Αν η Ρεβέκκα δεν ήξερε ότι ήταν σε έναν άλλο, ανώτερο κόσμο, τότε θα μπορούσε να πιστέψει ότι θα άκουγε φωνές έξω από την κλειστή πόρτα και πως όλο και κάποιος θα εισέβαλλε στο δωμάτιο. Όμως, δεν είχε να φοβάται κάτι τέτοιο. Ήταν μόνες τους. Επιτέλους. Αν και όφειλε να παραδεχτεί πως δεν είχε περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά που βρέθηκαν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Συγκεκριμένα, είχαν περάσει έξι ημέρες. Ήταν τότε που η Ροντίκα ανακοίνωσε ότι είχε έρθει η στιγμή να βγουν από το κάστρο και να αρχίσουν τις επιθέσεις στο Μπραν. Κανείς από τους υποτακτικούς της Ροντίκα δεν το είπε φωναχτά, αλλά όλοι τους περίμεναν με ανυπομονησία την άδειά της, για να ξεχυθούν στις φωλιές των θηραμάτων. Ουσιαστικά, τότε τους είχε δώσει την ελευθερία τους.

Άραγε, τώρα τι επιθυμία θα είχε; Η Ρεβέκκα δεν ήξερε, αλλά ό,τι και να ήθελε η Κόμισσα εκείνη και οι άλλοι θα το έκαναν.

«Μίλα μου για το Μπραν, καλή μου» είπε η Ροντίκα. «Το έχετε υποτάξει; Έχουν χαθεί όλοι τους;»

«Όχι, Κόμισσα. Όπως αναφέρετε και στο γράμμα, φροντίζουμε να εγκαθιδρύσουμε τον τρόμο στις καρδιές των θηραμάτων. Παίρνουμε λίγους-λίγους, έτσι ώστε όσοι μένουν πίσω να φοβούνται και να θυμούνται. Ξεκινήσαμε με την Μαγκνταλένα και την Μαριάννα, μετά με την Ροζάλια, τον Αρσένιε και τον Νάντρου. Τους αλλάξαμε όλους. Προσωπικά, έδωσα στην Μαγκνταλένα και στην Ροζάλια τη δική μου μορφή, τις δικές μου ικανότητες. Δεν ήθελα να είναι όλοι τους κατώτεροι».

«Ωραία. Σωστά έπραξες. Πες μου για τους Τσομπάνου; Τους έχετε επισκεφτεί; Έχετε σκοτώσει ή αλλάξει κανέναν τους;»

«Όχι. Η Μαγκνταλένα πήγε ένα βράδυ στο σπίτι τους, σκότωσε τα σκυλιά τους και τρόμαξε δύο παιδιά που έχουν εκεί. Αλλά δεν μπήκε στο σπίτι. Δεν την προσκάλεσαν. Όμως, έμαθε ότι στο σπίτι κατοικούσαν πολλοί άνθρωποι. Εννοώ, πέραν από τους Τσομπάνου».

«Αλήθεια; Γιατί;»

«Ο Βασίλι και ο Νικολάι υποθέτουν ότι τα θηράματα ξέρουν για εμάς. Ή ότι υποψιάζονται κάτι για τους δικούς τους που χάθηκαν». Ανασήκωσε τους ώμους της. «Άλλωστε, ξέρουν για εσάς, Κόμισσα. Ξέρουν για το τι έγινε παλιά. Οπότε παίρνουν κάποια μέτρα προστασίας. Έχουν ακόμα και τέσσερις άντρες με όπλα που γυροβολάνε τα βράδια στο Μπραν».

«Κατάλαβα». Η Ροντίκα κοίταξε μερικά από τους πίνακες με τα ζωγραφισμένα πρόσωπα που είχαν κρεμαστεί στους τοίχους. Δεν έμοιαζε απογοητευμένη, αλλά μάλλον το αντίθετο. «Τους βλέπεις όλους αυτούς, Ρεβέκκα;»

Η Ρεβέκκα ξανακοίταξε για πολλοστή φορά τα πορτραίτα. Δεν είχαν κανένα ενδιαφέρον γι’ αυτήν, πέραν από αυτό της Ροντίκα. «Μάλιστα».

«Ξέρεις τι κοινά έχουν μεταξύ τους;»

«Όχι».

«Έζησαν στην εποχή μου. Χάρηκαν με τη δυστυχία μου. Όλοι τους. Έβλεπαν τον αγαπημένο μου να υποφέρει και γέλαγαν. Ήταν ανίδεοι για τα εγκλήματα που έκαναν. Και τώρα είναι νεκροί. Πέθαναν από τα χέρια μου. Επίσης, όλοι τους. Δεν τους άλλαξα. Δεν ήθελα να υπάρχουν, ούτε σαν ανώτερα ούτε σαν κατώτερα όντα. Δεν θα τους προσέφερα ποτέ την αιώνια ζωή. Τους άφησα να πιστεύουν πως θα την αποκτήσουν μέσω της θρησκείας τους. Πραγματικά, πολύ ανόητοι άνθρωποι».

Η Ρεβέκκα δεν μίλησε. Γνώριζε για το μίσος της Ροντίκα γι’ αυτούς. Όπως και για τους Τσομπάνου και το Μπραν γενικά. Ένα πράγμα δεν καταλάβαινε, όμως, επ’ αυτού. «Κόμισσα; Γιατί κρατήσατε τα πορτραίτα τους; Γιατί δεν τα πετάξατε;»

Η Ροντίκα την κοίταξε. «Γιατί κάθε φορά που θα τους έβλεπα, θα θυμόμουν τι είχαν κάνει και κυρίως τι τους έκανα εγώ. Επίσης, έπρεπε να έχω υπ’ όψιν μου ότι δεν αξίζουν όλοι να κερδίσουν την αιώνια ζωή».

Ειδικά, οι άντρες, σκέφτηκε η Ρεβέκκα. Αυτά τα άθλια πλάσματα πρέπει να χαθούν μια για πάντα.

Ναι, αλλά οι λίγοι που μπορούν να φανούν χρήσιμοι; Όπως ο συγγραφέας; Τι θα τους κάνετε αυτούς;

Δεν ήξερε, αλλά θα έβρισκε μια λύση και γι’ αυτό το πρόβλημα. Μαζί με την καλή της Ροντίκα, φυσικά.

«Το Μπραν έχει παπά, έτσι δεν είναι, Ρεβέκκα;»

«Ναι. Είναι ένας γέρος που μαζεύει κάπου-κάπου τα παιδιά για κατηχητικό. Δεν αποτελεί σημαντική απειλή». Η Ρεβέκκα χαμογέλασε. «Είναι σαν ερείπιο. Σα δέντρο που του έχουν πελεκήσει τον κορμό, αλλά χωρίς να έχουν δώσει το τελειωτικό χτύπημα, για να πέσει».

Η Ροντίκα απλά ένευσε.

«Κανένας τους δεν αποτελεί σημαντική απειλή, Κόμισσα μου. Πιο πολύ μας ανησυχούν τα σκυλιά τους, παρά εκείνοι». Ούτε αυτό ίσχυε εντελώς -τι να φοβηθούν από τα σκυλιά, άλλωστε;-, αλλά ήθελε να ρίξει ακόμα περισσότερο τη σημασία των ανθρώπων του χωριού. Από τότε που θυμόταν τον εαυτό της σαν κοριτσάκι, όλοι, και ειδικά οι άντρες, δε διανοούνταν να βάλουν ή να ανεχθούν άλλον να βάλει σε ίση ή και κατώτερη μοίρα τον εαυτό τους από τα ζώα, όσο κι αν τα αγαπούσαν. Γιατί γι’ αυτούς κάτι τέτοιο θα ήταν σαν να τους καταριόσουν ή σαν να καταριόνταν οι ίδιοι τον εαυτό τους και το είδος τους. Και μόνο η σκέψη θα τους ενοχλούσε όπως ενοχλεί κάποιον ένα αγκάθι που έχει μπει για τα καλά στην πατούσα του. Το οποίο, βέβαια, το καταλάβαινε απόλυτα η Ρεβέκκα, αφού κι αυτή είχε την ίδια άποψη, αλλά για τους ανθρώπους.

Η Ροντίκα κοίταξε τη Ρεβέκκα με αυστηρό βλέμμα, αναγκάζοντάς την να θυμηθεί πως το πρώτο θύμα που ήρθε αντιμέτωπο με την οργή της ήταν ένα σκυλί των τότε Τσομπάνου. Ο Φέρκα. Ένα μαύρο και καφέ μεγαλόσωμο ζώο που είχε βρεθεί στο διάβα της Ροντίκα, καθώς πήγαινε για τους Τσομπάνου. Ήταν βράδυ, με τα αστέρια να διακρίνονται και να πλαισιώνουν το φεγγάρι, σαν δευτεραγωνιστές που στέκονται κοντά στον βασικό ήρωα, αποζητώντας λίγη από τη δόξα του. Δεν υπήρχε ψυχή τριγύρω, με εξαίρεση κάποια ζώα, λίγα από τα οποία -όσα δεν μπόρεσαν να φύγουν, δηλαδή- έκαναν σαματά, με την ελπίδα να διώξουν το Κακό ή έστω να προειδοποιήσουν τα αφεντικά τους. Παραδόξως, ο Φέρκα δεν είχε αρχίσει αμέσως τα γαβγίσματα, παρά το ότι την είχε αντιληφθεί από μακριά. Την είδε να πλησιάζει και να πλησιάζει και να πλησιάζει, κι αυτός γρύλιζε υπόκωφα και της έδειχνε τα δόντια του και έσκυβε ελαφρώς, έτοιμος για να επιτεθεί. Όταν η Ροντίκα στάθηκε στα δέκα μέτρα μακριά του, τότε μόνο κατάλαβε τη δεινή του θέση. Γιατί δοκίμασε να της ορμήσει, αλλά η αλυσίδα κροτάλισε και κόντεψε να του σπάσει το λαιμό. Τον καθήλωσε στο έδαφος. Τότε συνειδητοποίησε ότι δεν θα τα κατάφερνε και ξεκίνησε τα δυνατά ουρλιαχτά του, κάνοντας πίσω, προς τον τοίχο του σπιτιού. Κι εκείνη τον ακολούθησε και σε λίγο το όποιο φως έριχνε το φεγγάρι στον Φέρκα καλύφτηκε από τη σκιά της.

Η Κόμισσα δεν ήταν υπερήφανη για τη βιαιότητά της προς το σκυλί. Δεν της έφταιγε αυτό, αλλά το αφεντικό του. Όμως, εκείνες τις πρώτες ώρες της μεταμόρφωσής της ο πόθος για αίμα και εκδίκηση πέταξαν από μέσα της όποιες αναστολές είχε. Είχε μυρίσει σε αυτό το σκυλί τον Τσομπάνου. Ήταν δικό του, το χάιδευε και το τάιζε. Κι αυτή θα του το έπαιρνε.

Αργότερα, όταν κατάλαβε τι είχε κάνει, σκέφτηκε ότι ξεπέρασε τα όρια, γιατί υπέπεσε στο ύψος αντρών που βιάζουν και πτηνών που τρέφονται με ψοφίμια. Είχε γίνει σαν εκείνους που έβαλαν τον αγαπημένο της σε ένα κοντάρι και τον άφησαν να αργοπεθάνει. Ήταν ανεπίτρεπτο. Τους σιχαινόταν. Τους είχε σφάξει, χωρίς να πιει ούτε λίγο από το αίμα τους, κι αυτός ήταν ένας από τους λόγους που δικαιολογούσε κάπως την επίθεσή της στο Φέρκα. Το ότι δεν είχε τραφεί η ίδια, παρά την σχεδόν ερωτική κάψα που είχε για να βρει αίμα. Δεν ήθελε ούτε κατά διάνοια να πιει από εκείνους. Ούτε από τους Τσομπάνου είχε σκοπό να τραφεί, και ούτε το έκανε ποτέ. Ήθελε να τους πονέσει, όπως την πόνεσαν. Και το πέτυχε. Εμμέσως, αλλά το πέτυχε. Ο θάνατος του Φέρκα τούς είχε ενοχλήσει και τους είχε τρομοκρατήσει. Κατά μία έννοια, όπως την πλήγωσαν, έτσι τους πλήγωσε κι αυτή. Εκείνοι συνέβαλλαν στο θάνατο του στρατιώτη της και η Ροντίκα σκότωσε ένα αγαπημένο σκυλί τους.

Για την ίδια, ο πρώτος θάνατος, ο καθοριστικός, ήταν ο θάνατος του Ίλιε. Για τους χωριάτες, ήταν ο θάνατος του Φέρκα. Και για τις δυο πλευρές, όμως, οι θάνατοι δεν είχαν σταματήσει και δεν θα σταματούσαν, αν δεν το αποφάσιζε η ίδια η Ροντίκα Ντραγκίτσι.

Είπε «Μετά τη συνάντησή μας, Ρεβέκκα, θέλω να ξεμπερδέψετε με το Μπραν. Όχι άλλες καθυστερήσεις. Μην ξεχνάς, το Μπραν είναι μόνο η αρχή. Θέλω να συντομεύουμε. Τα θηράματα, όσο ανόητα και να είναι, θα καταλάβουν κάποια στιγμή ότι κάτι συμβαίνει. Και θα αντιδράσουν. Που ήδη το προσπαθούν, απ’ ό,τι είπες κι εσύ. Γι’ αυτό θα τα προλάβουμε». Η Ροντίκα έπιασε την Ρεβέκκα από τα πλάγια του κεφαλιού. «Σκοτώστε το Μπραν. Μεταλλάξτε όσο περισσότερους μπορείτε και αφανίστε όσους σας αντισταθούν. Σφάξτε τους τελευταίους και τραφείτε από αυτούς, αλλά μην τους προσφέρετε τις δυνάμεις μας. Ούτε σε αυτούς ούτε σε κανένα ζώο που έχουν οι κάτοικοι του Μπραν. Πες το και στους άλλους».

Η Ρεβέκκα ακούμπησε τα χέρια της Κόμισσας και τα χάιδεψε. «Μάλιστα, Κόμισσα μου. Αυτό θα κάνουμε. Θα αλλάξουμε κάποιους και τους άλλους θα τους σκοτώσουμε».

«Ωραία. Ωραία». Η Ροντίκα φίλησε τη Ρεβέκκα στο μέτωπο και μετά την άφησε. «Τώρα. Όσον αφορά το άλλο θέμα μας, πρέπει να σου μιλήσω για τις ανακαλύψεις του αγαπητού Τζον Μπάρλοου, του εξαίρετου αυτού συγγραφέα, που αποδεικνύεται ικανότατος ερευνητής, αλλά όχι τόσο έξυπνος άντρας, ώστε να καταλάβει με ποια έχει μπλέξει».

«Υπάρχει έξυπνος άντρας, Κόμισσα μου;»

Η Ροντίκα γέλασε και μετά τής είπε κάθε τι που είχε βρει ο Μπάρλοου.

Μπραν

Ο Μιρόν ήταν στο κρεβάτι του, αλλά δεν κοιμόταν. Κοντά στο προσκεφάλι του είχε δύο μουσκέτα και άλλα δύο πιστόλια –όλα έτοιμα να βάλλουν. Επίσης, είχε ένα μαχαίρι, ένα μπουκαλάκι με αγιασμό και έναν ξύλινο σταυρό κάτω από το μαξιλάρι του. Το δωμάτιό του δε φωτιζόταν καθόλου, αφού τα κεριά που είχε στα κηροπήγια στο κομοδίνο δίπλα του ήταν σβηστά και από την ανοιχτή πόρτα δεν έμπαινε καθόλου φως. Δεν ακουγόταν το παραμικρό, με εξαίρεση το ροχαλητό του πατέρα του στο διπλανό δωμάτιο και κάποια αδιάφορα τριξίματα από έντομα που σεργιάνιζαν στους πέτρινους τοίχους. Δεν κρύωνε, μα ούτε και ζεσταινόταν από τα δύο σκεπάσματα με τα οποία είχε καλύψει το σώμα του.

Είχε τα μάτια του ανοιχτά στο σκοτάδι. Τις τελευταίες μέρες, δεν κοιμόταν καλά. Από τότε που οι βρικόλακες άρχισαν τις επιθέσεις στο Μπραν, ο Μιρόν αδυνατούσε να ξεκουραστεί τα βράδια. Καιροφυλακτούσε. Είχε τις αισθήσεις του όσο το δυνατόν πιο οξυμένες, για τον παραμικρό θόρυβο που θα σήμαινε ότι τα τέρατα είχαν έρθει στο σπίτι. Είχε τα όπλα του καθαρά και καλολαδομένα. Το μαχαίρι το τρόχιζε κάθε πρωί. Τον αγιασμό τον είχε ανανεώσει από το απόθεμα που είχαν στο σπίτι. Ήθελε να είναι προετοιμασμένος.

Ο Μιρόν περίμενε. Και σκεφτόταν.

Ο παπάς το είχε μισο-παραδεχτεί. Οι βρικόλακες δεν θα σταματούσαν τις επιθέσεις. Το ίδιο πίστευαν και οι γονείς του. Τα τέρατα ήθελαν να φάνε και οι άνθρωποι ήταν η τροφή τους. Επιπλέον, κάτι λεγόταν και για μια νεκροζώντανη Κόμισσα και ότι ήθελε να εκδικηθεί για πράγματα που έγιναν στο παρελθόν. Πολλά λέγονταν και ο Μιρόν δεν ήξερε τι να πιστέψει και τι να ξεχάσει.

Η ουσία ήταν πως δύο οικογένειες και δύο άντρες είχαν εξαφανιστεί. Οι Ούγγροι των Τσομπάνου είχαν φύγει. Τα σκυλιά είχαν κάνει κακό χαμό δύο συνεχόμενες βραδιές. Σίγουρα, κάτι συνέβαινε. Κάτι που προβλημάτιζε τον Μιρόν, γιατί δεν ήταν βέβαιος τι θα έπρεπε να κάνει. Εντάξει, θα προστάτευε τους γονείς του και τον εαυτό του. Για τα ζωντανά τους, δεν μπορούσε να κάνει κάτι. Για τους συγχωριανούς του, επίσης. Όμως, πώς θα τα κατάφερνε αν δεν ήξερε στα σίγουρα με τι είχε να κάνει;

Έχω τα όπλα. Ό,τι κι αν υπάρχει εκεί έξω, θα το πολεμήσω με όσα όπλα έχω.

Κι η αλήθεια ήταν πως είχε τουλάχιστον δύο παραπάνω όπλα -και, αντίστοιχα, περισσότερα πυρομαχικά- από τον μέσο κάτοικο του Μπραν. Όποτε πήγαινε στο Μπρασώφ, φρόντιζε να προμηθεύεται βόλια και σφαίρες -ήθελε να αγοράσει και κάποιο πιο σύγχρονο και καλύτερο τουφέκι από τα παμπάλαια του πατέρα του, όμως δεν επιτρεπόταν και δεν είχε τα επιπλέον χρήματα για να πληρώσει τον μαγαζάτορα, ώστε να κάνει μια εξαίρεση-, χωρίς να το αναφέρει στους γονείς του -που δεν ένιωθαν καλά με αυτή την αγάπη που είχε ο γιος τους για τα όπλα- όχι γιατί πίστευε πως θα του χρειάζονταν όλα αυτά σε πραγματικές συνθήκες μάχης, αλλά για να εξασκείται και φυσικά για να κυνηγάει ζώα του δάσους, για να φάνε. Ποτέ του δε φαντάστηκε ότι θα τα είχε τόσο πολλή ανάγκη, αλλά τώρα χαιρόταν που τα ξόδευε με μέτρο, χωρίς υπερβολές. Γιατί πλέον είχε μπόλικο απόθεμα.

Όμως, ήταν αρκετό αυτό;

Αν και δεν του άρεσε, σκεφτόταν πως ίσως και να μην ήταν αρκετό. Δηλαδή, αν ήταν πολλοί οι βρικόλακες, δεν θα μπορούσε να τα βάλει με όλους. Θα κατάφερνε να εξοντώσει δυο τρεις. Ίσως. Είχε εμπιστοσύνη στον εαυτό του όσον αφορά τις ένοπλες συγκρούσεις. Ήξερε να ρίχνει με τα μουσκέτα και με τα πιστόλια με εξαιρετική ακρίβεια. Δεν είχε βρεθεί αντιμέτωπος με εχθρούς που ήθελαν να τον (φάνε) σκοτώσουν, αλλά και οι σωματοφύλακες των Τσομπάνου που είχαν βρεθεί δεν τα κατάφεραν απέναντι στα τέρατα. Οπότε και να είχες συμμετάσχει σε μάχες στο παρελθόν, δεν σου εξασφάλιζε κάτι. Ότι θα τα κατάφερνες σε κάθε αντίστοιχη περίσταση. Σωστά;

Ίσως. Αλλά ποιος μπορεί να είναι σίγουρος για το οτιδήποτε σε αυτή την κατάσταση που βρισκόμαστε;

Ο Μιρόν ήταν μόνιμα αγχωμένος τις τελευταίες μέρες. Μέχρι πρόσφατα, η χειρότερη σύγκρουση που θα μπορούσε να του τύχει -τουλάχιστον, έτσι όπως το έβλεπε ο ίδιος- ήταν με τίποτα ληστές στο δρόμο από και προς το Μπρασώφ. Κατά καιρούς, ακουγόταν κάποιο περιστατικό ή το ανέφερε η Gazeta Transilvaniei. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι συντάκτες γράφανε πως η πολιτοφυλακή είχε συλλάβει ή θεωρούσε ως ύποπτους εγκλημάτων περιφερόμενους τσιγγάνους. Ο Μιρόν, τις λίγες φορές που είχε συναπαντηθεί μαζί τους, δεν είχε γνωρίσει ποτέ του κάποιον που να ήταν κακός. Οι περισσότεροι από όσους είχαν περάσει και περνούσαν από το Μπραν, ήταν είτε γυρολόγοι που πουλούσαν πολλά διαφορετικά πράγματα, είτε ηθοποιοί, είτε τραγουδιστές που έδιναν επιτόπιες παραστάσεις. Είχαν πιο σκουρόχρωμο δέρμα από τους περισσότερους Τρανσυλβανούς και η ομιλία τους ήταν ένα συνονθύλευμα από διαλέκτους, που έμοιαζαν μεταξύ τους, αλλά που ο Μιρόν δεν τις καταλάβαινε όλες. Φώναζαν με τη βραχνιασμένη και μάλλον μεθυσμένη φωνή τους και καλούσαν τον κόσμο να τους παρακολουθήσει ή να αγοράσει κάποιο μπιχλιμπίδι ή φρούτο. Ανάμεσά τους, συνήθως, υπήρχαν και γυναίκες μεγάλης ηλικίας που φορούσαν πολλά σκουλαρίκια και δαχτυλίδια και σου έλεγαν τη μοίρα, κοιτάζοντας την παλάμη σου ή χρησιμοποιώντας χαρτιά τράπουλας. Τα παιδιά που είχαν έκαναν κι αυτά το δικό τους κομμάτι, βοηθώντας τους γονείς τους στο έργο που έπαιζαν ή σιγοντάροντας το τραγούδι τους. Όλοι τους φορούσαν παρδαλές στολές, πολύ αστείες, ενώ πάντα είχαν μαζί τους ζώα, όπως χοίρους, μαϊμούδες και μικρόσωμα άλογα. Γενικά, ο Μιρόν δεν θυμόταν να είχαν προκαλέσει κάποιο πρόβλημα στο Μπραν, ούτε του είχαν πει κάτι ανάλογο οι δικοί του. Οι γονείς του πιο πολύ του έλεγαν για τους Ούγγρους πολιτοφύλακες και τους στρατιωτικούς, ότι καλύτερα να τους απέφευγε και να μην έμπλεκε μαζί τους, παρά με τους Ρομά. Αλλά πάλι, δεν θα έπαιρνε όρκο ότι από τους τελευταίους όλοι είναι καλοί.

Από άλλους υποψήφιους κινδύνους που μπορούσε να σκεφτεί ο νεαρός, υπήρχαν μερικά άγρια ζώα. Οι λύκοι και οι αρκούδες, για παράδειγμα, που όμως κρατούσαν αποστάσεις από το Μπραν. Υπήρχαν, επίσης, κάτι φίδια και μεγάλες αγριόγατες, αλλά κι αυτά οι κάτοικοι δεν τα φοβούνταν ιδιαίτερα. Με λίγη προσοχή το καλοκαίρι και χωρίς παλικαρισμούς (ειδικά τη νύχτα που κυκλοφορούσαν κατά κόρον), δεν θα πάθαινες τίποτα από δαύτα. Όσοι είχαν τραυματιστεί ή σκοτωθεί από κάποιο ζώο, συνήθως ήταν μοναχοί τους στο δάσος –εκεί, δηλαδή, τους έβρισκαν αργότερα ή από εκεί έρχονταν κουτσαίνοντας. Αλλά ο Μιρόν δεν ανησυχούσε για επιθέσεις ζώων, καθώς ήταν ανέκαθεν προσεχτικός με τις εξορμήσεις του. Όσο για τους γονείς του, αυτοί εδώ και δέκα χρόνια είχαν σταματήσει να απομακρύνονται από το χωριό, ένεκα των κινητικών και άλλων δυσκολιών που συνοδεύουν τα γηρατειά. Οπότε όλο το βάρος του κτήματος, των οικόσιτων ζώων και του κυνηγιού έπεφτε στους ώμους του μοναχογιού τους.

Άρα, δεν έχουμε να φοβηθούμε μήτε τους τσιγγάνους, μήτε τα άγρια ζώα, σκέφτηκε και αναστέναξε. Τον πονούσαν τα μάτια του, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να τα ξεκουράσει. Υπήρχαν τέρατα εκεί έξω και επιτίθονταν στους κατοίκους του Μπραν. Τους άρπαζαν από τα σπίτια τους και δεν τους ξανάβλεπε ποτέ κανείς –όχι σαν ανθρώπους, δηλαδή. Ο Μιρόν είχε δύο γερόντια να φροντίσει, δεν θα έκανε τη χάρη στα τέρατα να τον πιάσουν κυριολεκτικά στον ύπνο.

Αλλά μπορούν να μπουν στο σπίτι; Από μόνα τους;

Αυτή ήταν μια χρήσιμη ερώτηση, που χρειαζόταν μια πειστική απάντηση. Απ’ όσα είχε ακούσει ο νεαρός, οι βρικόλακες δεν έμπαιναν σε σπίτια, αν δεν τους προσκαλούσε ο ιδιοκτήτης. Κάτι που ήταν ενθαρρυντικό, μιας και ο Μιρόν δεν θα τους έδινε την άδειά του στον αιώνα τον άπαντα. Επιπλέον, είχε καλύψει τα παράθυρα και τις πόρτες με σταυρούς και σκόρδα, ενώ τους είχε ρίξει αγιασμό. Κι αυτά, σύμφωνα με τους παλιούς, είχαν αποτέλεσμα κατά των βρικολάκων. Φοβούνταν το σταυρό και ο αγιασμός και τα σκόρδα μπορούσαν να τους βλάψουν, να τους τραυματίσουν, ίσως και να τους σκοτώσουν. Ο Μιρόν είχε και στο μαξιλάρι του αγιασμό και σταυρό, οπότε ήταν καλυμμένος. Ακόμα, είχε και μαχαίρι, για να το μπήξει στην καρδιά του τέρατος που θα τολμούσε να επιτεθεί στον ίδιο ή στους γονείς του.

Όμως, ήταν αρκετά όλα αυτά;

Πιθανώς. Βασικά, δεν πειθόταν από τις φήμες περί δυσκολιών στην εισβολή στο σπίτι και στην αποτελεσματικότητα του σταυρού, του σκόρδου και του αγιασμού. Δηλαδή, αυτά θα είχαν καλύτερα αποτελέσματα από τα μουσκέτα και τα πιστόλια; Οι γονείς του και οι άλλοι γέροντες έτσι έλεγαν, αλλά, από πρακτικής απόψεως, ο Μιρόν δεν έβλεπε πώς θα ήταν εφικτό. Ο αγιασμός, για παράδειγμα. Ή το σκόρδο. Πώς θα τραυμάτιζαν ένα βρικόλακα; Και ο σταυρός; Πώς θα τον απέτρεπε; Δεν ήταν δαιμονισμένος, ήταν… ήταν…

Νεκροζώντανος. Αυτό είναι. Ένας άνθρωπος που πέθανε και επανήλθε στη ζωή ως ένα νεκροζώντανο τέρας. Οπότε για ένα τέτοιο φοβερό τέρας χρειαζόμαστε μια αντίστοιχη λύση. Χρειαζόμαστε ένα… θαύμα.

Σαφώς. Αυτό είχαν ανάγκη. Άλλωστε, δεν είχαν να αντιμετωπίσουν κάποιο «φυσιολογικό» τέρας, έναν κακό άνθρωπο ή ένα αδηφάγο ζώο. Όχι, εδώ μόνο μέσω της θρησκείας θα έβρισκαν την λύτρωση τους. Εδώ έμπαιναν στα χωράφια του πατέρα Στεφάν, κάτι που σήμαινε ότι εκείνος ήταν ο γιατρός που θα έδινε την κατάλληλη θεραπεία για την αρρώστια.

  Πάτερ, λέτε, να φύγουν; Τα… τα τέρατα; Πιστεύετε ότι δεν θα ξανάρθουν;

  Όχι, Μιρόν. Δεν το νομίζω. Αλλά το εύχομαι… Άκουσέ με, Μιρόν. Θα κάνουμε την προσευχή μας και ο Θεός θα μας βοηθήσει. Μόνο, μη χάσουμε την πίστη μας.

Η πίστη και τα θαύματά της. Με άλλα λόγια, η ελπίδα του Μπραν απέναντι στους βρικόλακες.

Ο Μιρόν μόρφασε και γύρισε πλευρό, βάζοντας το δεξί του χέρι κάτω από το μαξιλάρι και πάνω στη λαβή του μαχαιριού, που είχε ζεσταθεί. Άπλωσε το αριστερό του χέρι και ψαχούλεψε στο σκοτάδι. Άγγιξε την κρύα κάννη του ενός μουσκέτου. Έπειτα, άγγιξε και το άλλο και μετά έπιασε τα πιστόλια. Σήκωσε το ένα από αυτά, κρατώντας το από την ξύλινη λαβή. Έβαλε τον αντίχειρα στον ένα από τους δύο κόκορες που διέθετε το πιστόλι. Σημάδεψε προς το σημείο που βρισκόταν η ανοιχτή πόρτα. Δεν την έβλεπε, δεν υπήρχε στόχος εκεί, αλλά, όπως κάθε σημείο του σπιτιού, ήξερε πολύ καλά κατά πού έπεφτε. Και με τα μάτια κλειστά, θα πετύχαινε ό,τι ήθελε. Είχε δύο σφαίρες μέσα. Μπαμ-μπαμ! και πετάς το όπλο αμέσως. Μετά, πιάνεις το δεύτερο πιστόλι, ενώ βγάζεις και το μαχαίρι, αλλά χωρίς να το δει ο άλλος. Με το που ρίξεις τη μοναδική σφαίρα του πιστολιού, το ξεφορτώνεσαι και αρπάζεις το πρώτο μουσκέτο. Ευτυχώς, είναι ελαφρύ -ή έτσι σου φαίνεται εσένα, γιατί είσαι δυνατός και το έχεις συνηθίσει- και μπορείς να ρίξεις με το ένα χέρι. Μια βολή και πάμε για το τελευταίο πυροβόλο.

Σύνολο, πέντε βολές. Πέντε ευκαιρίες να ξεπαστρέψει τον εισβολέα ή τους εισβολείς με τον δικό του τρόπο. Αν δεν έφερναν αποτέλεσμα οι σφαίρες και τα βόλια, τότε θα ορμούσε με το μαχαίρι και, αν δεν είχε ούτε αυτό τον επιθυμητό αντίκτυπο, θα αναλάμβαναν δράση τα φάρμακα του παπά, δηλαδή ο αγιασμός και ο σταυρός. Αν πάλι δεν συνέβαινε κάτι, τότε…

Ε, όχι και δεν θα συμβεί. Αλίμονο. Αλίμονο μας αν δεν πεθαίνουν με τίποτα. Γίνεται, όμως, αυτό; Να μην πεθαίνουν; Πόσο ισχυροί να είναι πια;

Δεν ήξερε. Κανείς δεν ήξερε το παραμικρό για αυτή την παλιοκατάσταση. Ούτε ο παπάς. Αυτός κι αν δεν ήξερε, κι ας έλεγε τις σοφίες του. Μόνο να ζητά, ήξερε. Κάνε προσευχή. Παρακάλα τον Θεό. Θα σε συγχωρέσει. Θα μας βοηθήσει. Και άλλα τέτοια. Μόνο τέτοια έλεγε.

Και ο Μιρόν, δακρύζοντας από οργή, σκεφτόταν Και δεν μου λες, βρε παπά, πού στο καλό είναι ο Θεός; Ε; Πανταχού παρών δεν είναι; Αν προσευχόμαστε σε Αυτόν, θα μας βοηθήσει, σωστά; Αιτείτε, και δοθήσεται υμίν, έτσι δε διατυμπανίζεις;

Και ο Μιρόν, τρέμοντας από φόβο, σκεφτόταν Αλλά τι απέγιναν οι Μπενγκέσκου και οι Μολντοβάνου, καλέ μου πάτερ; Μμμ; Τι απέγιναν ο κύριος Βαντίμ και ο κύριος Ιονάταν; Αυτοί δεν παρακάλεσαν τον Θεό; Τα παιδιά και οι γυναίκες τους δεν παρακάλεσαν τον Θεό και τώρα πρέπει να ζήσουν ξέροντας πως δεν θα τους ξαναδούν ποτέ; Και οι Ούγγροι; Οι σπουδαίοι και εκπαιδευμένοι Ούγγροι; Μμμ; Γιατί έφυγαν οι Ούγγροι; Μήπως να ρωτούσαμε τον γερο-Ντράχοσλαβ ή τον γιόκα του, τον Βέλκαν, που διαλαλούσαν ότι οι σωματοφύλακές τους ήταν και φοβεροί ουσάροι;

Και ο Μιρόν, θέλοντας να σκάσει στα γέλια, σκεφτόταν Αγόρι μου, πρέπει να βρεις μια κοπέλα να παντρευτείς. Αμαρτάνεις. Ξέρω πώς σου φαίνεται, αλλά δεν πρέπει να το συνεχίσεις… αυτό.

Και ο Μιρόν σκεφτόταν Και το άλλο: θα έρθουν από το Μπρασώφ, έτσι; Θα αλλάξει, όμως, κάτι, πάτερ; Θα αλλάξουν εκείνοι κάτι;

Και ο Μιρόν, έχοντας πάρει την απόφασή του, σκεφτόταν Σιγά μην κάτσω να περιμένω από εσάς. Σιγά μην περιμένω τον οποιονδήποτε. Ευχαριστώ, αλλά όχι. Δεν θα περιμένω τίποτα κι από κανέναν σας. Εγώ θα φροντίσω τους γονείς μου και τον εαυτό μου. Μόνο εγώ.

Ο Μιρόν άφησε το μαχαίρι και το πιστόλι του και έπιασε το μπουκάλι με τον αγιασμό και τον σταυρό. Τα έβγαλε κάτω από το μαξιλάρι του και τα σήκωσε απέναντί του. Δεν τα έβλεπε, γι’ αυτό προσπάθησε να νιώσει τη δύναμη που -υποτίθεται- έπρεπε να έχουν.

Στο σπίτι των Τσομπάνου, που, παρά τον κόσμο, ήταν ήσυχο σαν ξωκλήσι, ο Βέλκαν καθόταν στο διάδρομο του πρώτου ορόφου, ανάμεσα στα δωμάτια των παιδιών, του δικού του και της Εμιλιάνα και των γονιών του, με ένα Μάνλιντσερ στα πόδια του, ένα πιστόλι Γκάσερ και ένα μαχαίρι στη ζώνη του. Τα ίδια όπλα είχε δώσει και στους δύο συγχωριανούς του που φύλαγαν στο ισόγειο και οι οποίοι θα τα έδιναν στους επόμενους σκοπούς, όταν θα πήγαιναν για ύπνο.

Ο Βέλκαν συλλογιζόταν όσα είχαν ειπωθεί την μέρα εκείνη, που είχε ξεκινήσει με τις χειρότερες προδιαγραφές, αλλά που τελείωνε με μια ελπίδα να έχει κουλουριαστεί γύρω από την καρδιά των κατοίκων. Μετά το πέρας της συνάντησης με τον πατέρα Στεφάν, οι Τσομπάνου είχαν μοιράσει όπλα σε όσους κατοίκους δε διέθεταν (καθόλου ή αυτά που είχαν δεν ήταν αξιόλογα), τα οποία θα διάβαζε ο πατήρ Στεφάν, για να είναι ευλογημένα, ενώ συνέστησαν να έχουν σε κάθε σπίτι ένα με δύο άτομα που θα αναλάμβανε ή θα αναλάμβαναν τη φύλαξή του κατά τις νυχτερινές ώρες. Οι κάτοικοι του Μπραν, γνωρίζοντας πως οι Τσομπάνου και ο πατήρ Στεφάν ακολουθούσαν την ίδια πορεία πλέον, συμμορφώθηκαν, οπότε αυτή την ώρα κάποια σπίτια ήταν άδεια, ενώ άλλα ζεσταίνονταν από τα ανθρώπινα σώματα που τα είχαν κατακλύσει. Στους Τσομπάνου, δε, είχαν έρθει κι άλλοι για να μείνουν, αναγκάζοντας το προσωπικό του σπιτιού να μετακινήσει τα έπιπλα από το σαλόνι στην αποθήκη, με εξαίρεση τις καρέκλες και τους καναπέδες -ακόμα και στην κουζίνα κοιμούνταν πέντε κάτοικοι.

Αυτό που είχε εμποδίσει τους ανθρώπους του Μπραν από το να χαρούν περισσότερο, τουλάχιστον όταν το άκουσαν για πρώτη φορά, ήταν η ανακοίνωση που αφορούσε τα παιδιά, τα οποία έπρεπε να φύγουν, και μάλιστα το συντομότερο δυνατόν. Οι γονείς, ακόμα και αυτοί που παραφέρονταν όταν τα παιδιά τους έκαναν κάποια σκανταλιά, θορυβήθηκαν και αγκάλιασαν τα παιδιά τους και αρνήθηκαν. Αλλά, βλέποντας τον Βέλκαν Τσομπάνου -που είχε αναλάβει να πείσει τους συγχωριανούς του, γιατί ήξερε πώς θα αντιδράσουν- κουρασμένο στην ψυχή, κατάλαβαν ότι ούτε εκείνος το ήθελε, όμως θα το έπραττε. Θα έδιωχνε τις κόρες του. «Για να σωθούν» όπως είπε και το χαμόγελό του, ένα μειδίαμα, ήταν τρεμάμενο και θλιμμένο. «Για να έχουν μια ευκαιρία στη ζωή. Πιστέψτε με, μόνο ο Θεός ξέρει πόσο το απεύχομαι, πόσο με θλίβει που θα αποχωριστώ τις κόρες μου. Όμως, είναι αναγκαίο. Δεν θα συγχωρούσα τον εαυτό μου αν πάθαιναν το παραμικρό επειδή δεν είχα τη δύναμη να τις… να τις στείλω σε ένα ασφαλές μέρος. Και… άλλωστε, όταν τελειώσει αυτή η κατάσταση, θα φέρουμε πίσω τα παιδιά και θα μπορέσουμε να ζήσουμε όλοι μας ελεύθεροι, ξέροντας ότι το Κακό δεν υπάρχει πια στο Μπραν».

«Ναι, αλλά μόνα τους;» ρώτησε η κυρία Μιχάι, κρατώντας την τρίχρονη κόρη της στην αγκαλιά της. «Πώς… πώς θα τα καταφέρουν;»

«Όχι, δεν θα είναι μόνα τους. Μαζί τους θα φύγουν και οι ηλικιωμένοι. Όσοι το επιλέξουν, δηλαδή. Επίσης, θα είναι και η κόρη του Λούκα Βλαντιμιρέσκου, η Στεφανία. Θα φροντίσουν αυτοί και για τα παιδιά».

«Πώς;»

«Θα πάνε στις Αρχές του Μπρασώφ. Θα ζητήσουν βοήθεια από την πολιτοφυλακή».

Στο καφενείο, ο Μαρτινέσκου, όταν άκουσε τα νέα, είχε ρωτήσει «Μα έχουμε ήδη ζητήσει βοήθεια από την πολιτοφυλακή. Ο πατήρ Στεφάν τούς έστειλε γράμμα».

«Δύο γράμματα, Λουσιάν» πετάχτηκε ο Στεφόνιου. «Έστειλε και στο στρατό τους».

«Ναι, σωστά. Δύο γράμματα. Ακόμα καλύτερα. Μήπως να περιμέναμε;…»

«Δεν ξέρουμε τι θα κάνουν. Δεν μπορούμε να βασιστούμε στην πιθανότητα να έρθουν στο Μπραν. Ακόμα κι αν έρθουν, όμως. Δεν ξέρουμε πότε θα έρθουν. Μπορεί να καθυστερήσουν. Και δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο. Ο πατήρ Στεφάν πιστεύει πως τα τέρατα θα κορυφώσουν τις επιθέσεις τους άμεσα. Αυτό κάνουν, αν το καλοσκεφτούμε. Πρώτα, επιτέθηκαν σε μικρές οικογένειες. Μετά, σκότωσαν τα σκυλιά της οικογένειάς μου και κόντεψαν να εισβάλλουν στο σπίτι μου. Έπειτα, επιτέθηκαν στην περίπολο. Καταλαβαίνετε τι εννοώ; Δεν ξέρουμε πότε και πώς, αλλά κάποια στιγμή θα αποφασίσουν να μας ξεπαστρέψουν όλους. Γι’ αυτό πρέπει να τα προλάβουμε. Για το καλό των παιδιών μας. Για το μέλλον του Μπραν».

Αυτό που δε χρειάστηκε να πει στους περισσότερους ήταν το ότι, με το που θα έβλεπαν τόσα κάρα και άμαξες γεμάτες παιδιά, οι Ούγγροι θα καταλάβαιναν πως κάτι πολύ κακό συνέβαινε στο χωριό. Αν τα γράμματα του ιερέα δεν τους επηρέαζαν, τότε ήταν βέβαιο πως θα το έκαναν τα παιδιά. Όσο και να μην ενδιαφέρονταν για το Μπραν, θα έπιαναν το μήνυμα. Γιατί κανένας γονιός δεν θα έδιωχνε έτσι απλά το παιδί του από κοντά του, και μάλιστα τόσο μακριά από τον τόπο του. Αλλά, και να το έκανε κάποιος, θα ήταν ένας πατέρας ή μια μάνα –ή και οι δύο. Άντε να το έκαναν και οι γονείς ενός άλλου παιδιού. Τόσοι πολλοί, όμως… Την ίδια στιγμή… Όχι. Δεν έβγαζε νόημα. Εκτός αν συνέβαινε κάτι και φοβόντουσαν για τα μικρά τους. Πολλοί από τους Ούγγρους που σίγουρα θα είχαν δικά τους παιδιά θα καταλάβαιναν και θα εξηγούσαν και στους άλλους.

Όπως και να είχε, λοιπόν, το μυστικό του Μπραν θα μαθευόταν. Κόσμος θα συνέρρεε στο χωριό, με σκοπό να σταματήσουν το Κακό, ενώ την ίδια στιγμή τα παιδιά του Μπραν θα ήταν ασφαλή, για να γυρίσουν όταν όλα θα είχαν τελειώσει.

Αλλά, αναρωτιόταν τώρα ο Βέλκαν, τι θα υπάρχει εδώ όταν θα τα φέρουν οι Ούγγροι; Τι θα βρουν τα παιδιά μας;

Ούτε αυτό το είχε αναφέρει ή σχολιάσει όταν ενημέρωνε τους κατοίκους. Πίστευε πως κάποιοι θα το σκέφτονταν έτσι κι αλλιώς. Ήταν αναπόφευκτο. Γονιός ήταν και ο ίδιος. Αγωνιούσε και ήθελε να ξεριζώσει την καρδιά του που είχε συναινέσει στο να φύγουν από το Μπραν η Λία και η Αντελίνα. Η Εμιλιάνα, όταν το έμαθε, παραλίγο να του αλλάξει γνώμη με τα δάκρυα και τα παρακάλια της -«Έχασα τον πατέρα μου, τώρα πρέπει να χάσω και τα παιδιά μου;» έλεγε και ξανάλεγε-, αλλά ο Βέλκαν, με τη βοήθεια και της Ιούλια, την έπεισαν στο να μη φέρει άλλες αντιρρήσεις επ’ αυτού. Αλλά δεν την κατάφεραν και να δειπνήσει μαζί τους, παρά την είδαν να κλείνεται στο δωμάτιο των παιδιών. Τώρα κοιμόταν πλάι στις μικρές, όπως έκανε όταν ήταν μωρά και έκλαιγαν.

Ο Βέλκαν τις είχε ελέγξει πριν από λίγο. Η Εμιλιάνα στη μέση, με τις μικρές να έχουν μαζευτεί στο προσκεφάλι της. Ήταν η ομορφότερη εικόνα που θα μπορούσε να δει ποτέ του.

Κι ήταν αυτή η εικόνα που τον πείσμωσε ώστε να παλέψει μέχρις εσχάτων εναντίον των φρικιών. Και ειδικά εναντίον της Μαγκνταλένα. Αυτήν ήθελε να ξαναδεί πιο πολύ. Θα τη φρόντιζε δεόντως. Ίσως όχι όπως στο όνειρό του, που τη βασάνιζε για ώρα, αλλά σίγουρα θα την σκότωνε μια και καλή, ό,τι και να ήταν. Το είχε υποσχεθεί στον εαυτό του. Ακόμα και αν ήταν να σκοτώσει μόνο ένα τέρας, αυτό θα ήταν η Μαγκνταλένα Μπενγκέσκου.

Ο Στεφάν και η Ντανιέλα είχαν ξαπλώσει από ώρα, κουρασμένοι και οι δύο, αλλά ο ιερέας δεν κοιμόταν. Ήξερε πως στην κουζίνα ήταν ο Λούκα, που είχε το μουσκέτο του παραμάσχαλα. Κάνα δυο φορές, είχε σηκωθεί η Στεφανία -που και σήμερα δεν είχε κάτσει και πολύ, μιας και είχε βγει στο χωριό να πει σε όλους πως θα συναντιόντουσαν ξανά την επομένη- και είχαν συνομιλήσει, μα ο πατέρας της την είχε ξαναστείλει στο κρεβάτι της, αρνούμενος να αφήσει το πόστο του, έστω και για μισή ώρα. Αυτός θα έφερνε εις πέρας το δύσκολο (και λίγο βαρετό) έργο του να περιμένει μες στο μισοσκόταδο, μήπως και τύχει κάτι.

Ο ιερέας τον καταλάβαινε. Αν είχε δικά του παιδιά, θα έκανε ακριβώς το ίδιο. Θα τα προφύλασσε, δίχως να λαμβάνει υπ’ όψιν του την όποια κούραση μπορεί να τον κατέβαλε. Θα το θεωρούσε υποχρέωσή του. Θα κάλυπτε κάθε πιθανή είσοδο με ό,τι αντικείμενα διέθετε και μετά θα έπαιρνε τα όπλα του και θα καθόταν όλη τη νύχτα (και όλα την ημέρα, αν χρειαζόταν) ξάγρυπνος και αποφασισμένος. Κι αλίμονο στον οποιονδήποτε επίδοξο εισβολέα.

Ένιωσε την καρδιά του να πεταρίζει. Για κάποιο λόγο, αυτές οι σκέψεις τον έκαναν να αισθάνεται πιο νέος και με περισσότερη όρεξη για δράση. Σαν να ήταν ξανά παιδί που αδημονούσε να βρεθεί με τους φίλους του, για να παίξουν. Είχε την παρόρμηση να αψηφήσει τα γηρατειά του και να σηκωθεί από το κρεβάτι και να βγει έξω και να ψάξει για τέρατα. Ίσως να μην έπρεπε να σκέφτεται τέτοια πράγματα (όπλα και μάχες), ένεκα του ότι ήταν παπάς, όμως ξυπνούσαν μέσα του μια πτυχή του εαυτού του που την είχε φιμώσει και που, με τα χρόνια, έφτασε μέχρι και να την ξεχάσει, και που τώρα συνειδητοποιούσε ότι τον έκανε να θέλει να βγει από την ήρεμη ζωή του. Ήθελε ξανά εκείνες τις στιγμές που, σαν νέος, έτρεχε και έκανε τις δουλειές με άνεση και σβελτάδα, ενώ πήγαινε ταξίδια με την Ντανιέλα και δεν λογάριαζαν τις αποστάσεις και το κατά πόσο μπορεί να κουράζονταν. Ήθελε να απελευθερωθεί από τα δεσμά της ηλικίας του και να συντροφέψει έμπρακτα τους συγχωριανούς του, να είναι δίπλα τους με το δικό του τουφέκι, παίρνοντας μέρος στον πόλεμο που τους είχαν κηρύξει μερικά τέρατα και η δαιμόνισσα που τα διαφέντευε. Ο Στεφάν πίστευε ακράδαντα ότι θα μπορούσαν να τα αντιμετωπίσουν. Όλοι μαζί, έχοντας τον ίδιο στόχο στο μυαλό και την καρδιά τους. Και ήταν ακόμα πιο βέβαιος πως ο Θεός θα έδινε τις ευλογίες Του στο ποίμνιό Του, διότι το αντίπαλο στράτευμα αποτελούνταν από βδελύγματα της Κόλασης.

Πόσο ωραίο θα ήταν αν αυτός, ο ιερέας του Μπραν, έστελνε πίσω στο Διάβολο μερικούς από τους υπηκόους του; Πόσο θα τον αναζωογονούσε αν κατάφερνε καίρια πλήγματα στις τάξεις του εχθρού του ίδιου του Θεού;

Όμως, κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί μόνο στη φαντασία του –και εκεί τώρα εκτυλισσόταν μια εκδοχή της σύγκρουσης των ανθρώπων και των βρικολάκων. Ούτε θα γινόταν ξαφνικά νεότερος, ούτε θα αποκτούσε τις αντοχές για να ανταπεξέλθει σε οποιαδήποτε ένοπλη μάχη. Ο ρόλος του ήταν προδιαγεγραμμένος εξ’ αρχής και είχε τόσο ενδιαφέρον όσο και ο ρόλος ενός φιλοσόφου που διδάσκει την κοσμοθεωρία του στο κοινό του. Ωραία λόγια, αλλά τι γίνεται με το πρακτικό κομμάτι της υπόθεσης; Όπως είχε διαπιστώσει ο Στεφάν, συχνά οι άνθρωποι άκουγαν τις συμβουλές του, όμως αδυνατούσαν να τις εφαρμόσουν στην καθημερινότητά τους. Δεν μπορούσαν, ή δεν ήθελαν, να βρουν τις λύσεις που έψαχναν και έτσι εισέπρατταν τα λόγια του σαν ένα απαλό αεράκι μια καλοκαιρινή μέρα. Ωφέλιμο για λίγο, για να ξεχαστούν και να δροσιστούν, όμως εν τέλει τίποτα περισσότερο. Τον πλήγωνε που δεν είχαν πάντα επίδραση οι συμβουλές του και που οι κάτοικοι του Μπραν, αν και πιστοί χριστιανοί, τον παράκουαν σε πολλά πράγματα. Και ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Στασιμότητα και άκαρπες προσπάθειες, κυρίως. Δεν προχωρούσαν με βήμα σίγουρο, αλλά σαν να ήταν τυφλοί που προσπαθούν να προσανατολιστούν σε ένα άγνωστο σπίτι. Αυτό που ήθελαν ήταν χειροπιαστά πράγματα, όχι (μόνο) λόγια.

Μπορείς να κάνεις κάτι, παπά. Μαζί με τους Βλαντιμιρέσκου, εμένα και πάνω απ’ όλους τον Θεό, θα κάνεις κάτι για το Μπραν. Έτσι του είχε πει η Ντανιέλα. Ίσως αυτό έπρεπε να σκέφτεται. Ότι θα έκανε κάτι μαζί με τους συγχωριανούς του και τον Θεό και όχι μόνος του. Βασικά, ποτέ δεν πίστεψε στ’ αλήθεια ότι σε αυτή την κατάσταση που είχε προκύψει θα κατάφερνε κάτι μόνος του. Απλά, είχε εστιάσει στο δικό του κομμάτι της υπόθεσης. Σε αυτό, τέλος πάντων, που θα ήθελε να κάνει αφ’ εαυτού του αν ήταν διαφορετικές οι συνθήκες.

Όμως, ήταν λάθος να σκέφτεται έτσι, με τόσο εγωισμό. Πέραν του ότι ήταν αμαρτία, ήταν και εσφαλμένη οπτική για έναν –τον– επικείμενο πόλεμο. Ένας στρατός αποτελείται από πολλούς φαντάρους, όχι από έναν. Έπρεπε να σκέφτεται σαν μέρος μιας μεγαλύτερης ομάδας κι όχι μονάχα για την πάρτη του.

Σκέφτηκε: Για παράδειγμα, η Ντανιέλα σε βοήθησε να γίνεις πιο αποφασιστικός, ενώ ήσουν καταβεβλημένος, κι εσύ έγραψες και έστειλες τα γράμματα στους Ούγγρους με την Κορνέλια και τον Σάντου. Ομαδική δουλειά. Επίσης, οι Τσομπάνου μοίρασαν όπλα στους συγχωριανούς σας και δέχτηκαν να φιλοξενήσουν κι άλλους στο σπίτι τους, όπως έκαναν και άλλοι. Ο Βέλκαν ανέλαβε προσωπικά να πείσει τους γονείς και ίσως και τους γέροντες, ώστε να φύγουν από το Μπραν. Έπειτα, η Στεφανία τους ενημέρωσε για την επόμενη συνάντηση στον ναό. Ομαδική δουλειά, παπά. Ένας στρατός όπου ο κάθε στρατιώτης μεμονωμένα κάνει ό,τι πρέπει και ό,τι μπορεί να κάνει για τον κοινό σκοπό.

Αυτό είχαν γίνει, λοιπόν. Στρατιώτες.

Ο Στεφάν θυμήθηκε όλους εκείνους τους αγίους που στην πρότερη ζωή τους, πριν αλλάξουν όνομα και φιλοσοφική θεώρηση, είχαν υπάρξει στρατιώτες. Ο άγιος Γεώργιος, ο άγιος Αναστάσιος ο Πέρσης, ο άγιος Δημήτριος…

Κάλυψε το σώμα του ως το σαγόνι με την κουβέρτα. Πάντα είχε κατά νου ότι θα ήταν ύψιστη τιμή να μοιάσει στους αγίους, αλλά τώρα η σκέψη αυτή -ότι μπορεί να πέθαινε μαρτυρικά ενάντια σε δυνάμεις του Σατανά- όχι μόνο δεν τον καθησύχαζε, αλλά τον φόβιζε κιόλας. Τον έκανε να αφήσει παράμερα τη σύγκρουση που φανταζόταν και να ανατριχιάσει και να κλείσει τα μάτια του, για να κοιμηθεί επιτέλους, προσπαθώντας να μη σκέφτεται πού μπορεί να κατέληγε αυτός ο πόλεμος που τους είχαν κηρύξει η Κόμισσα και οι υπηρέτες της.

27 Φεβρουαρίου, πρωί

Μπρασώφ

Σήμερα, δεν έβρεχε, μήτε χιόνιζε, αλλά ο καιρός δεν είχε αλλάξει εμφάνιση. Ο ουρανός φορούσε ακόμα το γκρίζο σεντόνι του και ο αέρας, ως άλλο άτακτο παιδί που έχει καταλάβει πώς να πειράζει τους γύρω του, σφύριζε ανά στιγμές και σταματούσε, για να ξαναρχίσει μετά από λίγο χωρίς προειδοποίηση, τρομάζοντας όσους δεν περίμεναν τα απότομα ξεσπάσματά του. Το κρύο συμπλήρωνε την καταθλιπτική ατμόσφαιρα, διατηρώντας την ισχύ του σαν πυρετός που δεν πέφτει.

Στην πόλη, όπως και στο Μπραν, οι άνθρωποι ξεκίνησαν από νωρίς για τις δουλειές τους. Περπάτησαν στους μισοσκότεινους δρόμους, φορώντας βαριά πανωφόρια και κρατώντας από το χέρι κάποια τσάντα ή το παιδί τους που, είτε το πήγαιναν στο σχολείο, είτε απλά το τραβολογούσαν γιατί δεν είχαν πού να το αφήσουν όσο θα έλειπαν. Όταν έβλεπαν κάποιον γνωστό τους, τον χαιρετούσαν και μιλούσαν μαζί του για λίγο. Κύριο θέμα, φυσικά, ήταν η πολιτική κατάσταση της Τρανσυλβανίας, καθώς και οι ταραχές που γίνονταν τις τελευταίες μέρες. Όλοι είχαν να πουν κάτι για το μέλλον της πόλης τους (και της ευρύτερης περιοχής) και για τη βαρβαρότητα της πολιτοφυλακής και όλοι ήξεραν κάποια λεπτομέρεια ή κάποιον που είχε συλληφθεί και που βρισκόταν βασανισμένος και άρρωστος σε ένα υγρό και κρύο κελί. Άλλοι μιλούσαν για σαράντα συλλήψεις μέσα σε μια μέρα, άλλοι για εκατό, άλλοι για διακόσιες, άλλοι για το πολύ δέκα. Με εξαίρεση όσους ήθελαν να παραμείνει η Τρανσυλβανία μέρος της Ουγγαρίας και όσους απλά κοιτούσαν τη δουλειά τους (κυρίως, τα παιδιά, δηλαδή, που ακόμα δεν νοιάζονταν για τέτοια πράγματα), κάθε κάτοικος του Μπρασώφ εκδήλωνε τον εκνευρισμό του για τους ξένους, λέγοντας πως σίγουρα θα συμμετείχε στην επόμενη πορεία που θα γινόταν και αλίμονο στον Ούγγρο πολιτοφύλακα που θα προσπαθούσε να τον συλλάβει.

Και κάπως έτσι, αρκετοί κάτοικοι του Μπρασώφ θα είχαν εντός της ημέρας μια όχι και τόσο φιλική επίσκεψη από πολιτοφύλακες που είχαν πληροφορηθεί από τους «καλούς» πολίτες ποιοι ήταν οι επίδοξοι ταραξίες. Με αυτόν τον τρόπο, θα προλάβαιναν να μειώσουν τον αριθμό των «ηλίθιων επαναστατών», όπως τους αποκαλούσαν πολλοί αξιωματικοί της πολιτοφυλακής και, πάνω απ’ όλους, ο αντιστράτηγος Ζαλάν -δική του ιδέα ήταν, άλλωστε, να έχουν κατασκόπους σε όλη την πόλη-, ο οποίος τώρα, λίγο πριν τις εφτά το πρωί, έμπαινε στο γραφείο του στον πρώτο όροφο του κτιρίου, αφού πρωτύτερα είχε δώσει παραγγελία να του φέρει τον καφέ του ένας λοχίας -που με τη σειρά του ο εν λόγω λοχίας αγγάρεψε έναν υποδεκανέα, τονίζοντας πως θα έφερνε την κούπα σε αυτόν και μετά ο ίδιος θα την πήγαινε στον αντιστράτηγο. Άνοιξε τις κουρτίνες, θαύμασε για λίγο την εκπληκτική θέα προς το παρακείμενο πάρκο του Τσέντρουλ Τσιβίκ με τα δέντρα και το χορτάρι και τα λουλούδια που την άνοιξη ζωντάνευαν το μέρος χάρη στα χρώματά τους. Άναψε τις λάμπες που είχε στον τοίχο και στο γραφείο του, έβγαλε το κράνος και το παλτό του και τα κρέμασε στον καλόγερο, ίσιωσε τη στολή του και κάθισε στην καρέκλα του. Μπροστά του, υπήρχαν ένα σταχτοδοχείο, μια εικόνα του Ιησού, μελανοδοχείο, πένα, μια λάμπα και ένας μικρός σωρός από σελίδες με αναφορές. Ο εξηνταπεντάρης Πίντερ Ζαλάν άναψε τσιγάρο και, με τη βοήθεια των γυαλιών του, διάβασε πρώτα τα γραφόμενα του πιο ανώτερου αξιωματικού που ήταν χθες σε υπηρεσία, δηλαδή του συνταγματάρχη Μίκλος. Ως συνήθως, εστίασε σε συγκεκριμένες λέξεις, αγνοώντας το υπόλοιπο κείμενο. «Μπραν», «εξαφάνιση πέντε ανθρώπων», «καταγγελία δύο ατόμων (ονοματεπώνυμο και εξωτερική περιγραφή τους)», «κανένας συγγενής», «πιθανοί ύποπτοι», «υπογραφή (στο γράμμα) Στεφάν Οσμοκέσκου, ιερεύς», «αναφορά του περιστατικού και στο Δέκατο Πέμπτο Σύνταγμα Ορεινού Πυροβολικού του Κοινού Στρατού». Τσέκαρε και τις ημερομηνίες και έριξε μια αδιάφορη ματιά στην εκτίμηση του Μίκλος. Κοντολογίς, τις τελευταίες μέρες αγνοούνταν πέντε χωριάτες από το Μπραν και ο συνταγματάρχης θεωρούσε πιθανό να ευθύνονται κάποιοι (ή όλοι οι) ντόπιοι. Ο Ζαλάν προσπάθησε να θυμηθεί πότε ήταν η τελευταία φορά που τους είχε απασχολήσει το Μπραν, αλλά δεν θυμόταν να είχε συμβεί ποτέ κάτι, τουλάχιστον όσο ήταν αυτός διοικητής. Αυτό που σίγουρα θυμόταν ήταν ότι εκεί κάτω είχαν πάει από το Ορεινό Πυροβολικό, όταν κυνηγούσαν τον Ρούντολφ. Στην αρχή, του είχε κακοφανεί που άφησαν απέξω την πολιτοφυλακή λες και ήταν τίποτα υπηρέτες που δεν τους θέλει ο αφέντης στην εκδήλωση, αλλά όταν έμαθε πως θα αναμειγνυόταν το Evidenzbureau, μόνο που δεν έστειλε τρεις μισθούς στην κεντρική διοίκηση, για να ευχαριστήσει τους ανωτέρους του. Μακριά και καθόλου αγαπημένοι με τους κωλο-Αυστριακούς, που ήθελαν να χώνουν την αυστριακή μύτη τους σε ξένες υποθέσεις.

Αλλά… από το Μπραν; αναρωτήθηκε. Είχαν χαθεί κατά καιρούς άνθρωποι από το Μπρασώφ ή και κάποια χωριά, και κυρίως περιφερόμενοι τσιγγάνοι. Αλλά από το Μπραν, όχι, ποτέ δεν είχαν κάποια καταγγελία.

Να χαθούν άνθρωποι από το Μπραν και μάλιστα να είναι αναμεμειγμένοι ντόπιοι; Γιατί; Σύμφωνα, βέβαια, με τα όσα έγραφε ο Μίκλος (που βασιζόταν στα όσα του είχαν πει αυτοί οι Βλαντιμιρέσκου και στα όσα ανέφερε ο παπάς), αυτή ήταν η πιο πιθανή εκδοχή, να έκαναν το έγκλημα κάποιοι από τους χωριάτες. Αν είχε γίνει κάποιο έγκλημα, δηλαδή.

Και τι δουλειά είχαν αυτοί οι Βλαντιμιρέσκου με το Ορεινό Πυροβολικό, γαμώτο; Γιατί έμπλεξαν κι αυτούς;

Ο Ζαλάν αναθεμάτισε. Σκέφτηκε πως αν είχαν έρθει στον ίδιο και του έλεγαν την ιστορία τους, πιθανότατα θα τους κρατούσε και θα τους ανέκρινε επί τόπου. Ή, αν  μάθαινε έστω και πέντε λεπτά αργότερα ότι είχαν κάνει τη συγκεκριμένη καταγγελία και πως μετά πήγαν στο Ορεινό Πυροβολικό, θα διέταζε να πάνε μερικοί πολιτοφύλακες και να φέρουν πίσω τον Σάντου και την Κορνέλια -την οποία ο Μίκλος περιέγραφε ως «πολύ χοντρή», νομίζοντας πως εκείνος πήγαινε πίσω-, για επιπλέον ερωτήσεις και μπόλικες φωνές. Που ήθελαν να ανακατέψουν και άλλους στρατιωτικούς της Ουγγαρίας για πέντε σκατο-χωριάτες. Οι γελοίοι, οι ανίδεοι.

Ωραία ξεκινάμε και σήμερα στον σκατότοπο του Μπρασώφ. Μια φορά, ρε γαμώτο, να έρθω για υπηρεσία και να είμαι ψύχραιμος… Μια φορά, και τι στον κόσμο! Άφησε στην άκρη την αναφορά για το Μπραν και έριξε μια ματιά και στις υπόλοιπες, για να δει πώς είχε πάει η χθεσινή μέρα στο Μπρασώφ. Συγκρούσεις με πολίτες, φωνές, κακό, συλλήψεις. Ανακρίσεις. Κατάσχεση προσωπικών αντικειμένων. Εκφοβισμός συγγενών και πιθανών συνεργατών των συλληφθέντων. Όλα αυτά ως τις πέντε το απόγευμα. Μετά, ηρεμία. Αλλά για τον Ζαλάν ήταν ξεκάθαρο πως το πράγμα δεν είχε τελειώσει εκεί. Σιγά μη σταματούσαν τις ταραχές. Άλλο που δεν ήθελαν, οι μαλάκες. Λες και είχε την όρεξή τους.

Κάποιος χτύπησε την πόρτα και ο Ζαλάν έδωσε την άδειά του. Ο λοχίας εμφανίστηκε με ένα δίσκο, πλησίασε και σέρβιρε τον αντιστράτηγο. Έπειτα, βάρεσε προσοχή και ρώτησε τον Ζαλάν αν τον ήθελε τίποτα άλλο.

«Ναι». Ο Ζαλάν δοκίμασε τον καφέ. «Γαμώτο!» είπε και βρόντηξε την κούπα στο δίσκο, χαράσσοντάς τον. «Τι σκατο-καφές είναι αυτός, που να σας πάρει και να σας σηκώσει και να σας διαολοστείλει όλους εδώ μέσα;»

Ο λοχίας δεν μίλησε. Μόνο άρχισε να ιδρώνει.

«Άκου και πρόσεξέ με καλά. Θέλω να δώσεις παραγγελία στο Δέκατο Πέμπτο Σύνταγμα Ορεινού Πυροβολικού, να έρθει εδώ ο ανώτερος αξιωματικός υπηρεσίας με το γράμμα του παπά του Μπραν. Πες του ότι θέλω να του μιλήσω πριν τις δέκα το πρωί».

«Μάλιστα, κύριε».

Ο Ζαλάν τον κοίταξε αγριεμένος. «Τι “μάλιστα, κύριε”, ρε; Αναφέρσου κανονικά».

Ο λοχίας χτύπησε με δύναμη το πόδι του και είπε «Μάλιστα, κύριε αντιστράτηγε, θα μεταφέρω την επιθυμία σας στο Δέκατο Πέμπτο Σύνταγμα Ορεινού Πυροβολικού».

«Να προσέχεις άλλη φορά, λοχία, μη βρεθείς να φυλάς σκοπιά στα σύνορα. Λοιπόν. Έφυγες. Α, πάρε το δίσκο και πες στο μαγειρείο να μου στείλουν αυτόν που έφτιαξε αυτό το πλύμα. Θέλω να έρθει εδώ με ένα γεμάτο φλιτζάνι από καλό καφέ. Έγινα κατανοητός;»

«Μάλιστα, κύριε αντιστράτηγε» είπε ο λοχίας και άρπαξε το δίσκο με τον καφέ.

«Εμπρός, φύγε».

Ο λοχίας εξαφανίστηκε από το γραφείο του Ζαλάν, έχοντας κατά νου πως θα αναλάμβανε ο ίδιος την επικοινωνία με το Ορεινό Πυροβολικό και, κυρίως, πως θα έβρισκε εκείνον τον υποδεκανέα, για να του αναθέσει μια καθόλου επείγουσα, αλλά αναμφισβήτητα εκδικητική αποστολή: να πάει να καθαρίσει τις τουαλέτες, μπας και βάλει λίγο μυαλό.

«Άντε να κάνεις δουλειά με τέτοια διάθεση». Ο Ζαλάν σκούπισε το κάτω χείλος του με την ανάστροφη του δεξιού του χεριού. Ξανακοίταξε τις αναφορές για το Μπραν. Από εδώ δεν μπορούσε να κάνει και πολλά. Αυτό ήταν σίγουρο. Έπρεπε να στείλει μερικούς άντρες να ερευνήσουν και να ανακρίνουν τους ντόπιους. Εφόσον αποδεικνυόταν ότι όντως είχαν εξαφανιστεί πέντε κάτοικοι του χωριού, θα έπρεπε να ξεκινήσουν άλλες έρευνες, στην ευρύτερη περιοχή. Πράγμα που σήμαινε πως θα ήταν αναγκασμένος να διαθέσει το λιγότερο μια διμοιρία πολιτοφυλάκων, οι οποίοι θα έψαχναν στις βουνοπλαγιές και τα δάση, λες και ήταν τίποτα πειρατές που αναζητούσαν έναν κρυμμένο θησαυρό. Ο Ζαλάν σκέφτηκε ότι η όλη υπόθεση θα έπαιρνε τουλάχιστον τρεις με τέσσερις μέρες. Κι αυτό αν έβρισκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα το δράστη ή τους δράστες και αν κατάφερναν να τους αποσπάσουν την πλήρη ομολογία τους: τι έκαναν, γιατί το έκαναν, πού πέταξαν/έθαψαν τα πτώματα. Ως προς αυτό το τελευταίο, δεν ανησυχούσε. Οι αξιωματικοί του ήξεραν να «σπάνε» τους εγκληματίες –πόσω μάλλον τους ανίδεους χωριάτες εγκληματίες. Το ζήτημα θα σοβάρευε αν δεν είχαν αναμειχθεί ντόπιοι. Τότε θα ζόριζαν τα πράγματα, γιατί θα τους έπαιρνε πολύ περισσότερο χρόνο.

Και το τελευταίο που θέλω είναι να έχω μείον τριάντα (το λιγότερο) άντρες, τη στιγμή που εδώ έχουμε άλλα, πιο εκτεταμένα προβλήματα.

Να ζητούσε βοήθεια από το Δέκατο Πέμπτο;

Ξεφύσησε σαν γάιδαρος που φταρνίζεται. Δεν υπήρχε τέτοια περίπτωση. Δεν θα του έπαιρναν αυτή την υπόθεση. Θα το ξεκαθάριζε στον αξιωματικό που θα ερχόταν. Μακριά από τα χωράφια της πολιτοφυλακής, για να τα πάμε καλά. Έτσι θα του έλεγε.

Αναρωτήθηκε κάτι άλλο σχετικό με την υπόθεση. Αν και συμπαθούσε τους δημοσιογράφους όσο συμπαθούσε τους Αυστριακούς συναδέλφους του, ωστόσο όφειλε να παραδεχτεί ότι δεν θα του κακόπεφτε αν έβλεπε να φιγουράρουν στο πρωτοσέλιδο της Gazeta Transilvaniei το όνομά του και η υπηρεσία του. Η εφημερίδα έπαιρνε το μέρος της κυβέρνησης, συνήθως, και ήταν κατά των ταραχοποιών στοιχείων της πόλης, οπότε ευχαρίστως θα του έπαιρναν συνέντευξη, θα τον φωτογράφιζαν κιόλας σαν τον διοικητή που είχε τον έλεγχο της κατάστασης και που συντόνισε εξαιρετικά την όλη επιχείρηση… Είχε ενδιαφέρον αυτή η προοπτική. Συλλογίστηκε αν έπρεπε να πάει και ο ίδιος στο Μπραν, έστω και μία μόνο φορά, απλά για να δώσει το παρόν και αργότερα να μη χρειαστεί να πει (πολλά) ψέματα.

Θα το έβλεπε. Πάντως, του έφτιαξε λίγο τη διάθεση η πιθανότητα να αναδειχθεί. Ίσως το έβλεπαν και στα ανώτερα κλιμάκια της Ουγγαρίας και τον αποσπούσαν κάπου αλλού, κάπου καλύτερα. Ίσως στο Γενικό Επιτελείο, γιατί όχι; Θα τους έκανε και καλό, θα ξεσκαρτάριζε κιόλας τη διεφθαρμένη, δήθεν διπλωματική σαπίλα που υπήρχε εκεί. Και φυσικά, θα έκανε τα πάντα για να μεγαλώσει το χάσμα ανάμεσα στους Ούγγρους και τους Αυστριακούς.

Αλλά θα δώσει κανείς δεκάρα για μια υπόθεση που αφορά ένα χωριό; Μήπως μου πουν απλά ένα μπράβο και μετά με ξεχάσουν, σαν να είμαι κάνα περιφερόμενο τσιγγανόπουλο;

Αυτό μάλλον ήταν πιο πιθανό.

Και μετά: Τσιγγανόπουλο; Μήπως έχουν αναμειχθεί τσιγγάνοι;

Άλλο μπλέξιμο κι αυτό, αν ίσχυε. Ποιον να πρωτο-συλλάβεις από δαύτους, που είναι σαν τα ποντίκια, που δεν τα ξεφορτώνεσαι και μπορεί να τα βρεις σχεδόν οπουδήποτε;

  Ή μπορεί να την κάνανε τη δουλειά τίποτα λύκοι. Θα φύγανε οι χωριάτες για λίγο από το Μπραν και θα συναπαντήθηκαν με καμιά αγέλη λύκων και σιγά μην κατάφερναν να τα βάλουν με αυτά τα θηρία.

Ο Ζαλάν δυσανασχέτησε με τις πολλές θεωρίες και αποφάσισε πως θα έβλεπε τι θα έκανε.

Λίγο μετά τις εφτάμιση, ήρθε στο γραφείο του ο μάγειρας που του είχε ψήσει τον καφέ, κρατώντας ένα νέο φλιτζάνι με διαφορετικά φτιαγμένο καφέ. Θα ήταν ψέμα αν λέγαμε ότι δεν πήρε μια γεύση από την αγριάδα του Ζαλάν, αφού, για έναν καφέ που δεν του βγήκε ακριβώς όπως τον έπινε ο αντιστράτηγος, άκουσε κι αυτός κατηγόριες και βρισιές και απειλές περί δυσμενών μεταθέσεων.

Πάντως, όταν έφυγε, ήταν κάπως ανακουφισμένος (που δεν είχε φάει ξύλο και που δεν θα έφευγε από το Μπρασώφ), αλλά και ο Ζαλάν άρχισε να χαλαρώνει, όπως συνέβαινε πάντα μετά από κάποιο ξέσπασμά του σε κατώτερο στρατιωτικό ή στη γυναίκα του.

Η Σορίνα επέμενε να μείνουν λίγο ακόμα και να μην φύγουν πριν τις δέκα, αλλά η Κορνέλια και ο Σάντου το είχαν αποφασίσει. Σίγουρα, αναγνώριζαν και χαίρονταν που η αδερφή του Λούκα ήταν τόσο φιλόξενη -και μάλιστα, η Κορνέλια ένιωσε άσχημα που είχε σκεφτεί ότι μπορεί να μη τους δεχόταν-, αλλά ήταν ανάγκη να επιστρέψουν στο Μπραν.

«Μα γιατί, βρε καρδιά μου;» ρώτησε η Σορίνα, ενώ κάθονταν στην κουζίνα του σπιτιού και έπαιρναν το πρωινό τους: ψωμί, μαρμελάδα, αυγά, γάλα και τσάι ή καφέ. Η Σορίνα ήταν κοντά στα σαράντα, ψηλή, με τα ξανθά μαλλιά της (που είχαν αρχίσει να γκριζάρουν) καλυμμένα με μαντήλι και μάτια στο χρώμα του μελιού. Φορούσε λευκό πουκάμισο με μικρά κυκλικά και τετράγωνα σχέδια, σκουρόχρωμο γιλέκο με σχήματα λουλουδιών, μακριά κόκκινη φούστα με μαύρο τελείωμα και χαμηλοτάκουνα παπούτσια. Όταν ερχόταν στο σπίτι ο άντρας της, εκείνη έφευγε για το μαγαζί ραπτικής στο οποίο εργαζόταν με μερική απασχόληση. Στην αγκαλιά της, είχε το μικρότερο από τα παιδιά της, τον δίχρονο Ντορίν, που της έμοιαζε πάρα πολύ και ο οποίος είχε πασαλείψει το στόμα του με μαρμελάδα –κάτι που δε φαινόταν να τον πτοεί, καθώς άπλωνε συχνά πυκνά τα χεράκια του προς το ανοιχτό βαζάκι και άρπαζε μια χούφτα.

«Πού να σου εξηγώ τώρα» ξεκίνησε η Κορνέλια, «έχουμε τόσες δουλειές και ο Λούκα θα τρελαθεί άμα μείνουν πίσω. Τον ξέρεις πώς κάνει. Άσε που του έχω αφήσει την καλή μου, την Στεφανία, και φοβάμαι μην το βρω άρρωστη από το άγχος του πατέρα της». Ντρεπόταν που έλεγε ψέματα, αλλά πραγματικά δεν ήθελε να τρομοκρατήσει την Σορίνα. Όχι μόνο επειδή τους το είχε ζητήσει ο πατήρ Στεφάν, μα και γιατί έβλεπε πόσο ευτυχισμένη οικογένεια είχε με τον Ματέι Καρντέι, τον άντρα της –που τώρα ήταν στο σχολείο και δίδασκε αριθμητική σε μικρά παιδιά. Ούτε φωνές, ούτε καβγάδες, ούτε άγχη μη δεν προλάβουν τη μία ή την άλλη υποχρέωση. Είχαν τρία πιτσιρίκια (πέραν από τον Ντορίν, είχαν την οχτάχρονη Σάσα και τον επτάχρονο Άμπελ, οι οποίοι ήταν στο σχολείο και διδάσκονταν από τον πατέρα τους), με τα οποία ασχολιόντουσαν και οι δύο, ένα σπίτι που χωρούσε σίγουρα άλλο ένα και ήταν πολύ φιλόξενοι. Το σπίτι, που ανήκε στον Ματέι, το συντηρούσαν με νύχια και με δόντια, αλλά δεν έδειχνε να τους πειράζει, δεν παραπονιόντουσαν. Επίσης, ο Ματέι ήξερε να μαγειρεύει -χθες έφτιαξε για όλους τους mititei, δηλαδή πικάντικους κεφτέδες, με κρεμμύδι, κόλιανδρο, σκόρδο, μαύρο πιπέρι και θυμάρι, και σούπα borsch-, σε αντίθεση από τον Λούκα (και τον Σάντου και όλους τους άλλους άντρες του Μπραν) που δεν ασχολιόταν καθόλου με αυτόν τον τομέα της οικογενειακής ζωής, λες και θα ήταν κάτι ανάξιο λόγου.

Ο Σάντου απλά συμφώνησε με την μητέρα του. Δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσουν πίσω. Το προηγούμενο βράδυ, καθώς ήταν ξαπλωμένοι στα κρεβάτια του ξενώνα του σπιτιού, η Κορνέλια προσπάθησε να του πιάσει κουβέντα για το πόσο πολύ είχε εντυπωσιαστεί από τους Καρντέι, όμως ο Σάντου δεν είχε να σχολιάσει και πολλά, γιατί δεν είχε δώσει ιδιαίτερη σημασία στην οικογένεια της θείας του –την οποία Σορίνα είχε να δει πάνω από δέκα χρόνια. Η Κορνέλια  αντιλήφθηκε αμέσως ότι ο γιος της δεν είχε όρεξη για συζήτηση και τον ρώτησε τι του συνέβαινε. «Σαν τι άλλο να συμβεί, ρε μαμά;» της είχε πει. «Ήρθαμε εδώ για βοήθεια και μας αποπήραν. Θα γυρίσουμε στο Μπραν όχι απλά με άδεια χέρια, αλλά με τα χειρότερα δυνατά νέα». Φούσκωσε το στήθος του κάτω από την κουβέρτα και, προσπαθώντας να αντιγράψει το ύφος του Μίκλος (Ελπίζω να μη χρειαστεί να τα ξαναπούμε), είπε με τραχιά φωνή «Είμαστε όλοι ύποπτοι. Δε φεύγει κανείς μας από το Μπραν».

«Καταλαβαίνω τι εννοείς, καλέ μου. Όμως, σκέψου ότι ίσως δεν είναι και τα χειρότερα νέα τελικά».

«Τι; Σοβαρολογείς; Αυτοί που θα έρθουν μπορεί να μας συλλάβουν».

«Σωστά. Αλλά εμείς δεν κοιτάμε αυτό».

«Και τι κοιτάμε, δηλαδή;»

«Το ότι θα έρθουν στο Μπραν. Θα έρθουν, Σάντου. Τέσσερις, έξι, είκοσι; Κάμποσοι, πάντως. Θα έρθουν οπλισμένοι και αποφασισμένοι. Θα μας μιλήσουν, ναι, θα μας ανακρίνουν, πιθανώς θα μας κάνουν να νιώσουμε άσχημα και ένοχοι, αλλά αργά ή γρήγορα θα καταλάβουν ότι εμείς δεν κάναμε κανένα κακό στους Μολντοβάνου και στις Μπενγκέσκου».

Ο Σάντου πήγε να μιλήσει, αλλά το ξανασκέφτηκε.

«Μην ανησυχείς, καλέ μου. Θα έχουμε τη βοήθειά τους. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, οι βρικόλακες θα πεθάνουν μια για πάντα κι εμείς θα ησυχάσουμε».

«Γιατί είσαι τόσο σίγουρη, ρε μαμά; Ακόμα και να έρθουν, όπως λες, και ακόμα και αν καταλάβουν ότι δεν ευθυνόμαστε εμείς για ό,τι έγινε στις δύο οικογένειες, πώς θα ξέρουν ότι φταίνε…» Κόμπλαρε λίγο εδώ. «Οι βρικόλακες; Και γιατί να το δεχτούν, εδώ που τα λέμε;»

Η Κορνέλια κούνησε το κεφάλι της. «Δεν ξέρω. Αλλά θα σκεφτούμε πώς θα τους το φέρουμε».

Ο Σάντου έσβησε το κερί από τη δική του πλευρά του κομοδίνου -είχαν ένα μεγάλο ξύλινο κατασκεύασμα ανάμεσα στα κρεβάτια- και γύρισε πλευρό. Καληνύχτισε την Κορνέλια και έκλεισε τα μάτια του, αφήνοντάς την να τυραννιέται μοναχή της που κρατούσε όλες τις σκέψεις της για τον εαυτό της.

«Βρε Ντορίν, λερώθηκες» είπε τώρα η Σορίνα και ανακάτεψε τα μαλλιά του γιου της και πήρε ένα πανί και σκούπισε το στόμα του. «Κάνεις αταξίες, το ξέρεις; Είσαι ένα μικρό παιδάκι που κάνει αταξίες».

«Μαμά, ατακ-χίεχ» είπε ο Ντορίν και σήκωσε το ένα από τα χεράκια του και άλειψε με αγάπη το πρόσωπο της Σορίνα με μαρμελάδα.

Για την Κορνέλια, ήταν σαν να της έμπηγες ένα μαχαίρι στην καρδιά. Γιατί δεν είχαμε έρθει τόσο καιρό; Γιατί; αναρωτήθηκε. Το μετάνιωνε που είχαν κρατήσει αποστάσεις από τους Καρντέι. Ήταν λάθος, η Σορίνα και η οικογένειά της ήταν από τους καλύτερους ανθρώπους. Δεν έπρεπε να τους φερθούν έτσι. Και η ίδια η Κορνέλια δεν έπρεπε να σκεφτεί και να πει στον Λούκα ότι η αδερφή του μπορεί να μην τους δεχόταν σαν φιλοξενούμενους. Τρομερό λάθος από μέρους της. Και ακόμα πιο φοβερό λάθος που ο Σάντου και η Στεφανία δεν είχαν έρθει σε επαφή με τη θεία της και τα ξαδέρφια τους. Πολύ μεγάλη βλακεία του Λούκα και της Κορνέλια να μην απομακρύνονται πιο συχνά από το Μπραν, λες και ήταν ριζωμένοι εκεί.

Όταν έφυγαν στις εννιάμιση, έχοντας μαζί τους και λίγο από το χθεσινό φαγητό, η Κορνέλια υποσχέθηκε στον εαυτό της ότι, μετά το πέρας της υπόθεσής τους, θα έρχονταν πάραυτα να μείνουν στο Μπρασώφ και να γνωριστούν καλύτερα με τους συγγενείς τους. Κι ίσως να το επαναλάμβαναν ανά τακτά διαστήματα. Ή μπορεί ενίοτε να έρχονταν και οι Καρντέι στο Μπραν, έτσι δεν είναι;

Αλλά καθώς μάνα και γιος περνούσαν από τους γεμάτους με θυμωμένους ανθρώπους δρόμους και άφηναν πίσω τους την πόλη, σαν να ήταν πνεύματα καταραμένων νεκρών που γύρευαν ποιον να βασανίσουν μια τόσο μουντή μέρα, αγνοούσαν πως η επιθυμία της Κορνέλια θα πραγματοποιούνταν μεν, αλλά υπό πολύ πιο δυσάρεστες συνθήκες από αυτές που είχε φανταστεί η μητέρα του Σάντου και της Στεφανία, δε.

Μπραν

«Μνημόσυνο;» ρώτησε ο Λούκα και έτριψε τα μάτια του για μια ακόμα φορά. «Για ποιους, πάτερ;»

«Για τις Μπενγκέσκου, τους Μολντοβάνου, τον Ιονάταν και τον Βαντίμ. Για να συγχωρεθούν οι αδικοχαμένες ψυχές τους. Μετά θα ευλογήσουμε τα όπλα. Αλλά προηγούνται οι άνθρωποι. Οι άνθρωποί μας. Ξέρουμε τι έπαθαν, ξέρουμε πως γυρισμός δεν υπάρχει γι’ αυτούς όσον αφορά την τωρινή ζωή, αλλά ίσως ο Θεός να μπορέσει να τους συγχωρέσει και να μην καταλήξουν στην Κόλαση». Ο πατήρ Στεφάν καθόταν, ως συνήθως, δίπλα στην Ντανιέλα, ενώ η Στεφανία ζέσταινε το πρωινό τους. Ήταν όλοι μαζί στην κουζίνα του σπιτιού. Είχαν ανάψει δυο κεριά, αφού το χειμωνιάτικο πρωινό που έμπαινε από το παράθυρο θύμιζε περισσότερο δύση, παρά ανατολή του ήλιου.

«Είναι το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε» είπε η Ντανιέλα. «Ήταν συγχωριανοί μας. Αυτό θα ήθελαν και αυτό τούς πρέπει».

Ο Λούκα ένευσε. Είχαν δίκιο. Απλά ο ίδιος σκεφτόταν τον Σάντου και την Κορνέλια που (ήλπιζε πως) είχαν ξεκινήσει το ταξίδι του γυρισμού στο χωριό. Επίσης, ήταν πολύ κουρασμένος για να σκεφτεί παραπέρα το θέμα με το μνημόσυνο που είχε προτείνει ο Στεφάν. Ένιωθε όλο του το σώμα να θέλει να αφεθεί σε ένα κρεβάτι μέχρι να νυχτώσει, οπότε και θα έπιανε ξανά τη βάρδιά του.

Αλλά κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι είμαι σαν αυτούς, σκέφτηκε. Ότι έχω γίνει σαν τα τέρατα.

Ανατρίχιασε. Σηκώθηκε και πλησίασε τον νιπτήρα, για να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό του. Η Στεφανία τού χαμογέλασε και εκείνος τη φίλησε στο μέτωπο. «Θα έρθουν» της ψιθύρισε. «Μην ανησυχείς».

«Το ξέρω, μπαμπά. Το ξέρω» του είπε κι εκείνη.

Ο Λούκα την άφησε και άνοιξε τη βρύση και το παγωμένο νερό έπεσε στη χούφτα του.

Η ώρα ήταν δέκα προ μεσημβρίας. Στις έντεκα, είχαν την συνάντηση στον ναό, όπου θα τελούσαν και το μνημόσυνο και θα αποφάσιζαν τι θα κάνουν με τα παιδιά, τους ηλικιωμένους και με τον πόλεμο εναντίον των βρικολάκων.

«Θα πάμε, αγόρι μου. Φυσικά και θα πάμε στην εκκλησία, αυτό έλειπε» είπε ο Ράζβαν στον Μιρόν, ενώ έτρωγαν το ψωμί τους και έπιναν το τσάι τους. Η Ρίλια καθόταν δίπλα στον άντρα της και ο Μιρόν απέναντι τους. Ήταν όλοι ντυμένοι με τα χθεσινά ρούχα τους, που φαίνονταν πιο τσαλακωμένα απ’ ό,τι ήταν στην πραγματικότητα.

«Γιατί;» ρώτησε ο Μιρόν. «Ποιο το νόημα;» Δεν κοιτούσε τους γονείς του, παρά έκοβε με το μαχαίρι του μεγάλα κομμάτια από το μπαγιάτικο ψωμί και τα έτρωγε σαν να βιαζόταν να πάει στη δουλειά.

«Μας κάλεσαν να πάμε. Θα είναι όλοι εκεί» είπε η μικροκαμωμένη Ρίλια, που και σήμερα φορούσε ένα μακρύ ταλαιπωρημένο φουστάνι, το οποίο το είχε από την εποχή που ήταν πιο κοντά στην ηλικία του γιου της και είχε περισσότερο βάρος. Τώρα έμοιαζε σαν να είχε ρίξει πάνω της ένα σεντόνι. Όπως και ο άντρας της, έτρωγε κυρίως την ψίχα του καρβελιού, μιας και τα δόντια της δεν ήταν αρκετά γερά πια.

Ο Μιρόν την κοίταξε. «Όλοι; Δεν νομίζω, μαμά. Μην ξεχνάς πως πλέον μετράμε μείον επτά κατοίκους. Μίκρυνε λίγο το χωριό μας».

«Τι σου συμβαίνει, Μιρόν;» ρώτησε ο Ράζβαν. «Γιατί μιλάς έτσι στην μητέρα σου;»

Τους χαμογέλασε. «Νομίζετε ειλικρινά πως ο παπάς θα σας δώσει τη λύση, έτσι δεν είναι; Με τις παρακλήσεις και τους αγιασμούς και τον σταυρό του, ε;» Το προηγούμενο βράδυ, δεν είχε νιώσει τίποτα από αυτά τα αντικείμενα, όση ώρα κι αν τα κράτησε. Όταν σηκώθηκε το πρωί, τα άφησε στο μαξιλάρι του, ενώ πήρε μαζί του ένα μουσκέτο, τα δύο πιστόλια και το μαχαίρι του. Κατένευσε. «Ναι. Σίγουρα».

«Μιρόν! Τι σ’ έχει πιάσει, τέλος πάντων, και φέρεσαι τόσο προσβλητικά; Εσύ πάντα πήγαινες στην εκκλησία, εξομολογιόσουν, κοινωνούσες. Γιατί μιλάς έτσι τώρα;»

Ο Μιρόν σήκωσε το μαχαίρι στο ύψος των ματιών του. Στη λεπίδα υπήρχαν λίγα ψίχουλα, σαν σπυριά. Το κράτησε και το έσφιξε, με τους κόμπους των δαχτύλων του να ασπρίζουν. Έκρυψε πίσω από τη λεπίδα πρώτα τη μητέρα του και μετά τον πατέρα του.

Ο Ράζβαν και η Ρίλια δεν μίλησαν. Έμειναν να κοιτάζουν με αυξανόμενη ανησυχία τον γιο τους.

Ο Μιρόν κατέβασε τελικά το μαχαίρι και το άφησε στο τραπέζι. «Θα δούμε πώς θα πάει» είπε, δίχως να απαντήσει την ερώτηση του πατέρα του, αλλά προκαταβάλλοντας κατά μία έννοια το τι θα έκαναν στη συνέχεια –που το είχε σκεφτεί λίγο μέχρι τα ξημερώματα, όταν και δεν άντεξε άλλο και κοιμήθηκε.

Στο καφενείο του Μαρτινέσκου, όπου η πελατεία είχε μειωθεί σε μόλις τρεις παρέες των τριών ατόμων, ήρθε ο διανομέας της Gazeta Transilvaniei –που είχε ως κύριο τίτλο Η πόλη διαταράσσεται από ταραξίες. Με το που μπήκε στο μαγαζί, κατάλαβε αμέσως ότι υπήρχε ένταση, οπότε και ρώτησε τον Λουσιάν τι συνέβαινε.

«Έχουν χαθεί μερικοί συγχωριανοί μας» απάντησε εκείνος, καθώς παρίστανε ότι τακτοποιούσε τα ποτήρια πίσω από τον πάγκο, ενώ ουσιαστικά δεν έκανε τίποτα. «Μας έχει επηρεάσει όλους».

«Αλήθεια; Τους ψάξατε;»

Ο Λουσιάν είπε πως ναι, αλλά ότι δεν τους είχαν βρει.

«Μήπως πήγαν κάνα ταξίδι;»

«Ναι, γιατί τους περίσσευε χρόνος για ταξίδια. Άσε μας, ρε Φλορίν».

«Καλά, ντε, μη θυμώνεις» έκανε πίσω ο άλλος. Κοίταξε τους πελάτες, αλλά, βλέποντας πως είχαν σταματήσει να μιλάνε και να πίνουν και να καπνίζουν και πως του ανταπέδιδαν τη ματιά λες και ήταν κάνας μαντατοφόρος που είχε ανακοινώσει δυσάρεστα νέα, ξαναγύρισε προς τον Μαρτινέσκου. «Να σου πω, ενημερώσατε τους Ούγγρους στο Μπρασώφ; Αυτοί θα μπορούσαν να ψάξουν καλύτερα από εσάς».

«Ναι, τους έστειλε γράμμα ο πατήρ Στεφάν».

«Και;»

Ο Λουσιάν στράφηκε προς το μέρος του. Στο αξύριστο πρόσωπό του, είχε μια έκφραση παραίτησης. «Περιμένουμε, Φλορίν. Περιμένουμε».

Η ώρα ήταν δέκα και μισή.

Η Λία και η Αντελίνα δεν ήταν σίγουρες για το πώς να αντιδράσουν. Δηλαδή, τους άρεσε που ο πατέρας τους τις είχε στην αγκαλιά του σχεδόν από τη στιγμή που κάθισαν στο τραπέζι για πρωινό και ακόμα, πάνω από δύο ώρες μετά, βρισκόταν μαζί τους στο δωμάτιό τους, σαν να ήταν κι αυτός παιδί. Αλλά ήταν κάπως παράξενο. Δεν τον είχαν συνηθίσει… έτσι. Τόσο λυπημένο. Φερόταν όπως η μαμά, αλλά την Εμιλιάνα την ήξεραν, την είχαν δει να καταρρέει τον τελευταίο καιρό και ως ένα βαθμό το είχαν δεχτεί. Τον μπαμπά, αντίθετα, πάντα τον έβλεπαν να είναι είτε θυμωμένος, είτε κουρασμένος από τις δουλειές, είτε χαρούμενος. Το ίδιο και τον παππού, που κι αυτός τις είχε αγκαλιάσει νωρίτερα -παρά το ότι χρειάστηκε να σκύψει προς το μέρος τους, κάτι που εμφανώς τον πόνεσε- και τις είχε φιλήσει στο μέτωπο και τους είχε χαϊδέψει τα μάγουλα και τα μαλλιά τους.

Τα κορίτσια αντάλλαξαν πολλές ματιές απορίας, ενώ ο Βέλκαν κοιτούσε κάπου στον απέναντι τοίχο –ή αυτή την αίσθηση έδινε. Τα χέρια του ήταν γύρω από το σβέρκο τους, σαν να ήθελε να σηκωθούν από το δάπεδο και να χορέψουν.

«Μπαμπά;» είπε η Αντελίνα. «Έγινε κάτι; Μήπως κάναμε κάτι εμείς;»

Ο Βέλκαν κούνησε το κεφάλι του. «Όχι. Εσείς δε φταίτε σε τίποτα».

Η Λία έσφιξε την κούκλα της, τη Γιολάντα. Η φωνή του πατέρα της την έκανε να θέλει να κλάψει. Δεν της άρεσε όταν τους φώναζε, αλλά σε καμία περίπτωση δεν ήθελε να τον βλέπει και να τον ακούει όπως τώρα. Σαν να είχε αδειάσει απ’ όλο το δυναμισμό του, που πάντα έκανε την Λία και την Αντελίνα να νιώθουν ασφαλείς κοντά του.

«Τότε τι σου συμβαίνει, μπαμπά; Και στη μαμά; Και στον παππού;»

Ο Βέλκαν κοίταξε τις κόρες του. Είδε να αντανακλάται μια λύπη σαν τη δική του, λες και ήξεραν, αλλά και μια ελπίδα πως μπορεί η συμπεριφορά του ιδίου, της γυναίκας του και του πατέρα του να είναι κάτι παροδικό, που αύριο δεν θα το θυμάται κανείς.

«Λία. Αντελίνα» είπε. Έπρεπε να το μάθουν. Έτσι κι αλλιώς, θα τους το έλεγαν εντός της ημέρας, οπότε γιατί όχι τώρα; «Πρέπει να σας πω κάτι. Θέλω να φανείτε δυνατές, εντάξει; Σας χρειάζομαι να είστε δυνατές. Όλοι σάς χρειαζόμαστε».

Τα κορίτσια κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, με τρόμο. Μετά ένευσαν, αλλά, όταν άκουσαν την απόφαση που είχαν πάρει οι γονείς τους, δεν κατάφεραν να κρατήσουν την υπόσχεσή τους τελικά.

Την ίδια αυτή δύσκολη απόφαση ανακοίνωσαν ή είχαν ήδη ανακοινώσει και άλλοι γονείς στα μικρά παιδιά τους και στους ηλικιωμένους συγγενείς τους. Έπρεπε να φύγουν. Για το καλό τους. Για το καλό του Μπραν. Όλοι έκλαψαν. Όλα τα παιδιά αντέδρασαν και παρακάλεσαν και υποσχέθηκαν πως δεν θα έκαναν ξανά καμιά αταξία και πως θα ήταν καλά παιδιά, αλλά οι γονείς τους το είχαν αποφασίσει. Σχεδόν όλοι οι ηλικιωμένοι προσπάθησαν να μεταπείσουν τους γιους και τις κόρες τους, αναφέροντας πως μπορούσαν να φανούν χρήσιμοι στα όσα θα επακολουθούσαν, δίνοντας και γεμίζοντας τα όπλα ή με το να ρίχνουν με αυτά όσοι ήξεραν, φτιάχνοντας φαγητό… Αλλά τα παιδιά τους το είχαν αποφασίσει. Θα έφευγαν. Θα συνόδευαν τα εγγόνια τους, που θα χρειάζονταν τη βοήθειά τους. Ορίστε, να ένας τρόπος που θα βοηθούσαν σε αυτόν τον αγώνα. Οι ηλικιωμένοι δεν πολύ-πείστηκαν, μα δεν μπόρεσαν να φέρουν και άλλες αντιρρήσεις. Η απόφαση είχε παρθεί. Μάλιστα, οι πιο πολλοί απ’ όσους κατοίκους θα έμεναν στο Μπραν είχαν ετοιμάσει και τους μπόγους με τα λιγοστά πράγματα που θα έπαιρναν οι ταξιδιώτες.

Μάρτυς τους ο Θεός, όμως, όλοι όσοι μετέφεραν τα μαντάτα υπέφεραν πολύ περισσότερο απ’ όσο έδειχναν. Μίσησαν τον εαυτό τους και απόρησαν πώς θα συνέχιζαν να ζουν έστω και για δυο τρεις μέρες ακόμα δίχως τα παιδιά και τους γονείς τους. Πώς θα τους αποχωρίζονταν; Πώς θα το άντεχαν; Και θα τους έβλεπαν ποτέ ξανά;

Αν περνούσε κανείς από τους τρεις δρόμους του Μπραν από τις εννιά και μετά, θα άκουγε θυμωμένες ή παρακαλετές φωνές και παιδικά κλάματα. Επίσης, θα έβλεπε άλογα να ταΐζονται και κάρα και άμαξες να φορτώνονται με πράγματα. Κανένας δε βρισκόταν στη δουλειά του, ή, αν ήταν, σίγουρα θα ήταν για λιγότερο από δύο ώρες. Τα ζώα ό,τι τροφή ήταν να τους δώσουν τους έδωσαν –ή δεν τους έδωσαν, με αποτέλεσμα τα πρόβατα και οι κατσίκες να βελάζουν και μερικά σκυλιά να γαβγίζουν. Ακόμα και ο Καφενές ήταν κλειστός στις έντεκα παρά δέκα -πρώτη φορά στα χρονικά-, με όλους τους πελάτες να φεύγουν πέντε λεπτά μετά τις δέκα και μισή, όταν ακούστηκε και η καμπάνα.

Ετοιμάζονταν. Για τη συνάντηση. Για το μέλλον.

Μπρασώφ

Την ώρα που οι κάτοικοι του Μπραν συγκεντρώνονταν στην εκκλησία και ο πατήρ Στεφάν τούς ανακοίνωνε πως πρώτα θα τελούσαν μνημόσυνο για τους αδικοχαμένους συγχωριανούς τους και έπειτα θα διάβαζε μια ευχή για τα όπλα τους, ο αντιστράτηγος Ζαλάν υποδεχόταν τον λοχαγό Όρσος Ματέ, του Δέκατου Πέμπτου Συντάγματος Ορεινού Πυροβολικού του Κοινού Στρατού της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, έναν τριανταπεντάρη μελαχρινό γίγαντα χωρίς μαλλιά. Είχε το σπαθί στη ζώνη του, όπως και ένα πιστόλι, ενώ οι μπότες του χτυπούσαν στο πάτωμα σαν μπάλες κανονιού που πέφτουν σε ένα τείχος.

Οι στρατιωτικοί χαιρετήθηκαν και ο Ζαλάν έδειξε την καρέκλα από την άλλη μεριά του γραφείου του. Πριν καν καθίσει ο Όρσος, του είπε «Έδωσα παραγγελία να έρθει κάποιος δικός σας νωρίτερα από τις δέκα. Δεν σας το μετέφεραν, λοχαγέ;»

«Ω ναι, μου το είπαν, αντιστράτηγε. Μου το είπαν». Άναψε τσιγάρο και ρούφηξε και έβγαλε πολύ καπνό από τα πνευμόνια του. Έδειξε το μισογεμάτο σταχτοδοχείο που βρισκόταν δίπλα από το άδειο φλιτζάνι του καφέ και ο Ζαλάν του το έδωσε. «Αλλά έχουμε και άλλες υποχρεώσεις. Βλέπετε, η κατάσταση στα Βαλκάνια είναι κάπως έκρυθμη…»

«Πότε δεν ήταν;»

«… και τα ανώτερα στελέχη ενδιαφέρονται για πιθανά οφέλη της Αυτοκρατορίας μας από τη σύγκρουση της Ελλάδας με τους Οθωμανούς. Κάτι που σημαίνει ότι κάθε στρατιωτική μονάδα περνάει από κόσκινο, αν με καταλαβαίνετε».

Ο Ζαλάν ένευσε. Δεν ενδιαφερόταν για όλα αυτά που του έλεγε ο Όρσος, η πολιτοφυλακή δεν είχε ανησυχεί για τέτοιες έρευνες και συσκέψεις, αλλά όταν εμπλεκόταν η κεντρική διοίκηση, όφειλε να κάνει πίσω, για να μην ταράξει τα νερά. Δεν του άρεσε, διότι, όπως κι αν το έβλεπε, κατ’ ουσίαν παραδεχόταν πως ήταν αδύναμος μπροστά στο Επιτελείο, όμως δεν είχε και άλλη επιλογή, αν ήθελε τη θέση του. Έπρεπε να συμβιβαστεί. «Τέλος πάντων» είπε. «Έφερες το γράμμα;»

Ο Όρσος έβγαλε ένα τσαλακωμένο φάκελο από την τσέπη του σακακιού του. Το έδειξε στον Ζαλάν, χωρίς να του το δώσει, σαν να ήταν το αφεντικό που έδειχνε στο σκύλο το κόκαλό του. «Θέλω να καταλάβετε κάτι, αντιστράτηγε. Το Ορεινό Πυροβολικό δεν νοιάζεται για την υπόθεση του Μπραν. Αυτή είναι η ανεπίσημη απόφαση του ανωτέρου μου. Δε δίνουμε δεκάρα για τους Τρανσυλβανούς. Ειδικά, εφόσον δεν παίρνουν τα όπλα. Ωστόσο, αν χρειαστείτε βοήθεια, ευχαρίστως να σας την παρέχουμε».

«Πολύ ευγενικό εκ μέρους του αφεντικού σου, λοχαγέ. Αν ήταν άγιος, θα του άναβα καμιά δεκαριά κεριά, μόνο για την πάρτη του. Μπορώ να έχω το φάκελο;»

Ο άλλο δεν του τον έδωσε. «Το ίδιο ισχύει και για την εδώ κατάσταση. Το Μπρασώφ αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα. Οι επαναστάτες προσπαθούν να σας πάρουν την πόλη. Ίσως θέλετε μερικούς επιπλέον άντρες και πυροβολικό».

«Όχι ακόμα. Τώρα, το φάκελο, παρακαλώ».

Ο Όρσος περίμενε λίγα δευτερόλεπτα και μετά έσπρωξε το φάκελο πάνω στο γραφείο.

Ο Ζαλάν τον πήρε, το έλεγξε -ίδιος γραφικός χαρακτήρας και ίδιες πληροφορίες με το γράμμα που είχαν αφήσει στον Μίκλος- και το έβαλε στη δεξιά τσέπη του παντελονιού του. «Μπορούμε να πούμε ότι θα ξεχάσουμε την ύπαρξή του και πως ποτέ δεν ήρθαν σε εσάς από το Μπραν;»

«Σαφώς. Γιατί να έρθουν, άλλωστε; Δεν είναι ότι είδαν κάναν Βλάχο ή Μολδαβό στρατιώτη σε έδαφος της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας».

«Ακριβώς. Ούτε υπάρχει κάποια καταγραφή της εισόδου και της εξόδου τους από το στρατόπεδό σας, σωστά;»

«Σωστά. Δεν υπάρχει καμιά απόδειξη για κανέναν Τρανσυλβανό στο Δέκατο Πέμπτο. Ό,τι καταγράψαμε, καταστράφηκε».

«Τέλεια. Να περιμένω και πως οι φαντάροι σας που έτυχε να δουν τους Βλαντιμιρέσκου θα κρατήσουν το στόμα τους κλειστό;»

«Ε ναι. Ξέρουν τι θα πάθουν αν μιλήσουν».

«Εξαιρετικά. Να μεταφέρεις τα σέβη μου στον ανώτερό σου, λοχαγέ».

«Μισό λεπτό, αντιστράτηγε. Όπως είπα, η ανεπίσημη θέση της μονάδας μου είναι πως δεν εμπλέκεται στην έρευνα για την εξαφάνιση των πέντε κατοίκων του Μπραν. Ωστόσο, επίσημα, θα έπρεπε να ζητήσουμε την γνώμη του Επιτελείου του Κοινού Στρατού. Κάτι που δεν κάναμε».

Κοινός Στρατός. Με άλλα λόγια, εμπλοκή και των Αυστριακών. Είχε συμβεί και αυτό, ρε γαμώτο. Οι Ούγγροι που συνεργάζονταν με τους Αυστριακούς στα Κοινά Σώματα επηρεάζονταν και γίνονταν άλλοι άνθρωποι, λες και ξεχνούσαν από πού προέρχονταν.

Ο Ζαλάν δεν μίλησε.

«Αν, όμως, ξεφύγει η κατάσταση» συνέχισε ο Όρσος, «με οποιονδήποτε τρόπο, και ειδικά αν για κάποιο λόγο ακουστεί ή αναμειχθεί γενικά το Ορεινό Πυροβολικό, τότε θα αναγκαστούμε να σας δώσουμε στα σκυλιά της Αυτοκρατορίας».

Ο Ζαλάν δεν μίλησε.

«Θα πούμε ότι ενεργήσατε πριν καν μιλήσουμε μαζί σας και πως ξέρατε ότι οι Βλαντιμιρέσκου είχαν έρθει και σε εμάς».

Με τι αποδείξεις, όμως; αναρωτήθηκε ο Ζαλάν. Γιατί να σας πιστέψουν στο Επιτελείο; Η μόνη απάντηση που έδινε σε αυτό το ερώτημα ήταν πως ο Όρσος έλεγε ψέματα. Υπήρχε κάποια υπογραφή σε ένα συγκεκριμένο χαρτί που αποδείκνυε ότι οι δύο χωριάτες είχαν παραβρεθεί στο στρατόπεδο. Ήθελαν καλυμμένα τα νώτα τους, κι ας μην είχαν το δεύτερο γράμμα του παπά. Θα μπορούσαν να ισχυριστούν, άλλωστε, ότι δεν υπάρχει δεύτερο γράμμα ή πως μπορεί να χάθηκε κάπου –γίνονται κι αυτά. Στη δεύτερη περίπτωση, βέβαια, θα έπρεπε να σταυρώσουν μερικούς υπαξιωματικούς ή και κάποιον αξιωματικό, αλλά μέχρι εκεί. Φυσικά, μπορεί ο λοχαγός να έκανε μπλόφα και να μην υπήρχε πράγματι οποιαδήποτε απόδειξη, αλλά ο Ζαλάν δεν θα το ρίσκαρε. Θα θεωρούσε ότι το Δέκατο Πέμπτο έχει κάποιο αποδεικτικό της παρουσίας της Κορνέλια και του Σάντου Βλαντιμιρέσκου εντός της μονάδας. «Δεν υπάρχει κάτι για να ξεφύγει» είπε. «Είναι μια υπόθεση ρουτίνας για εμάς. Το πιο πιθανό είναι ότι κάποιος συγχωριανός έκανε τη δουλειά. Ή καμιά αγέλη λύκων ή τίποτα τσιγγάνοι. Και, αν θες την γνώμη μου, ανεπίσημα, πιστεύω πως δεν θα βρούμε τους εξαφανισμένους, και μάλιστα ζωντανούς». Ύψωσε το χέρι του. «Αν όντως έχουν χαθεί πέντε άνθρωποι από το Μπραν. Γιατί το σκεφτόμαστε και αυτό, ότι μπορεί να προσπαθούν να μας κοροϊδέψουν. Όπως και να έχει το πράγμα, όμως, δεν υπάρχει πρόβλημα για την πολιτοφυλακή του Μπρασώφ. Η υπόθεση είναι δική μας και σίγουρα θα τη βρούμε την άκρη».

«Τότε δεν θα έχουμε προβλήματα ούτε εμείς, ούτε εσείς. Όλοι θα είμαστε ευχαριστημένοι».

«Ναι. Σωστά».

«Υπέροχα». Ο λοχαγός σηκώθηκε και ο Ζαλάν τον μιμήθηκε. Χαιρετίστηκαν σαν σωστοί στρατιωτικοί που δεν είχαν τίποτα να χωρίσουν και ο Όρσος έφυγε. Έπειτα, ο Ζαλάν άδειασε το σταχτοδοχείο του έξω από το παράθυρο, με τις στάχτες να σκορπίζονται στον αέρα του Μπρασώφ. Άκουσε τις φωνές των επαναστατών να έρχονται θαρρείς από κάθε μεριά της πόλης. Κάτω η Αυτοκρατορία. Κάτω η Ουγγαρία. Έξω οι ξένοι. Τρανσυλβανία, Βλαχία, Μολδαβία, μία χώρα. Και τα λοιπά, και τα λοιπά. Και ανάμεσα σε όλες τις κραυγές, ήρθαν στ’ αυτιά του και οι διαταγές των δικών του, των πολιτοφυλάκων, που οργανώνονταν και ετοίμαζαν τα σπαθιά και τα τουφέκια τους, παίρνοντας θέση απέναντι στους επαναστάτες.

Κάποιος χτύπησε την πόρτα. Έδωσε την άδειά του. Μέσα μπήκε ένας υπολοχαγός, που του ανακοίνωσε όσα είχε διαπιστώσει και ο ίδιος πριν λίγο. Επαναστάτες, φωνές, ετοιμοπόλεμη πολιτοφυλακή.

«Μαζέψτε τους» διέταξε ο Ζαλάν, χωρίς να γυρίσει προς τον υπολοχαγό. «Διαλύστε τα πλήθη και φέρτε όσους περισσότερους μπορείτε. Θέλω στο τέλος της ημέρας τα κελιά να είναι γεμάτα. Έγινα κατανοητός;»

«Μάλιστα, κύριε αντιστράτηγε».

«Α, και πού είσαι;»

«Μάλιστα, κύριε αντιστράτηγε;»

«Δε χρειάζεται να είναι όλοι οι συλληφθέντες αρτιμελείς. Ούτε όλοι όσοι θα μείνουν στους δρόμους».

«Μάλιστα, κύριε αντιστράτηγε. Θα το φροντίσουμε».

Ο υπολοχαγός έφυγε και ο Ζαλάν χαμογέλασε.

Μετά από λίγο, έκλεισε το παράθυρο. Κάθισε στο γραφείο και άναψε τσιγάρο και απόλαυσε τις βόλτες του καπνού στα πνευμόνια του και στο χώρο γύρω του.

Ο Όρσος μπορεί να μπλόφαρε. Αλλά μπορεί και όχι. Το μόνο σίγουρο ήταν πως αυτή η τακτική του Δέκατου Πέμπτου άρεσε στον Ζαλάν. Τον εκνεύριζε, αλλά του φαινόταν χρήσιμη. Θα την εφάρμοζε κι αυτός, λοιπόν. Δεν θα πετούσε το δεύτερο γράμμα του παπά. Ούτε θα το έκαιγε. Όχι, θα το κρατούσε, γιατί έτσι θα κρατούσε και τα αρχίδια του Ορεινού Πυροβολικού, όπως εκείνο κρατούσε τα δικά του. Νόμιζαν πως μόνο εκείνοι θα μπορούσαν να τη φέρουν στον Ζαλάν; Καλό το αστείο, αλλά θα έπρεπε να σκέφτονται πιο διεξοδικά, πριν αφήσουν απειλητικά υπονοούμενα. Εκείνος, αντίθετα, ενώ θα μπορούσε να το καταστρέψει μπροστά στον Όρσος, το έβαλε στην τσέπη του. Και τι έλεγε κατ’ αυτόν τον τρόπο; Οι αποδείξεις υπάρχουν. Οπότε μην κάνετε καμιά μαλακία, γιατί είστε κι εσείς μπλεγμένοι.

Διεπαγγελματική συνεργασία μεταξύ στρατιωτικών μονάδων. Και μάλιστα, η μία από αυτές τις μονάδες ήταν μέρος του Κοινού Στρατού της Αυτοκρατορίας. Θα το ευχαριστιόταν ακόμα πιο πολύ, αν έβρισκαν το μπελά τους και οι Αυστριακοί.

Αλλά δεν θα ξέφευγαν τόσο πολύ τα πράγματα. Ο Ζαλάν θα τα έβαζε σε μια τάξη. Με το που τελείωναν με τους ψευδο-επαναστάτες και το κίνημά τους, σειρά θα είχε εκείνο το μικρό χωριό, το Μπραν. Θα έστελνε εκεί κάτω τους πολιτοφύλακές του και θα έλυναν το μυστήριο των εξαφανισμένων ανθρώπων –αν είχαν εξαφανιστεί, δηλαδή. (Βέβαια, αν δεν είχαν χαθεί, τότε το Μπραν θα έμπαινε σε μεγάλους μπελάδες. Γιατί τέτοια ψέματα ο Ζαλάν δεν τα σήκωνε, και ειδικά από Τρανσυλβανούς.) Κι εκείνος θα έπαιρνε τα εύσημα, ως ο απόλυτος και αδιαμφισβήτητος ηγέτης της μονάδας που επέλυσε το έγκλημα. Αλλά θα τα σκεφτόταν αυτά αργότερα.

Για την ώρα, όλα ήταν τακτοποιημένα.

Κανένας λόγος ανησυχίας για την πολιτοφυλακή. Μπορούσε να απολαύσει το τσιγαράκι του –και αυτό έκανε.

Μπραν

Στις δώδεκα παρά τέταρτο, μέσα στην ασφυκτικά γεμάτη εκκλησία της Μεταμορφώσεως, ο πατήρ Στεφάν, η Ντανιέλα και οι δύο άρρενες Τσομπάνου κάθονταν κοντά στο ιερό, με τον υπόλοιπο κόσμο του χωριού, άντρες, γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι, να τους κοιτούν με ανυπομονησία, χωρίς να μιλούν. Ακόμα και τα παιδιά ήταν ήσυχα, αλλά εμφανώς δυστυχισμένα. Το μυστήριο είχε τελεστεί. Οι Μπενγκέσκου, Μολντοβάνου, Βαντίμ και Ιονάταν είχαν διαβαστεί και πλέον θα αποφάσιζε ο Θεός αν θα τους δεχόταν ποτέ κοντά Του. Αν και οι ενήλικες ήξεραν πως πιθανότατα θα έρχονταν αντιμέτωποι με τους πρώην συγχωριανούς τους, ωστόσο εκείνη την ώρα των ψαλμωδιών, όλοι τους προσευχήθηκαν για αυτούς. Όπως είχε πει και ο Στεφάν, πριν ξεκινήσει, «είναι το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε για την ψυχή τους».

Για τον πατέρα Στεφάν, δεν ήταν άλλο ένα κήρυγμα που θα έπρεπε να βγάλει, αλλά μερικά λόγια παρηγοριάς και άλλα τόσα λόγια αποχαιρετισμού. Όταν θα τέλειωναν από εδώ, θα γύριζαν μια επιπλέον σελίδα σε ένα βιβλίο που η ιστορία του γραφόταν την ίδια στιγμή που εκτυλίσσονταν τα γεγονότα που περιέγραφε ο συγγραφέας, κάνοντας αδύνατο για τους πρωταγωνιστές του -τους κατοίκους του Μπραν, εν προκειμένω- να ξέρουν τι θα έρθει στην επόμενη σειρά ή στο επόμενο κεφάλαιο. Ετοιμαζόταν να δώσει κουράγιο σε όλους, συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού του, και έπειτα να αναγγείλει την αναγκαστική φυγή όσων έπρεπε να αποδράσουν, προτού να είναι αργά. Καθώς εστίασε στα αθώα πρόσωπα των παιδιών, που τώρα δεν αδημονούσαν να ακούσουν όσα είχε να πει, από το μυαλό του πέρασε και η σκέψη του κατηχητικού. Όλες εκείνες οι φορές που μάζευε εδώ τα μικρούλια του Μπραν και τους μιλούσε για τον Θεό και τους αγίους και το τι ζωή έπρεπε να κάνουν όλοι οι άνθρωποι. Τα παιδιά τον άκουγαν πάντα με προσοχή, και αν κάποιο έκανε φασαρία ή συνομιλούσε με τον διπλανό του, ούτε ο Στεφάν, ούτε η Ντανιέλα το μάλωναν, αλλά έβρισκαν κάποιο εδάφιο από τα ιερά κείμενα, για να συνετίσουν και αυτό και όλα τα υπόλοιπα. Κι όταν ολοκλήρωναν, το μάθημα, κάθε παιδί έφευγε έχοντας φάει ένα κομμάτι γλυκό.

Ο Στεφάν αναρωτήθηκε αν θα έκαναν ποτέ ξανά ένα από αυτά τα μαθήματα. Ήταν μάλλον ανόητο από μέρους του που δεν είχε πραγματοποιήσει κάποιο, πριν διώξουν τα παιδιά. Εδώ κόντεψα να ξεχάσω το ότι πρέπει να τα απομακρύνουμε, σκέφτηκε με λύπη. Τελικά, είχε γεράσει περισσότερο απ’ ό,τι θα ήθελε.

«Παπά;» του ψιθύρισε η Ντανιέλα. «Είναι ώρα να μας μιλήσεις».

Την κοίταξε και της χαμογέλασε με θλίψη. «Ναι, καλή μου». Στράφηκε προς τον λαό του Μπραν. Χαλάρωσε το σφίξιμο του πουκαμίσου και του ράσου του. Ένιωθε να καίγεται από τη ζέστη, η καρδιά του βροντοχτυπούσε. Θεέ μου, βοήθησέ με. Βοήθησέ μας όλους, παρακάλεσε. Πήρε μια δυο ανάσες, καθάρισε το λαιμό του και άρχισε την ομιλία του. «Αγαπητοί μου. Αγαπητές μου. Αγαπημένα μου παιδιά. Οι τελευταίες μέρες είναι από τις πιο δύσκολες που έχουμε βιώσει. Όλοι τυραννιόμαστε από το φόβο του σκοταδιού, από τα τέρατα που κρύβονται από το φως του ήλιου και που θέλουν να μας βλάψουν. Είναι υπηρέτες του Διαβόλου και μοναδικός σκοπός της βδελυρής ύπαρξής τους είναι ο βασανισμός των αθώων και των αδυνάτων. Έχουν εγκατασταθεί κοντά στο Μπραν μας και έρχονται σε εμάς, σαν να τους ανήκουμε, και διαλέγουν το επόμενο θύμα τους. Αλλά όχι τυχαία. Όχι. Χτυπάνε με πονηριά. Ξεκίνησαν από τις κυρίες Μαριάννα και Μαγκνταλένα Μπενγκέσκου, που ήταν δύο γυναίκες μόνες και πενθούσες. Μετά, πήγαν στους Αρσένιε, Νάντρου και Ροζάλια Μολντοβάνου, που δεν ήξεραν οι καημένοι τι τους έμελλε. Ακολούθησαν τα δύο αγαπημένα σκυλιά των Τσομπάνου και παραλίγο οι ίδιες οι κόρες του Βέλκαν και της Εμιλιάνα. Ευτυχώς, η Λία Τσομπάνου φέρθηκε έξυπνα και δεν άφησε το τέρας να μπει στο σπίτι». Ο Στεφάν δεν ανέφερε το όνομα της Μαγκνταλένα, γιατί πια δεν ήταν η Μαγκνταλένα που όλοι ήξεραν. Κι αυτό έπρεπε να το θυμούνται, όταν θα την ξανάβλεπαν. «Την τελευταία φορά, επιτέθηκαν στην περίπολο που είχαν δημιουργήσει οι Τσομπάνου. Χτύπησαν τους δύο πρώην σωματοφύλακές τους και πήραν μαζί τους δύο συγχωριανούς μας, τον Ιονάταν και τον Βαντίμ». Κοίταξε ανάμεσα στο πλήθος και εντόπισε τους συγγενείς των αντρών που ανέφερε. Από τη μια, χαιρόταν που είχαν έρθει. Αυτό σήμαινε ότι ο πόνος τους δεν τους θόλωνε το μυαλό κι έτσι εμπιστεύονταν και πάλι τους γύρω τους. Έτσι ήθελε να πιστεύει ο Στεφάν, δηλαδή. «Αυτό που καταλαβαίνω εγώ είναι πως η κατάσταση θα χειροτερέψει πολύ περισσότερο απ’ ό,τι έχουμε δει μέχρι τώρα. Αποθρασύνθηκαν. Έχουν το πάνω χέρι, ή αυτό νομίζουν. Σύντομα, θα επιτεθούν με σκοπό να… να μας σκοτώσουν όλους. Θεωρούν ότι δεν υπάρχει κάποιο ιδιαίτερο εμπόδιο, για να τους σταματήσει. Αφού δεν τα κατάφερε η περίπολος, που ήταν οπλισμένη, τότε τι μπορούμε να καταφέρουμε οι υπόλοιποι; Πιστεύω πως έτσι σκέφτονται».

Άφησε να περάσουν μερικές στιγμές. Ήθελε να συνειδητοποιήσουν οι συγχωριανοί του το Κακό που τους είχε βρει και επιπλέον επιδίωκε να νιώσει και ο ίδιος έτοιμος να συνεχίσει. Η Ντανιέλα του έπιασε το χέρι και του είπε πως τα πήγαινε πολύ καλά. Ο Ντράχοσλαβ και ο Βέλκαν του ένευσαν κι αυτοί. Και πράγματι, είχαν επίδραση στον Στεφάν.

«Θα μπορούσαμε να φύγουμε. Όλοι. Να εγκαταλείψουμε το Μπραν και τα τέρατά του. Αλλά κάτι άλλο που ξέρουμε οι παλιότεροι» είπε «είναι πως στο κάστρο ζούσε και ζει η Κόμισσα. Η οποία θέλει από παλιά την εκδίκησή της, για όσα έγιναν τότε, όσο εκείνη ήταν άνθρωπος. Δεν την ενδιαφέρει αν δεν υπάρχουν πλέον οι άνθρωποι που την έβλαψαν. Έτσι φαίνεται σε εμένα και στους αγαπητούς Τσομπάνου. Εφόσον, λοιπόν, όπως είπα, αυτή υπάρχει, πρέπει να θεωρήσουμε πως θα μας κυνηγήσει όπου κι αν πάμε. Δεν θα είμαστε πουθενά ασφαλείς, όσο ζουν εκείνη και τα υποχείριά της. Θα πρέπει να την αντιμετωπίσουμε, όπως και όσο μπορούμε».

Καταφατικά νεύματα από τους άντρες και τις νεότερες, αλλά όχι ανήλικες, γυναίκες. Οι γέροντες και τα παιδιά περίμεναν, ζαρώνοντας πιο κοντά στους δικούς τους.

Ο πατήρ Στεφάν είπε «Όπως ξέρετε, έστειλα δύο γράμματα στο Μπρασώφ. Ένα στην πολιτοφυλακή και ένα στο άλλο στρατιωτικό Σώμα που έχουν. Αναμένουμε την απάντησή τους. Αλλά δεν θα βασιστούμε στο αν θα έρθουν τελικά. Δεν θα εφησυχάσουμε. Γιατί μπορεί να μην έρθουν ή μπορεί να μην έρθουν εγκαίρως. Όχι, αγαπητοί και αγαπητές μου. Θα πρέπει από μόνοι μας να κάνουμε κάτι, πριν χαθούμε όλοι για πάντα». Ξεροκατάπιε. Ο λαιμός του είχε στεγνώσει. Έβηξε. Είπε στην Ντανιέλα πως ήταν εντάξει, ότι μπορούσε να πει και τα υπόλοιπα. Εκείνη παραμέρισε και τον άφησε να μιλήσει.

Οι κάτοικοι του Μπραν κοιτούσαν τον πατέρα Στεφάν.

Τα παιδιά και οι ηλικιωμένοι εύχονταν να μην πει αυτά που τους είχαν ανακοινώσει και οι δικοί τους.

Οι Τσομπάνου αναστέναξαν.

Θα τα διώξεις, παπά; Θα διώξεις τα παιδιά, τα μοναδικά που είχες, έστω κι αν δεν ήταν ποτέ ολόδικά σου; είπε μέσα του.

Τώρα δεν τα κοιτούσε. Δεν θα άντεχε το βλέμμα τους.

Πρέπει. Πρέπει να τα διώξουμε. Για το καλό του τόπου μας. Για να είμαστε σίγουροι ότι θα έχει μέλλον. Ότι εκείνα θα έχουν μέλλον.

  Δεν θα έχουν. Όχι αν αποτύχετε εσείς ή και οι Ούγγροι. Η Κόμισσα και τα φρικιά της θα τα ψάξουν. Θα τα θέλουν κι αυτά. Ξέρουν ότι υπάρχουν παιδιά εδώ. Θα καταλάβουν ότι τα διώξατε.

  Μπορεί. Ας ελπίσουμε, λοιπόν, πως θα τα καταφέρουμε.

«Γι’ αυτό» είπε ο Στεφάν, σταματώντας τον εσωτερικό του διάλογο, «σας παρακαλώ όλους και όλες να απομακρύνετε τα παιδιά σας από το Μπραν. Και οι ηλικιωμένοι, σας παρακαλώ να τα ακολουθήσετε, γιατί μόνα τους δεν θα τα καταφέρουν».

Για λίγο, δεν συνέβη τίποτα.

Μετά, όμως, άρχισε ο πανικός. Κι αν τότε που είχε προτείνει ο Ντράχοσλαβ να επιτεθούν στο κάστρο έγινε χαμός μία φορά, τώρα έγινε δέκα φορές. Βραχνιασμένες φωνές και παιδικά κλάματα, οι ίδιες εκείνες φωνές και τα ίδια εκείνα κλάματα που ακούγονταν πρωτύτερα από σχεδόν κάθε σπίτι του χωριού, αντιλαλούσαν στο εσωτερικό του ναού, σε ένα συνονθύλευμα παραπόνων, που άλλα ακούγονταν μισά, άλλα κόβονταν στη μέση και συνεχίζονταν με μικρή καθυστέρηση, και σε άλλα παραλείπονταν συλλαβές λόγω κεκτημένης ταχύτητας. Οι γονείς/παιδιά προσπαθούσαν να συγκρατήσουν και να παρηγορήσουν τα νεαρότερα και τα μεγαλύτερα μέλη των οικογενειών τους για άλλη μια φορά. Ανήλικα αγοράκια και κοριτσάκια έτρεχαν και τραβούσαν τα ρούχα των γονιών τους, και όταν δεν τα κατάφερναν με τον ένα, απευθύνονταν στον άλλο, περνώντας σαν σφαίρες από τη μια πλευρά του ναού στην άλλη, με τα μακριά ρουχαλάκια τους να ανεμίζουν και τα παπούτσια τους να σφυροκοπούν το πάτωμα σαν δάχτυλα ενός θυμωμένου πιανίστα που πατάνε με δύναμη τα πλήκτρα στο πιάνο. Ο Λούκα έσφιξε την Στεφανία και έμεινε να την κρατάει κοντά του, ξέροντας πως θα την αποχωριζόταν πολύ, πολύ σύντομα, και μάλιστα πάνω που θα επέστρεφαν ο Σάντου και η Κορνέλια. Οι οποίοι, σκέφτηκε, δεν θα τη δουν. Δεν θα προλάβουν να την αποχαιρετίσουν. Θεέ μου, τι δυστυχία είναι αυτή για έναν αδερφό και μια μάνα.

Ο Στεφάν δεν άντεξε και εντέλει έκλαψε κι αυτός. Έριξε το κεφάλι του και τα δάκρυα κύλησαν από τα μάτια του και το σώμα του άρχισε να τρέμει. Η Ντανιέλα τον αγκάλιασε, ακουμπώντας το κεφάλι της στο δικό του.

Τα υπόλοιπα λόγια (για το πότε θα ξεκινούσαν όλα τα κάρα και όλες οι άμαξες μαζί και από πού) τα ανέλαβε ο Βέλκαν Τσομπάνου. Όταν, δηλαδή, κατάφερε και αυτός να βρει το κουράγιο του, μιας και η Λία και η Αντελίνα είχαν πέσει πάνω του, για να τον μεταπείσουν.

Ανάμεσα στους παρευρισκόμενους, υπήρχε κάποιος που δεν είχε συγκινηθεί σχεδόν καθόλου από όλα όσα είχαν ειπωθεί και από τις στιγμές λύπης που κυριαρχούσαν τώρα, παρά το ότι οι ίδιοι του οι γονείς συναισθάνονταν τους συγχωριανούς τους και τους παρηγορούσαν όπως-όπως. Ο Μιρόν δεν ήλπιζε σε κάτι άλλο, από τα όσα είχε ακούσει και από τα όσα είχαν υπονοηθεί. Ο παπάς παραδέχτηκε και πάλι ότι δεν μπορούσε να κάνει το παραμικρό. Δεν το είπε με άμεσο τρόπο, στα ίσια, αλλά κάτω από την επιφάνεια των δακρύβρεχτων λόγων του, υπέβοσκε ένα γνέψιμο στην καίρια ερώτηση Πάτερ, μπορείτε να βοηθήσετε; Μπορείτε να νικήσετε τα τέρατα, με τη βοήθεια του Θεού; Γιατί εσάς ο Θεός θα σας βοηθήσει πιότερο απ’ ό,τι εμάς τους υπόλοιπους, έτσι δεν είναι; Ε, πάτερ; Πάτερ;

Ο Μιρόν έτριψε το πιγούνι του. Αν δεν έκανε εκείνος κάτι, οι γονείς του θα πέθαιναν. Μπορεί και ο ίδιος να πέθαινε. Αλλά δεν γίνονταν έτσι τα πράγματα. Θα το φρόντιζε αφ’ εαυτού του.

Η καμπάνα σήμανε δώδεκα και μισή.

Μεσημέρι

Στις δύο και μισή, την ίδια ώρα που ο αντιστράτηγος Ζαλάν ενημερωνόταν για τις τελευταίες εξελίξεις στο μέτωπο του Μπρασώφ (μια χαρά πήγαιναν τα πράγματα, οι συλληφθέντες αυξάνονταν ραγδαία, σαν να ήταν καλεσμένοι σε σημαντική δεξίωση, παρά το γεγονός ότι τα πλήθη είχαν διαλυθεί και ο κόσμος είχε γυρίσει στις προσωπικές/οικογενειακές υποχρεώσεις του), ο χιονισμένος κεντρικός δρόμος του Μπραν θύμιζε οδό όπου θα γινόταν η στρατιωτική παρέλαση. Δεκάδες άμαξες και κάρα είχαν στηθεί σε δύο γραμμές σαν πολεμικά οχήματα, με τα άλογα να περιμένουν και ενίοτε να χλιμιντρίζουν. Στις καρότσες τους και στις καμπίνες τους, υπήρχαν μικροί και μεγάλοι κάτοικοι του χωριού ή μόλις ανέβαιναν, αφού οι γονείς/παιδιά τους αποχαιρετούσαν κλαίγοντας και με την υπόσχεση που θα ειδωθούν ξανά σύντομα. Ηλικιωμένοι άντρες είχαν αναλάβει να οδηγήσουν, ενώ οι γυναίκες θα έμεναν με τα μικρά.

«Μπαμπά, σε παρακαλώ. Μαμά! Δεν θέλω να φύγω».

«Μαμά, δ-εν σέλω φύγω».

«Γιαγιά, παππού, πείτε τους. Μη μ’ αφήσουν».

«Δεν θα είναι για πολύ, καρδιά μου. Σε παρακαλώ, μην κλαις».

«Έλα, Εστέρα, καλή μου, ένα μικρό ταξίδι θα πάτε με τη γιαγιά. Θα ξανάρθετε. Μια μικρή βόλτα και… και θα τα ξαναπούμε, στο υπόσχομαι».

Αυτά και πολλά ακόμα ήταν τα λόγια που ακούγονταν απ’ άκρη σ’ άκρη του δρόμου. Κάποιοι γονείς δεν άντεξαν και αποχώρισαν προς τις οικίες τους, με τις φωνές των παιδιών τους, που ακόμα δεν είχαν καταλάβει για ποιο λόγο τα έδιωχναν, να τους ακολουθούν σαν να τους κυνηγούσαν. Οι περισσότεροι, όμως, έμειναν, χαϊδεύοντας το κεφάλι του παιδιού τους, παρακαλώντας το να αντέξει και ζητώντας του να είναι καλό παιδί και να ακούει τους μεγαλύτερούς του. Άλλωστε, θα ήταν για λίγο. Μετά, θα επέστρεφε στο Μπραν και θα τους ξανάβλεπε. Τα μεγαλύτερα παιδιά, που δεν είχαν φτάσει ακόμα τα δεκαπέντε έτη, ήταν πιο ήσυχα, αν και αυτό δεν παρηγορούσε και τόσο τους οικείους τους, που ήξεραν πώς σκέφτονταν τα τέκνα τους και ότι η επιλογή τους να μην αντιδρούν έντονα θα μπορούσε να σημαίνει ότι ήταν κυρίως απογοητευμένα με αυτούς, παρά φοβισμένα, κάτι που μάλλον ήταν χειρότερο.

Η Στεφανία βρισκόταν σε ένα από τα πρώτα κάρα, έχοντας στην ζώνη της ένα μαχαίρι, αγιασμό και ένα σταυρό. Δίπλα της, ήταν σκεπασμένα με μια κουβέρτα τέσσερα παιδιά, δύο αγοράκια και δύο κοριτσάκια, αδέρφια και εγγόνια της κυρίας Κοβάτσι, η οποία είχε αναλάβει με τον άντρα της το χειρισμό του κάρου. Ο Λούκα στεκόταν στο δρόμο και ακουμπούσε στη σιδερένια καρότσα, κρατώντας την κόρη του, σκεπτόμενος ότι τελικά του την πήραν κι αυτή -όπως είχε γίνει με την Κορνέλια και τον Σάντου-, με τη Στεφανία να έχει γείρει και να ακουμπάει το κεφάλι της στο δικό του.

«Θα ξανάρθω, μπαμπά» του είπε. «Σε παρακαλώ, ηρέμησε».

«Λυπάμαι τόσο πολύ, καρδιά μου. Γιατί τιμωρούμαστε έτσι; Τι φταίμε, τι κάναμε, για να πρέπει να αποχωριστούμε τους δικούς μας ανθρώπους;»

«Έλα, μπαμπά. Σε παρακαλώ. Ο Θεός ξέρει και θα μας βοηθήσει. Εσύ να μου προσέχεις τη μαμά και τον Σάντου και τον πατέρα Στεφάν και την Ντανιέλα. Εντάξει;»

Ο Λούκα κατένευσε και σκούπισε τη μύτη του. «Ναι, εντάξει. Ό,τι θες, Στεφανία μου». Στάθηκε μόλις μερικά εκατοστά από εκείνη και κράτησε το παγωμένο πρόσωπό της στα χέρια του. «Να προσέχεις. Να… να μην κυκλοφορήσεις το βράδυ. Αν δεν υπάρξει κανείς για να σας φιλοξενήσει, πήγαινε στην θεία σου, τη Σορίνα. Αλλά μην της πεις… ξέρεις…»

«Ναι, μπαμπά, ξέρω. Μην ανησυχείς». Του χαμογέλασε. «Σε μια δυο μέρες, θα είμαι πίσω και θα ζήσουμε ευτυχισμένοι. Ελεύθεροι από τη μάγισσα και τα τέρατά της».

Ο πατέρας της την αγκάλιασε ξανά.

Από την πόρτα της εκκλησίας, ο πατήρ Στεφάν και η Ντανιέλα παρακολουθούσαν τα τεκταινόμενα, σαν δάσκαλοι που επιτηρούν τα παιδιά στο διάλειμμα. Λυπόντουσαν για τους συγχωριανούς τους και για την απόφαση που πήραν την ημέρα αυτή. Κι ήταν ίσως η μοναδική μέρα που δεν ζήλευαν τους άλλους κατοίκους του Μπραν, που είχαν παιδιά. Κανένας γονιός που αγαπάει το παιδί του και που του συμπεριφέρεται σωστά δεν πρέπει να βιώνει τέτοιο πόνο.

«Πρέπει να φροντίσουμε να αντιστρέψουμε την κατάσταση, Στεφάν» σχολίασε η Ντανιέλα. «Δεν αντέχω τη σκέψη του τι περνάνε αυτές οι μανάδες και αυτοί οι πατεράδες. Δεν μπορώ καν να φανταστώ πόσο τρομαγμένα είναι τα παιδιά». Τον έπιασε από το μπράτσο. «Είναι άδικο και εμείς έχουμε χρέος να φέρουμε τη δικαιοσύνη του Θεού στο Μπραν μας. Σε αυτούς τους ανθρώπους».

«Το ξέρω» ήταν το μόνο που είχε να πει ο Στεφάν.

 

«Δεν θα φύγουμε με τους άλλους; Μα πρέπει. Δεν γίνεται να μείνουμε εδώ, είμαστε αδύναμοι, θα είμαστε βάρος σε όλους, και πιο πολύ σε εσένα, Μιρόν» είπε ο Ράζβαν, που μαζί με τη γυναίκα του έβλεπαν τον γιο τους να στέκεται φρουρός στην πόρτα και να τους εμποδίζει να βγουν.

«Θα φύγουμε» τους είπε. «Ω ναι, μην αμφιβάλλετε καθόλου γι’ αυτό. Και οι τρεις μας θα φύγουμε. Αλλά όχι με τους άλλους».

«Εσύ δεν θα φύγεις, Μιρόν» τον επέπληξε η Ρίλια. «Εσύ πρέπει να μείνεις και να παλέψεις. Είσαι νέος και δυνατός. Μπορείς να προσφέρεις πολλά στον αγώνα ενάντια στα τέρατα».

«Όχι, μαμά, δεν θα μείνω. Δεν είμαι τόσο ηλίθιος. Δεν έχουμε καμιά ελπίδα απέναντί τους».

«Έχουμε τον Θεό και τον πατέρα Στεφάν και…»

«Όχι. Ο ίδιος ο παπάς το παραδέχτηκε. Δεν μπορεί να κάνει το παραμικρό για τους βρικόλακες».

Ο Ράζβαν σηκώθηκε από την καρέκλα του και πλησίασε τον γιο του. Είχε αγριεμένο ύφος, αλλά και ο Μιρόν δεν πήγαινε πίσω. Για την ακρίβεια, δεν πήγαινε πουθενά. Προς το παρόν, η οικογένειά τους θα παρέμενε στο Μπραν.

«Σε παρακαλώ, Μιρόν» είπε η Ρίλια. «Άφησέ μας».

«Όχι. Λυπάμαι, μαμά, αλλά όχι. Θα φύγουμε όλοι μαζί, αλλά όχι με εκείνους».

«Είναι δικοί μας άνθρωποι, για τ’ όνομα του Θεού!» φώναξε ο Ράζβαν.

Ο Μιρόν δεν άλλαξε γνώμη.

 

Η καμπάνα σήμανε νωρίτερα από τις τρεις. Χτύπησε πολλές φορές και σιγόνταρε το ποδοβολητό των αλόγων που ξεκινούσαν για το Μπρασώφ. Τα κάρα και οι άμαξες πήραν το δρόμο τους, με τους οδηγούς να κρατούν το βλέμμα τους καρφωμένο μπροστά και τους επιβάτες τους να κοιτάνε πίσω, όσους άφηναν και όσους εύχονταν να ξαναδούν. Οι εναπομείναντες κάτοικοι του Μπραν κουνούσαν τα χέρια τους, αποχαιρετώντας τους δικούς τους ανθρώπους, τα παιδιά και τους γονείς τους. Ο πατήρ Στεφάν έκανε το σημείο του σταυρού, για να έχουν καλό δρόμο και να μην τους συμβεί κάτι κακό.

Ήταν σαν εκείνοι που έφευγαν να πήγαιναν στον πόλεμο και όχι το αντίθετο. Αλλά οι ενήλικες στα κάρα και τις άμαξες ήξεραν αυτό που γνώριζαν και όσοι έμειναν πίσω.

Ο πόλεμος θα ερχόταν στο Μπραν.

Απλά δεν ήξεραν το πότε και το ποιος θα επικρατούσε.

Στο δρόμο από και προς το Μπρασώφ

Ο Σάντου και η Κορνέλια είδαν από μακριά το κονβόι, την ώρα περίπου που και αυτοί και οι άλλες άμαξες και τα κάρα περνούσαν κάτω από το κάστρο του Μπραν. Αναγνώρισαν κάποιους από τους γέροντες που χειρίζονταν τα γκέμια και η πρώτη τους σκέψη ήταν Ω Θεέ μου, ξεκίνησε κιόλας; Κι ενώ είναι ακόμα μέρα;

Σταμάτησαν το άλογο και περίμεναν, με την καρδιά τους έτοιμη να φτερουγίσει έξω από το κλουβί που την είχαν κλείσει. Έτρεμαν στην πιθανότητα να είχαν πάθει κάτι ο Λούκα, η Στεφανία, οι Οσμοκέσκου και άλλοι κάτοικοι και πως αυτοί που τους πλησίαζαν ήταν οι μοναδικοί επιζώντες.

Όταν, όμως, στάθηκε δίπλα τους η άμαξα που οδηγούσε ο Πετρ Φερέσκου και είδαν τη σύζυγό του Ναντέζντα να κάθεται με κάποια παιδιά και μετά διαπίστωσαν πως λίγο-πολύ το ίδιο συνέβαινε και με τα άλλα κάρα και τις άλλες άμαξες, απόρησαν και η Κορνέλια ρώτησε τον Πετρ «Πού πάτε; Τι γίνεται;»

Εκείνος απάντησε «Ο πατήρ Στεφάν και οι Τσομπάνου αποφάσισαν ότι οι ηλικιωμένοι και τα παιδιά έπρεπε να φύγουμε, για το καλό μας».

«Αλήθεια; Και ποιοι έμειναν πίσω, δηλαδή;»

«Όλοι οι νέοι και άξιοι άντρες και οι γυναίκες που μπορούν να τους βοηθήσουν».

«Μαμά» είπε ο Σάντου «λες να έμειναν και ο μπαμπάς με τη Στεφανία;»

«Ο Λούκα, ναι» πετάχτηκε ο Πετρ. «Η Στεφανία, όμως, είναι σε ένα από τα κάρα, μαζί με άλλα παιδιά».

Η Κορνέλια δεν αποκρίθηκε, παρά κατέβηκε όπως-όπως και κινήθηκε με δυσκολία ανάμεσα από τα οχήματα, φωνάζοντας το όνομα της κόρης της.

Η Στεφανία την είδε και κατέβηκε και την πλησίασε.

Αγκαλιάστηκαν και αντάλλαξαν από ένα φιλί στο μάγουλο.

«Καλή μου» έκλαψε η Κορνέλια. «Αχ, δεν σε προλάβαμε».

«Εδώ είμαι, μαμά. Και σύντομα θα έρθω πίσω, μαζί με όλους τους άλλους. Το είπα και στον μπαμπά». Πριν μιλήσει η μητέρα της, συμπλήρωσε «Είναι καλά και θα παλέψει για το χωριό μας, όπως οφείλει. Εγώ… έφυγα για να βοηθήσω με τα παιδιά, ένεκα που είμαι και νέα, γιατί οι μεγάλοι μπορεί να δυσκολευτούν να τα κουμαντάρουν».

«Ναι, ναι, φυσικά». Η Κορνέλια την κοίταξε από πάνω έως κάτω και τούμπαλιν. «Να πας στη θεία σας, τη Σορίνα. Σε παρακαλώ. Όταν τακτοποιηθείτε κάπου, πήγαινε στη θεία σου. Είναι καταπληκτική γυναίκα και έχουν μια υπέροχη οικογένεια».

Ο Σάντου έσπευσε κι αυτός κοντά τους. «Πού πας, μωρέ αδερφούλα;» είπε και δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια του. «Τώρα βρήκες να φύγεις, που ερχόμαστε εμείς;»

Η Στεφανία τον αγκάλιασε και ένιωσε το σώμα του να τρέμει από τα δάκρυά του. «Θα ξανάρθω. Να μου τους προσέχεις όλους, εντάξει; Σκότωσέ την τη μάγισσα που μας έχει βλάψει. Αν τη βρεις, σκότωσέ την, Σάντου»

Ο Σάντου ένευσε στον ώμο της, αλλά δεν μίλησε.

«Πρέπει να φύγουμε» φώναξε κάποιος. «Να προλάβουμε πριν νυχτώσει… πολύ».

«Έλα, Σάντου» είπε η Κορνέλια. «Πρέπει να προχωρήσουμε κι εμείς».

Εκείνος δεν άφησε αμέσως τη Στεφανία. «Να προσέχεις» της ψέλλισε. «Δεν είναι όλοι καλοί εκεί. Οι Ούγγροι… δεν μας φέρθηκαν σωστά. Μην τους εμπιστευτείς πολύ, εντάξει;»

«Τι εννοείς;»

Ξανά κάποιος είπε ότι έπρεπε να φύγουν. Κι άλλος ένας. Και μια γηραιά κυρία.

«Σάντου» ξανάπε η Κορνέλια. «Έλα, σε παρακαλώ».

«Απλά… πρόσεχέ τους» επανέλαβε ο Σάντου. «Μην τους εμπιστευτείς εντελώς, Στεφανία». Έδωσε κι αυτός ένα φιλί στην αδερφή του και τη βοήθησε να ανέβει στο κάρο. Τη χαιρέτισε και επέστρεψαν με την Κορνέλια στο δικό τους.

«Δεν σας ρώτησα» είπε ο Πετρ Φερέσκου. «Τι σας είπαν στο Μπρασώφ; Τι θα κάνουν οι Ούγγροι».

Ο Σάντου πήγε να απαντήσει, αλλά η Κορνέλια του έσφιξε το χέρι και σταμάτησε.

«Θα έρθουν» είπε. «Θα έρθουν να δουν τι συμβαίνει».

«Ωραία. Ωραία, πολύ καλό αυτό».

«Ναι. Ναι, είναι».

Ο Πετρ έδωσε εντολή στα άλογα και ξεκίνησαν.

Η Κορνέλια και ο Σάντου χαιρέτισαν ξανά την Στεφανία, όταν το δικό της κάρο πέρασε από δίπλα τους. Την ακολούθησαν με τη ματιά τους, όπως έκανε και εκείνη με αυτούς. Μέχρι που κανείς από τις δύο πλευρές δεν μπορούσε να δει την άλλη.

Τα παιδιά και οι ηλικιωμένοι φεύγουν, θυμήθηκε η Κορνέλια. Για το καλό τους.

Τα κάρα και οι άμαξες συνέχιζαν να τους προσπερνάνε. Σύντομα, θα έφτανε και το τελευταίο κοντά τους.

Για το καλό τους.

  Για το καλό τους.

Η Κορνέλια άρπαξε τον Σάντου και τον φίλησε στο μέτωπο. «Πήγαινε» είπε. «Πήγαινε. Ανέβα σε ένα από αυτά τα κάρα. Τώρα».

«Τι; Τι λες, μαμά;»

«Πήγαινε» του είπε με περισσότερη ένταση, τραντάζοντας τον. «Πήγαινε. Η αδερφή σου θα σε χρειαστεί. Εμπρός, πήγαινε».

«Μα…»

«Όχι μα, Σάντου». Τον έπιασε από το πανωφόρι και τον έσπρωξε. «Πήγαινε. Τώρα. Πήγαινε». Η Κορνέλια έκλαιγε και πάλι και η φωνή της έσπαγε σαν πάγος που τον τρυπάς σε διάφορα σημεία. «Κάντο για τον πάτερα σου και για μένα. Πήγαινε. Φύγε, Σάντου. Φύγε. Φύγε!»

«Μα εσύ πώς;…»

«Άσε με εμένα, Σάντου! Φύγε, είπα. Φύγε. Πήγαινε στην Στεφανία. Φύγε!»

Ο Σάντου μόρφασε και άφησε και αγκάλιασε την μητέρα του. Δεν ήθελε να αφήσει τους γονείς του, αλλά δεν μπορούσε να πάει κόντρα στην επιθυμία της μητέρας του. «Θα σας ξαναδώ, τ’ ακούς; Κι εγώ και η Στεφανία θα σας ξαναδούμε. Θα σας ξαναδούμε, το υπόσχομαι».

«Το ξέρω, καλέ μου» προσπάθησε να του χαμογελάσει η Κορνέλια. «Το ξέρω».

«Υποσχέσου ότι έτσι θα γίνει. Υποσχέσου το, μαμά!»

Το τελευταίο κάρο πλησίαζε.

Του ένευσε και τον χάιδεψε στο μάγουλο, σκουπίζοντας τα δάκρυά του. «Στο υπόσχομαι. Στο υπόσχομαι, Σάντου».

Ο Σάντου κατέβηκε από το κάρο και ανέβηκε σε ένα από αυτά που έφευγαν από το Μπραν. Έμεινε να κοιτάζει την μητέρα του και να πολεμάει την ισχυρή θέλησή του, να γυρίσει σε αυτήν και στον πατέρα του και στο χωριό. Το βλέμμα του, λίγο πριν στρίψουν και χάσει από το οπτικό του πεδίο την Κορνέλια, έπεσε στο κάστρο του Μπραν. Έτσι και βλάψετε τους γονείς μου, ορκίστηκε, θα σας σκοτώσω. Θα σας σκοτώσω, αναθεματισμένα τέρατα.

Η Κορνέλια σκούπισε τη μύτη της με ένα μαντήλι. «Συγχώρησε με, Σάντου. Συγχώρησε με» μονολόγησε και έπιασε τα γκέμια του αλόγου και παρακάλεσε τον Θεό να έχει καλά τα παιδιά της και όλους όσοι έφυγαν εγκαίρως.

Μπρασώφ, απόγευμα

Ο αντιστράτηγος Ζαλάν έδιωξε από το γραφείο του τον υπολοχαγό, όταν ο τελευταίος ολοκλήρωσε την ενημέρωση. Πενήντα συλληφθέντες, όχι και στην καλύτερη σωματική τους κατάσταση, και συλλογή πληροφοριών για πολλούς πολίτες που έχουν ανακατευτεί με τις διαδηλώσεις. Επίσης, είχαν τραυματιστεί μερικοί πολιτοφύλακες, αλλά είχαν μόνο μερικές αμυχές και γδαρσίματα, τίποτα το σοβαρό. Ο ανώτερος αξιωματικός δεν είχε κανένα παράπονο από τους δικούς του. Τα κελιά είχαν γεμίσει, ένεκα και των προηγούμενων που πιάστηκαν τις προάλλες.

«Ανάμεσα στους συλληφθέντες» είπε ο υπολοχαγός «υπήρξαν και παιδιά πλουσίων, κύριε αντιστράτηγε. Οι γονείς τους πλήρωσαν το πρόστιμο και τα αφήσαμε να φύγουν».

«Τα χτυπήσατε;»

«Όχι, κύριε αντιστράτηγε. Καταλάβαμε έγκαιρα από τι οικογένειες προέρχονται».

«Ωραία. Κάνατε σύσταση στους γονείς;»

«Όχι, κύριε αντιστράτηγε».

«Μπράβο, υπολοχαγέ» χάρηκε ο Ζαλάν. Φυσικά και δεν θα κάνανε σύσταση να μην συμμετέχουν ξανά τα παιδαρέλια των πλουσίων σε διαδηλώσεις. Ήταν ένα έξτρα εισόδημα αυτό το πρόστιμο που πλήρωναν. Αν τώρα οι γονείς δεν καταλάβαιναν το συμφέρον τους, να μην πληρώνουν για τις μαλακίες των παιδιών τους -ή να μην τα αφήνουν να κάνουν τέτοιες μαλακίες, δίνοντάς τους ένα χέρι ξύλο, ας πούμε, ή κόβοντάς τους το χαρτζιλίκι-, τότε η πολιτοφυλακή δεν θα τους έκανε τη χάρη, να τους επιστήσει την προσοχή.

«Καθώς θα φεύγεις» είπε στον υπολοχαγό, πριν τον ξαποστείλει, «πες να μου φέρουν ό,τι αρχεία έχουμε για το Μπραν. Οτιδήποτε υπάρχει».

«Μάλιστα, κύριε αντιστράτηγε».

«Ή, ξέρεις κάτι; Πες να φέρουν και καταγγελίες για ανθρώπους που εξαφανίστηκαν στα πέριξ του Μπρασώφ. Γρήγορα, μην το καθυστερήσουν πολύ».

«Μάλιστα, κύριε αντιστράτηγε» είπε ο υπολοχαγός και αποχώρισε, σκεπτόμενος τους καημένους που θα έπρεπε να ξεψειρίσουν αρχεία πολλών ετών.

Ο Ζαλάν δεν είχε σκοπό να κάτσει ως αργά. Απλά θα έπαιρνε τα αρχεία και θα έφευγε. Θα τα μελετούσε με την ησυχία του στο σπίτι. Έτσι κι αλλιώς, δεν είχε τίποτα καλύτερο να κάνει. Τα παιδιά του είχαν πάρει το δρόμο τους και η γυναίκα του είχε γίνει πιο αδιάφορη κι από άστεγο, παριστάνοντας ότι διάβαζε ποίηση. Ευτυχώς, ήξερε να μαγειρεύει και να φτιάχνει καλό καφέ. Κάτι ήταν κι αυτό.

Οπότε αυτός, ως σωστός αντιστράτηγος που ασχολιόταν ανέκαθεν μόνο με ουσιώδη πολιτικά, γεωπολιτικά και αστυνομικά θέματα -και όχι με τρελούς ποιητές, που κλαίνε τη μοίρα τους γράφοντας δακρύβρεχτα στιχάκια, για όνομα του Θεού, δηλαδή-, θα έριχνε μια ματιά στις σημειώσεις που μάζευαν εδώ και δεκαετίες για τούτη τη γωνιά της Τρανσυλβανίας, μήπως βρει κάτι ενδιαφέρον για την υπόθεση του χωριού, ούτως ώστε, όταν θα δινόταν στην πολιτοφυλακή η ευκαιρία να την ερευνήσουν, να είναι όσο το δυνατόν καλύτερα προετοιμασμένοι.

Μπραν

Ο Λούκα και η Κορνέλια κάθονταν στην κουζίνα του σπιτιού του πατέρα Στεφάν και της Ντανιέλα. Τώρα την είχε αφήσει και κάπως συγκρατούσε τον εαυτό του από το να παραδοθεί στη λύπη του. Προηγουμένως, όταν την είδε να φτάνει με το κάρο, καταλαβαίνοντας ότι είχε πάρει την ίδια απόφαση που θα έπαιρνε και εκείνος στη θέση της -ήτοι, να στείλει και τον Σάντου στο Μπρασώφ-, την πλησίασε και δεν την άφησε να κατέβει, αλλά την αγκάλιασε και έκλαψε στον ώμο της. «Μας έφυγαν, Κορνέλια. Μας έφυγαν» είπε ανάμεσα στα αναφιλητά του.

«Είναι για το καλό τους» του είπε εκείνη και για λίγη ώρα δεν ξαναμίλησαν, ώσπου πήγαν στο σπίτι του ιερέα και ο Λούκα επέστρεψε το κάρο στο χωράφι του.

Ο πατήρ Στεφάν και η Ντανιέλα ήταν κι αυτοί αμίλητοι τώρα. Σέβονταν τον πόνο των δύο συγχωριανών τους, ενώ παράλληλα σκέφτονταν το τι θα έκαναν από δω και πέρα. Είχαν όπλα. Είχαν σταυρό και αγιασμό. Είχαν μαχαίρια. Ήλπιζαν να έχουν και την ευλογία του Θεού.

  Κανένας δαίμονας στο Μπραν. Με οποιοδήποτε κόστος.

Αυτό ήταν το σύνθημά τους. Ο σκοπός της ζωής τους.

Και ήδη είχαν πληρώσει ένα μέρος αυτού του κόστους. Έδιωξαν τα παιδιά και τους ηλικιωμένους τους. Τι άλλο θα τους ζητούνταν, άραγε;

Είμαστε ύποπτοι. Δεν πρέπει να φύγουμε από το Μπραν.

Οι εντολές της πολιτοφυλακής προς τους κατοίκους του χωριού. Άσχημα μαντάτα, αλλά, όπως είχε τονίσει και η Κορνέλια, το θέμα ήταν πως οι Ούγγροι θα έρχονταν. Αυτή την εντύπωση είχαν δώσει στην γυναίκα τα λεγόμενα του συνταγματάρχη, δηλαδή. «Κάτι που τον χαροποίησε» είχε σχολιάσει η Κορνέλια. «Το ότι θα μας ανέκριναν ή και το ότι μπορεί να μας συλλάβουν. “Ελπίζω να μη χρειαστεί να τα ξαναπούμε”. Έτσι είπε. Δεν ξέρω γιατί, αλλά δεν μου άρεσε καθόλου ο τρόπος του. Ήταν πολύ κακόβουλος».

Θα έρχονταν, λοιπόν.

Αλλά υπήρχε μια ερώτηση που την έκαναν στον εαυτό τους όλοι όσοι θεωρούσαν -ή δέχονταν να συζητήσουν- εξ αρχής ότι οι Αρχές θα ανταποκρίνονταν. Πότε θα ανταποκρίνονταν; Πότε θα έρχονταν στο Μπραν;

Κάπου ανάμεσα στο Μπραν και το Μπρασώφ, βράδυ

Ενώ σε πολλά σπίτια στο χωριό άντρες ξενυχτούσαν με τα όπλα ανά χείρας και οι δικοί τους και οι φιλοξενούμενοί τους κοιμούνταν, νιώθοντας κάπως ασφαλείς, και στην πόλη ο αντιστράτηγος Ζαλάν  και ο συνταγματάρχης Μίκλος -που τους έφεραν άρον-άρον στο κτίριο της πολιτοφυλακής- κοιτούσαν με ανοιχτό το στόμα δεκάδες κάρα και άμαξες να έχουν κατακλύσει τον περιβάλλοντα χώρο και τα παιδιά και τους γέρους που είχαν έρθει από το Μπραν να είναι στο ισόγειο, περικυκλωμένοι από έκπληκτους άντρες της πολιτοφυλακής, ο Μιρόν στεκόταν στο κρύο με τον δαυλό στο ένα χέρι και τον σταυρό στο άλλο. Η νύχτα είχε απλωθεί με το χιόνι να πέφτει στα Καρπάθια και να προλογίζει τον ερχομό της. Ο αέρας ξεπάγιαζε το σώμα, αλλά όχι και το πνεύμα. Αυτό ακόμα δεν είχε σπάσει. Όχι με τη συνηθισμένη έννοια, δηλαδή. Απέναντί του είχε πέντε κάτασπρα πρόσωπα, με μαύρους μανδύες, που διψούσαν για αίμα.

Έστεκε πάνω από την αναποδογυρισμένη άμαξα. Μπροστά αυτός, πίσω του οι γέροι γονείς του. Το άλογο είχε σκοτωθεί από κάποιο από τα τέρατα που τους είχαν επιτεθεί. Δεν ήταν λύκοι, δεν είχαν ορμήσει από το δάσος, αλλά από την κορυφή του λόφου, είχαν πέσει πάνω στο καημένο το ζώο και το ξέσκισαν στις δαγκωματιές και τις νυχιές. Εκείνο χλιμίντρισε από πόνο και προσπάθησε να τρέξει πιο γρήγορα, αγωνιώντας πιότερο για τους επιβάτες, που πάντα το φρόντιζαν και το αγαπούσαν, παρά για τον εαυτό του, όμως ήταν αδύνατο να αποβάλει τους βρικόλακες.

Ώστε έτσι είστε τελικά, σκέφτηκε. Ο Μιρόν πήρε τα όπλα του, αλλά κι όταν χρησιμοποίησε πρώτα τα δύο πιστόλια και μετά τα δύο μουσκέτα και έριξε με θαυμαστή ευστοχία πέντε ριπές που πέτυχαν τους βρικόλακες στο κεφάλι και τους ανάγκασε να μουγκρίσουν και να αφήσουν το άλογο, το αποτέλεσμα δεν ήταν πολύ διαφορετικό από αυτό που έτσι κι αλλιώς θα γινόταν. Το άλογο ήταν ετοιμοθάνατο, τα πόδια του λύγισαν και η άμαξα χτύπησε με δύναμη σε ένα βράχο.

Οι γονείς του Μιρόν είχαν τραυματιστεί, αλλά όχι πολύ. Αίμα έτρεχε από το κεφάλι του Ράζβαν και από τον ώμο της Ρίλια, αίμα που έκανε τα σάλια του Νικολάι, του Βασίλι, του Αρσένιε και της Έλενα να τρέχουν ποτάμι. Περισσότερο φοβούνταν τα τέρατα, μαζεμένοι σαν κουβάρι πίσω από τον γιο τους, παρά πονούσαν. Το χιόνι που κάλυπτε και μούλιαζε τα ρούχα τους, άλλωστε, μετρίαζε κάπως τον πόνο.

Τώρα δεν είχε τα μουσκέτα και τα πιστόλια του. Αλλά και να τα είχε, σε τι θα του χρησίμευαν; Μέχρι να τα γεμίσει και να οπλίσει και να σημαδέψει, θα έχανε πολύτιμο χρόνο. Κακή εκμετάλλευση του χρόνου. Και λανθασμένες αποφάσεις. Έφυγε με τους γονείς του όταν δεν έπρεπε.

Είχε δίκιο ο παπάς που του μίλησε σαν να ήταν παιδάκι.

Άκουσε την μητέρα του να ψελλίζει μια προσευχή.

Είδε τα τέρατα να μικραίνουν το ζυγό. Πλησίασαν κι άλλο. Χαμογελούσαν.

Αλλά δεν μας επιτίθενται. Χαμογέλασε και ο Μιρόν στα τέρατα. Τους κούνησε το σταυρό σαν να τους έλεγε Χα, χα, κοιτάξτε, εγώ έχω έναν, εσείς όχι. Κι εκείνα οπισθοχώρησαν. Φοβούνταν. Ή μπορεί και να ζήλευαν.

Ήταν τρεις νέοι άντρες και μια νέα γυναίκα, νεκροζώντανα όντα όλοι τους, εναντίον ενός τριαντάρη και δύο γερόντων και δεν έκαναν τίποτα άλλο από το να στέκονται μακριά τους. Και να φοβούνται. Του Μιρόν του φαινόταν αστείο. Τους ξανα-κούνησε το σταυρό και εκείνοι σύριξαν και έκαναν κι άλλο πίσω. Τώρα δε φαίνονταν πολύ καθαρά. Η φωτιά του δαυλού δεν τους έφτανε.

Ο Μιρόν γύρισε προς τους γονείς του, με ένα χαμόγελο θριάμβου. «Μαμά; Μπαμπά; Βλέπετε; Εγώ είμαι εδώ και διώχνω τα τέρατα». Είχε ξεχάσει τα περί παιδιού και όλα αυτά. Είχε ξεχάσει τον Στεφάν και τους Τσομπάνου και τους Ούγγρους και το Μπρασώφ, στο οποίο ήθελε να πάει με τους γονείς του. Ένιωθε πολύ δυνατός τώρα.

«Μιρόν, πρόσεξε!» φώναξε ο πατέρας του.

Ο Μιρόν στράφηκε πάνω που ο Νικολάι και ο Αρσένιε έρχονταν με ταχύ βήμα. Τους χαμογέλασε. «Μπαμπά, πάρε» είπε και έδωσε το δαυλό στον Ράζβαν. Έπειτα, έβγαλε από την τσέπη του ένα μπουκαλάκι και ράντισε με αγιασμό τους δύο βρικόλακες. Εκείνοι ένιωσαν το δέρμα τους να καίει και εξαφανίστηκαν στο σκοτάδι, αλλά οι φωνές τους έφταναν στα αυτιά του Μιρόν.

«Χα! Δεν μπορείτε να τα βάλετε μαζί μου» τους φώναξε. «Μ’ ακούτε; Δεν μπορείτε…»

Τότε, όμως, άκουσε και κάτι άλλο. Ουρλιαχτά. Πίσω του.

Όχι! Όχι, όχι, όχι!

Δευτερόλεπτα πριν γυρίσει, βρέθηκε στο σκοτάδι, καθώς ο δαυλός έπεσε από τα χέρια του Ράζβαν, αφού ο Βασίλι και η Έλενα έπαιρναν αυτόν και την Ρίλια μακριά από τον Μιρόν. Υψώνονταν στον αέρα, πάνω από την σκεπή της άμαξας, και χάνονταν.

«ΟΧΙ!» ούρλιαξε ο Μιρόν. «ΟΧΙ!»

Κατάλαβε όλα του τα λάθη, όλες του τις απερίσκεπτες ενέργειες, όλον τον αδικοχαμένο κόπο που είχε κάνει όταν ο Αρσένιε και ο Νικολάι τον πλησίασαν, ακολουθούμενοι από την Έλενα, που είχε δώσει την Ρίλια στον Βασίλι.

Είχε χάσει τους γονείς του και το μέλλον του φαινόταν τόσο σκοτεινό και κρύο όσο και τούτη η βραδιά. Τίποτα το καλό δεν υπήρχε γι’ αυτόν πλέον. Ο κόσμος δεν τον καταλάβαινε και εκείνος δεν ήθελε να τον καταλάβει κανείς. Κανείς άλλος εκτός από τους γονείς του. Δεν ένιωσε ποτέ του άνετα όταν ήταν ανάμεσα σε κόσμο. Ή όταν έπρεπε να μιλήσει δημοσίως. Ή να χορέψει. Δεν ταίριαζε στο Μπραν ή πιθανώς σε οποιαδήποτε άλλη περιοχή. Ένιωθε καλύτερα μοναχός του.

Και τώρα είμαι μόνος απέναντι στα τέρατα, σκέφτηκε.

Δεν είχε επιλογή. Μόνο μια λύση έβρισκε. Τι άλλο θα μπορούσε να χάσει, δηλαδή;

Ο Νικολάι, ο Αρσένιε και η Έλενα στάθηκαν όταν είδαν τον νεαρό να αρπάζει το μαχαίρι που είχε στη ζώνη του. Τους κοίταξε στα ίσια. Δεν είδαν φόβο και αυτό τους φάνηκε παράξενο. Είδαν μίσος και απάθεια και αυτό τους μπέρδεψε πιο πολύ. Τα θηράματα έπρεπε να τρέμουν και να παρακαλάνε, όχι να αντιστέκονται.

Αλλά δεν ήταν ώρα για να το ψάξουν. Θα το συζητούσαν αργότερα, καθώς θα απολάμβαναν το γεύμα τους.

Θα ήταν εντελώς άστοχο αν έλεγε κάποιος ότι ο Μιρόν έπεσε άμαχος και πως δεν κατάφερε ούτε ένα χτύπημα στους βρικόλακες. Τραυμάτισε και τους τρεις. Πάλεψε και κόντεψε να ξεκοιλιάσει και να κόψει το λαιμό του Νικολάι. Στην Έλενα, κάρφωσε το σταυρό, αλλά όχι αρκετά για να τη σκοτώσει. Ο Αρσένιε υπέστη ένα πλάγιο χτύπημα στο κεφάλι, που τον ταρακούνησε για τα καλά.

Ο Μιρόν φώναζε σαν λιοντάρι που υπερασπίζεται την αγέλη του από ύαινες. Σήκωνε μια το σταυρό και μια το μαχαίρι, απότομα, αλλά και στοχευμένα. Περίμενε μια λάθος κίνηση από τους βρικόλακες και αμέσως ριχνόταν μπροστά. Είχε αποφασίσει πως είχε να χάσει κάτι άλλο πέραν από τη ζωή του. Την αξιοπρέπειά του. Όση του είχε απομείνει, δηλαδή. Ας τον σκότωναν, όμως, δεν θα τους διευκόλυνε. Ήξερε ότι δεν θα είχε νόημα να τρέξει, οπότε τι έμενε, αν όχι η αντίσταση;

Κι αυτό έκανε. Αντιστάθηκε. Σθεναρά και μανιασμένα, σαν να έρχονταν στρατιώτες να του κατασχέσουν το σπίτι. Δυο όπλα είχε και τα αξιοποίησε στο έπακρο.

Οι βρικόλακες όφειλαν τον παραδεχτούν σαν αντίπαλο. Και να αναρωτηθούν ξανά πόσοι Μιρόν υπήρχαν στο Μπραν –ή και στον κόσμο, γενικά. Γιατί, αν ήταν πολλοί, τότε το έργο τους, ο σκοπός της Κόμισσας, θα τους ζόριζε υπέρ το δέον.

Πέρασαν πάνω από είκοσι λεπτά. Το χιόνι κοντά στην άμαξα είχε καλυφτεί με αίμα βρικολάκων. Αλλά εκείνοι είχαν το πάνω χέρι και αυτό άρχισε να φαίνεται ιδιαίτερα όταν ο Μιρόν εξαντλήθηκε από το κρύο που φόρτωνε το σώμα του με κάθε του κίνηση. Ο ιδρώτας σχημάτιζε κρούστες παγωμένου νερού και τα μέλη του βάραιναν, ενώ το κεφάλι του, από ένα σημείο και μετά, πονούσε σαν σάπιο δόντι. Ζαλιζόταν, η νύχτα στροβιλιζόταν σαν ρόδα.

Τα πόδια του λύγισαν.

Τα όπλα έπεσαν από τα χέρια του.

Το σκοτάδι έγινε πιο πυκνό, όταν οι τρεις βρικόλακες έσκυψαν από πάνω του. Τον καθήλωσαν στο έδαφος και ένας-ένας γεύτηκαν το αίμα του.

Οι ύαινες είχαν νικήσει.

Ο Μιρόν έπαψε να υπάρχει λίγο αργότερα. Τη θέση του πήρε ένα νεκροζώντανο θηρίο. Το ίδιο συνέβη και στους γονείς του.

Κι έτσι την επόμενη φορά που συνάντησαν κατοίκους του Μπραν, πρώην συγχωριανούς τους, τους χαιρέτισαν με γρυλίσματα πείνας.

 

Όταν επέστρεψαν οι βρικόλακες στο κάστρο, βρήκαν την Μαγκνταλένα και τη Ροζάλια να κάθονται κοντά στην Ρεβέκκα.

«Απ’ ό,τι βλέπω» είπε η τελευταία «δεν τα πήγατε και άσχημα, όσο ήμουν με την Κόμισσα».

«Όχι» είπε ο Νικολάι. «Αν και πρέπει να μιλήσουμε για κάτι που διαπιστώσαμε σήμερα». Έδειξε το ασθενικό πλάσμα που ήταν κάποτε ο Μιρόν. «Αυτός αντιστάθηκε. Κόντεψε να ξαποστείλει εμένα, ενώ τραυμάτισε την Έλενα και τον Αρσένιε».

«Ευτυχώς που δεν σας σκότωσε, δηλαδή;»

Ο Νικολάι δεν απάντησε σε αυτό. Αντίθετα, ρώτησε «Τι ήθελε η Κόμισσα αυτή τη φορά;»

Η Ρεβέκκα σηκώθηκε από την καρέκλα της. Η Μαγκνταλένα και η Ροζάλια έκαναν το ίδιο. «Το Μπραν θα πεθάνει. Ή θα επιλέξει να αναδειχθεί με το να γίνει μέρος του είδους μας. Η Κόμισσα θέλει να τελειώνουμε με την ιστορία αυτού του χωριού».

 

Συνεχίζεται…

7 responses to “Η Εντολή της Κόμισσας – Πρώτο Μέρος – 4.III”

  1. Μάλλον κάτι έχω χάσει. Από το 4.1 πάει στο 4.3?

  2. Μήπως το 4.2 είναι κομμένο; Εμφανίζεται μόνο ένα πολύ μικρό κομμάτι κ διαβάζοντας το 4.3 νομίζω ότι κάτι λείπει

    • Έχετε απόλυτο δίκιο και σας ευχαριστούμε για την επισήμανση. Θα το διορθώσουμε άμεσα!

      • Ευχαριστώ πολύ για την άμεση απάντηση, θα ήταν κόπος να γίνει έλεγχος και στα υπόλοιπα κεφάλαια; Έχω προχωρήσει στα επόμενα και νομίζω ότι έχω χάσει σημαντικά κομμάτια της ιστορίας. Ευχαριστώ προκαταβολικά!

    • Έχουμε κάνει έλεγχο σε όλα τα κεφάλαια, διορθώθηκαν κάποια τεχνικά ζητήματα που υπήρχαν και τώρα νομίζουμε ότι όλα είναι εντάξει! Καλή ανάγνωση!

  3. Τέλεια! Ευχαριστώ πολύ! Το είχα ξεκινήσει όταν πρωτοανέβηκε κ περίμενα να ολοκληρωθεί η ιστορία αλλά τώρα το ξαναεπιασα από την αρχή! Αν το δει ο κ. Κομνηνός , συγχαρητήρια είναι πολύ ωραίο!

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading