Πήρε τον χωματόδρομο προς τον λόφο του Προφήτη- Ηλία, που στριφογύριζε φιδωτός, έχοντας την θάλασσα στα δεξιά της. Το πελαγίσιο αέρι ψύχραινε την πλάση που λαγοκοιμόταν ακόμα κι έφερνε στα ρουθούνια της μια αψιά αλμύρα. Η επιφάνεια της θάλασσας αναριγούσε απαλά στο χάδι του και σχημάτιζε απαλά κυματάκια. Στα αριστερά της, αμέτρητοι σκίνοι με κόκκινους, μικροσκοπικούς καρπούς κι αλμυρίκια απλωνόταν έτοιμα να υποδεχτούν τον ήλιο και να στήσουν το καθημερινό τους γλέντι, σπονδή στην καινούργια μέρα που αξιώθηκαν. Μόλις είχε στρίψει στην πρώτη βάλα, στον στενό ορμίσκο που τον στόλιζαν ψηλά πεύκα, τα πρώτα βιαστικά κοκόρια διαλαλούσαν την αυγή που ρόδιζε μόλις στον ορίζοντα. Ήχοι γνώριμοι, μυρωδιές οικείες, του νησιού της, του μικρού της παράδεισου πάνω στη γη, έσταξαν μέλι στην ψυχή της κι ένιωσε μια σταγόνα ευτυχίας!
Πάνω στην στροφή, φύσηξε ξαφνικά ένας δυνατός αγέρας κι άρπαξε το μαντήλι της, ελευθερώνοντας την πανέμορφη της κόκκινη κόμη που έβαψε την φύση με μια πινελιά πορφύρας, παρόμοια μ’ αυτή που θα χρωμάτιζε ο παντοδύναμος ήλιος τον ουρανό σε λίγο. Έσκυψε να το πιάσει και για μια στιγμή – πόση δύναμη να έχει μια στιγμή; – απλώθηκε μια παράξενη σιωπή, μια αλλόκοτη ησυχία, σαν αυτές που προαναγγέλλουν το ανεπανάληπτο. Ο αέρας έκοψε, το μουρμούρισμα της φύσης έπαψε, η σβούρα της μοίρας έπιασε να περιστρέφεται ανεξέλεγκτα.
Αφουγκράστηκε, ένας ήχος σαν τύμπανα πολέμου έφτανε σιγά σιγά στ’ αυτιά της, δυνάμωνε ολοένα και περισσότερο, αντιλάλησε στις πλαγιές κι όρμησε πάλι προς την μεριά της παραλίας.
Την μάτια της μαγνήτισε ένα θέαμα ξεχωριστό, που έκανε την καρδιά της να χτυπάει γρηγορότερα και σ’ έναν ρυθμό τελείως άγνωστο και πρωτόγνωρο για κείνη. Ένα ασύλληπτης ομορφιάς μαύρο, άλογο, που κάλπαζε αγέρωχο κατά μήκος της αμμουδιάς, περήφανο με την ταχύτητα του ανέμου. Οι οπλές του χτυπούσαν μανιασμένα και σκόρπιζαν τα άσπρα βότσαλα της παραλίας ολόγυρα, ραντίζοντας με αφρούς την χρυσαφένια άμμο.
Γυάλιζε, γυάλιζε σαν πολύτιμο πετράδι, το φτερωτό άλογο στο πρώτο φως της μέρας και η πλούσια χαίτη του ανέμιζε αυτάρεσκα, στεφανώνοντας αρμονικά την τεντωμένη σαν τόξο, μακριά καμπύλη του λαιμού του. Οι μύες διαγραφόταν στο λυγερό σώμα, στα δυνατά πόδια, στα στιβαρά του καπούλια, καθώς φαινόταν να ορθώνεται πάνω από τη γη! Τι άγρια ομορφιά ήταν αυτή! Ένα καμτσίκι κροτάλισε στον αέρα κι εκείνο σηκώθηκε όρθιο στα πισινά του πόδια, χλιμιντρίζοντας προκλητικά, με τα ρουθούνια του να πετούν φλόγες και το πλατύ του στήθος να ανεβοκατεβαίνει ρυθμικά.
Ο ήλιος αναδύθηκε πίσω από τα βουνά κι έτσι όπως ήταν μαγεμένη, βουτηγμένη μέσα στην ενατένισή της, έκλεισε σφιχτά τα πυκνά της ματόκλαδα να προστατέψει τα μάτια της από το θάμπος. Όταν τα άνοιξε ξανά, τον είδε!
Ήταν τόσο ενιαίο σύνολο, ο αναβάτης με το πανέμορφο άλογο, που δεν τον είχε διακρίνει αμέσως. Δικό του ήταν το άλογο, ήταν βέβαιη, γιατί οι κινήσεις τους ήταν τόσο εναρμονισμένες, τέτοιο είχαν συγχρονισμό, σαν χορευτικές φιγούρες που είχαν προβάρει οι δυο τους πάλι και πάλι. Του άνηκε το άλογο, όπως έμοιαζε να του ανήκει κι η παραλία κι ό,τι ήταν γύρω του! Ξεπέζεψε με καταπληκτική επιδεξιότητα κι άφησε το ζώο να κινείται ελεύθερο να χαρεί τη φύση και στράφηκε προς την θάλασσα με παιχνιδιάρικη διάθεση.
Βούτηξε στα ρηχά, έπαιζε μαζί της, την χτυπούσε με το καμτσίκι του, την τυραννούσε γλυκά, την καλούσε, όπως κι εκείνη τον καλούσε ηδονικά με τα κυματάκια της, τους χαριτωμένους αφρούς της, το σαγηνευτικό της λίκνισμα, όμοιο με γυναίκας που λαχταράει να δοθεί! Εκείνος, φαινόταν πως ποθούσε τα χάδια της, αλλά παράτεινε την λαχτάρα του να βυθιστεί στην κρυστάλλινη της αγκαλιά για να την γιγαντώσει ακόμα πιο πολύ. Έβγαλε το άσπρο του πουκάμισο που είχε ολότελα βραχεί και κολλούσε στο στήθος του και το πέταξε ένα κουβάρι στην αμμουδιά. Γελούσε δυνατά, ξέγνοιαστα, φιλάρεσκα ακτινοβολούσε νιάτα, δύναμη και σιγουριά. Λεπτός αλλά μυώδης, με κορμί καλοφτιαγμένο γεμάτο νεύρο, άντρας γεννημένος για να αγαπηθεί παράφορα και παθιασμένα. Με μια κραυγή, βούτηξε λαίμαργα στον θαλασσινό, δροσερό κόρφο και λίγο αργότερα πετάχτηκε πάλι έξω κι η Άννα μπόρεσε να θαυμάσει το όμορφο κεφάλι και το αρρενωπό του πρόσωπο με τα αδρά χαρακτηριστικά, καθώς τα βρεγμένα του μαλλιά τραβηγμένα πίσω το αποκάλυπταν σε όλο του το μεγαλείο.
Ντρεπόταν, ντρεπόταν βαθιά η κοπέλα που παρακολουθώντας τον, έκλεβε αυτές τις «κρυφές» στιγμές του ξένου, αλλά η καρδιά της σφυροκοπούσε τόσο στο στήθος της από την ταραχή, που δεν είχε δύναμη να αντισταθεί και να συνεχίσει τον δρόμο της. Κάτι αόρατο σαν χάδι έκανε τα πόδια της να λυγίζουν. Προσπάθησε να συνέλθει, μα ήξερε πως η σπίθα είχε ανάψει μέσα της.
Καθώς απομακρυνόταν από το αλμυρίκι που της είχε χρησιμέψει για κρυψώνα, μια σκιά σκοτείνιασε το βλέμμα της. Δεν έπρεπε να τον ξαναδεί αυτόν τον ξένο που κλόνιζε και την πιο άγρια ηθική. Έκανε μερικά δειλά βήματα κι ύστερα τάχυνε το βήμα της για το ξωκλήσι, γιατί ο ήλιος είχε αναδυθεί λαμπρός και λάβρος!
«Στο καλό, δεν θα ξανανταμώσουν οι δρόμοι μας…».
Μα από εκείνη τη στιγμή, η Άννα δεν ήταν πια η ίδια. Είχε μεταμορφωθεί, σαστισμένη από το μυστήριο του έρωτα. Σαν να άνοιξε μια πόρτα και μπήκε στη ζωή της φως και χαρά. Είχε μεθύσει από εκείνον τον άγνωστο, μάζευε λουλούδια που δεν θα του έδινε ποτέ, σκάρωνε στιχάκια που ποτέ δεν θα μάθαινε πως γράφτηκαν για ‘κείνον, γέμισε ο κόσμος της από την σκέψη του, έκλεινε τα μάτια και ζούσε στιγμές ευτυχίας. Από το τίποτα, έφτιαχνε όνειρα πως τον συναντούσε και προετοίμαζε τη σκηνή μέσα στη φαντασία της, προσπαθώντας να συνθέσει με ό,τι της απέμεινε στη θύμηση, το πρόσωπό και το κορμί του. Τάχα πως τα βλέμματά τους συναντιόνταν και μέσα στα μάτια του έβλεπε πως έβρισκε ανταπόκριση. Ύστερα πάλι, θύμωνε που δεν μπορούσε να κουμαντάρει τους λογισμούς της. Να λαχταρά, να τρέμει έτσι για έναν άγνωστο ξένο! Μα το ποτάμι δεν γύριζε πίσω…
Ανησυχούσε ο παππούς, που κάτι ψυχανεμιζόταν κι όλο ρωτούσε:
– Μήπως σε πείραξε κανείς Αννιώ μου;
Μα απάντηση δεν έπαιρνε, μόνο ένα κρατημένο, πικρό χαμόγελο.
Την άλλη μέρα, τα τζιτζίκια χαλούσαν τον κόσμο από το πρωί. Θα έκανε δυνατή κάψα. Το Αννιώ, δεν άντεχε μέσα στην κάμαρη, ήθελε να ακούσει το κυματάκι να σκάει στην αμμουδιά, να βουτήξει τα πόδια της στο δροσερό νερό, να αγναντέψει το πέλαγος, να ακούσει το γλυκό και λυπητερό τραγούδι της θάλασσας που πάντα την ηρεμούσε. Κίνησε για το λιμανάκι δίπλα στο καρνάγιο.
Της Άννας της άρεσε να πηγαίνει στο καρνάγιο του νησιού. Την έπαιρνε ο παππούς από το χεράκι και την πήγαινε περίπατο εκεί. Μετά σταματούσαν στο καφενείο, μια ετοιμόρροπη παράγκα που κάθε φορά που φύσαγε νόμιζες ότι θα πετάξει και την κερνούσε μια βανίλια υποβρύχιο. Καμάρωνε ο παππούς για την εγγονή του, θυμόταν και τα νιάτα του στο χωριό του στην Μικρασία που ήταν τεχνίτης έμπειρος και μερακλής κι όλοι είχαν να το λένε, οπότε για το Αννιώ ήταν μια μέρα γιορτινή. Εκτός από τις στιγμές που ο παππούς έπιανε τα κλάματα και έτρεχαν τα δάκρυα βρύση κι έπιανε τα τραγούδια τα ανατολίτικα, τα γεμάτα παράπονο και καημό.
Κι έτσι της μπήκε το μικρόβιο να περνάει από το καρνάγιο, το χωμένο σε ένα μικρό λιμανάκι. Χάζευε στα κρυφά τις βάρκες, τα καΐκια, τις μαούνες, άλλα μέσα στην θάλασσα κι άλλα τραβηγμένα στην στεριά να τα επισκευάσουν, χάζευε τους μαστόρους, τους τεχνίτες και τους θαλασσινούς, με τα μπατζάκια τους σηκωμένα μέχρι τις γάμπες να ρίχνονται με τα μούτρα στις δουλειές, να ξύνουν τις καρίνες, να καλαφατίζουν και να βάφουν, να πλέκουν τα σκοινιά ή να ράβουν τα πανιά, μύριζε στην ατμόσφαιρα πετρέλαιο, μηχανόλαδο κι αλμυρίκια και χανόταν σε αυτόν τον εντυπωσιακό σωρό από παρατημένα εξαρτήματα, εργαλεία κι απομεινάρια από πλεούμενα που πέρασε ο καιρός τους κι είχαν πια καταστραφεί.
Ο Αλέξανδρος πάλι, είχε χάσει την ελπίδα πως θα έβρισκε την κοπέλα με τα κόκκινα μαλλιά και το λυγερό, γεμάτο χάρη κορμί. Αποτραβήχτηκε από την κοινωνική ζωή του νησιού, η οποία τον άφηνε αδιάφορο έτσι κι αλλιώς και δεν ακολουθούσε πια τον πατέρα του ούτε στο καφενείο, ούτε στις βραδινές βεγγέρες. Δραπέτευε λοιπόν συνέχεια πηγαίνοντας στην θάλασσα, βουτούσε και παραδινόταν στο έλεός της. Καθόταν στην άμμο, στο λιμανάκι πιο πέρα από το καρνάγιο, με μισόκλειστα μάτια και χάζευε τις πορτοκαλιές και πράσινες ανταύγειες που σχημάτιζε ο ήλιος μέσα από τα ματόκλαδά του. Και ξαφνικά, πέρα από κάθε ελπίδα ή προσδοκία, την είδε!
Στην αρχή, δεν πίστευε στα μάτια του. Σκέφτηκε πως ήταν οφθαλμαπάτη, αποκύημα της φαντασίας του, πως τον ζάλισε ο ήλιος. Κι όμως, η κοπέλα στεκόταν εκεί, λίγο παραπέρα κι έπαιζε με τα κύματα, που έσβηναν τις πατημασιές που άφηνε στην ακρογιαλιά. Ο Αλέξανδρος την κοίταζε σαν υπνωτισμένος, σηκώθηκε, αλλά δίσταζε να πλησιάσει. Λες και τα πόδια του δεν τον υπάκουαν. Ξαφνικά εκείνη γύρισε το πρόσωπό της προς το μέρος του. Τα μαλλιά της άφθονα και κυματιστά, τα ματόκλαδά της πυκνά και γυριστά, τα μάτια της γεμάτα φως και τα χείλη της έτοιμο μέλι, να το δαγκώσεις από την κηρήθρα.
Ο χρόνος σταμάτησε, έγινε σιωπή, σιωπή γεμάτη από τους δύο τους κι ο Αλέξανδρος μαγεμένος, συνειδητοποίησε πως αυτή η γυναίκα ήταν το θαύμα της ζωής του.
Ασπασία Κουρέπη
Συνεχίζεται…

3 responses to “Το φιλί του αγγέλου – 2”
Αναμένουμε τη συνέχεια!!!!!
Δυο μήνες σχεδόν και περιμένω τη συνέχεια πότε άραγε;
[…] Προηγούμενο […]