Ο κουρέας

Ο υπαστυνόμος Βασιλείου πάρκαρε έξω από το κουρείο. Έσβησε το αμάξι του και τα φώτα. Ήταν Σάββατο απόγευμα, μέσα Μαρτίου, ο καιρός ήταν δυσοίωνα ζεστός και η υγρασία ανυπόφορη ώρες-ώρες. Το φαινόμενο του θερμοκηπίου έκανε τη δουλειά του.

Η ταμπέλα του κουρείου, απαρχαιωμένη, με τα γράμματα ίσα που φαίνονταν. Βρισκόταν σε μια από τις απόμερες γειτονιές της πόλης, εκεί όπου έμεναν κυρίως χωριάτες που υπερηφανεύονταν για το χωριό τους, αλλά παραδόξως έφυγαν πολύ νωρίς από αυτό. Κάθε τόσο πήγαιναν στον τόπο καταγωγής τους και κυνηγούσαν παράνομα.

Ο Βασιλείου κοίταξε στο εσωτερικό του. Τρεις ηλικιωμένοι κάθονταν στις καρέκλες για τους πελάτες. Ένας εξ αυτών και ο κουρέας, ο Πανούκας, εξήντα πέντε ετών. Είχε ήδη χάσει τα περισσότερα μαλλιά του και ήταν λεπτοκαμωμένος.

Αυτό το κουρείο ήταν ο τελευταίος συνδετικός κρίκος ανάμεσα στους πέντε αυτόχειρες μεσήλικες άντρες. Σύμφωνα με τους οικείους τους, εδώ έρχονταν για να κουρευτούν και να χασομερήσουν.

Η αστυνομία γενικά δεν αναλάμβανε υποθέσεις αυτοκτονίας, από τη στιγμή που αποδεικνυόταν ότι επρόκειτο για αυτοκτονία, αλλά η παρούσα διέφερε. Οι πέντε άντρες είχαν πεθάνει σε διάστημα τριών χρόνων. Όλοι με την καραμπίνα που είχαν. Έγιναν έρευνες, αλλά δεν βρέθηκε κάτι. Οι οικογένειες των αντρών είχαν πει πως πριν αυτοκτονήσουν διαμαρτύρονταν για φρικτούς πόνους στο κεφάλι. Φυσικά πήγαν σε γιατρό, αλλά δεν βρέθηκε κάποιο πρόβλημα. Μόνο στον ένα -καρκίνος, τι άλλο;-, αλλά αυτό παρουσιάστηκε τόσο ξαφνικά, που κανείς δεν το πίστευε. Οι γιατροί που τον εξέτασαν, δεν μπορούσαν να καταλάβουν πώς προέκυψε. Εν τέλει και αυτός ο άντρας έβαλε την κάννη της καραμπίνας στο στόμα του και τίναξε τα μυαλά του στον αέρα.

Ήταν γνωστοί, αλλά όχι φίλοι. Όλοι κοντά στα εξήντα. Από ορεινά χωριά, αλλά έμεναν σ’ αυτή την ευρύτερη περιοχή της πόλης. Είχαν καραμπίνες και κυνηγούσαν. Διέθεταν ζωντανά στο χωριό. Είχαν καλούς γάμους, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα.
Αυτά ήταν τα κοινά τους, τα οποία εξετάστηκαν και επιβεβαιώθηκαν.

Και τώρα ο Βασιλείου είχε έρθει στο μέρος που είχαν γνωριστεί και όπου κουρεύονταν και συζητούσαν κάθε τόσο. Πιθανότατα δεν θα έβγαινε κάτι, γι’ αυτό ήρθε σαββατιάτικα, χωρίς να είναι σε υπηρεσία, αλλά έπρεπε να το σβήσει από τη λίστα. Για τα πρακτικά, που λένε.

Έλεγξε το δρόμο και βγήκε. Ξεκούμπωσε το πρώτο κουμπί από το πουκάμισο. Κλείδωσε και προχώρησε προς το κουρείο.
Άνοιξε την πόρτα και εισήλθε. «Χαίρετε», είπε. Έκανε περισσότερη ζέστη μέσα.

Οι δύο τον χαιρέτησαν σιγανά. Ο ένας πρέπει να κόντευε τα ενενήντα, φορούσε καπέλο στο κεφάλι, βαρύ φθαρμένο μπουφάν και κρατούσε τη μαγκούρα του. Τα χέρια του έτρεμαν λίγο. Ο άλλος ήταν πιο μικρός και πιο γεμάτος, με μαγκούρα κι αυτός.

Ο Πανούκας ήταν ο νεώτερος από την παρέα. Σηκώθηκε. «Γεια σας», είπε και χαμογέλασε. «Ορίστε». Έφτιαξε την καρέκλα για να καθίσει ο υπαστυνόμος.
«Ω, όχι, δεν θέλω κούρεμα. Θα ήθελα να μιλήσουμε», είπε ο Βασιλείου. Έδειξε την ταυτότητά του.

Οι δυο πελάτες δεν αντέδρασαν.
Ο Πανούκας είπε: «Α, θα ήρθατε για τον Βασίλη».
«Ναι. Κι όχι μόνο γι’ αυτόν. Έχουν πεθάνει κι άλλοι τέσσερις σαν τον κύριο Πανίτσα».
«Ναι, ναι, ξέρω», ένευσε ο κουρέας. «Έρχονταν εδώ κάθε εβδομάδα. Και χωρίς να ήθελαν κούρεμα ή οτιδήποτε άλλο. Απλά να μιλήσουμε».
«Είχατε παρατηρήσει κάτι περίεργο, κύριε Πανούκα; Κάτι που τους είχε αναστατώσει, ας πούμε; Μήπως είχαν πει κάτι;»

Ο Πανούκας έξυσε το κεφάλι του και σούφρωσε τα χείλη. «Εμ…» ανοιγόκλεισε τα μάτια πολλές φορές. Ο Βασιλείου είδε τους άλλους δύο να κοιτάνε φευγαλέα -φοβισμένα;- τον κουρέα. Ο ένας από αυτούς, ο πιο παχύς, έξυσε τα χέρια του, ο άλλος καθάρισε το λαιμό του.
Ο Βασιλείου το σημείωσε νοερά.

«Όχι», είπε ο Πανούκας. «Τίποτα. Θέλω να πω, εντάξει, ανησυχούσαν για τα ρεμάλια που μας κυβερνάνε και καταστρέφουν τη χώρα μας… Και για τα οικονομικά τους και για τα παιδιά και τα εγγόνια τους… Αλλά τίποτα το… πώς να το πω… το πάρα πολύ σοβαρό».
«Πόσο καλά τους ξέρατε;»
«Ε, πόσο καλά…» Ο Πανούκας ξεφύσησε και κοίταξε κάπου αλλού για μερικά δευτερόλεπτα. «Εδώ, τα λέγαμε. Και για τα χωριά μας, για τα ζώα μας. Για τις γυναίκες μας που σπαταλάνε τα λεφτουδάκια μας».
Ο Βασιλείου ένευσε. «Το ξέρατε ότι είχαν πονοκεφάλους; Δυνατούς πονοκεφάλους; Λίγο πριν αυτοκτονήσουν;»
Ο Πανούκας έσμιξε τα φρύδια. Έξυσε τα χέρια του και μετά ίσιωσε τη μαύρη δερμάτινη καρέκλα.
Εδώ είμαστε. Είχε καταλήξει εξ αρχής ότι κάτι παιζόταν στην υπόθεση, ποιος δεν θα το σκεφτόταν, αλλά καθώς περνούσε ο καιρός και δεν έβρισκαν κάτι, είχε αρχίσει να αποθαρρύνεται. Όμως, να που κάτι είχε εμφανιστεί -μάλλον.

«Κάτι… κάτι είχαν αναφέρει», είπε ο κουρέας. «Αλλά μετά τα σαράντα…» Χαμογέλασε. «Ε, αρχίζουν τα προβλήματα. Εκείνοι μάλιστα ήταν και πιο μεγάλοι, οπότε…»
«Περισσότερα προβλήματα».
«Ε, ναι».
Οι άλλοι δύο παρέμεναν αμίλητοι. Αλλά νευρικοί.
Ο Βασιλείου αποφάσισε να δοκιμάσει και μ’ αυτούς. «Εσείς γνωρίζατε αυτούς τους ανθρώπους;»
«Λίγο, παλικάρι μου», είπε ο μεγαλύτερος.
«Λίγο. Από δω, δηλαδή. Ερχόμαστε καιρό εδώ», είπε ο άλλος.
Ο Πανούκας πρόσθεσε: «Όπως βλέπετε, απλοί γνωστοί είμαστε. Ήμασταν».
Ο Βασιλείου ένευσε ξανά. Το σκέφτηκε λίγο. «Τελικά, θα κάνω εκείνο το κούρεμα», είπε και πλησίασε.
Ο Πανούκας αντάλλαξε ένα γρήγορο βλέμμα με τους άλλους, αλλά είπε: «Ω, ευχαρίστως».

Ο υπαστυνόμος κάθισε στην καρέκλα και ο Πανούκας ξεκίνησε να τον κουρεύει. «Από πού είστε, αστυνόμε;»
«Ντόπιος. Και είμαι υπαστυνόμος».
«Ω, συγνώμη», γέλασε ο Πανούκας.
«Δε με πειράζει. Αλλά θα πείραζε τον προϊστάμενό μου».
«Ναι, ποτέ μου δεν χώνεψα τους ανωτέρους», συμφώνησε ο Πανούκας. «Στο στρατό ήταν πολύ εκνευριστικοί. Εκείνες τις εποχές, γιατί τώρα είναι σαν να πας κατασκήνωση».
«Μπα, και τώρα έχουν προβλήματα».

Πέρασαν ένα δυο λεπτά χωρίς να πει κανείς κάτι. Μέσα στο κουρείο το μόνο που ακουγόταν ήταν το χρατς-χρατς του ψαλιδιού που έκοβε τα μαλλιά του υπαστυνόμου.
«Πάτε για κυνήγι;» ρώτησε ο Βασιλείου κάποια στιγμή.
«Όχι πια. Πάω στο χωριό, ταΐζω τα ζωντανά μου. Μέχρι εκεί».

Ο Βασιλείου ένευσε. Κοίταξε τον Πανούκα μέσω του καθρέπτη απέναντί του. «Ξέρετε, οι πέντε αυτόχειρες είχαν αρκετά κοινά. Από χωριό όλοι, κυνηγούσαν. Απορώ που δεν είχαν πιο πολλές επαφές μεταξύ τους. Ή με εσάς».

Ο Πανούκας έκανε μια γκριμάτσα. «Ε, δεν γίνεται να είμαστε όλοι φίλοι. Δηλαδή, τι εννοώ…»
«Έχετε δίκιο. Και στην αστυνομία έτσι γίνεται».
«Ναι, ναι, έτσι πάει».

Μέχρι να τελειώσει το κούρεμα, δεν ειπώθηκε τίποτα άλλο.
Ο Βασιλείου, όταν σηκώθηκε από την καρέκλα πλήρωσε τον κουρέα. Χαιρέτισε και τους άλλους δύο και βγήκε.
Όταν το αμάξι του μπάτσου απομακρύνθηκε, οι δυο ηλικιωμένοι κοίταξαν τον Πανούκα. Ήξεραν τι ερχόταν. Ήταν κοινό μυστικό –για το καλό τους.
Εκείνος πάτησε τα κουρεμένα μαλλιά του υπαστυνόμου.

Ο Βασιλείου ένιωσε έναν οξύ πόνο στο κεφάλι και έχασε για μια στιγμή τον έλεγχο του αυτοκινήτου. Παραλίγο να τρακάρει με το μπροστινό αμάξι, αλλά το απέφυγε. Ο πόνος δεν σταμάτησε, οπότε πάρκαρε στην άκρη. «Γαμώτο», ψέλλισε. Έπιασε το κεφάλι του και έσφιξε τα δόντια του. Τι πονοκέφαλος ήταν αυτός;

Έψαξε στο ντουλαπάκι. Βρήκε το κουτί πρώτων βοηθειών και έβγαλε τα ντεπόν. Πήρε δύο και περίμενε. Μία ώρα, δύο. Τι στο καλό, γιατί δεν του περνούσε;

Ο Πανούκας συνέχιζε να πατάει τα μαλλιά του υπαστυνόμου. Πιο δυνατά.
«Α!» έκανε ο Βασιλείου.
Ο κουρέας έβαλε όλη του τη δύναμη.
Ο Βασιλείου γούρλωσε τα μάτια και ούρλιαξε. Τι πόνος, Θεέ μου. Δεν άντεχε, γαμώτο. Δεν… δεν…

Και ο Πανούκας συνέχιζε να πατάει τα μαλλιά.
Δεν γινόταν. Δεν… δεν το άντεχε.

Ο Πανούκας άρχισε να λαχανιάζει, ήταν μιας κάποιας ηλικίας, αλλά δεν έλεγε να σταματήσει. Στο πρόσωπό του έτρεχε ιδρώτας, όμως έμοιαζε λες και έκανε έρωτα σαν δεκαπεντάχρονος που πάει με κοπέλα για πρώτη φορά.

Με τρεμάμενα χέρια ο Βασιλείου έβγαλε το πιστόλι του. «Όχι», ψέλλισε. Έκλαψε. «Όχι, δεν το θέλω. Δεν το θέλω».

Ο Πανούκας τώρα χοροπηδούσε πάνω στο κουβάρι.
Ο Βασιλείου πάτησε τη σκανδάλη.

Όταν είδε τα μαλλιά του υπαστυνόμου να ματώνουν, ο Πανούκας ένευσε ικανοποιημένος. Έκατσε στην καρέκλα των πελατών, έριξε πίσω το κεφάλι και σκούπισε το πρόσωπό του. Η καρδιά του χτυπούσε επικίνδυνα γρήγορα, αλλά δεν ανησυχούσε. Ένα ακόμα πρόβλημα είχε λυθεί.

Οι άλλοι δύο μιλιά δεν έβγαλαν. Όλοι στη γειτονιά ήξεραν τι είχαν πάθει εκείνοι οι πέντε που τα έβαλαν με τον κουρέα.

Τάκης Κομνηνός

——————————————————————————————————
Σημειώσεις: Πριν από καιρό, έμαθα για μια παλιά «συνήθεια» (ή δεισιδαιμονία) που είχαν οι κουρείς, να μην πατάνε τα κομμένα μαλλιά των πελατών, γιατί αυτό θα ήταν «λάθος» ή «κακό» και πως, αν το έκαναν, θα πάθαινε κάτι δυσάρεστο ο πελάτης.
Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr.
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/category/anastkom/.
Και στον ακόλουθο συνδέσμου όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading