Προηγούμενο
Όλοι μαζεύτηκαν στη βάση και περίμεναν τον Λεωνίδα να έρθει με τον νικητή της νυχτερινής. Ο Πάρης, ήταν ο μόνος που καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα. Και όλο αυτό επειδή είχε χαθεί η Εβελίνα.
«Ρε Χαρά, πώς γίνεται να την έχασες; Μια δουλειά είχες! Μία! Έπρεπε να την προσέχεις! Έπρεπε να ήταν μαζί σου τώρα… Θα είναι μόνη της μέσα στο δάσος… Και θα φοβάται… Και δεν θα ξέρει τον δρόμο… Και…»
«Πάρη; Μπορείς να ηρεμήσεις; Θα τη βρούμε! Μην κάνεις έτσι! Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει!»
«Ναι, ok, αλλά είναι η Εβελίνα! Και είναι μόνη της… Δεν θα ξέρει πώς να έρθει εδώ και θα με περιμένει. Εμένα θα περιμένει να τη βρω, Χαρά! Εμένα… Εμένα! Διονύση, εσύ τι λες;»
«Δεν νομίζω να χρειάζεται τη βοήθειά μας! Ίσα –ίσα! Εμείς θα χρειαστούμε τη δικιά της! Δείτε!»
Όλα τα μάτια στράφηκαν προς τους δύο ανθρώπους που βγήκαν μέσα από το σκοτεινό δάσος. Ο Λεωνίδας χαμογελαστός συζητούσε με την Εβελίνα για το κουτί που είχε στα χέρια της. Η Εβελίνα έλαμπε ολόκληρη από περηφάνια και έψαχνε απεγνωσμένα να βρει τον Πάρη μέσα στο πλήθος.
«Συγχαρητήρια στην ομάδα του Πάρη για αυτή την εξαίρετη νεαρή! Ο χάρτης είναι δικός σας και το πλεονέκτημα χρόνου αναγράφεται σε χαρτί μέσα στο σεντούκι. Επιλέξτε συνετά την ομάδα που θα το δώσετε! Ένα χειροκρότημα για τη νικήτρια της νυχτερινής. Την Εβελίνα μας!».
Κραυγές. Χειροκροτήματα. Φωνές. Όλοι φώναζαν ρυθμικά το όνομα της Εβελίνας και εκείνη φούσκωνε σαν παγόνι. Ο Πάρης είχε μείνει στήλη άλατος, ενώ η Χαρά με τον Διονύση έτρεξαν να τη συγχαρούν.
«Είσαι απίστευτη τύπισσα, κορίτσι μου! Εγώ έτρεμα στην ιδέα ότι χάθηκες στο δάσος και εσύ έφερες το κουτί! Αδιανόητο! Μπράβο!»
«Εβελινάρα θεά! Μπράβο ρε θηρίο! Πώς τα κατάφερες;»
«Θα σας τα πω όλα όταν γυρίσουμε στη σκηνή. Πρώτα όμως…»
Έφυγε από την παρέα και πλησίασε τον, μαρμαρωμένο σε κοντινή της απόσταση, Πάρη, ο οποίος την κοιτούσε στα χαμένα.
«Αυτό είναι δικό σου! Όμως πριν στο δώσω, νομίζω ότι κάτι μου χρωστάς…»
«Ε-ε-ε-ε-Εβελίνα… Μπράβο! Ει-ει-είσαι καλά και αυτό με νοιάζει στην παρούσα φάση. Το-το κουτί… Μπράβο, μπράβο!»
«Πάρη δεν σου ζήτησα να με παντρευτείς! Απλά ζήτησα αυτό που μου χρωστάς… Μια συγγνώμη, ας πούμε! Για τον τρόπο που μου μιλάς από το πρωί, ας πούμε…»
«Ε-ε-ε-ε-Εβελίνα συγγνώμη! Έχεις δίκιο! Ήμουν απαράδεκτος!».
Εκείνη του χαμογέλασε και άφησε ήρεμα το κουτί στα χέρια του. Του χάιδεψε τον ώμο και απομακρύνθηκε. Τα παιδιά την περίμεναν…
*****
Η φωτιά έξω από τις σκηνές έκαιγε. Το κρύο ήταν τσουχτερό, μα η Εβελίνα δεν έκανε καμία κίνηση να μπει στην σκηνή να κοιμηθεί. Είχε γελάσει με την ψυχή της εκείνη τη νύχτα. Μετά από τη νίκη της, όλοι την πλησίασαν να τη συγχαρούν, αλλά και για να μάθουν τις λεπτομέρειες σχετικά με την νίκη της.
Έγιναν όλοι μια μεγάλη παρέα γύρω από τη φωτιά. Έψησαν, τραγούδησαν, γνωρίστηκαν καλύτερα. Ήταν όλοι μαζί εκτός από τον Πάρη. Τον Πάρη… Για κάποιο λόγο δεν μπορούσε να τον βγάλει από το μυαλό της… Για κάποιο λόγο την ενόχλησε που δεν ήρθε και αυτός να κάτσει μαζί της… Για κάποιο λόγο…
«Γιατί δεν κοιμάσαι;». Η φωνή του, στην απόλυτη ησυχία, της έκοψε το αίμα.
«Με τρόμαξες!»
«Με συγχωρείς! Δεν το ήθελα! Ήσουν σκεπτική και έψαχνα να βρω κάτι που δεν θα σε τρόμαζε, αλλά σκ@τα!»
«Έχω υπερένταση! Θα πάω όμως να ξαπλώσω… Δεν θέλω άλλους μπελάδες μαζί σου! Αρκετά ακούω από το πρωί!».
Σηκώθηκε από τον κορμό, μα το χέρι του της γράπωσε το καρπό.
«Κάτσε λίγο! Αμέσως να φύγεις…». Τον κοίταξε στα μάτια, ενώ το χέρι του συνέχιζε να έχει γραπωμένο το δικό της. Ο Πάρης συνέχισε να μιλάει. «Θέλω να μάθω!». Η Εβελίνα ήρεμα, χαλάρωσε το χέρι της και πήρε πάλι θέση πάνω στον κορμό. «Θέλω να μάθω πώς και γιατί!»
«Πάρη… Ξέρεις γιατί είμαι εδώ;». Τον αφόπλισε ο τόνος της φωνής της. Το όνομά του από τα χείλη της μ’ αυτόν τον τόνο στη φωνή. Δεν της απάντησε…
Την κοίταξε στα μάτια την ώρα που η φωτιά αντανακλούσε μέσα τους…
«Είμαι εδώ γιατί χρειάζομαι λίγη πίστη στον εαυτό μου. Έχω περάσει πολύ δύσκολα τον τελευταίο καιρό και ήταν ο μόνος τρόπος να ξεφύγω. Να κάνω κάτι που είναι έξω από μένα και να το κάνω καλά! Και το έκανα… Κέρδισα! Και εσύ από το πρωί, το μόνο που κάνεις είναι να με μειώνεις. Να μειώνεις έναν διαλυμένο άνθρωπο. Δεν σου ζητάω να γίνεις καλός μαζί μου. Δεν ξέρω αν μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο. Σου ζητάω απλώς να με αφήσεις να το ζήσω όλο αυτό! Αν σε ενοχλώ, δεν θα σου ξαναμιλήσω. Έτσι κι αλλιώς μετά την τελική διαδρομή, δεν θα σε ξαναδώ. Κάνε λίγη υπομονή… Απλά μέχρι να τελειώσει, γίνε λίγο ανθρώπινος. Το έχω ανάγκη!».
Ο Πάρης δεν μιλούσε. Απλώς την κοιτούσε… Απλώς χανόταν στα μάτια της που λαμποκοπούσαν από τις φλόγες κι ας μην ήθελε να το παραδεχτεί. Ήθελε να την πάρει αγκαλιά και να της ζητήσει συγγνώμη. Ήθελε να την προστατεύσει. Να προσπαθήσει να κολλήσει τα κομμάτια της. Μα δεν το έκανε…
«Εβελίνα… εγώ…»
«Όχι όχι! Δεν χρειάζεται να πεις κάτι! Είπα και εγώ πολλά… Δεν έπρεπε! Συγγνώμη!»
«Είμαι πολύ περήφανος για σένα, Εβελίνα! Να το ξέρεις! Μου έκλεισες το στόμα με τον καλύτερο τρόπο. Και αντί να καυχιέσαι στη μούρη μου γι’ αυτό, μου ανοίγεις την καρδιά σου. Με κέρδισες…»
«Σε;». Τον ρώτησε η Εβελίνα κοιτάζοντάς τον με τα βουρκωμένα μάτια της.
«Δεν έχει σημασία! Σημασία έχει ότι χάρη σε εσένα, θα κερδίσουμε και το πρωί! Σε ευχαριστώ!».
Της έπιασε το χέρι και το φίλησε απαλά. Ένα ρίγος διαπέρασε τα κορμιά και των δύο, μα το άφησαν να φύγει. Έμειναν για λίγο με πιασμένα τα χέρια χαζεύοντας τη φωτιά.
«Δεν ξέρω πώς τα κατάφερα, Πάρη! Αυτή είναι η αλήθεια. Όταν σταμάτησε να δουλεύει ο ασύρματός μου, τα έχασα! Φοβήθηκα! Φώναζα τα ονόματά σας συνέχεια. Δεν κατάλαβα ποτέ πώς έχασα την Χαρά από τα μάτια μου! Δεν το έβαλα όμως κάτω… Συνέχισα! Βρήκα τις κρυψώνες, ακολούθησα επ’ ακριβώς τις εντολές και έφτασα στο οροπέδιο. Καθ’ όλη τη διάρκεια μιλούσα στον ασύρματο. Περίμενα να σε ακούσω, αλλά δεν…»
«Εμένα;», ρώτησε παραξενεμένος ο Πάρης.
«Ναι!», τον κοίταξε στα μάτια και του χαμογέλασε, «εσένα! εσύ είσαι ο οδηγός μου! Ώρα για ύπνο! Έχουμε δρόμο αύριο!».
Σηκώθηκαν από τους κορμούς, χαμογέλασαν και μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου βρέθηκαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Το πηγούνι του Πάρη ακουμπούσε στο κεφάλι της Εβελίνας. Τα μαλλιά της μύριζαν γιασεμί. Πήρε μια ανάσα και τα είπε μονοκοπανιά… «Ανησύχησα Εβελίνα! Ανησύχησα! Νόμιζα ότι χάθηκες μέσα στο δάσος και δεν ήξερα πώς να σε βοηθήσω. Μέχρι να βγεις από εκεί με τον Λεωνίδα, μου είχαν κοπεί τα πόδια. Συγγνώμη! Συγγνώμη! Αλήθεια!».
Τον έσφιξε λίγο παραπάνω από όσο έπρεπε στην αγκαλιά της και για μια στιγμή ένιωσε ασφαλής. Για μια στιγμή ένιωσε έναν νοητό μαγνήτη να τους ενώνει. Ψυχικά και σωματικά. Για μια στιγμή ένιωσε ότι ανήκει εκεί. Σε αυτή την αγκαλιά. Σ’ αυτόν τον άνθρωπο…
Μετά από λίγη ώρα χωρίστηκαν, γέλασαν αμήχανα και χάθηκαν στις σκηνές τους μέχρι το πρωί. Κανένας από τους δύο όμως δεν μπορούσε να κοιμηθεί…
Συνεχίζεται…
Κατερίνα Μοχράνη

One response to “Το κυνήγι θησαυρού – Η μέση”
[…] Προηγούμενο […]