Το ψωμί (Β’ ΜΕΡΟΣ)

Προηγούμενο

Η Νάντια σήκωσε τα μεγάλα μαύρα της μάτια, κοίταξε τον γκρίζο ουρανό και στάθηκε στην μέση του λόφου ανάμεσα στα δέντρα με τα χέρια ανοιχτά σαν να προσεύχεται. Τι κι αν έβρεχε, ένιωθε το νερό να πέφτει πάνω της σαν να της καθάριζε το σώμα από τις βρωμιές που είχαν συσσωρευτεί στο κορμί και στην ψυχή τόσα χρόνια. Μπροστά της ο Σαρωνικός, στα δεξιά ο Πειραιάς, απέναντι η Σαλαμίνα και πιο μακριά οι Άγιοι Θεόδωροι. Η ζωή της άλλαξε μέσα σε ένα πρωινό, όταν έλαβε ένα τηλεφώνημα από έναν δικηγόρο. Έτσι βίωνε τις αλλαγές από μικρή, όταν βρέθηκε από μωρό στο ίδρυμα, στα πέντε της στο νέο της σπίτι, στα δεκαπέντε ορφανή από μητέρα, στα δεκαεπτά όταν την οδήγησε ο θετός της πατέρας στο γιατρό για να απαλλαγεί από μια εγκυμοσύνη για την οποία υπεύθυνος ήταν ο ίδιος. Στα δεκαοκτώ της η θεία πρόνοια την απάλλαξε από τον βασανιστή της και τώρα έναν χρόνο μετά, ζει ελεύθερη σε ένα σπίτι που πέρασε στην κατοχή της με έναν μαγικό τρόπο.

Ήταν μία μέρα σαν την σημερινή, πριν έναν χρόνο, βροχερή και μουντή, όταν έλαβε ένα τηλεφώνημα από την τροχαία Γλυφάδας. Ο πατέρας της είχε εμπλακεί σε ένα τροχαίο στα λιμανάκια της Βουλιαγμένης, με αποτέλεσμα να βρει ακαριαίο θάνατο και να τραυματιστεί, ευτυχώς όχι θανάσιμα, ένα νεαρός με μηχανή. Τι κρίμα για το παλικάρι, τι λύτρωση όμως για την ίδια! Εκεί, κάτω από ένα πεύκο πέρασε η ζωή της μπροστά στα μάτια της σαν ταινία κινηματογραφική.

Όταν έφυγε από το ορφανοτροφείο όπου την είχαν παρατήσει οι βιολογικοί της γονείς, για να βρεθεί σε μία άλλη ξένη οικογένεια, νόμιζε ότι είχε βρεθεί στον παράδεισο. Η θετή της μητέρα, η Αγγελική, μια γλυκιά και καλοσυνάτη γυναίκα, γύριζε από εκκλησία σε εκκλησία ευχαριστώντας τον Θεό για το δώρο που της είχε χαρίσει, ένα παιδί κι ας μην ήταν δικό της. Ο πατέρας της, ο Δαμιανός, από την αρχή είχε τις αντιρρήσεις του, αρχικά για το σκουρόχρωμο δέρμα της, “από τους γύφτους προέρχεται η μικρή” έλεγε συνέχεια και κούναγε το κεφάλι απαξιωτικά. Τα πρώτα της χρόνια, αν και την είχε κυριέψει φόβος, τα πέρασε καλά, γιατί η Αγγέλα, όπως την φώναζαν όλοι, μόνο αγκαλιές και φιλιά είχε να της δώσει. Ό,τι ήθελε της το προσέφερε χωρίς να βαρυγκωμάει, το καλύτερο φαγητό, το ομορφότερο ρούχο. Ο πατέρας της όμως την φόβιζε, το βλέμμα του αγρίευε όταν εκείνη έκανε άθελά της μία σκανταλιά. Όσο μικρή και να ήταν αυτή, εκείνος κάτι είχε να πει. Για να την τιμωρήσει, την έσπρωχνε τάχα μου χωρίς να το θέλει σε μία γωνία και αντί να την νουθετεί με ωραίο τρόπο, της χάιδευε το μάγουλο αρχικά και μετά το στηθάκι της το ανύπαρκτο και της ψιθύριζε στο αυτί “άμα το ξανακάνεις, θα δεις τι θα πάθεις! Και μην τολμήσεις να το πεις στην μάνα σου, αλίμονό σου!”.
Κάποιες φορές την κάθιζε στα πόδια του και της έδινε μία σοκολάτα για να την ξεγελάσει και εκείνη, που ήταν μικρή και αθώα, την έπαιρνε με χαρά και του έδινε και ένα φιλί στο μάγουλο. Μέχρι εκείνη την ημέρα την μαύρη και την φοβερή που πέθανε η μητέρα της ξαφνικά στον ύπνο της, η ζωή της ήταν υποφερτή. Πού να ήξερε τι την περίμενε μετά!

Το πρωί είχε να αντιμετωπίσει την κηδεία της μάνας της και το ίδιο βράδυ την δική της! Είχε κλείσει τα δεκαπέντε της πριν λίγους μήνες και μέσα σε μία μέρα, από έφηβη, έγινε γυναίκα με το ζόρι.

Οι μέρες, οι μήνες περνούσαν με τον εφιάλτη να την πολιορκεί καθημερινά, κυρίως τα βράδια που επέστρεφε σπίτι πιωμένος, εκεί ήταν που έχανε τον έλεγχο και απαιτούσε από εκείνη να φέρεται πρόστυχα και βρώμικα. Μα πώς θα μπορούσε ένα παιδί στην ψυχή, να μεταμορφωθεί σε κάτι ξένο από αυτή; Πού να πάει να βρει παρηγοριά, ο φόβος την είχε κυριεύσει και όταν την σταμάτησε και από το σχολείο, έχασε την γη κάτω από τα πόδια της. Τα χειρότερα την περίμεναν όμως όταν έμεινε έγκυος. Αλλιώς είχε φανταστεί αυτή την στιγμή στην ζωή της. Την θέση της χαράς την είχε πάρει η λύπη και η απελπισία! Είχε κλείσει τα δεκαεπτά και αντί να προετοιμάζεται για τις πανελλήνιες όπως οι συμμαθήτριές της, εκείνη θα γινόταν μητέρα! Ένας ρόλος που δεν άρμοζε στην ηλικία της, όμως ο “καλός της πατέρας” έδωσε την λύση όταν την οδήγησε σε έναν δικό του φίλο, γιατρό, να την απαλλάξει από το βάσανό της, που στην πραγματικότητα ήταν δικό του!

Τι ντροπή Θεέ μου! Όταν βγήκε από το ιατρείο του ήθελε να πεθάνει, όμως το αίσθημα της αυτοσυντήρησης υπερίσχυσε και μάζεψε τις δυνάμεις της για να σχεδιάσει την απόδρασή της στο κοντινό μέλλον. Πού θα πήγαινε δεν είχε ιδέα! Ευτυχώς για λίγο καιρό την είχε αφήσει ήσυχη να αναρρώσει και εκεί ήταν που άρχισε να καταστρώνει το σχέδιό της. Θα ήταν υπάκουη σε ό,τι έλεγε χωρίς να φέρνει αντιρρήσεις, γιατί αυτή η επιθετική της στάση τον εξόργιζε περισσότερο και με ωραίο τρόπο θα του ζητούσε να πηγαίνει για ψώνια εκείνη, για να μαζεύει ό,τι μπορούσε από τα ρέστα. Λίγα χρήματα θα ήταν στην αρχή, αλλά κάποιο εισιτήριο θα εξασφάλιζε για την φυγή της. Η θεία πρόνοια όμως της χτύπησε την πόρτα και μετά από λίγο καιρό, πάλι μια βροχερή φθινοπωρινή μέρα, έμαθε τα καλύτερα νέα της ζωής της! Επιτέλους είχε απαλλαχτεί από τον πατέρα της!

Στην κηδεία του έκλαψε πολύ, όλοι πίστευαν ότι ο θρήνος ήταν για αυτόν, εκείνη όμως πενθούσε τα χρόνια τα νεανικά και το παιδί που σκότωσε. Όταν γύρισε στο σπίτι, ξάπλωσε στο κρεβάτι της, κουλουριασμένη όπως συνήθιζε να κάνει τόσα χρόνια και κοιμήθηκε δύο μέρες συνεχόμενες. Οι γείτονες της συμπαραστάθηκαν στην αρχή, όμως εκείνη έπρεπε να βρει μία λύση για την επιβίωσή της. Και πάλι ο Θεός δεν την άφησε, κοντά στα Χριστούγεννα χτύπησε το τηλέφωνο και από την άλλη γραμμή άκουσε τα πιο ωραία λόγια της ζωής της. Ένας δικηγόρος, που η μητέρα της τον είχε εξουσιοδοτήσει να την βρει και να της ανακοινώσει ότι υπήρχαν κάποια μετρητά και ένα μικρό εξοχικό στην Αίγινα και θα περνούσαν στα χέρια της όταν θα τελείωνε το σχολείο. Αυτό και αν δεν ήταν δώρο θεόσταλτο!

Σε πολύ λίγο καιρό βρέθηκε στο νησί αυτό, που έμοιαζε στα μάτια της παράδεισος, σε ένα παλιό σπίτι έξω από την πόλη, στην περιοχή της Κυψέλης, κοντά στον βυζαντινό ναό του Αγίου Νικολάου. Το σπίτι της, το μισοχωμένο μέσα στην γη, ενώ η ταράτσα έβλεπε τον δρόμο, έβλεπε το δασάκι κάτω από τον ναό, ενώ η πρόσοψη την θάλασσα, που απείχε μόλις 5 λεπτά. Τέτοια ευτυχία ούτε στα όνειρά της!

Ο πρώτος καιρός πέρασε με την εξερεύνηση της περιοχής και την γνωριμία της με τους λίγους κατοίκους που έμεναν όλο τον χρόνο. Σημαντικό ρόλο έπαιξε και η γιαγιά Κωστούλα, μια ηλικιωμένη γυναίκα γύρω στα 80, που θυμόταν αμυδρά την μητέρα της. Στο σπίτι της υπήρχαν πολλές κότες και η Νάντια όταν τις είδε, ενθουσιάστηκε.

Η θάλασσα όμως αποδείχτηκε για εκείνη το καλύτερο φάρμακο. Όταν ο καιρός το επέτρεπε, περνούσε πολλές ώρες κάτω από τα αλμυρίκια χωρίς να κάνει κάτι το ιδιαίτερο, μόνο να την κοιτάζει. Όταν έκανε κρύο, πήγαινε στον λόφο, στην εκκλησία κοντά και κάτω από τα πεύκα, αφηνόταν στις σκέψεις της που την βασάνιζαν, μήπως εκεί βρει την γαλήνη και την ηρεμία πιο γρήγορα.

Μία μέρα όταν καθάριζε τα ντουλάπια της κουζίνας, βρήκε ένα τετράδιο γεμάτο συνταγές για ψωμί. Τα γράμματα καλλιγραφικά, όπως έγραφαν οι παλιοί, αλλά με τα τόσα χρόνια είχαν ξεθωριάσει. Ξεφύλλισε το τετράδιο με ενδιαφέρον, στην πρώτη σελίδα έγραφε… άσπρο ψωμί… ένα στρογγυλό καρβέλι, άσπρο ψωμί με αμύγδαλα, ψωμί με βότανα, μοναστηριακό ψωμί. Έφτιαξε λίγο καφέ, κάθισε αναπαυτικά στην ψάθινη καρέκλα και προσπάθησε να διαβάσει την κάθε σελίδα κρατώντας σημειώσεις. Στην τελευταία είδε και ένα σημείωμα που το υπέγραφε η Μαρίκα, η γιαγιά της. Πόσο ενδιαφέροντα ήταν όλα αυτά! Μα τι τις ήθελε τόσες συνταγές για την παρασκευή ψωμιού; Αμέσως σκέφτηκε την γιαγιά Κωστούλα και σε λίγο χτύπησε την πόρτα της, κρατώντας το τετράδιο στο χέρι. Στην ερώτησή της για το τι θα μπορούσε να κάνει η γιαγιά Μαρίκα τόσες συνταγές, η Κωστούλα της απάντησε ότι αυτό ήταν το επάγγελμά της. Δεν είχε χωράφια ή άλλους πόρους, έφτιαχνε καμιά δεκαριά καρβέλια ψωμί και τα μοίραζε στα σπίτια με αντάλλαγμα λίγα αυγά, γάλα ή λίγο λάδι. Μα πόσο σοφή ήταν αυτή η γυναίκα! Το ίδιο θα έκανε και αυτή, θα δημιουργούσε, θα πουλούσε και θα ανταμειβόταν για αυτό! Πόσο χρήσιμη αισθάνθηκε τελικά!

Την ίδια μέρα κιόλας κατέβηκε στο χωριό, αγόρασε αλεύρι, μαγιά και ό,τι άλλο χρειαζόταν για να ξεκινήσει ή μάλλον να συνεχίσει το θεάρεστο έργο της γιαγιάς της. Δεν έχασε ούτε στιγμή, φόρεσε την ποδιά της, έβρασε λίγο νερό και ξεκίνησε το ζύμωμα. Κάθε φορά που η χούφτα της χωνόταν στην ζύμη, ήταν σαν να έδινε και μία γροθιά στο πρόσωπο του πατέρα της. Έβγαζε όλο της το άχτι, όμως σιγά σιγά μαλάκωνε η ψυχή της και όταν ερχόταν το πρόσωπο της μητέρας της μπροστά στα μάτια της, έπαιρνε θάρρος και συνέχιζε το ζύμωμα μέχρι να ετοιμαστεί η ζύμη, να ξεκουραστεί και να μπει στο λαδωμένο ταψί για να ψηθεί. Όταν άρχιζε να μοσχοβολάει η κουζίνα και το σπίτι ολόκληρο, άφηνε ένα γελάκι ικανοποίησης να ξεφύγει από τα χείλια της.

Το αποτέλεσμα την δικαίωσε και από εκείνη την ημέρα ξεκίνησε ένα ταξίδι-παιχνίδι αφής και γεύσης. Πραγματική ανακάλυψη! Αληθινή μαγεία! Τα πρώτα ψωμιά τα μοιράστηκε με τους γείτονες, έτσι, για να τους ευχαριστήσει για την φροντίδα που της έδειξαν τόσο καιρό. Μετά πειραματίστηκε και με άλλα αλεύρια και μία μέρα έβαλε σε μία πάνινη τσάντα μερικά μικρά καρβέλια και τα πήγε στο μπακαλικάκι του χωριού, να τα δείξει στην μπακάλισσα που την συμπαθούσε πολύ. Η χαρά της δεν περιγραφόταν όταν της κράτησε όλα τα ψωμιά, που τα αντάλλαξε αυτή την φορά με λίγα προϊόντα που της έλειπαν. Συμφώνησαν κιόλας κάθε Τρίτη και Παρασκευή να την προμηθεύει με τα ψωμιά της και αν όλα πήγαιναν καλά, θα πρόσθεταν και άλλη μία μέρα.

Στην επιστροφή η Νάντια πετούσε και ένα τραγούδι ξέφυγε από τα χείλια της. Ποτέ της δεν είχε τραγουδήσει, θα έλεγε κανείς ότι μοιρολογούσε τόσα χρόνια και όχι αδίκως. Κατεβαίνοντας τον μεγάλο δρόμο προς το σπίτι της, ένα αδέσποτο σκυλί την ακολούθησε μέχρι την πόρτα της. Το λυπήθηκε και το έβαλε μέσα και εκείνο κουνώντας την ουρά του μπήκε μέσα σαν καλός καλεσμένος και κάθισε στην μέση της κουζίνας. Από εκείνη την ημέρα η Γλύκα, έτσι την ονόμασε, έγινε η κολλητή της φίλη, η αδελφή που δεν είχε ποτέ. Την ακολουθούσε παντού, είχε γίνει η σκιά της και ο προστάτης της.

Ένα μεσημέρι, στην επιστροφή από το χωριό, η Γλύκα ξέφυγε και χώθηκε στο διπλανό κτήμα κυνηγώντας μία γάτα. Η Νάντια της φώναζε, αλλά εκείνη είχε βρει άλλα ενδιαφέροντα, πώς να πλησιάσει το άλλο ζωντανό. Η κοπέλα άνοιξε την πόρτα και σιγά σιγά προσπάθησε να πλησιάσει το σκυλί και εκείνη την στιγμή είδε έναν νεαρό να την παρατηρεί πίσω από τις κουρτίνες. Σήκωσε το χέρι της να τον χαιρετήσει, αλλά εκείνος τραβήχτηκε χωρίς να ανταποδώσει τον χαιρετισμό. Περίεργος τύπος, σκέφτηκε η Νάντια και βγήκε αμέσως κρατώντας το σκυλί από το λουρί.

Το επόμενο πρωινό έφτιαξε ένα μικρό καρβέλι και πήγε στον νέο της γείτονα να πιάσει γνωριμία. Χτύπησε την πόρτα με το χέρι και όταν άνοιξε, την περίμενε μία έκπληξη! Δύο μαύρα μάτια την κάρφωσαν και αισθάνθηκε να ηλεκτρίζεται περίεργα.
-Καλημέρα σας, είμαι η Νάντια και μένω στο διπλανό σπίτι. Σας έφερα ένα ψωμάκι που έφτιαξα, για να σας ζητήσω συγνώμη για το σκυλί μου που χθες παραβίασε τον κήπο σας.

Ο νεαρός την κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω, δεν τον έπαιρνε να φανεί αγενής και την καλημέρισε και αυτός.
-Περάστε! της είπε και άνοιξε την πόρτα περισσότερο για να μπει ο ξένος… εισβολέας

Η Νάντια ένιωσε περίεργα, κάθισε στην μονή πολυθρόνα του σαλονιού και άφησε το ψωμί στο τραπέζι. Ο Στάθης κάθισε και αυτός απέναντί της, πήρε το καρβέλι στο χέρι του, την ευχαρίστησε και της πρότεινε καφέ. Είχε να μπει άνθρωπος στο σπίτι αυτό μήνες τώρα, δεν δεχόταν επισκέψεις, ούτε απαντούσε σε τηλέφωνα και κατά έναν περίεργο τρόπο αυτή η κοπέλα, η άγνωστη από το πουθενά, του κίνησε την περιέργεια. Την παρατηρούσε καιρό τώρα πίσω από τις κουρτίνες, την έβλεπε να πηγαίνει πέρα δώθε, πότε χαρούμενη και πότε σκυθρωπή και κάτι μέσα του είχε συμβεί. Επιθυμούσε να την γνωρίσει, αλλά χαμένος στις σκέψεις του και στην κατάθλιψή του δεν ήξερε πώς να αντιδράσει, πώς να την πλησιάσει.
-Εγώ είμαι ο Στάθης. Για να πιεις όμως έναν καλό καφέ, θα πρέπει να με βοηθήσεις λίγο, εντάξει;

Σε πολύ λίγο βρέθηκαν οι δυο τους να πίνουν τον καφέ στην κουζίνα, της οποίας το κεντρικό παράθυρο έβλεπε έξω στην θάλασσα. Η συζήτηση ξεκίνησε με ευκολία, σαν να γνωρίζονταν χρόνια, σαν να μοιράζονταν τον ίδιο καφέ, σκέτο γαλλικό, από τα μικράτα τους. Η Νάντια έριξε μια κλεφτή ματιά στα άκρα του, αλλά δεν σχολίασε τίποτα για να μην τον φέρει σε δύσκολη θέση. Εκείνος το κατάλαβε και για να την βγάλει από την αμηχανία, της ανέφερε το δυστύχημά του χωρίς να μπει σε λεπτομέρειες. Τι κρίμα… σκέφτηκε η κοπέλα.

Ο Στάθης την παρατηρούσε καιρό και του είχε κάνει εντύπωση η εξωτική ομορφιά της. Τώρα που την είχε απέναντί του, πράγματι ήταν πολύ όμορφη, σαν τσιγγάνα. Η ώρα πέρασε ευχάριστα και η Νάντια έκανε να φύγει, τον ευχαρίστησε για τον καφέ και τον προσκάλεσε και εκείνη στο σπίτι της το επόμενο πρωί να πάρουνε μαζί το πρωινό τους. Ούτε που το φανταζόταν ότι θα έπιανε φιλία με αυτόν το περίεργο τύπο και περισσότερο ότι θα τον καλούσε και στο σπίτι της.

Ο χρόνος, που είχε κάνει την δουλειά του αρκετά καλά, έφερε δύο ανθρώπους πονεμένους, ταλαιπωρημένους, δυστυχισμένους, κοντά. Μίλησαν οι ψυχές αθόρυβα, βουβά όπως βουβό ήταν και το κλάμα τους.

Δήμητρα Καμπόλη

Συνεχίζεται…

One response to “Το ψωμί (Β’ ΜΕΡΟΣ)”

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading