Ο τελευταίος χορός

Συνήθιζα να πιστεύω πως υπάρχει ένα νησί, στο οποίο αν βρεθείς, μπορείς να ξαναζήσεις όλα εκείνα που αγάπησες, μα χάθηκαν από τη ζωή σου, για οποιοδήποτε λόγο… Ήταν κάτι που με ανακούφιζε από τον πόνο της απώλειας ή από την απογοήτευση λόγω της διάψευσης των προσδοκιών μου.

Ένα πρωινό, σαν από θαύμα, βρέθηκα σε ‘κείνο το νησί. Εκεί με περίμενες εσύ… Εσύ που τόσο αγάπησα… Εσύ που πίστευα πως ήσουν το άλλο μου μισό, μα τελικά η ζωή απέδειξε πως απέκλινες κατά πολύ από αυτό που νόμιζα. Μα, ήθελα να νιώσω ξανά αυτή τη ζεστασιά που αισθανόμουν, όταν με αγκάλιαζες τον πρώτο καιρό. Να θερμάνω την καρδιά μου με το φως που εξέπεμπαν τα μάτια σου κάθε φορά που σε κοιτούσα. Η καρδιά μου να χτυπήσει με τον ίδιο ρυθμό. Με τον ρυθμό που πάλλονταν, όταν όλα ήταν αλλιώς…

Το νησί αυτό είχε έναν αρχηγό. Κάποιον που σου έδινε οδηγίες, που έπρεπε να ακολουθήσεις για να ζήσεις μερικές στιγμές, εκείνα που ποθούσες. Εμένα μου είπε κάτι παράδοξο… πως έπρεπε να χορέψω μαζί σου τανγκό και θα μπορώ να νιώσω όλα αυτά που ένιωθα κάποτε, να συνομιλώ μαζί σου και να μου μιλάς τρυφερά, όσο διαρκέσει ο χορός. Εάν κουραστώ και σταματήσω, θα χαθούν όλα για πάντα, μου είπε…. Του είπα πως δεν ξέρω να χορεύω και απάντησε πως ο χορός πηγάζει από μέσα μας και η βαθιά επιθυμία είναι ικανή να υποκινήσει τα βήματα καλύτερα και από τον πιο μεταδοτικό δάσκαλο. Έπειτα μου έδειξε ένα δέντρο, λέγοντάς μου πως εάν έτρωγα από τους λωτούς, θα μπορούσα να σε ξεχάσω για πάντα. Δίπλα υπήρχε και μια πηγή από την οποία θα μπορούσα να πιώ νερό, εάν διψούσα και σταματούσα το χορό. Οι επιλογές είναι καθαρά δικές μου, είπε με σιγουριά.

Σίγουρα δε θα έτρωγα από τον λωτό, αφού είχα συλλέξει από σένα αναμνήσεις πολύτιμες, οι οποίες δε θα ήθελα να χαθούν ό,τι και αν συνέβαινε. Με πλησίασες χαμογελαστός και μου άπλωσες το χέρι σου. Σου το έπιασα σφιχτά, άρχισε να παίζει μουσική και ξεκινήσαμε το χορό. Πράγματι, τα πόδια μου κινούνταν μόνα τους, εκτελώντας άψογα τα βήματα. Απολάμβανα τη ζεστή σου ανάσα στο πρόσωπό μου, τα όμορφα λόγια που μου ψιθύριζες και ένιωθα ακριβώς το ίδιο όπως τότε, έχοντας ξεχάσει αυτά που διαδέχθηκαν τις ονειρεμένες στιγμές που ζούσαμε. Ενδιάμεσα ανταλλάσσαμε φιλιά και κοιταζόμασταν στα μάτια. Περνούσαν οι ώρες και είχα αρχίσει να κουράζομαι, τα πόδια μου βάραιναν, μα πιεζόμουν να συνεχίσω τον χορό. Διψούσα και κοίταζα με λαιμαργία την πηγή, μα δεν δικαιούμουν διάλειμμα για νερό. Εσύ έμοιαζες ακούραστος να ευχαριστιέσαι τον χορό και την αλληλεπίδρασή μας. Έφτασε το βράδυ… Τα πόδια μου σιγά σιγά με εγκατέλειπαν, ώσπου σωριάστηκα… Ήταν λογικό, χορεύαμε από το πρωί, έχοντας ξεπεράσει και τους πιο επιδέξιους χορευτές.
.
Τότε, εμφανίστηκε ο αρχηγός… Μου είπε πως όλα τελείωσαν και πρέπει να με επιστρέψει στην πραγματικότητα. Μιας και τα πήγα πολύ καλά, μου έδωσε την άδεια να καθίσω λίγα λεπτά ακόμη, αποχαιρετώντας σε με όποιον τρόπο επιθυμούσα. Τότε σε πλησίασα και σου έδωσα ένα φιλί. Έπειτα, για τελευταία φορά σου είπα, καληνύχτα…

Ιωάννα Χαντζαρά

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading