Η μοίρα της

“Μάνα…” ψιθύρισε στ’ αυτί της μάνας της η Κοσμούλα, την ώρα που εκείνη πάλευε να ζυμώσει το ψωμί στη σκάφη κι αναστέναζε δυνατά απ’ την κούραση και την πύρα του ξυλόφουρνου πίσω της. “Τι ‘ναι μωρή;” της αποκρίθηκε χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει. “Αίμα μάνα… εδώ…” της είπε και της έδειξε με το βλέμμα χαμηλά στην κοιλιά της. Και τότε εκείνη, χωρίς να το σκεφτεί, της έδωσε ένα δυνατό χαστούκι. Τα έχασε η Κοσμούλα, σάστισε κι έμεινε να την κοιτάζει μ’ ανοιχτό το στόμα και κατακόκκινο το δεξί της μάγουλο. “Έγινες γυναίκα μωρή! Αυτό το χαστούκι ήταν για να είναι γλυκός ο πόνος! Μην κλαις!” την διέταξε σχεδόν, βλέποντας το ήδη υγρό βλέμμα της κόρης της. Κι εκείνη ίσως ήταν η πρώτη στιγμή που η Κοσμούλα κατάλαβε πως το να είσαι γυναίκα, δεν θα είναι καθόλου μα καθόλου εύκολο…

Τέσσερα αδέρφια είχε η Κοσμούλα. Εκείνη ήταν η τέταρτη στη σειρά, με τρεις μεγαλύτερες αδερφές κι έναν μικρότερο αδερφό. Σε κάθε γέννα της μάνας της, ο πατέρας της περίμενε έξω απ’ την πόρτα ν’ ακούσει το “χαρμόσυνο” νέο, ότι είχε γιο, μα δεν του έγινε το χατήρι για τέσσερις συναπτές φορές. Στην πρώτη κόρη, το “κατάπιε” και δεν είπε τίποτα. Τον καλόπιασε κι η μαμή ότι θα έχει ένα ποτήρι νερό στα γεράματα κι ότι “της καλομάνας το παιδί, το πρώτο είναι κορίτσι” και έδωσε τόπο στην οργή. Τα πράγματα άρχισαν να ζορίζουν στη δεύτερη γέννα και στην τρίτη έβαλε τις φωνές στην γυναίκα του “Σαν την κουνέλα γεννοβολάς Μαρίκα, μα ένα αρσενικό δεν βγάνεις!”. Κατέβασε κι εκείνη το κεφάλι και έβαλε τα κλάματα στα σιγανά. Κι ο Νικολής, που ήταν ο φόβος κι ο τρόμος του νησιού, μα την κυρά του την λάτρευε σαν τα μάτια του, την αγκάλιασε και την παρηγόρησε και της είπε “Μην κλαις ζαργάνα μου που δεν τα εκατάφερες και τούτη τη φορά! Θα τον εκάνουμε και το γιο, νέοι είμαστε ακόμη!”. Στην τέταρτη γέννα, ήταν πια σίγουροι κι οι δυο πως ήταν σερνικό. “Δεν μπορεί! Μας το χρωστάει ο Θεός Μαρικάκι μου!” της έλεγε και της χάιδευε το ιδρωμένο μέτωπο, όσο εκείνη κοιλοπονούσε στο κρεβάτι. Μα δεν το “ξεπλήρωσε” ο Θεός το “χρέος” του, ούτε κι εκείνη τη φορά κι αντί για γιο, κράτησαν στην αγκαλιά τους ένα μεγαλόσωμο και στραπατσαρισμένο απ’ την ταλαιπωρία της γέννας, κατακόκκινο μωρό, με τρίχες… παντού! “Τέτοιο άσχημο μωρό, άλλη φορά δεν ματάδα!” ψιθύριζε στις γειτόνισσες μετά τη γέννα η μαμή. Κι ο Νικολής ταράχτηκε, μα προσπάθησε να μην το δείξει στη γυναίκα του, που είχε τόσο ταλαιπωρηθεί να την γεννήσει. Ούτε που ήταν κορίτσι της είπε τίποτα κι ας λαχταρούσε σαν τρελός τον γιο, την έβλεπε που ήταν ταραγμένη με το… ασχημόπαπο που είχαν μόλις αποκτήσει, μην την ταράξει κι άλλο! Μονάχα η γιαγιά της, της μάνας της η μάνα, δεν είπε λέξη για το μωρό κι όταν κάτι πήγε να πει η Μαρίκα βουρκωμένη, της απάντησε “Άσχημος στην κούνια, όμορφος στη ρούγα. Κουβέντα μη λες! Γερό μωρό έκαμες!”. Και δεν μίλησε άλλο η Μαρίκα, μα είχε μια κρυφή ελπίδα μέσα της πως είχε δίκιο η μάνα της, όχι γιατί όπως κι αν γινόταν η θυγατέρα της δεν θα την αγαπούσε, αλλά γιατί ήταν η τέταρτη “προίκα” που θα έπρεπε να δώσουν κι άματις ήταν και άσχημη, τι θα απόκαμαν;

Το “χρέος” του ο Θεός το ξεπλήρωσε με την πέμπτη και τελευταία γέννα της Μαρίκας, όπου επιτέλους τον κατάφεραν το γιο. Και καμάρωνε ο Νικολής σα γύφτικο σκερπάνι που θα είχε συνέχεια το όνομά του. Το όνομα μοναχά, γιατί περιουσία δεν είχε. Ίσως ήλπιζε πως το σερνικό θα τον βοηθούσε να μαζέψουν ό,τι μπορούσαν για να προικίσουν τα κορίτσια, να τα παντρέψουν σαν έρθει η ώρα τους, γιατί κι ο Νικολής με δυο χέρια, τι να πρωτοπρολάβει;

Κι ευτυχώς ανδρώθηκε γρήγορα ο Πετρής, ο γιός τους κι ακολούθησε τον πατέρα του στη θάλασσα. “Τέσσερα θηλυκά έχουμε να επαντρέψουμε Πετρή! Το κεφάλι κάτω και δουλειά!” του έλεγε συνεχώς. Κι εκείνος δούλευε σκληρά, γιατί τις αγαπούσες τις αδερφάδες του κι ήθελε να τις δει κάποια στιγμή ευτυχισμένες. Κι αγαπούσε και τη θάλασσα και με χαρά έμπαινε “στην αγκαλιά της” κάθε μέρα. Μα πιο πολύ αγαπούσε τη Μαργαρώ του κυρ Λάζαρου κι ήθελε γρήγορα να παντρέψει τα κορίτσια για να πάει να τη ζητήσει…

Και τα χρόνια περνούσαν κι άρχισαν σιγά σιγά τα κορίτσια να παντρολογιούνται και με τη σκληρή δουλειά των αντρών του σπιτιού, μα και τις οικονομίες και τα “χρυσά” χέρια των γυναικών, κατάφερναν να προικίζουν κάθε μία νύφη που έβγαινε απ’ το πατρικό της. Κι ήρθε κι η σειρά της Κοσμούλας, μα δεν υπήρχε τίποτα στον ορίζοντα να προμηνύει πως θα φορούσε ποτέ νυφικό. Γιατί παρά τις προσδοκίες της γιαγιάς της και τις ελπίδες της μάνας της, πως θα γινόταν “όμορφη στη ρούγα”, παρέμενε άσχημη, όπως τότε… στην κούνια. Σώμα “αντρογυναίκας”, μύτη πλακουτσωτή – ίδια με του πατέρα της και δόντια αλλοπρόσαλλα στραβά. Ψεύδιζε έντονα και κούτσαινε φανερά απ’ το ένα πόδι, ποιος να τη δει και τι να της λιμπιστεί; Κι αν πεις από προίκα; Ό,τι μπορούσαν έκαναν ο Νικολής κι ο Πετρής, μα “ετούτη για να την επαντρέψεις, θέλεις δυο τσουβάλια χρυσάφι” όπως ψιθύριζαν πίσω απ’ την πλάτη της οι κουτσομπόλες της γειτονιάς. Κι η Κοσμούλα μπορεί να μη τις άκουγε, μα ήξερε, καταλάβαινε και πονούσε η ψυχή της που ήταν όπως ήταν και που είχε φτάσει 23 χρονών και δεν είχε βρει κάποιον να παντρευτεί, να πάρει σειρά κι ο αδερφός της, ο Πετρής, που ήξερε πως από χρόνια αγαπούσε τη Μαργαρώ, μα περίμενε υπομονετικά “τη σειρά του”.

“Τα ‘μαθες; Του κυρ Ανέστη ο γιός… ναι, ναι, αυτός που πήγε στην Αθήνα να γενεί γιατρός… τη Μαργαρώ… τη Μαργαρώ του Λάζαρου. Επήγε και τη ζήτηξε ψες! Άματις δεν την εδώκουν, παλαβοί θα είναι! Τι κι αν είναι μεγαλύτερός της; Λεφτά με ουρά σου λέει στην πρωτεύουσα! Ολόκληρο νοσοκομείο αυτός το διαφεντεύει!”. Η Κοσμούλα ακούγοντας πίσω της στην εκκλησία, κάποιες γυναίκες να συζητάνε, πάγωσε! Αυτό θα τον διέλυε τον Πετρή! Δεν θ’ άντεχε να τη χάσει! Έπρεπε να κάνει κάτι γρήγορα, πολύ γρήγορα…

Την ίδια μέρα κι ενώ μόλις είχαν αποφάει και κάθονταν ακόμη στο τραπέζι με τους γονείς και τον αδερφό της, τους είπε πως είχε πάρει μια απόφαση. “Θα πάω σε μοναστήρι”.

Μια παγερή σιωπή γέμισε το δωμάτιο. Κόρη τους ήταν και την αγαπούσαν, μα ήξεραν καλά πως πια δεν υπήρχε ελπίδα να κάνει το δικό της σπιτικό κι όλο αυτό είχε επιπτώσεις και στον Πετρή. Κι απ’ την άλλη ο Πετρής, την λάτρευε την αδερφή του, μα ο καιρός περνούσε κι η Μαργαρώ τον πίεζε να προχωρήσουν, γιατί κι οι δικοί της γονείς την πίεζαν κι από στιγμή σε στιγμή υπήρχε φόβος να την δώσουν σε κάποιον παρά τη θέλησή της. Ναι, ίσως το να φύγει η Κοσμούλα, το να γίνει μοναχή, να ήταν το καλύτερο για όλους. Ίσως αυτή να ήταν η μοίρα της, ίσως γι’ αυτό ο Θεός να μην της έδωσε φυσικό κάλλος, γιατί ήθελε να την “πάρει” κοντά του. Αυτά κι άλλα τόσα χρησιμοποιούσαν μέσα τους σαν δικαιολογίες όλοι τους, για το ότι δεν έφεραν καμία αντίρρηση, για το ότι δεν προσπάθησαν να την μεταπείσουν, για το ότι οι ίδιοι την βοήθησαν να βάλει τα λιγοστά ρούχα της στην παλιοκαιρισμένη βαλίτσα της, λίγο πριν της κουνήσουν το μαντήλι, όταν επιβιβάστηκε στο βαπόρι.

Και την επήρε ο Πετρής τη Μαργαρώ, παρά τις αντιρρήσεις των γονιών της, που χρυσή την είχαν κάνει να πάρει το γιατρό απ’ την Αθήνα. Κατάφεραν εύκολα και τους έπεισαν, μιας κι η Μαργαρώ ήταν ήδη έγκυος και όταν είδε τα σκούρα τους το ξεφούρνισε κι ας έτρεμε το φυλλοκάρδι της. Κι εκείνοι, τι να κάνουν; Έκαναν γρήγορα το γάμο, να “κουκουλώσουν” τη ντροπή. Και γεννήθηκε το μωρό εφταμηνίτικο, όπως πολλά τότε στο νησί…

Και τα χρόνια περνούσαν κι είχαν σχεδόν ξεχάσει όλοι στο νησί την Κοσμούλα, που κάποτε έφυγε για να αφιερώσει την ψυχή της στον Κύριο. Μόνο η μάνα της την θυμόταν πια καθημερινά, που είχε χάσει τον Νικολή της και που όλα της τα παιδιά είχαν κάνει τα δικά τους σπιτικά και την είχαν αφήσει μοναχή, να στέκεται στο παραθύρι και να αδημονεί ν’ ακούσει την πόρτα της να χτυπάει. Μα κανείς δεν έφτανε στο κεφαλόσκαλο… Ο Πετρής με την Μαργαρώ, είχαν πάρει τη μεγάλη απόφαση κι έφυγαν απ’ το μικρό νησί, να βρουν μια καλύτερη τύχη στην πρωτεύουσα. Κι οι άλλες θυγατέρες της είχαν σκορπίσει στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, η μία είχε φύγει στη Γερμανία με τον άντρα της και τα δυο παιδιά τους, η άλλη είχε φύγει στην Αμερική, σε κάτι συγγενείς τ’ αντρός της κι η άλλη μετανάστευσε στην Αυστραλία, να βρουν τρόπο να κάνουν προκοπή, γιατί στον τόπο τους δεν έβλεπαν χαΐρι. Και μόνο όταν απόμεινε μονάχη η Μαρίκα, ξεδιάλυνε τη σκέψη της και κατάλαβε πόσο κακό είχε κάνει στην Κοσμούλα, στην ίδια της την κόρη, που είχε θυσιάσει τη ζωή της, για να μην είναι βάρος στους άλλους. Γιατί μονάχη της πήρε την απόφαση, μα όλοι ήξεραν καλά το γιατί και κανείς τους δεν της άπλωσε το χέρι, να την κρατήσει στην αγκαλιά του.

Έκλεισε τα μάτια η Μαρίκα και έσφιξε πάνω στο στήθος της μια φωτογραφία, την τελευταία φωτογραφία που είχαν βγάλει όλοι μαζί, έξω στην αυλή, κάτω απ’ τη λεύκα. Κι ήταν όλοι χαμογελαστοί και χαρούμενοι, μοναχά η Κοσμούλα είχε το κεφάλι κατεβασμένο και σαν να έκρυβε το κορμί της όπως μπορούσε πίσω απ’ τον Πετρή. “Βασανισμένο μου παιδί…” μονολόγησε η Μαρίκα κι ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό της. Κι ύστερα κι άλλο κι άλλο… γιατί ποτέ της δεν την προστάτευσε, από τότε ακόμη, στα σχολικά χρόνια, που ήξερε πως όλα τα παιδιά την κορόιδευαν. Κι αργότερα, που άκουγε τις γειτόνισσες να λένε χαιρέκακα “Πρώτη νοικοκυρά η Κοσμούλα σου! Ποιος τυχερός θα την επάρει!” κι εκείνη έκανε πως δεν καταλάβαινε, δεν απαντούσε κι έβαζε κάθε προσβολή “κάτω απ’ το χαλί”. Και τότε… που είχε πάει ντροπαλά η Κοσμούλα να της πει πως ήταν πια γυναίκα… εκείνο το χαστούκι με πόσο θυμό της το είχε δώσει! Έβραζε μέσα της που δεν το είχε μπορέσει η Κοσμούλα να γίνει όμορφη, λυγερή, αέρινη όπως οι υπόλοιπες κόρες της και να την παντρέψει κι αυτή στην ώρα της, να μην είχε ο κόσμος να λέει. Γιατί τώρα πια ήξερε πως μόνο θυμό είχε μέσα της για την κόρη της, για πράγματα που η ίδια δεν ευθυνόταν κι ήταν τόσο άδικο αυτό! Απ’ τη στιγμή της γέννησής της ακόμη, θυμωμένη ήταν μαζί της. Γιατί; Γιατί δεν ήταν το αρσενικό που περίμεναν, γιατί δεν ήταν τουλάχιστον το θηλυκό που θα “έπρεπε”. Ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό της Μαρίκας, όταν θυμήθηκε την ανάσα ανακούφισης που έβγαλε από μέσα της, όταν είδε την Κοσμούλα να ανεβαίνει στο πλοίο, αυτό το πλοίο που θα την έπαιρνε μακριά, που θα έκλεινε τα στόματα του κόσμου. Βάρος που έφυγε από πάνω της την ένιωθε κι ας μην τολμούσε ούτε στον εαυτό της να το παραδεχτεί. Βάρος απ’ την πρώτη στιγμή που την αντίκρισε… Μα τώρα πια καταλάβαινε πόσο σκληρά είχε φερθεί στο ίδιο της το παιδί. Τώρα που είχε απομείνει μόνη, στη δύση της ζωής της.

*****

Η Κοσμούλα διάβαζε και ξαναδιάβαζε το γράμμα που της είχε στείλει η μάνα της. Οι λέξεις είχαν θολώσει πια, είχε μουσκέψει το χαρτί και τα μάτια της δεν σταματούσαν να στάζουν πόνο. Η μάνα της, της ζητούσε συγχώρεση και της έγραφε πως την ήθελε κοντά της. Και πώς θα μπορούσε αλήθεια να της το αρνηθεί; Κοιλοπόνεσε να την φέρει στον κόσμο, θυσίασε τη ζωή της να την μεγαλώσει… Ναι, είχε κάνει λάθη, μα μάνα δεν θα πει Θεός, άνθρωπος ήταν κι αυτή, είχε δικαίωμα στο λάθος. Κι απ’ την άλλη η Κοσμούλα, είχε υποχρέωση να δείξει κατανόηση κι αγάπη, είχε υποχρέωση να σταθεί στο πλάι της, να δείξει μεγαλοψυχία…

Δεν ήταν εύκολη απόφαση να αποχωριστεί το ράσο της, αυτό το ράσο που ήταν δεύτερη φύση της πάνω από δύο δεκαετίες πια. Δεν ήταν εύκολη απόφαση, μα το έκανε. Η μάνα της την είχε ανάγκη κι απ’ την άλλη κι η ίδια ένιωθε την ανάγκη να γυρίσει στο νησί της, στο σπίτι της. Ένιωθε την ανάγκη να ξαναδεί τη μάνα της, να κλειστεί στην αγκαλιά της. Να διεκδικήσει την αγάπη, την ατόφια, ανιδιοτελή αγάπη που έχουν οι μανάδες στα παιδιά τους. Αυτή την αγάπη που σίγουρα της είχε κι η δική της μάνα, μα η ίδια μάλλον ήταν πολύ μικρή για την αντιληφθεί. Ναι, μάλλον την είχε αδικήσει τη μάνα της κι οι ενοχές κι η ανάγκη της για αγάπη, την έκαναν να πάρει το δρόμο της επιστροφής…

*****

Όση αγάπη, τύψεις και έντονα συναισθήματα κι αν είχε εκείνο το γράμμα, τίποτα από απ’ αυτά δεν ένιωσε μέσα στην αγκαλιά της μάνας της. Και δεν πέρασε πολύς καιρός μέχρι να καταλάβει η Κοσμούλα πως ήταν η απέραντη μοναξιά και οι ανασφάλειες που ένιωθε η μάνα της, ο λόγος που είχε πάρει μολύβι και χαρτί να της γράψει. Μετά τις λίγες πρώτες μέρες, το βλέμμα της μάνας της πάνω της έγινε το ίδιο με τότε, σκληρό κι άκαμπτο. Μετά τις λίγες πρώτες μέρες, σταμάτησε να την αγκαλιάζει και να της γλυκομιλά. Μετά τις λίγες πρώτες μέρες, η Κοσμούλα κατάλαβε πως ήταν μια λύση ανάγκης για τη μάνα της, ένα χέρι βοηθείας που δεν κατάφερε να έχει απ’ τα άλλα της παιδιά. Κατάλαβε πως αυτή την αγάπη που προσδοκούσε έστω τώρα να λάβει από εκείνη, δεν θα την έπαιρνε ποτέ.

Ναι, ίσως θα μπορούσε να φύγει πάλι. Ίσως θα μπορούσε να γυρίσει πίσω, στο μοναστήρι, αυτό που ήταν το πραγματικό της σπίτι πολλά χρόνια τώρα, μα δεν το έκανε. Έμεινε εκεί, δίπλα στη μάνα της, στο σπίτι της το πατρικό. Έμεινε εκεί μέχρι το τέλος και την πρόσεξε, την φρόντισε, της στάθηκε ως όφειλε -όπως ένιωθε ότι όφειλε. Προσπάθησε να αγνοεί την άδεια για εκείνη καρδιά της μάνας της, προσπάθησε να αγνοεί τα περιπαικτικά βλέμματα των ανθρώπων γύρω της, προσπάθησε να αγνοεί το κενό που ένιωθε στην ψυχή της και την αδικία που αισθανόταν να την πνίγει για τη μοίρα που της είχε επιφυλάξει η ζωή. Τα βράδια προσευχόταν στην Παναγιά, με δάκρυα στα μάτια της ζητούσε δύναμη ν’ αντέξει το σταυρό που κουβαλούσε από πάντα στην πλάτη της, με θέρμη την παρακαλούσε να δώσει φώτιση σε όλους τους ανθρώπους ν’ αρχίσουν να βλέπουν με τα μάτια της ψυχής κι ήλπιζε πως κάποια στιγμή θα κατάφερνε να εισακουστεί…

*****

Μετά το θάνατο της μάνας της, αποφάσισε να μείνει εκεί, στο σπίτι της, στο νησί της. Με τα χρόνια τα σχόλια των συγχωριανών είχαν σταματήσει και κάποιες απ’ τις γυναίκες του χωριού έδειχναν πως απολάμβαναν την παρέα της. Για πρώτη φορά στα 50 της χρόνια ένιωθε πως είχε λόγους να χαμογελάει. Τις αδερφές της είχε δεκαετίες να τις δει, μιας και δεν γύρισαν ξανά στο νησί, έκαναν τόπο τους τους ξένους τόπους που ζούσαν πια. Μόνο τον αδερφό της είχε δει 2-3 φορές που πήγε να την επισκεφτεί με την οικογένειά του κι οι μέρες που έμεναν όλοι μαζί έμοιαζαν γιορτή για την Κοσμούλα. Της έλεγε κι εκείνος πως μπορούσε να τον επισκεφτεί στο σπίτι του στην Αθήνα και να μείνει εκεί όσο καιρό ήθελε, μα κάτι στο βλέμμα της γυναίκας του, της Μαργαρώς, την έκανε να νιώθει πως δεν θα ήταν καλή ιδέα. Αισθανόταν για πολλά χρόνια ανεπιθύμητη ακόμη και στο ίδιο της το σπίτι, το μισούσε αυτό το συναίσθημα και δεν ήθελε να το ξανανιώσει. Και δεν πήγε ποτέ στο σπίτι του αδερφού της, μα λαχταρούσε πάντα τη στιγμή που εκείνοι θα πήγαιναν στο νησί και θα ζούσε στιγμές μαζί τους.

Με τα χρόνια είχε συμβιβαστεί με τη μοναξιά της. “Αυτή είναι η μοίρα μου…” σκεφτόταν συχνά. Μα αλήθεια, η μοίρα όλων μας είναι προδιαγεγραμμένη ή εμείς οι ίδιοι την φτιάχνουμε; Με τη γέννησή μας λαμβάνουμε το έτοιμο σενάριο ή εμείς οι ίδιοι κρατάμε την πένα που θα γράψουμε τα βήματά μας σ’ αυτή τη ζωή;

Τον Άλαν τον γνώρισε ένα απόγευμα που είχε πάει στην παραλία να καθίσει στα βράχια και να ξεκουράσει το βλέμμα της στο απέραντο γαλάζιο. Οκτώβρης ήταν και δεν είχε πολύ κόσμο το νησί, οι περισσότεροι τουρίστες είχαν φύγει κι οι ντόπιοι δεν συνήθιζαν να επισκέπτονται αυτή την μικρή παραλία τέτοια εποχή. Σε σπαστά ελληνικά την ρώτησε απλά το όνομά της, χωρίς λόγο, χωρίς καν δικαιολογία. Κι έτσι απλά έμειναν να μιλάνε για ώρες, με τα βλέμματα και των δυο κολλημένα στη θάλασσα. Κι ανανέωσαν το ραντεβού τους και για την επόμενη μέρα και για την επόμενη και για την επόμενη… Κι ο Άλαν έμεινε ένα μήνα ακόμη στο νησί απ’ ότι είχε στην αρχή υπολογίσει. Χήρος από χρόνια, συνταξιούχος, παιδιά δεν είχε… τίποτα δεν τον υποχρέωνε να γυρίσει γρήγορα στην Ιρλανδία. Όταν έφυγε για τη χώρα του, το κενό μέσα της έγινε αβάσταχτο, είχε συνηθίσει την παρέα αυτού του ανθρώπου, την είχε γοητεύσει το πνεύμα του, η γλύκα της φωνής του, το φως στο βλέμμα του. Μα ήταν η λογική συνέχεια αυτή, τι άλλο θα μπορούσε να συμβεί; Αυτή ήταν η μοίρα της κι έπρεπε να συμβιβαστεί μ’ αυτή, όση ανάγκη κι αν είχε για μια παρέα, μια αγκαλιά, μια γλυκιά κουβέντα…

Μα ο Άλαν επέστρεψε, λίγους μήνες μετά, λίγο πριν το Πάσχα… Γύρισε και επιφύλασσε μια έκπληξη στην Κοσμούλα, είχε αποφασίσει να μείνει μόνιμα στο νησί, είχε μαγευτεί απ’ τη θάλασσα, τα τοπία, τους ανθρώπους και… την ίδια… Και να που η πρώτη Ανάσταση του Κυρίου που πέρασαν μαζί, συνέπεσε με την δική της Ανάσταση ψυχής. Και μετά απ’ αυτή την πρώτη Ανάσταση, όλες τις υπόλοιπες τις πέρασαν μαζί, ήρεμοι κι αγαπημένοι μέχρι το τέλος…

Να λοιπόν που η ζωή της επιφύλασσε πράγματα που δεν τολμούσε καν να ονειρευτεί. Να που η μοίρα της δεν ήταν τελικά αυτή που περίμενε. Μα αλήθεια, ήταν προδιαγεγραμμένο απ’ την αρχή το σενάριο ή ήταν το δικό της χέρι που το έγραψε; Ήταν οι επιλογές της ή… η μοίρα της;

Κική Γιοβανοπούλου

2 responses to “Η μοίρα της”

  1. Συγκινητικό, αληθινό, πολλά τα συναισθήματα, αφήνει μία πικρόγλυκη αίσθηση, έναν λυγμός, κ’ ένα ερώτημα.. άχ αυτό το ερώτημα, είναι ίσως όλης της ζωής τα άν….. Κική Γιοβανοπούλου
    Ευχαριστούμε!! (στον πληθυντικό!!, γι’ αυτούς που δεν θα θελήσουν.. τολμήσουν.. ίσως ντραπούν να το πούνε)
    να είσαι καλά…!!

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading