Η μουσική ηχούσε στα ηχεία του αυτοκινήτου, ενώ ζεστός αέρας έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο.
Χρόνια είχε να έρθει στο νησί της…
Χρόνια είχε να ακολουθήσει αυτή τη διαδρομή…
Παρ’ όλα αυτά, θυμόταν το δρόμο απ’ έξω και ανακατωτά. Είχε εντυπωθεί για τα καλά στο μυαλό της. Πώς θα μπορούσε εξάλλου; Αυτό τον δρόμο πήρε στα κλεφτά ντυμένη νύφη πριν τόσα χρόνια…
Πάρκαρε το αυτοκίνητό της έξω από την εκκλησία της Αγίας Δύναμης και έσβησε το τσιγάρο της στο τασάκι του αυτοκινήτου. Απέναντί της το αμάξι του. Σβηστό και σκοτεινό. Το ίδιο και η εκκλησία. Σίγουρα θα την περίμενε στο γνωστό τους σημείο. Στο δεύτερο μεγάλο αλμυρίκι καταμεσής της παραλίας.
Βγήκε από τη σιδερένια πόρτα του προαύλιου χώρου της εκκλησίας και πήρε την πλακόστρωτη κατηφόρα που οδηγούσε στην αγαπημένη της παραλία στον κόσμο. Γύρισε το κεφάλι της αριστερά… Βράχια βρεγμένα από το κύμα… Βαρκούλες δεμένες κοντά στη στεριά και απέναντι ο μυστηριώδης οικισμός. Δεκάδες μικρά φωτάκια στην ακροθαλασσιά και πάντα η ίδια απορία… Υπάρχει τρόπος να φτάσεις εκεί;
Προχώρησε λίγα βήματα παρακάτω και γύρισε το βλέμμα της δεξιά. Τα πέντε αλμυρίκια στη σειρά παραταγμένα, προστάτευαν την παραλία από τους ανεπιθύμητους λουόμενους και μπροστά της δέσποζαν τα δύο μεγάλα. Πάντα εκεί αγέρωχα… Μέρα νύχτα. Με ήλιο και βροχή δίνοντας καταφύγιο σε όλους όσους ήθελαν να χαρούν αυτά τα τιρκουάζ νερά. Αυτά τα όμορφα, από παλέτα βγαλμένα, νερά που έκαναν τα γαλάζια μάτια της να φαίνονται πιο γαλάζια από ποτέ.
Πήγε και στάθηκε κάτω από το δεύτερο αλμυρίκι. Μ & Ι. Χαραγμένο στον κορμό και διατηρημένο δέκα χρόνια. Το Ι αυτό της είχε κλέψει την καρδιά στην ίδια παραλία τότε και τώρα, στην ίδια παραλία είχε έρθει να βάλει ένα τέλος.
Κοίταξε στα δεξιά της και τότε τον είδε… Σκαρφαλωμένος στην πλαγιά να επιστρέφει στην παραλία τους.
Πάντα του άρεσε να ακολουθεί το μονοπάτι μέχρι την κρυφή παραλία. Εκείνη την παραλία που πρώτη φορά έκαναν έρωτα βρεγμένοι και γεμάτοι αλάτια. Μικρά παιδιά… Ανέμελα καλοκαίρια…
“Ακόμα κάνεις την ίδια διαδρομή;”, τον ρώτησε η Μαρκέλλα.
Εκείνος της χαμογέλασε και κοντοστάθηκε λίγα μέτρα μακριά από το αλμυρίκι.
“Όσα χρόνια και να περάσουν, αυτές οι δύο παραλίες θα έχουν το όνομα σου, Μαρκέλλα”
“Ισίδωρε, μην ξεχνάς για ποιον λόγο είμαστε εδώ!”
“Το ξέρω! Εδώ το έχω. Διπλωμένο στην τσέπη μου. Το χαρτί του διαζυγίου…”
“Ανυπόγραφο!”
“Και από τους δυο! Ξέχασες την υπόσχεση που δώσαμε εκείνο το βράδυ πριν δέκα χρόνια όταν παντρευτήκαμε εδώ…”.
Χωρίς να κοιτάζονται άρχισαν ταυτόχρονα να μιλούν… “Ό,τι και να συμβεί, οι υπογραφές του τέλους θα μπουν εκεί που άρχισαν!”.
Κοιτάχτηκαν και γέλασαν αμήχανα. Τι ήταν τότε; Δεκαοχτώ χρονών! Ερωτεύτηκαν παράφορα ένα καλοκαίρι. Ερωτεύτηκαν τόσο πολύ που ένα βράδυ κλέφτηκαν και πήγαν στην Αγία Δύναμη να παντρευτούν. Έδωσαν όρκους αιώνιας αγάπης, πίστης και αφοσίωσης.
Όμως η ζωή τα έφερε αλλιώς… Μετά τον γάμο τους έμειναν στη Χίο για ένα-δυο χρόνια, αλλά θεώρησαν πως έπρεπε να προχωρήσουν και να εξελιχθούν. Σπουδές μακριά… Απόσταση… Αδυναμία να ακολουθήσει ο ένας τον άλλον… Διαφορετικές διαδρομές που δημιούργησαν διαφορετικά όνειρα… Και έτσι χάθηκε το παιχνίδι!
Παρέμεναν απλά παντρεμένοι, γιατί κανένας από τους δυο δεν ήταν έτοιμος να βρεθεί σε εκείνο το αλμυρίκι στην Αγία Δύναμη.
“Είσαι έτοιμη;”, τη ρώτησε ο Ισίδωρος.
“Για ποιο πράγμα;”
“Μα για να βάλουμε τις γ@μω υπογραφές!”, της είπε και έβγαλε θυμωμένα το χαρτί από την τσέπη.
“Μη θυμώνεις! Έτσι πρέπει να γίνει…”, του είπε γλυκά η Μαρκέλλα. “Πέρασαν τα χρόνια! Δεκαοχτώ χρονών παντρευτήκαμε εδώ. Περάσαμε δύο χρόνια μετά μες στο μέλι. Δουλεύαμε στον Κάμπο, είχαμε το σπιτάκι μας, γυρίζαμε όλο το νησί με ένα βιβλίο στο χέρι και μια ψάθα. Δώσαμε, πήραμε και κάναμε τόσο έρωτα εκείνα τα δύο χρόνια, που χορτάσαμε για μια ζωή!”
“Ήταν τα πιο όμορφα χρόνια της ζωής μου, Μαρκέλλα! Δεν μπορούσα να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς εσένα αλλά μετά…”
“Μετά ήρθε η πρόταση να αναλάβεις την οικογενειακή επιχείρηση. Μεγάλη ευκαιρία! Αλλά υπήρχε και η ρήτρα… οι σπουδές! Δεν θα σε άφηνε ο πατέρας σου να αναλάβεις αν δεν εξειδικεύσουν στη διοίκηση επιχειρήσεων και δεν αποκτούσες γνώσεις γης… Ζορίστηκα πολύ όταν έφυγες για την Ιταλία, Ισίδωρε! Έμεινα πίσω για τους δικούς μου και σε έχασα!”
“Ήταν πολύ δύσκολη χρονιά! Εγώ εκεί. Εσύ εδώ! Έτρεχες τη δουλειά και τις οικογένειες. Έχασες τον πατέρα σου και παρ’ όλα αυτά διάβασες και πέρασες στην Αθήνα!”
“Ήρθα και στην Ιταλία!”
“Ήρθες και στην Ιταλία, ναι!”
Είχαν έρθει πιο κοντά όσο μιλούσαν και χάζευαν τη θάλασσα. Ο Ισίδωρος άνοιξε μια τσάντα που είχε δίπλα στον κορμό και έβγαλε ένα μπουκάλι λικέρ μανταρίνι από τον Κάμπο και διάφορα κριτσίνια για συνοδευτικό. Αγαπημένες λιχουδιές της Μαρκέλλας. Εκείνη χαμογέλασε και σέρβιρε τα ποτηράκια.
“Πού το χάσαμε ρε Μαρκέλλα;”
“Όταν πήγα στην Αθήνα… Εκεί τελείωσε, Ισίδωρέ μου! Άλλαξε η ζωή μου. Είδα έναν άλλο κόσμο! Γνώρισα εμένα από την αρχή! Δεν σημαίνει ότι δεν σε αγαπούσα. Σε λάτρευα! Απλά άρχισα να λατρεύω και τη ζωή! Εκεί το έχασα…”
“Και μετά ήρθε και ο Μιχάλης στη ζωή σου!”
“Και μετά ήρθε και ο Μιχάλης… ναι!”
“Είσαι ευτυχισμένη, Μαρκέλλα μου;”
Τον κοίταξε με μάτια βουρκωμένα. Το αγόρι της… Έτσι τον έλεγε! Το αγόρι της ήταν εκεί. Ήταν μαζί του. Του χαμογελούσε. Τον άγγιζε. Τον αγαπούσε τόσο πολύ ακόμα αλλά δεν ήταν ερωτευμένη και οι ζωές τους πια τόσο διαφορετικές. Δεν χωρούσε ο ένας στη ζωή του άλλου πια…
“Ναι, Ισίδωρέ μου! Είμαι ευτυχισμένη!”, του είπε και του έπιασε το χέρι.
Εκείνος της χαμογέλασε και κοίταξε τον ορίζοντα που ρόζιζε. Η αγαπημένη τους ώρα! Εκείνος, το κοριτσάκι του και η Αγία Δύναμη. Είχε έρθει η ώρα και το ήξερε.
Ξεδίπλωσε το χαρτί, πήρε το στυλό από την τσάντα και έβαλε την υπογραφή του κάτω από το όνομά του. Ύστερα, παρέδωσε το στυλό σε εκείνη. Με τρεμάμενα χέρια τον πήρε η Μαρκέλλα και υπέγραψε κάτω από το όνομά της.
“Σε ευχαριστώ αγόρι μου! Πάντα θα σε αγαπώ!”, του είπε και τον φίλησε απαλά στα χείλη. Σηκώθηκε, πήρε τα πράγματά της και κίνησε για το αμάξι της.
“Και εγώ θα σε αγαπάω πάντα, κοριτσάκι μου!”, είπε ο Ισίδωρος σκουπίζοντας τα δάκρυα από τα μάτια του, ενώ ο ήλιος έδυε πίσω από την εκκλησία που παντρεύτηκαν, δίνοντας ένα ροζ χρώμα στην πλάση. Στην εκκλησία της Αγίας Δύναμης…
Κατερίνα Μοχράνη

One response to “Αγία Δύναμη”
[…] αρχή, έκλαψα λίγο, αλλά το έκανα και κάπως έτσι βγήκε η Αγία Δύναμη!Πολύ ωραίο κείμενο! Διαβάστε […]