Πόσο κοστίζει μια αλήθεια;

Λίγα λεπτά πριν τον αποχαιρετήσει για πάντα, η Ελένη έμαθε ένα μυστικό που θα της άλλαζε την ζωή. Ήταν σκυμμένη πάνω από το κρεβάτι του νοσοκομείου και κρατούσε ακόμη το χέρι του πατέρα της. Εκείνος της ψιθύριζε στο αυτί και έπειτα έφυγε για πάντα πριν προλάβει να δει τα δάκρυά της να τρέχουν πάνω του.

Η Ελένη στεκόταν στον ψυχρό διάδρομο έξω από την εντατική και μέσα στην απόλυτη ησυχία το μυαλό της ούρλιαζε.

«Ένας αδερφός! Γιατί, ρε μπαμπά;»

Έκλαιγε με λυγμούς, όχι μόνο γιατί έχασε τον πατέρα της, αλλά γιατί έχασε το πρότυπό της. Έναν άνθρωπο που πάντα μιλούσε για αξίες και ηθική και όμως έκρυβε ένα τόσο ένοχο μυστικό. Έναν σωστό και καλό οικογενειάρχη που για τριάντα πέντε χρόνια περηφανευόταν για την οικογένειά του ενώ έκρυβε άλλο ένα παιδί.

«Τι θα πω στην μαμά;»

Η μητέρα της πάλευε ακόμα για την ζωή της μετά το τροχαίο. Είχε πέσει σε κώμα και οι γιατροί δεν ήξεραν αν θα τα καταφέρει. Το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να ελπίζουν σε ένα θαύμα.

«Γιατί τώρα;»

Γιατί τόσα χρόνια δεν τους αποκάλυψε την αλήθεια και περίμενε εκείνη τη στιγμή, την τελευταία στιγμή, να αλαφρύνει την συνείδησή του και να φορτώσει ένα τέτοιο βάρος πάνω στις πλάτες της κόρης του;

Η Ελένη βγήκε έξω να πάρει λίγο αέρα και έκανε μια βόλτα ως το κυλικείο. Πήρε καφέ και περπάτησε στον κήπο. Δεν μπορούσε να σηκώσει το κεφάλι της από το βάρος. Μέσα σε λίγα λεπτά είχε χάσει την οικογένεια που ήξερε. Και τώρα έπρεπε να αποφασίσει.

«Να πάω να τον βρω; Θα πάω! Έχει δικαίωμα να ξέρει!»

Κρατούσε το χαρτάκι που έγραψε το ονοματεπώνυμο του αδερφού της ζαρωμένο στην παλάμη της. Το διάβαζε ξανά και ξανά. Τα μάτια της δεν μπορούσαν να στεγνώσουν. Έκατσε στο παγκάκι και άναψε ένα τσιγάρο. Χάθηκε στις σκέψεις της. Όταν η στάχτη κόντεψε να της κάψει το δάχτυλο, το πέταξε απότομα κάτω και το πάτησε. Στάχτη είχαν γίνει όλα και έπρεπε να σηκωθεί όρθια.

Μπήκε στο αμάξι και έβαλε μπροστά. Ήξερε πού δούλευε. Αναγνώρισε αμέσως το όνομά του. Είχε μια καφετέρια με παιδότοπο στο κέντρο της πόλης. Σε λίγα λεπτά θα ήταν εκεί. Σε λίγα λεπτά θα του τα έλεγε όλα.

Σταμάτησε στο πάρκινγκ και κάθισε ένα λεπτό να σκεφτεί τι θα του πει. Συμμάζεψε λίγο τα μαλλιά της και σκούπισε τα μάτια της στον καθρέπτη. Φαινόταν κουρασμένη και ξενυχτισμένη. Φαινόταν προδομένη.

Θυμήθηκε να αφήσει τον καφέ στο αμάξι. Προχώρησε και μπήκε στο μαγαζί. Ένας νεαρός την ρώτησε τι καφέ ήθελε και εκείνη απάντησε έναν στην τύχη. Στεκόταν δίπλα στο ταμείο και κοιτούσε γύρω της μήπως τον δει. Υπήρχε πολύς κόσμος που έτρωγε και έπινε και διασκέδαζε. Παιδιά έτρεχαν πάνω κάτω και έπαιζαν. Μα η Ελένη έψαχνε αυτόν. Τον αδερφό της. Πρέπει να ήταν κοντά στην ηλικία της. Ίσως συνομήλικος. Άραγε αν δεν είχε γεννηθεί εκείνη, θα τους είχε παρατήσει ο πατέρας της; Ήταν αγάπη ή σχέση της μιας βραδιάς; Είχε μετανιώσει ή ήταν περήφανος που κατάφερε τόσα χρόνια και τους ξεγέλασε; Δεν πρόλαβε να μάθει.

«Συγγνώμη! Σας χτύπησα;»

«Όχι! Εγώ φταίω, είμαι αφηρημένη»

«Στέλιος, χάρηκα»

«Ελένη. Και εγώ χάρηκα. Τα παιδάκια σας;»

Ήταν τυχερή που εκείνος έπεσε πάνω της και δεν χρειάστηκε να βρει από μόνη της μια δικαιολογία για να του μιλήσει. Η Ελένη κοίταξε τα μικρά που όρμησαν και τυλίχτηκαν στα πόδια του και ο Στέλιος κατάφερε και τα σήκωσε και τα δύο μαζί. Γέλασαν οι τρεις τους και εκείνη έμεινε να τους κοιτάζει συγκινημένη. Φαινόταν να έχει μια όμορφη ζωή. Φαινόταν ευτυχισμένος.

«Ο καφές σας!», την φώναξε ο νεαρός.

«Αντίο, Στέλιο. Σου εύχομαι τα καλύτερα»

Φόρεσε ξανά τα μαύρα γυαλιά ηλίου της και έφυγε κατευθείαν για το γραφείο τελετών. Δεν υπήρχε περίπτωση να του στερήσει όσα έχτισε με τόσο κόπο. Δεν θα του έκανε ό,τι της έκανε ο πατέρας τους.

Μόλις τελείωσε με τις διαδικασίες, το τηλέφωνό της χτύπησε. Την ενημέρωσαν πως η μητέρα της είχε παρουσιάσει μια πρώτη αντίδραση. Έφυγε αμέσως για το νοσοκομείο. Ήταν έτοιμη να δώσει την επομένη μάχη. Έπρεπε πρώτα να της αποκαλύψει πως ο μπαμπάς πέθανε. Και έπειτα να αποφασίσει αν θα της πει όλη την αλήθεια.

Μπήκε στο δωμάτιο με την καρδιά της να χτυπάει ασταμάτητα. Είδε την μαμά της ακίνητη, γεμάτη καλώδια. Πλησίασε αργά και την χάιδεψε απαλά στο πρόσωπο. Τα βλέφαρά της πετάρισαν. Άνοιξε τα μάτια της και την κοίταξε με τρόμο. Δεν κατάλαβε πού βρισκόταν. Δεν θυμόταν τίποτα. Η Ελένη τράβηξε μια καρέκλα και έκατσε κοντά της. Της εξήγησε ότι έγινε τροχαίο και είχαν τραυματιστεί πολύ σοβαρά.

«Ο πατέρας σου;»

Ίσα που ακούστε η φωνή της μαμάς της. Η Ελένη κόμπιασε. Η καρδιά της σφίχτηκε. Φοβόταν πώς θα αντιδράσει. Έπιασε και τα δύο της χέρια και τα έσφιξε μέσα στα δικά της.

«Δεν τα κατάφερε»

Η μητέρα της ξέσπασε σε κλάματα. Η Ελένη βλέποντάς την, άρχισε και εκείνη να κλαίει. Ήθελε και εκείνη να ξεσπάσει, να τα πει όλα, να τα βγάλει από μέσα της. Σηκώθηκε και την αγκάλιασε και την κράτησε στα χέρια της σαν να ήταν ό,τι πιο πολύτιμο είχε. Μια γυναίκα που έπρεπε να προστατεύσει. Εκείνη η γυναίκα είχε παλέψει με νύχια και με δόντια να την μεγαλώσει. Πάντα έβαζε σε δεύτερη μοίρα τον εαυτό της. Εκείνη η γυναίκα άξιζε επιτέλους την αλήθεια. Αλλά η Ελένη δεν ήξερε αν αυτή η αλήθεια άξιζε τον πόνο που θα προκαλούσε.

«Τον αγαπούσα τόσο πολύ»

«Το ξέρω, μαμά»

Ήταν αλήθεια ότι τον αγαπούσε πολύ. Ο άντρας που αγαπούσε όμως την πρόδωσε, είχε κάνει παιδί με μια άλλη γυναίκα, το κράτησε μυστικό όλη του τη ζωή και αποφάσισε να το πει στην κόρη του λίγο πριν ξεψυχήσει, ρίχνοντας σε αυτήν το βάρος της δικής του ευθύνης. Η Ελένη ήθελε τόσο να φωνάξει πως όλα ήταν ένα ψέμα. Να μοιραστεί το βάρος, να ελευθερωθεί.

«Πώς έφυγε;»

«Ήρεμος, μαμά. Ήταν ήρεμος»

Εκείνη τη στιγμή, η Ελένη κατάλαβε ότι αν αυτή η γυναίκα έχανε την ελπίδα της και την πίστη της στον άνθρωπο που πέρασε μαζί του όλη της την ζωή, δεν θα ήθελε να σηκωθεί ξανά από το κρεβάτι. Είδε την μαμά της να κλείνει τα μάτια ανακουφισμένη. Την σκέπασε καλά και την φίλησε στο μέτωπο. Της υποσχέθηκε πως όλα θα πάνε καλά. Πως θα είναι δίπλα της σε όλα.

Βγήκε για μια ακόμα σύντομη βόλτα στον κήπο του νοσοκομείου. Αναρωτιόταν πόσο έμοιαζε τελικά με τον πατέρα της. Τι διαφορά είχε αυτό που έκανε εκείνη τώρα στην μαμά της; Ψέματα της έλεγε μια ζωή και αυτός, ψέματα της έλεγε και εκείνη τώρα. Εκείνος για να καλύψει το τομάρι του, εκείνη για να προστατεύσει την μαμά της. Έτσι το έβλεπε. Ένα γαλήνιο ψέμα αντί για μια οδυνηρή αλήθεια. Σωστό ή λάθος, πάντα θα αναρωτιόταν…

CC

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτή👇👇👇

 

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading