Τέρμα Θεού, αρχές Αλλάχ – 3

Προηγούμενο

– Εγώ λέω ν’ αφήσεις τις μαλαkiεs. Δεν παίζουν εδώ πάνω μ’ αυτά τα πράγματα!

– Μα δεν έχω σκοπό να την κοροϊδέψω ρε Κοσμά!

– Και τι έχεις σκοπό να κάνεις; Να τη ζητήσεις σε γάμο;

– Να τη γνωρίσω ρε φίλε!

– Πού νομίζεις ότι βρίσκεσαι ρε Μάνο; Για μπελάδες ψάχνεις; Κάτσε ήρεμα, να τελειώσεις τη θητεία σου, να γυρίσεις στο σπιτάκι σου…

– Δεν γίνεται λες Κοσμά, ε; 

– Ούτε με σφαίρες φιλαράκι…

Τον έβαλε σε σκέψεις η κουβέντα του με τον Κοσμά. Ήξερε ότι είχε απόλυτο δίκιο, το φρόνιμο θα ήταν να μην σηκώσει ούτε καν το βλέμμα του να κοιτάξει την Ιφέτ, μα μαγνήτες ένιωθε τα μάτια της. Ναι, δεν είχε σκοπό να την κοροϊδέψει, μα αλήθεια, τι άλλο θα μπορούσε να γίνει; Ούτως ή άλλως σε λίγους μήνες θα έφευγε και ήξερε καλά πως τα πράγματα εδώ ήταν πολύ διαφορετικά… Αλήθεια, μπελάδες έψαχνε; Όχι, ο Κοσμάς είχε δίκιο, δεν θα έπρεπε να ανοίξει ιστορίες. Όχι εδώ. Όχι με μια γυναίκα σαν την Ιφέτ.

Στην επόμενη έξοδό του, δεν πήγε στο μαγαζί του Μπόρα. Ούτε στη μεθεπόμενη, παρότι οι φίλοι του αποφάσισαν να πάνε εκεί. Προφασίστηκε ότι τον περίμεναν κάτι γνωστοί σ’ ένα άλλο μαγαζί και πήγε να πιεί ένα καφέ κάπου αλλού, μόνος. Στην τρίτη κατά σειρά έξοδό του, πέρασε απλά διακριτικά απ’ έξω, μπας και πετύχει την Ιφέτ, να τη δει έστω για λίγο από μακριά, αλλά δεν στάθηκε τυχερός. Είχαν περάσει περίπου δέκα μέρες απ’ την τελευταία φορά που είδε τα μάτια της και μια αλήθεια που δεν τολμούσε να μοιραστεί με κανέναν ήταν πως του είχε λείψει αφόρητα, την σκεφτόταν συνεχώς, την είχε δει ακόμη και στον ύπνο του.

‘Δεν την παλεύω άλλο! Πρέπει να τη δω! Μόνο να τη δω κι ας μην ανταλλάξουμε ούτε λέξη!’ σκέφτηκε την ώρα που ετοιμαζόταν για έξοδο με κάποιους άλλους φαντάρους. Ο Κοσμάς είχε υπηρεσία και δεν θα ερχόταν μαζί τους κι αυτό τον ανακούφιζε, μιας και κανένας άλλος δεν ήξερε για τις σκέψεις του για την Ιφέτ και μπορούσε να παραστήσει τον άνετο όταν θα έμπαιναν στο μαγαζί του Μπόρα.

Κάθισαν όλοι μαζί σ’ ένα γωνιακό τραπέζι, παρήγγειλαν κι άρχισαν να μιλάνε και να γελάνε. Ο Μάνος ένιωθε σαν να καθόταν σ’ αναμμένα κάρβουνα, κοιτούσε με αγωνία γύρω του, ήλπιζε να τη δει έστω για ένα λεπτό. Μπουκιά δεν κατέβαινε, γουλιά δεν είχε βάλει στο στόμα του.

– Τι έπαθες ρε Μανωλάκη; Τόση ώρα είμαστε εδώ και δεν έχεις βγάλει κιχ!

– Όλα καλά ρε φίλε, αλλά… σταμάτησε να μιλάει και κόλλησε το βλέμμα του στην πόρτα του μαγαζιού που μόλις είχε ανοίξει. Χαμογέλασε και σήκωσε το χέρι του να χαιρετήσει τον Μπόρα που μόλις είχε μπει. Ο Μπόρα ανταπέδωσε το χαιρετισμό και πήγε προς το τραπέζι τους.

– Καλώς τον! είπε ο Μπόρα και του έδωσε το χέρι

– Τι κάνετε κύριε Μπόρα; ανταπέδωσε την χειραψία ο Μάνος. Μέρες έχω να σας δω… δεν βόλεψε με τις εξόδους και… προσπάθησε να δικαιολογηθεί

– Κι εσύ δεν ήρθες από εδώ ε; του χαμογέλασε. Έλειπα κι εγώ λίγες μέρες, είχα την κόρη μου αδιάθετη κι έμεινα μαζί της.

– Αδιάθετη; ρώτησε με φανερό ενδιαφέρον, ενώ προσπαθούσε να κρύψει την αγωνία του

– Μου ζαλίστηκε το κορίτσι μου ένα βράδυ εδώ στο μαγαζί και πήγαμε στο νοσοκομείο. Μας κράτησαν για εξετάσεις… εντάξει, είναι καλά, απλά μας σύστησαν ξεκούραση. Τις πρώτες μέρες έμεινα στο πλευρό της, πού μυαλό για δουλειά; Πρώτη μέρα την άφησα μόνη κι είπα να έρθω, γιατί πρέπει να ασχοληθώ και λίγο με το μαγαζί. Ήρθε ο ξάδερφός μου στο πόδι μου και ο “μεγάλος” Ασλάν βέβαια… γέλασε

– Λυπάμαι για την ταλαιπωρία σας… χαίρομαι που όλα είναι καλά τώρα… Περαστικά της!

– Σ’ ευχαριστώ λεβέντη μου… Να περάσετε όμορφα ε! του είπε και έφυγε για την κουζίνα

Ο Μάνος κάθισε στο τραπέζι κι άναψε τσιγάρο με νευρικές κινήσεις. ‘Δεν θα την δω ούτε σήμερα και ποιος ξέρει πότε θα νιώθει καλύτερα για να έρθει’ σκέφτηκε. ‘Απ’ την άλλη, είναι μόνη στο σπίτι και…’ συμπλήρωσε τη σκέψη του, αφήνοντας ένα ερωτηματικό για το τέλος. ‘Ίσως αυτή να είναι η ευκαιρία μου… Ίσως…’

– Πού ταξιδεύεις ρε αδερφέ; διέκοψε τη σκέψη του η φωνή του Λευτέρη που καθόταν δίπλα του

– Εδώ… δηλαδή… εγώ την κάνω! είπε και σηκώθηκε απότομα

– Πού πας ρε Μάνο; Έχουμε ακόμη ώρα μέχρι να επιστρέψουμε! του είπε παραξενεμένος

– Ναι… όχι… δηλαδή… έχω μια δουλειά… είπε, έβγαλε ένα χαρτονόμισμα, το άφησε στο τραπέζι και βγήκε απ’ το μαγαζί με βιαστικό βήμα

Έφτασε σχεδόν τρέχοντας στο κοντινό πάρκο, κάθισε σ’ ένα απομονωμένο παγκάκι κι έβγαλε το κινητό του. Άρχισε να πληκτρολογεί και να ψάχνει στη μηχανή αναζήτησης… ‘Tat’ το όνομα του μαγαζιού – ‘Ιδιοκτήτης: Μπόρα Σαγήρ – Διεύθυνση οικίας:…’. Του πήρε λίγη ώρα να εντοπίσει την διεύθυνση του Μπόρα και ψάχνοντας στους χάρτες του κινητού του, διαπίστωσε με χαρά πως η διεύθυνση δεν απείχε πολύ απ’ το σημείο που βρισκόταν. Σηκώθηκε αποφασιστικά κι άρχισε να περπατά με γρήγορο βήμα προς την κατεύθυνση που του έδινε το κινητό. Λίγα λεπτά μετά, στεκόταν έξω από μια μικρή, παλιά μονοκατοικία, με μικρή και σκοτεινή αυλή. Στάθηκε πίσω από ένα μεγάλο δέντρο που υπήρχε στο δρόμο και προσπάθησε να παρατηρήσει σημάδια ζωής μέσα στο σπίτι. Είχε αρχίσει να νυχτώνει και το κρύο ήταν τσουχτερό, μα δεν έδειχνε να τον νοιάζει, είχε επικεντρωθεί απλά στο να κοιτάζει τα κλειστά παράθυρα. ‘Τι ήρθα να κάνω εδώ; Ακόμη κι αν την δω να βγαίνει… τι θα κάνω; Τι μαλakas είσαι ρε Μάνο! Γιατί μπλέκεσαι με…’ τις σκέψεις του διέκοψε μια φωνή από πίσω του που είπε το όνομά του, που τον τάραξε τόσο που έκανε όλο του το σώμα να τιναχτεί. Γύρισε απότομα και τότε την είδε. Ήταν εκείνη! Η Ιφέτ! Μπροστά του!

Στάθηκε αμίλητος, φανερά ταραγμένος, ανίκανος ν’ ανοίξει έστω το στόμα του και την κοιτούσε που βρισκόταν ακριβώς μπροστά του, πανέμορφη, να τον κοιτάζει μ’ αυτά τα μαγικά της μάτια. Η Ιφέτ άφησε στο δρόμο τη σακούλα που κρατούσε και του χαμογέλασε αμυδρά.

– Πώς βρέθηκες εδώ; τον ρώτησε με ελαφρώς ανακριτικό ύφος, μιας και ήταν ξεκάθαρο πως κρυβόταν έξω απ’ το σπίτι της

– Πώς ξέρεις το όνομά μου; της ανταπάντησε με το ίδιο ακριβώς ύφος

Στάθηκαν ο ένας απέναντι απ’ τον άλλο αμίλητοι για λίγα δευτερόλεπτα. Ένιωσαν σαν ποντικοί που πιάστηκαν στη φάκα. Ο Μάνος δεν θα έπρεπε να κρύβεται έξω απ’ το σπίτι της -θεωρητικά δεν ήξερε πού ήταν το σπίτι της κι απ’ την άλλη η Ιφέτ δεν θα έπρεπε να γνωρίζει το όνομά του -δεν είχαν ποτέ συστηθεί. Και τότε… σαν συνεννοημένοι, έβαλαν τα γέλια! Άρχισαν να γελάνε δυνατά, εγκάρδια, σαν παιδιά! Πρώτη σταμάτησε η Ιφέτ, που έβαλε το χέρι της στα χείλη της και του ζήτησε να κάνει ησυχία, ενώ έριχνε βλέμματα όλο αγωνία γύρω της. Ο Μάνος κατάλαβε, δεν έπρεπε να τους ακούσουν. Σταμάτησε να γελάει, την έπιασε απαλά απ’ το χέρι και την τράβηξε κοντά του, πίσω απ’ το δέντρο, σε μια προσπάθεια να μην είναι ορατοί απ’ το δρόμο.

– Είσαι καλά; Μου είπε ο πατέρας σου ότι ήσουν αδιάθετη… σχεδόν της ψιθύρισε

– Μίλησες με τον πατέρα μου; τον ρώτησε έκπληκτη

– Με συμπαθεί ο πατέρας σου. Κι εγώ τον συμπαθώ. της είπε, αλλά δεν ήξερε γιατί της το είπε αυτό

Κι εγώ συμπαθώ εσένα... είπε εκείνη αυθόρμητα και σαν να σοκαρίστηκε απ’ τα ίδια της τα λόγια, κατέβασε το βλέμμα στο δρόμο

– Κι εγώ σε συμπαθώ Ιφέτ… της είπε και πλησίασε το πρόσωπό του στο δικό της

– Πώς ξέρεις το όνομά μου; του απάντησε κοιτώντας τον με θράσος στα μάτια

– Ιφέτ σημαίνει τίμια, καθαρή… έτσι μου είπε ο Ασλάν! της χαμογέλασε

– Πρέπει να φύγω… του είπε κι έκανε δυο βήματα πίσω

– Πότε θα σε ξαναδώ; την ρώτησε κοιτώντας την βαθιά στα μάτια

Δεν απάντησε, σήκωσε τη σακούλα απ’ το δρόμο κι άρχισε να περπατάει προς το σπίτι της. Σταμάτησε απότομα και γύρισε προς το μέρος του.

– Κι εγώ θέλω να σε ξαναδώ Μάνο, αλλά δεν νομίζω ότι γίνεται. 

– Για ό,τι θέλουμε πολύ, πάντα υπάρχει τρόπος Ιφέτ!

– Στην είσοδο του χωριού, υπάρχει ένα άλσος. Την Κυριακή, στις 7 θα είμαι εκεί. του είπε χωρίς να τον κοιτάξει και μπήκε με γρήγορα βήματα στο σπίτι

Το ίδιο βράδυ κι ενώ είχε βαρέσει σιωπητήριο κι όλοι είχαν πάει στα κρεβάτια τους, ο Μάνος καθόταν στο δικό του και κοιτούσε το ταβάνι. Του ήταν αδύνατον να κλείσει μάτι, σκεφτόταν την Ιφέτ, τα μάτια της, το γέλιο της… Αγωνιούσε για τη στιγμή που θα την συναντούσε μακριά από αδιάκριτα βλέμματα και προσπαθούσε να σκεφτεί τι θα έκανε, πώς θα τον αντιμετώπιζε εκείνη.

– Δεν κοιμάσαι; τον διέκοψε απ’ τις σκέψεις του ο Κοσμάς απ’ το διπλανό κρεβάτι

– Έτοιμος είμαι… απάντησε για να αποφύγει την κουβέντα

– Πού πήγες το απόγευμα; Μου είπε ο Λευτέρης ότι ήσουν πολύ περίεργος κι έφυγες βιαστικά απ’ το μαγαζί που καθόσασταν…

– Βαρέθηκα μωρέ! Πήγα μια βόλτα να πάρω αέρα.

– Πες μου ότι δεν έκανες καμιά κουταμάρα Μάνο!

– Τίποτα δεν έκανα! Πώς σου ήρθε αυτό; 

– Στο είπα και την άλλη φορά, εδώ πάνω δεν παίζουν! Κανόνισε να δημιουργηθεί κανένα χοντρό μπλέξιμο!

– Καληνύχτα Κοσμά. του απάντησε και γύρισε πλευρό

Δεν είχε σκοπό να μιλήσει σε κανέναν γι’ αυτή τη συνάντηση, ούτε στον Κοσμά, ούτε καν στους κολλητούς του στη Θεσσαλονίκη. Μπορούσε να καταλάβει πόσο δύσκολο θα ήταν για εκείνη να δεχτεί να βρεθεί μαζί του και δεν ήθελε με κανέναν τρόπο να προδώσει την εμπιστοσύνη της. Αυτή η συνάντηση θα έμενε μυστική απ’ όλους…

Οι μέρες που μεσολαβούσαν μέχρι την Κυριακή, φάνηκαν στον Μάνο αιώνες. Όσο πλησίαζε στο σημείο που του είχε υποδείξει η Ιφέτ, ένιωθε την καρδιά του να χτυπά δυνατά, τόσο δυνατά, σαν να ήταν έτοιμη να πεταχτεί απ’ το στήθος του! Η σκέψη πως για εκείνη θα ήταν ακόμη πιο αγχωτικό όλο αυτό, τον έκανε να προσπαθεί απεγνωσμένα να ηρεμήσει, αν μη τι άλλο, κάποιος θα έπρεπε να είναι ψύχραιμος!

Φτάνοντας στο άλσος, είχε από ώρα σκοτεινιάσει. Στάθηκε σε μια άκρη και κοίταξε γύρω του. Κανένα σημάδι ζωής, κανένα σημάδι της Ιφέτ. Κοίταξε το ρολόι του, πλησίαζε 7. ‘Δεν μπορεί… θα έρθει…’ προσπάθησε να ησυχάσει τον εαυτό του. Και τότε την είδε… είδε τη μορφή της να πλησιάζει απ’ το δρόμο. Ήθελε να πάει κοντά της, αλλά σκέφτηκε πως θα ήταν πιο ασφαλές να παρέμενε εκεί, μέσα στα δέντρα, μην τυχόν και περάσει κάποιο αυτοκίνητο και τους δει. Κάθε της βήμα προς το μέρος του, χτύπος στην καρδιά του. Ένιωθε την ανάσα του να κόβεται, την κοιτούσε να περπατά στο σκοτάδι σαν αερικό και μόνο μόλις στάθηκε μπροστά του και σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε στα μάτια, ένιωσε τον κόσμο του να φωτίζεται. Κι έμειναν εκεί, να κοιτιούνται, αμίλητοι κι οι δυο.

– Σ’ ευχαριστώ που ήρθες… έσπασε τη σιωπή εκείνος

– Τρέμω… του απάντησε κοιτώντας τον στα μάτια με ειλικρίνεια

– Καταλαβαίνω κορίτσι μου, καταλαβαίνω… είπε και προχώρησε λίγα βήματα μέσα στο δάσος. Για να μη μας δει κανείς… συμπλήρωσε, γιατί είδε το βλέμμα της αγχωμένο

Τον ακολούθησε. Τον είδε να κάθεται σε μια μεγάλη πέτρα κι ακολούθησε το παράδειγμά του και κάθισε προσεχτικά σε μια πέτρα λίγο πιο δίπλα. Και άρχισαν να μιλάνε σαν να γνωρίζονται χρόνια, ακόμη κι η Ιφέτ που ήταν απ’ την αρχή πιο επιφυλακτική απέναντί του, άρχισε να χαλαρώνει και να του ανοίγεται. Και μίλησαν για τις ζωές τους, για τις οικογένειές τους, για τις απώλειες που τους σημάδεψαν. Μίλησαν για τα όνειρά τους για το μέλλον, για τους στόχους και για τους φόβους τους. Της είπε πως απ’ την πρώτη στιγμή τον φυλάκισε το βλέμμα της, του είπε πως απ’ την πρώτη στιγμή την αιχμαλώτισε το χαμόγελό του. Και μίλησαν και για τη μοίρα, το κισμέτ. Εκείνος επέμεινε πως τη μοίρα μας την ορίζουμε οι ίδιοι κι εκείνη πως το κισμέτ είναι προδιαγεγραμμένο και δεν μπορούμε να ξεφύγουμε απ’ αυτό.

– Δηλαδή αυτό που ζούμε τώρα ήταν ορισμένο απ’ τη μοίρα λες; 

– Δεν ξέρω… του απάντησε και κλώτσησε ένα μικρό πετραδάκι

– Ούτε εγώ. Το μόνο που ξέρω είναι πως ένιωσα κάτι μαγικό με το που σε πρωταντίκρυσα… Δεν ξέρω αν λέγεται μοίρα, κισμέτ ή… έρωτας, ξέρω μονάχα ότι όσο δεν σε βλέπω, σε σκέφτομαι… σηκώθηκε και γονάτισε μπροστά της

Τα μάτια της βούρκωσαν. Σήκωσε το βλέμμα της στον από ώρα μαύρο ουρανό. Ο Μάνος δεν κατάλαβε αν σκεφτόταν, αν προσευχόταν ή αν απλά προσπαθούσε να αποτρέψει τα δάκρυά της απ’ το να τρέξουν. Πήρε μια βαθιά ανάσα και κόλλησε τα μάτια της στα δικά του, ψάχνοντας ίσως κάπου εκεί να βρει την όποια αλήθεια, το όποιο ψέμα. Το μόνο που έβλεπε ήταν ένα καθαρό βλέμμα, που χανόταν στο δικό της. Κι εκείνος στάθηκε αμίλητος, αφήνοντας τα μάτια της να “ανακρίνουν” τα δικά του. Δεν ένιωθε πως είχε τίποτα να κρύψει. Μόνο αλήθεια έκρυβε η κάθε λέξη του. Κι όταν η “ανάκριση” τελείωσε, όταν είδε το βλέμμα της να μαλακώνει, μόνο τότε έβαλε το χέρι του απαλά στο μάγουλό της και την φίλησε. Κι εκείνη τη στιγμή, εκείνη τη μαγική στιγμή, σαν να άνοιξαν οι ουρανοί κι ο Θεός κι ο Αλλάχ να ευλόγησαν αυτή την αλήθεια, αυτή την αγάπη που μόλις είχε γεννηθεί…

Κική Γιοβανοπούλου

Συνεχίζεται…

5 responses to “Τέρμα Θεού, αρχές Αλλάχ – 3”

  1. υπεροχο περιμένω την συνεχεια ,πολη καλή γραφή ♥

  2. Έξυπνη και εμφανταστη η γραφή περιμένω την συνέχεια πως και πώς !👏

Leave a Reply to kalliopiCancel reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading