Πριν ξεκινήσω να γράφω, για να μην παρεξηγηθώ, να πω ότι έχω άπειρα θετικά πάνω μου -γύρω μου- προσφάτως και κάτω μου! Ελαχιστότατα κουσούρια με χαρακτηρίζουν, αλλά αυτό που δεν μπορείς με τίποτα να με αποκαλέσεις είναι ανισόρροπη. Κοινώς, δεν πέφτω! Ούτε μεταφορικά, να προσγειωθώ απότομα στην πραγματικότητα, ούτε κυριολεκτικά, στο έδαφος! Οι φορές που θυμάμαι να έχω φάει τα μούτρα μου στην ενήλικη ζωή μου, τα παιδικά σαβουρντίσματα δεν μετράνε, είναι μία και αυτές με το ζόρι. Η επόμενη είναι που ακολουθεί, ελπίζω και η τελευταία, δε βγαίνω αλλιώς! Με την σπανιότητα που με χαρακτηρίζει στο φαινόμενο, σε τριάντα έτη που θα μετρήσω κάνα χωραφάκι, πιθανόν να είναι το έσχατό μου εις χλοερόν τόπον αναπαύσεως. Και δε θα ξανασηκωθώ, πραγματώνοντας την παροιμία, η γριά ή από πέσιμο ή από χέσιμο ή από σπάσιμο ή από κλάσιμο (έξτρα πόντος)!
Φέτος που λέτε, συνέβη και το εξής παράδοξο για μένα και τον άνδρα μου, πήγαμε δεύτερη φορά καλοκαιριάτικα στο ίδιο μέρος ολιγοήμερες διακοπές. Τόσο μας άρεσε! Σίγουρα μέτρησε η διαμονή μας σε ένα κεντρικό μα ήσυχο κουκλίστικο δωμάτιο και η ειλικρινή σχέση συμπάθειας που αναπτύξαμε με τον ιδιοκτήτη. Σαν επιστέγασμα λοιπόν της πετυχεσιάς όλων των παραπάνω, είπαμε το προτελευταίο βράδυ μας στο νησί, -με παραλίγο στον μάταιο τούτο κόσμο- να βγούμε οι τρεις μας για νυχτερινό μπανάκι και κοκτεϊλάκι στην ακροθαλασσιά. Αν και οι δύο τους με κορόιδεψαν, όπως αποδείχτηκε, αφού βαρεθήκανε να βουτήξουμε. Με ξεγελάσανε κιόλας σαν πεντάχρονο, «τράβα βρέξου ως τον αστράγαλο!». Αποτέλεσμα, κόλλησε η άμμος στις πατούσες μου και μόλις γυρίσαμε στο δωμάτιο ήθελα να πλυθώ για ν’ αλλάξω σαγιονάρες. Ο καλός μου άραξε στο μπαλκονάκι, εγώ βουρ στο ντους. Βγαίνοντας, θεώρησα σωστό να διασχίσω τα δύο μέτρα που με χωρίζανε απ’ τις πεντακάθαρες παντούφλες μου, στις μύτες των υγρών κρινοδάχτυλων των ποδιών μου. Και στο τέταρτο μπαλαρινίσιο άνοιγμα, γλιστράω στο πλακάκι… κοπανώ ψηλά την καούκα μου στον αριστερό τοίχο, συνεχίζω την πιρουέτα και σκάω θεαματικά χάμω. Αλαφιασμένος από τον ήχο πρόσκρουσης μαυρισμένης στρογγυλής επιφάνειας στο ψυχρό πάτωμα, πετάγεται και στέκεται από πάνω μου, γυμνόστηθος χάρος με χαβανέζικο ανσάμπλ, ο σύζυγός μου. Και αρχίζει να με ρωτά πανικόβλητος «Τι κάνεις; Τι κάνεις; Τι κάνεις;».
Κατανοώ πως είναι σοκαριστικό από εκεί που βλέπεις μια… αφράτη γοργόνα όρθια, ξαφνικά να αντικρίζεις στραβοχυμένη οριζοντιωμένη όρκα, αλλά μες την σύγχυσή μου, και τον πόνο μου, πρόλαβα να σκεφτώ πολλαπλές απαντήσεις στο «τι κάνεις;» του. Η πρώτη η αθάνατη, η κλασσική, «στην πετάω και την πιάνεις»… άστοχη όμως, αφού δεν με έπιασε εγκαίρως. Η δεύτερη «ελέγχω αν θα με εντοπίσουν σε τόσο χαμηλό υψόμετρο τα κουνούπια-τίγρεις». Εννοείται επέλεξα την τρίτη «έπεσα ρε βλάκα! Έπεσα! Δε βλέπεις;». Αυτή την ατάκα είναι η μόνη που δε θυμόμουν πως ξεστόμισα όταν μου τα έλεγε αργότερα, του ζήτησα μάλιστα και συγνώμη. Ανακάλυψα πως ούτε τον ένοιαξε, γιατί αφού απάντησα, και ειδικά βρίζοντας, είχα επανέλθει στις κανονικές εργοστασιακές ρυθμίσεις αμέσως! Αυτός να επιμένει να με σηκώσει, εγώ να με σουβλίζει το κεφάλι μου, να νιώθω πως το μυαλό πήγε και ήρθε σα φραπέ σε σέικερ, δις μες το χτυπημένο κρανίο μου, που ευτυχώς το συγκράτησε στη θέση του! «Έλα να σε πιάσω να σε σηκώσω, σήκω, σήκω, σήκω!»…χόρεψε κουκλί μου να σε δω να σε χαρώ, ήταν έτοιμος να ξεστομίσει, οπότε εγώ του βρόντηξα ένα μεγαλοπρεπές τσιριχτό “ΣΚΑΣΕ ΠΟΝΑΩ!” κάτι που έγινε αμέσως κατανοητό και ίσως για κάνα δίλεπτο σε ολόκληρη την Χώρα της Νάξου δεν ακούστηκε κιχ!
Μόλις σιγουρεύτηκα πως είναι όλα στη θέση τους -φαινομενικά τουλάχιστον- αποφάσισα να δώσω το χέρι μου να με βοηθήσει στην αναστύλωση, μπας και ζαλιστώ στην απόπειρα και άντε φτου απ’ την αρχή πάλι. Ήταν και περασμένες μία την νύχτα, πόσα ιιι-γκουπ-ντουπ-ΑΑΑΑΑΑΑΑΑ- ν’ αντέξουν οι γείτονες! Ευτυχώς τα κατάφερα να σταθώ στο ύψος μου. Μου κότσαρε και μια σιέλ παγοκύστη και άρχισε να επιμένει για βόλτα στο Κέντρο Υγείας. Δελεάστηκα στην αρχή, διότι σίγουρα μια τριήμερη αναρρωτική θα την γράφανε. Ξημέρωνε Σάββατο, άρα Δευτέρα δε θα πήγαινα δουλειά. Όμως άλλη ταλαιπωρία δεν άντεχα, συμφωνήσαμε να μείνουμε σπίτι καθώς δεν είχα ούτε ζαλάδες, ούτε κομμάρες μόνο… πείναγα, πράγμα σύνηθες για μένα ύστερα από ξενύχτι. Και όπως αποδείχτηκε δεν περνά ούτε με πτώση από το Κιλιμάντζαρο.
Ξάπλωσα λοιπόν διπλά υποφέροντας στο κρεβάτι. Μία απ’ την νηστικάδα και δύο απ’ το τσούξιμο. Δεν έκλεισα μάτι, νομίζω η Fissler σιγόβραζε φασολάδα κάτω απ’ το βρεγματικό μου οστό.
Είπα να αράξω ως αργά την επομένη, γύρω στις δέκα. Διάσειση ή όχι, ξεκούραση χρειαζόταν! Ο ανδρούλης μου συνέχιζε να είναι αλαφιασμένος και μάλιστα επέμενε πως απ’ το άγχος του δεν είχε κοιμηθεί καθόλου. Εξιστόρησε τα καθέκαστα στον ιδιοκτήτη, στην μάνα του, στα πεθερικά μου, στον ξάδελφό του, στον μπαρίστα δίπλα, μέχρι και σε έναν φίλο του που ήταν τσακωμένοι για τα οπαδικά στο Γυμνάσιο! Δεν του το χάλασα, ας μαρτυρήσει τι πέρασε ροχαλίζοντας δίπλα μου! Άλλωστε απ’ την ένταση και το ζόρι του, με τράβηξε τόσο άγαρμπα για τον ίδιο, που το επόμενο απόγευμα τον ενοχλούσε το αριστερό πάκι του. Τίγκα στην θερμαντική και στα έμπλαστρα αυτός, ψυχρές αλοιφές και άρνικες εγώ!
Νομίζω εκείνο το πρωί που κατεβήκαμε κούτσα-κούτσα παραλία, θα μείνουμε αξέχαστοι στην παραλία του Αγίου Γεωργίου. Άκουσα πως μας κάνανε γλυπτά από άμμο τα παιδάκια: ο ένας είχε πάρει ελαφριά κλίση κρατώντας την μέση του, η άλλη κούναγε ως καρουμπαλιασμένο ζόμπι την μούρη της. Τόσο ρομαντικό, που τέτοιο ταιριαστό ζευγάρι περπάταγε προς το γειτονικό καφέ: ο στραβοσουγιάς και η μούσα του Τζορτζ Ρομέρο! Α, με μαγιό, πιασάρικα πράγματα!
Την Κυριακή, κατά την αναχώρηση, είχαμε οριστικά συνέλθει, η ενόχληση είχε γίνει μια απλή κοκκινίλα που κάλυπτε άψογα η πλούσια ξανθιά χαίτη μου! Στο πλοίο της επιστροφής συνειδητοποίησα πως χρήστηκα επάξια η “μις ομαλή προσγείωση σε ανώμαλες καταστάσεις”. Δηλαδή, λέω στο στεφάνι μου, ότι αν δεν είχα κάνει τρίπλα «απόκρουση» στον τοίχο και είχα σκάσει σαν παραγινομένο, όπου πεπόνι βάλε κεφάλι, κατευθείαν στο πάτωμα, μπορεί να ήσουν χήρος τώρα. Η απάντησή του; «Στην φυλακή θα ήμουν! Μην το ξαναπάθεις ποτέ, πήγα και γύρισα απ’ την λαχτάρα μου. Και ειδικά σε κλειστό χώρο, μόνο σε εξωτερικό με μάρτυρες!».
Τρεις βδομάδες μετά, μας έχει ρουφήξει η καθημερινότητα. Παραμένει όμως τόσο τρυφερός και δεν μου χαλά χατίρι! Στη Νάξο, αδελφές μου, στη Νάξο για να… σιάξω! Μέχρι που λέω να καθιερώσω μια ελαφρά τούμπα ανά εξάμηνο. Τα πάνω-πάνω, για δώστε σκηνοθετικές ιδέες, μην καρφωθώ η πρωταγωνίστρια πως γίνεται επίτηδες!
Μαρίτσα Καρά

One response to “Στη Νάξο για να… σιάξω!”
Σε καλό σου κλαίω από τα γέλια…κι είμαι στη δουλειά..αν απολυθω εσύ θα φταις..και να ξέρεις κάνω επικά πεσιματα..🤣🤣🤣🤣🤣