Καλημέρα σας,
Το όνομά μου είναι Ρόζα. Όχι εκείνη η ναζιάρα με τα σγουρά μαλλιά που λέει και το τραγούδι. Σκέτο Ρόζα!
Πριν ξεκινήσω να σας διηγούμαι την περιπέτειά μου, θα ήθελα να σας πω μερικά πράγματα για μένα. Το όνομά μου το πήρα, δεν ξέρω από που, ούτε ποιανού ήταν η ιδέα. Καμιά φορά ακούω και στο όνομα “Λαμπρίτσα”, από την Λαμπρή, αλλά έχει επικρατήσει το “Ρόζα”. Για να μην σας κουράζω, με φωνάζουν έτσι, εμένα μόνο εμένα, γιατί απλά είμαι κατακόκκινη σαν ντομάτα, σαν εκείνη την μικρή οβάλ, την πομοντόρο, που έχει τα ωραιότερα αρώματα και σας δίνει την πιο εύγεστη σάλτσα.
Είμαι μικροσκοπική σαν το νύχι του μικρού σας δακτύλου, άντε και καμμιά φορά σαν του παράμεσου. Επίσης φοράω και μικρές μαύρες βούλες, επτά στο σύνολό τους. Το κεφάλι μου δεν είναι πολύ μεγάλο και δύο μικρές κεραίες που προεξέχουν είναι το τιμόνι μου. Έχω και φτερά για να πετάω όταν έρχεται η ώρα να ξυπνήσω από τον βαθύ μου ύπνο και κάνω τις τσάρκες μου.
Αν δεν το έχετε καταλάβει, θα σας βοηθήσω να με προσδιορίσετε. Είμαι η γνωστή σας πασχαλίτσα.
Κάθε φθινόπωρο με πιάνει μία νύστα, τα μάτια μου κλείνουν και το σώμα μου δεν με υπακούει πια. Έτσι κι εγώ βρίσκω ένα λουλουδάκι, μια εσοχή στον κορμό ενός μεγάλου δέντρου ή ακόμη και κάτω από το χώμα, βάζω τις πιτζάμες μου, αν είχα δηλαδή, και πέφτω ξερή. Ούτε ένα πέταγμα, ούτε ένα ζουζούνισμα, ούτε τίποτα. Ξερή σαν πέτρα, τα φτερά μου τα μαζεύω σφικτά στο κορμάκι μου και τσουπ έρχεται ο πρώτος ύπνος.
Δίπλα μου μπορεί να είναι και κάποιες από τις φιλενάδες μου, η καθεμία ξαπλώνει αναπαυτικά, ευτυχώς είμαστε μικρόσωμες και δεν πιάνουμε πολύ χώρο. Λίγο πριν κλείσουν τα ματάκια μας, η μία καληνυχτίζει την άλλη με πολύ στοργή.
-Καληνύχτα Ρόζα, καλόν ύπνο Λαμπρίτσα, όνειρα γλυκά σε όλες… με το καλό να ξαναπετάξουμε σε λίγους μήνες.
Έτσι μπαίνει ο χειμώνας, μια εποχή που δεν μου αρέσει καθόλου. Για φανταστείτε με να πετώ μέσα στο καταχείμωνο, στην βροχή ή στο χιόνι και να ψάχνω λίγο φαγητό… Μπρρρ, δεν θα προλάβω να φτάσω ούτε μέχρι το άλλο δέντρο! Θα πέσω κάτω ξερή, όχι τίποτα άλλο θα χαλάσουν και τα ωραία μου φτερά. Όταν όμως έρθει η Άνοιξη, αχ τι εποχή είναι αυτή, την ντυμένη με τα χιλιάδες λουλούδια, κόκκινα, κίτρινα, μωβ, πορτοκαλιά! Ποιητές, ζωγράφοι, μουσικοί την έχουν υμνήσει ανά τους αιώνες με θαυμασμό, ο Μποτιτσέλι με τον υπέροχο πίνακά του ή ο Βιβάλντι με την μουσική του.
Πώς θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη; Δεν νιώθετε ένα σκίρτημα στην ψυχή σας, να θέλετε να βγείτε έξω, να πετάξετε τα παπλώματα από πάνω σας, να καθίσετε κάτω από ένα δέντρο και να χαζεύετε με τις ώρες τα λουλούδια; Όλες οι αισθήσεις σας σε εγρήγορση, κυρίως η όσφρηση και η όραση. Για αυτό την αγαπώ κι εγώ. Με το που σκάει μύτη η πρώτη μαργαρίτα στο δάσος, καταλαβαίνω ότι ήρθε η ώρα να ξυπνήσω. Μόλις ανοίξω τα βλέφαρά μου κοιτάω δεξιά και αριστερά να εντοπίσω τις φίλες μου. Μία μία αρχίζουν και αυτές να κουνούν τα φτερά τους.
-Ωωω, πώς πέρασε ο καιρός! Κοιμηθήκατε καλά; Δεν πιστεύω να θέλετε και άλλο να χουζουρέψετε; Κοιτάξτε πόσο όμορφα είναι έξω! αυτά και άλλα παρόμοια ακούς εκείνη την ώρα.
Εγώ δεν κάθομαι και πολύ ξαπλωμένη. Ανοίγω το ένα μάτι, μετά το άλλο, ξεδιπλώνω σιγά σιγά τα φτεράκια μου και μου δίνω μία ώθηση και ουπς… αρχίζει το πέταγμα.
Μα τι όμορφες μαργαρίτες είναι αυτές! Τις λατρεύω πραγματικά. Όταν κάποιος πάει να τις κόψει για να μαδήσει τα πέταλά τους, θυμώνω λίγο. Ακούς το περίφημο “μ’ αγαπάει δεν μ’ αγαπάει”, ένα ένα πεταλάκι πέφτει κάτω και κλαίει η ψυχή μου. Γιατί καλέ να μην σ’ αγαπάει; αναρωτιέμαι. Τι σου φταίει το λουλουδάκι και δεν το αφήνεις στην θέση του, να πάω κι εγώ να ξαποστάσω πάνω του;
Από ό,τι αντιλήφθηκα χωμένη κάτω από το χώμα, θα πρέπει να έβρεξε πολύ φέτος τον χειμώνα. Ένιωθα τις σταγόνες να πέφτουν πάνω μου ορμητικά και πολλές φορές μέσα στον ύπνο μου φοβήθηκα μην πνιγώ. Ε, όχι να πάω και από πνιγμό στο άνθος της νιότης μου! Για αυτό φέτος οι μαργαρίτες και τα αγριόχορτα είχαν θεριέψει. Έφτασαν μέχρι και τρία μέτρα ψηλά, τι καλά! Ω ρε κάτι γλέντια που θα κάνω! Θα φάω του σκασμού και μετά ξάπλα στις μαργαρίτες. Άλλοι πληρώνουν για ξαπλώστρες και εγώ θα τις απολαμβάνω τσάμπα!
Με το που στάθηκα σε ένα λουλουδάκι, να σου μερικοί περιπατητές. Κρατούσαν ένα μπουκέτο από αγριολούλουδα. Ωχ, σκέφτηκα από μέσα μου, αν κόψουν το λουλούδι που στέκομαι, την έβαψα. Θα χάσω την ισορροπία μου και ίσως πέσω κάτω. Κι αν με πατήσουν; Κι αν δεν προλάβω να πετάξω;
-Α, κοιτάξτε μία πασχαλίτσα!, φώναξε η γυναίκα με ενθουσιασμό. Τι όμορφη που είναι! εκείνη την ώρα απλώνει το δάκτυλό της και με βάζει σιγά σιγά επάνω του. Φέρνει το δάκτυλο κοντά στο στόμα της. Λίγο θα έλειπε να με καταπιεί. Με κοιτάει με δέος λες και βλέπει κανένα ξωτικό.
-Μα δεν είναι πανέμορφη; Τόσο μικρή αλλά τόσο λαμπερή!
Ένα δίκιο το έχει η μαντάμ. Είμαι μία κούκλα, λάμπω κάτω από το φως του ήλιου, όταν πέφτουν οι ακτίνες πάνω μου με δείχνουν πιο φωτεινή. Ε, δεν είμαστε όλοι το ίδιο, δεν έχουμε την ίδια χάρη! Κι ας είμαι μικροκαμωμένη, είμαι όμως τσαχπίνα.
Ευτυχώς μετά με άφησε πάνω σε μία άλλη μαργαρίτα, ουφ την γλίτωσα!
Εδώ θέλω να σας πω και κάτι άλλο… Ξέρετε ότι όλος ο κόσμος με θεωρεί το γούρι του, δηλαδή όταν με βρίσκουν δεν λένε “ααα τι έντομο είναι αυτό, το φοβάμαι”, όχι! Μια διευκρίνηση, δεν είμαι έντομο, είμαι σκαθάρι και ανήκω στα κολεόπτερα. Με λίγα λόγια δεν είμαι μία τυχάρπαστη. Στο θέμα μας όμως. Υπάρχει ένας θρύλος γύρω από το όνομά μου, που έχει τις ρίζες του στον Μεσαίωνα. Όταν οι καλλιέργειες κινδύνευαν να καταστραφούν από τα παράσιτα και ο κόσμος θα πεινούσε, τότε σήκωσαν τα χέρια ψηλά, όπως συνηθίζεται να κάνουν στις δύσκολες στιγμές, και προσευχήθηκαν στην Παναγία. Εκείνη, σύμφωνα με τον θρύλο, έστειλε εμάς τις πασχαλίτσες και τα καταβροχθίσαμε τα άτιμα, ρίξαμε έναν ύπνο μετά το φαγητό, δεν λέγεται, είχαμε βαρυστομαχιάσει από το πολύ φαΐ. Σε πολλά μέρη, όταν μας συναντούν και μας κρατούν για λίγο στο χέρι τους, έρχονται κοντά μας και μας ψιθυρίζουν κάτι περίεργα λόγια, αγάπης τα λένε. Μετά μας αφήνουν να πετάξουμε ελεύθερες με σκοπό να μεταφέρουμε τα λόγια τους στους αγαπημένους τους. Τι ρομαντικό! Ο θρύλος λέει ότι σε επτά μήνες θα πραγματοποιηθεί η ευχή της αγάπης! Επτά, όσα είναι και οι βούλες μας. Τόσο τυχερά και καλόψυχα έντομα είμαστε… ε συγνώμη, σκαθάρια ήθελα να πω. Με λίγα λόγια φέρνουμε την τύχη στην πόρτα σας!
Το κόκκινό μας χρώμα επίσης σε συνδυασμό με τις μαύρες βούλες, συμβολίζουν τα κόκκινα αυγά του Πάσχα και το μαύρο το πένθος για την Σταύρωσή του Κυρίου. Ένας ακόμη λόγος για να μας σέβεστε και να μας προστατεύετε.
Ήρθε η ώρα λοιπόν να σας πω για την περιπέτειά μου. Μόλις είχα καταπιεί λίγες μύγες, ε… τι να κάνω κι εγώ κάπως πρέπει να επιβιώσω. Τι; Να μην φάω; Νηστική να μείνω; Έχω φάει καμιά δεκαριά από δαύτες και έχω απλωθεί στο χώμα με χάρη. Λίγο πιο πέρα βρίσκονται κάτι παιδιά και παίζουν ανέμελα. Πάνω, κάτω, τρέχουν, κρυφτό, κυνηγητό. Σε κάποια στιγμή όμως το βλέμμα τους πέφτει πάνω μου.
Με το που με βλέπουν φωνάζουν όλα μαζί ομόφωνα: “Ααα, κοιτάξτε μία πασχαλίτσα!”. Δεν λέω, τα αγαπώ τα παιδιά, αλλά είναι λίγο άγαρμπα όταν παίζουν. Εγώ στάθηκα ακούνητη, ούτε ανάσα δεν έβγαζα, ούτε κιχ. Από το φόβο μου μην με πατήσουν “μάτωσαν” τα γονατάκια μου. Μάλιστα, το παθαίνω κι αυτό το κακό, όταν αντιληφθώ κίνδυνο, ματώνω. Έκανα κι εγώ τον ψόφιο κοριό. Τα παιδιά φώναζαν “έχει πεθάνει, δεν κουνιέται, να την πετάξουμε στα σκουπίδια!”. Ωχ συμφορά μου, να βρεθώ μέσα στις ακαθαρσίες και στις μυρωδιές; Να χαθεί η φυσική μου μυρωδιά! “Όχι, να την πατήσουμε να δούμε τι θα γίνει! Να ακούσουμε και κρατς την ώρα που την λιώνουμε!”. Να με λιώσουν, να με πατήσουν, να με πετάξουν! Αυτές οι απειλές ακούγονταν στα αυτιά μου δυνατά και έτρεμε το φυλλοκάρδι μου. Τι μου έμελλε να πάθω στα καλά καθούμενα! Να την γλιτώσω από τις βροχές και τις πλημμύρες, από τα πουλιά που τρώνε τα άλλα έντομα και να πάω από κλωτσιά;
Εγώ ακούνητη μην κινήσω υποψίες, αχ τα παιδιά δεν καταλαβαίνουν, δεν νιώθουν. Τι τους πείραξα, μου λέτε; Γιατί δεν πάνε να κλωτσήσουν καμία μπάλα; Πρέπει να ξεσπάσουν επάνω μου;
Μόλις έχω κλείσει τα μάτια μου και περιμένω το μοιραίο χτύπημα, όπως όταν πέφτει ένα drone στην περιοχή της Γάζας, πάνω στα σχολεία και στα νοσοκομεία, ακούστηκε μία φωνή από λίγο πιο πέρα. Ήταν η στιγμή εκείνη που είπα από μέσα μου: ουφ την γλίτωσα, σώθηκα! Ο από μηχανής Θεός βρέθηκε στον δρόμο μου. Ήταν μία κυρία που καθόταν στο διπλανό παγκάκι και παρακολουθούσε τα πιτσιρίκια.
-Αφήστε την ήσυχη καλέ την πασχαλίτσα. Ίσως να κοιμάται ακόμη, κι αν έχει πεθάνει, αφήστε την να την φάει κανένα πουλάκι, έτσι είναι ο νόμος της φύσης. Το μεγάλο τρώει το μικρότερο για να ζήσει.
Έτσι κι εγώ έμεινα στην άκρη του δέντρου, ούτε με πάτησε κανένα παπούτσι, ούτε βρέθηκα μέσα στα σκουπίδια και μετά να με μαζέψει το απορριμματοφόρο και να με κάνει κιμά.
Για άλλη μια φορά αισθάνθηκα τυχερή, γιατί αν δεν ήταν οι πρόγονοί μου να φροντίσουν για το καλό μας όνομα, εγώ τώρα δεν θα ήμουν ανάμεσά σας.
Καλοτύχισα την καλή κυρία και μετά από λίγο, αφού ο κίνδυνος πέρασε, κούνησα τα φτερά μου και πέταξα μακριάααα, να μην με βρει κανένα άλλο κακό. Τι ωραίο να πετάς ανέμελα, χωρίς έννοιες και φόβο!
Είμαι η Ρόζα και θέλω να πιστεύω ότι θα ζήσω για αρκετό καιρό ακόμη, δηλαδή όσα θέλει ο Ύψιστος που φροντίζει για όλα του τα δημιουργήματα. Αν καμιά φορά με δείτε ακούνητη, μην αναρωτηθείτε τι μου συμβαίνει, απλά θα κοιμάμαι και θα χαίρομαι τον ζεστό ήλιο. Ζήτω τα πετάγματα! Ζήτω η ζωή! Ακόμη και μία πασχαλίτσα μπορεί να την βλέπει τόσο ωραία, όπως είναι δηλαδή!
Δήμητρα Καμπόλη
❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇
