Ο κόσμος στους δρόμους περπατούσε γρήγορα και πιο βιαστικά από ότι συνήθως. Πολλοί από αυτούς έβαζαν τα χέρια τους βαθιά στις τσέπες προσπαθώντας να ζεσταθούν και άλλοι με κόκκινες μύτες και μάγουλα επιτάχυναν για να βρεθούν σύντομα κάπου ζεστά. Το κρύο ήταν τόσο τσουχτερό που όλοι έψαχναν για “καταφύγιο”.
Λίγο πιο κάτω από τον σταθμό του μετρό δύο, τρεις άστεγοι έχουν κατασκηνώσει μπροστά από το κλειστό κατάστημα ηλεκτρικών ειδών. Οι καυγάδες τους είναι σχεδόν καθημερινοί και η ζεστή γωνία που κόβει ο αέρας είναι το μήλον της έριδος μεταξύ τους. Σε αυτή την πολύτιμη γωνία “χτίζουν” τα σπιτικά τους κάθε βράδυ, με ό,τι βρουν. Τα περισσότερα πρωινά αλλάζουν στέκι και ο μόνος που παραμένει εκεί είναι ένας ηλικιωμένος άστεγος άντρας. Καθόταν και σήμερα εκεί με όλα του τα υπάρχοντα απλωμένα πάνω στο πεζοδρόμιο.
Περαστικοί τον προσπερνούσαν αδιάφοροι και συνέχιζαν ανενόχλητοι την πορεία τους. Μερικοί τον κοιτούσαν με αηδία και μίσος βρίζοντάς τον. Κάποιοι άλλοι, διαβάζοντας το χαρτόνι που έγραφε “Πεινάω”, αφήναν με βλέμμα συμπόνιας λιγοστά ευρώ στο πλαστικό ποτήρι μπροστά του. Ένας νεαρός άνδρας, με χακί φουσκωτό μπουφάν, κοντοστάθηκε κοιτάζοντας τον άστεγο και άρχισε να του φωνάζει.
«Πάνε ψόφα πιο πέρα βρωμόγερε! Το πεζοδρόμιο είναι για να περπατάνε οι άνθρωποι και όχι για κάτι τύπους σαν εσένα! Ζέχνεις και εσύ και τα κουρέλια σου! Τράβα, φύγε από εδώ!».
Ο νεαρός άντρας φώναξε τόσο δυνατά που οι περαστικοί ξύπνησαν από τον διαρκή λήθαργο της καθημερινότητάς τους. Τον κοίταζαν ενοχλημένοι και χωρίς να δώσουν ιδιαίτερη σημασία συνέχιζαν την πορεία τους. Ο ηλικιωμένος άντρας πετάχτηκε ξαφνιασμένος σαν ελατήριο μέσα από τα αυτοσχέδια σκεπάσματα και τα χαρτοκούτια. Τα ατημέλητα γένια, τα τραχιά μαλλιά και τα λειψά του δόντια πρόδιδαν πως ο δρόμος είναι το μόνο του σπίτι εδώ και καιρό. Φιγούρα ψηλόλιγνη με χέρια και πρόσωπο σχεδόν μουτζουρωμένα. Τα ρούχα του κουρέλια καμουφλαρισμένα με ένα καφέ πανωφόρι χωρίς κουμπιά και ένα ζευγάρι παράταιρα παπούτσια. Συνδυασμός που του έδινε την όψη κάποιου πρωταγωνιστή εθίμου φολκλόρ και με όση δύναμη είχε απάντησε στον νεαρό:
«Ρε, ξέρεις ποιος είμαι εγώ; Το όνομά μου είναι Δημοσθένης Παπαλουκάς και διατέλεσα κοσμήτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών! Κοσμήτωρ! Νεαρέ ανίδεε!»
Η φωνή του ήταν αυστηρή αλλά γεμάτη πόνο. Πληγώθηκε η περηφάνια του και βαριά δάκρυα γέμισαν τα μάτια του. Του ήταν σχεδόν αδύνατον να σταθεί όρθιος. Πόδια και χέρια έτρεμαν παρά την θέλησή του και η γνάθος του ανεβοκατέβαινε νευρικά σε κάθε παύση που έκανε ενώ μιλούσε.
Ο νεαρός άντρας σκασμένος από τα γέλια χτυπούσε τα πόδια του δυνατά στο πεζοδρόμιο διασκεδάζοντας με τα λεγόμενα του Δημοσθένη. Έβαλε το χέρι του στο στέρνο και υποκλίθηκε μπροστά του χασκογελώντας.
«Ωωω κύριε Λέκτορα! Με συγχωρείτε! Έπρεπε να το είχα καταλάβει πως είσαστε κάτι τόσο σημαντικό! Τέτοια ρούχα αρμόζουν μόνο στους χώρους των πανεπιστημίων! Και αυτά εδώ τα βιβλία; Φαντάζομαι πως είναι επιστημονικά…; Αν και εδώ που τα λέμε… μυρίζομαι τεράστια ψευτιά πέραν της βρώμας σου! Για να δω τι βιβλία είναι αυτά…».
Χαμογελώντας χυδαία άρχισε να πετάει τα βιβλία του Δημοσθένη αριστερά και δεξιά και εκείνος πανικόβλητος προσπαθούσε να τον σταματήσει. Ήθελε να σώσει τα βιβλία του.
«Όχι, όχι τα βιβλία μου! Είναι ό,τι μου απέμεινε από την πριγκιπέσσα μου! Πριγκιπέσσα μου! 25 μαύρο, κόκκινο 9! Ποντάρω! Αφήστε με!».
Ο Δημοσθένης φαινόταν χαμένος και σε απόγνωση. Έτρεμε ολόκληρος και στην προσπάθειά του να περιμαζέψει τα βιβλία, έπεσε με τα μούτρα στο πεζοδρόμιο. Ο νεαρός έφυγε γελώντας και πέταξε ένα πεντάευρω δίπλα στον Δημοσθένη. Τόσοι άνθρωποι πέρασαν και κανένας δεν σταμάτησε να βοηθήσει τον πεσμένο ηλικιωμένο άνδρα. Σαν λαβωμένο ζώο παρέμεινε ξαπλωμένος στο πεζοδρόμιο με βλέμμα κενό, γεμάτο πόνο και θλίψη. Κάθε τόσο επαναλάμβανε λέξεις χωρίς συνοχή και νόημα.
«Πριγκιπέσσα μου! Ποντάρω… Κόκκινο 5. Μαύρο 8. Που είσαι πριγκιπέσσα μου; Δεν μου κάτσε η μπίλια! Γaμwτο! Ξανά!».
Ένας μεσήλικας άντρας με γυαλιά τον πλησιάζει, γονατίζει μπροστά του και προσπαθεί να τον βοηθήσει να σηκωθεί.
«Είσαστε καλά; Μπορείτε να κινηθείτε; Κρατήστε το χέρι μου και θα σας βοηθήσω να σηκωθείτε. Πονάτε κάπου; Χρειάζεστε κάτι άμεσα;».
Ο Δημοσθένης άπλωσε το χέρι προς τον άνθρωπο που του πρόσφερε βοήθεια και σχεδόν ψιθυριστά του είπε πως είναι καλά. Με αργές και σταθερές κινήσεις ο Δημοσθένης σηκώθηκε και κάθισε πάνω στο κασόνι που είχε για καρέκλα. Έβαλε τα χέρια του στα γόνατα και έψαξε με το βλέμμα του να δει αν όλα τα βιβλία του ήταν εκεί. Ένα δάκρυ κύλησε σαν λευκή γραμμή στο αριστερό του μάγουλο και με σκυμμένο το κεφάλι είπε:
«Σας ευχαριστώ πολύ για την βοήθεια. Ποιος ξέρει πόσες ώρες ακόμα θα έμενα σωριασμένος αν δεν είχατε σταματήσει! Ποιος να γνοιαστεί για έναν γεροάστεγο βρωμιάρη; Ένας λιγότερος για αυτούς…».
«Μα τι λέτε τώρα! Θα μπορούσα να είμαι εγώ στην θέση σας και να χρειαζόμουν βοήθεια. Θέλετε κάτι να φάτε; Κρυώνετε; Μήπως έχετε χτυπήσει;»
«Κάτι να φάω σας παρακαλώ. Το κρύο δεν το νιώθω πια… τα πρώτα χρόνια ήταν δύσκολα. Τώρα δεν με νοιάζει καθόλου. Καλά είμαι, δεν πονάω. Και έναν χυμό αν μπορείτε…».
Ο άντρας έγνεψε καταφατικά και έτρεξε στο εικοσιτετράωρο καφέ παντοπωλείο που βρίσκεται απέναντι. Ο Δημοσθένης δεν είχε μεγάλες προσδοκίες. Πολλοί ακόμη προσφέρθηκαν να τον βοηθήσουν στο παρελθόν και μόλις πέρασαν απέναντι πήραν στροφή και εξαφανίστηκαν.
Μετά από λίγα λεπτά ο άντρας γύρισε πίσω με μια γεμάτη σακούλα με τρόφιμα, χυμούς, νερά και έναν σκούφο.
«Ορίστε, αυτά είναι για εσάς. Δεν είναι πολλά, αλλά ελπίζω να σας φτάσουν για μερικές ημέρες. Σας πήρα και έναν σκούφο. Το βράδυ θα κάνει παγωνιά! Πώς θα αντέξετε; Περάσατε πολλούς χειμώνες έτσι;»
«Ευχαριστώ. Μην σας απασχολεί πώς θα αντέξω, ξέρω να επιβιώνω. Χειμώνες…; Πολλούς περισσότερους από όσους θα ήθελα να θυμάμαι. Σίγουρα αυτό…»
«Λυπάμαι πολύ. Μακάρι να μπορούσα να σας βοηθήσω παραπάνω αλλά πρέπει να φύγω. Με περιμένει η οικογένειά μου! Να προσέχετε τον εαυτό σας!». Ο άντρας με τα γυαλιά αποχαιρέτησε τον Δημοσθένη και του άφησε μερικά ψιλά στο ποτήρι του πριν φύγει.
Το πρόσωπο του Δημοσθένη σκλήρυνε απότομα και οι αυλακιές στο πρόσωπό του έμοιαζαν με ξυλόγλυπτη φιγούρα. Φαινόταν προβληματισμένος και τα φρύδια του σχημάτιζαν μια θυμωμένη γέφυρα στο μέτωπό του. Στη προσπάθειά του να σηκωθεί από το καφάσι, έριξε το καροτσάκι λαϊκής που είχε δίπλα του και παραπατώντας άρχισε να παραμιλάει.
«Ρωτάνε εμένα πώς βρέθηκα εδώ πριγκιπέσσα μου! Περαστικοί, αδιάφορα περίεργοι! Τα πιόνια του τίποτα! Νομίζουν πως άμα τους πω πόσους χειμώνες ζω στο δρόμο θα καταλάβουν. Μονάχα νούμερα στις στατιστικές τους είμαστε, το πλήγμα της κοινωνίας τους! Ένας τους δεν ρώτησε πόσους χειμώνες μετράει η καρδιά μου! Και η καρδιά μου πριγκιπέσσα μου… ένα παγωμένο δάσος, ένας ατέρμονος χειμώνας χώρια σου…».
Το κρύο άρχισε να σφίγγει και οι υπόλοιποι άστεγοι θα έφταναν από στιγμή σε στιγμή. Ο Δημοσθένης δεν είχε καμία όρεξη για καυγάδες και μάζεψε όλα του τα υπάρχοντα στη γωνία πριν έρθουν. Με συντονισμένες κινήσεις έστρωσε το κρεβάτι του στο πεζοδρόμιο, μια βάση από χαρτοκούτια, δύο τρία κουρέλια και μια μεγάλη διάτρητη πορτοκάλι κουβέρτα. Λίγο πριν ξαπλώσει πήρε τα βιβλία στην αγκαλιά του άρχισε να κλαίει.
«Πώς τα έχασα όλα; Πώς σ’ άφησα να φύγεις πριγκιπέσσα μου; Ρημάδι ο τζόγος, ρημάδι στα καταραμένα τα χέρια μου! Νόμιζα ότι θα μπορούσα να ξεφύγω, νόμιζα πως θα γύριζε η τύχη! Μαύρο 8, κόκκινο 5. Μπίλια είναι θα γυρίσει, έλεγα. Βλάκας. Ανάξιος της αγάπης σου πριγκιπέσσα! Και τώρα εδώ, στην εξαθλίωση ζω. Κάθε παγωμένο βράδυ δάκρυα κατρακυλάνε στα μάγουλά μου, κρύσταλλοι γίνονται. Καθρέφτες μιας στιγμής, κλέφτες για λίγο φως από τις γύρω βιτρίνες και τα φώτα του δρόμου. Ξεφουσκώνει το όνειρο της ύλης μόλις χαθούν και εμείς αιχμάλωτοί της παρασυρθήκαμε. Αχ μόνο να ήξερες πόσο μου λείπεις πριγκιπέσσα…».
Αγάπη Κοντοπούλου

One response to “Ρε, ξέρεις ποιος είμαι εγώ;”
[…] Ρε, ξέρεις ποιος είμαι εγώ; Τον έλεγαν Λουκά […]