Η Εντολή της Κόμισσας – Μέρος Τρίτο – 3.III

Προηγούμενο

Η ΕΝΤΟΛΗ ΤΗΣ ΚΟΜΙΣΣΑΣ
Μέρος Τρίτο
3.ΙΙΙ
15 λεπτά πριν την Εισβολή στο Κάστρο του Μπραν
*
Κάστρο του Μπραν
*

Το σχέδιο της λοφοπλαγιάς στην κορυφή της οποίας έστεκε το παλιό φρούριο θύμιζε ένα τεράστιο αυγό, το οποίο θαρρείς και το είχε θάψει κάποιος γίγαντας πριν από αμέτρητους αιώνες, και αυτό, αντί να χαθεί στο εσωτερικό, ξεπρόβαλλε από το χώμα, έγινε ένα εύφορο έδαφος για να αναπτυχθούν στην επιφάνειά του χορτάρι και δέντρα, μέχρι που κάποια στιγμή στην ανθρώπινη ιστορία ένας άρχοντας αποφάσισε πως εκεί θα έστηνε το μελλοντικό του σπίτι, που παράλληλα θα ήταν ένα στρατιωτικών προδιαγραφών κτίσμα.

Το απόσπασμα διέσχισε το μονοπάτι, με τους στρατιωτικούς και τους ξένους συμμάχους τους να κοιτάνε προς πάσα κατεύθυνση, καθώς πλέον δεξιά και αριστερά τους υπήρχαν ψηλά δέντρα, άρα πολλές, αμέτρητες κρυψώνες. Θα μπορούσε οποιοσδήποτε να έχει καθίσει πίσω από έναν κορμό, εκμεταλλευόμενος και το σκοτάδι που επικρατούσε, και με την πρώτη ευκαιρία θα πεταγόταν να χτυπήσει τον κοντινότερο Ούγγρο ή ξένο.

Αλλά ο Μαρτίν δεν πίστευε ότι θα γίνει κάτι τέτοιο. Οι βρικόλακες είχαν ταμπουρωθεί στο κάστρο. Δεν θα έβγαιναν πριν καταφέρουν τα πρώτα πετυχημένα χτυπήματα στους ανθρώπους που θα εισέβαλλαν στο (προσωρινό) λημέρι τους. Θα ήθελαν να αυξήσουν λίγο το δικό τους αριθμό (και την ίδια στιγμή να μειώσουν τον αριθμό των άλλων), προτού αντιμετωπίσουν έναν πολυάριθμο στρατό.
Και πράγματι, κανένας δεν εμφανίστηκε. Όχι ακόμα, δηλαδή.

Οι άντρες που έρχονταν να το εκπορθήσουν το είχαν δει από μακριά, φυσικά, αλλά τώρα που έφτασαν μια ανάσα από την κεντρική του πύλη καταλάβαιναν πόσο δύσκολο θα ήταν το έργο όποιου στρατού αποφάσιζε να το καταλάβει, ειδικά άμα υπήρχε ένας άλλος εξίσου καλά εξοπλισμένος στρατός για να το υπερασπιστεί. Τα κανόνια των πορθητών, η βασική επιθετική/αμυντική τακτική, θα έπρεπε να στοχεύσουν προς τα πάνω, κάτι που θα μείωνε λίγο την αποτελεσματικότητά τους, τη στιγμή που αυτά των αμυνόμενων θα «κοιτούσαν» προς τα κάτω, κάνοντας πιο δυνατή την κάθε ριπή τους. Αντίστοιχες δυσκολίες ή ευκολίες θα είχαν και οι ένοπλοι με τα τυφέκια. Βέβαια, οι επιτιθέμενοι θα μπορούσαν να κρυφτούν πίσω από τα δέντρα, αλλά αυτά ήταν πιο μακριά από το κάστρο απ’ όσο θα ήθελαν, ενώ αυτοί που θα αμύνονταν πιθανώς θα γνώριζαν εκ των προτέρων τις δυνατότητες και τις αδυναμίες του τόπου κοντά και γύρω από το κάστρο. Αν υπήρχε, δε, και κάποιο μυστικό πέρασμα που να βγάζει κάπου στο δάσος, τότε οι υπερασπιστές του φρουρίου θα είχαν ένα ακόμα δυνατό χαρτί στα χέρια τους, στέλνοντας ένα μέρος του στρατού τους για να καταφέρει σημαντικές απώλειες στους επιτιθέμενους.

Όλα αυτά περνούσαν από το μυαλό των αξιωματικών και υπαξιωματικών του Δέκατου Πέμπτου, καθώς και από τη σκέψη του Ράινχελ, του Κάρτερ και του Μαρτίν, αλλά ήξεραν πως τα περισσότερα θα είχαν νόημα μόνο αν ο εχθρικός στρατός τους (οι αμυνόμενοι) είχαν στην κατοχή τους όπλα αντίστοιχα με τα δικά τους ή και αν είχαν επαρκή αριθμό αντρών. Δεν ίσχυε ούτε το ένα ούτε το άλλο. Οι μάχες που επρόκειτο να διεξαχθούν στην επόμενη ώρα ή στις επόμενες ώρες -ή χειρότερα, στις επόμενες ημέρες- θα ήταν ανάμεσα σε έναν «τυπικό» στρατό του δεκάτου ενάτου αιώνα και σε μια αγέλη ανθρωπόμορφων τεράτων, που ουδεμία σχέση ήθελαν να έχουν με πυροβόλα και κανόνια. Όπως το έβλεπαν ο Μαρτίν, ο Χόπε και ο Μπόντεμαν, καθώς και όπως ήξερε εκ πείρας ο Κάρτερ, τα βαμπίρ προτιμούσαν να χρησιμοποιήσουν τα νύχια και τα δόντια τους, τα οποία θα ήταν το ίδιο αποτελεσματικά (και πιο αποτελεσματικά, κατά μία έννοια). Καθόλου δεν ένοιαζε τα τέρατα τι όπλα είχαν στην κατοχή τους οι άνθρωποι ή πώς σχεδίαζαν να παραταχτούν εκτός του κάστρου ή τι γνώμη είχαν γενικά για αυτό. Το μόνο που τα ενδιέφερε ήταν πότε θα ρίχνονταν στα υποψήφια θύματά τους και θα γεύονταν το αίμα τους, παίρνοντας με το μέρος τους μερικούς και σκοτώνοντας τους υπόλοιπους.

Οι Ολλανδοί και ο Κάρτερ ήξεραν ότι θα ήταν ευχής έργο αν είχαν μαζί τους περισσότερο και περισσότερους δεκτικούς και ανοιχτόμυαλους στρατιώτες, γιατί τότε θα ήταν πολύ πιο εύκολο να εξηγήσουν την κατάσταση που είχαν να αντιμετωπίσουν, χωρίς να ανησυχούν μήπως οι ένστολοι σκυθρωπιάσουν και στραφούν εναντίον τους. Επίσης, αν όλοι πίστευαν στην ύπαρξη βρικολάκων, ο Χόπε θα ακολουθούσε τους φίλους του στο εσωτερικό του κάστρου, αφού δεν θα χρειαζόταν να προσέχουν τόσο πολύ τους άλλους, μιας και όλοι θα ήξεραν τι να κάνουν και δεν θα υπήρχε ο κίνδυνος να δειλιάσουν να αφανίσουν όποιον δικό τους είχε μολυνθεί από βρικόλακα.
Όμως, ο Μαρτίν ήξερε ότι δεν έπρεπε να σκέφτονται τι ή ποιους θα έπρεπε να έχουν, αλλά το τι και ποιους είχαν. Όφειλαν να αγωνιστούν όσο καλύτερα μπορούσαν με τους υπάρχοντες συμμάχους τους, ό,τι απόψεις και να είχαν. Άλλωστε, οι στρατιωτικοί έρχονταν σε τούτο το κάστρο έχοντας κατά νου ένα μέρος της αλήθειας, το οποίο θα μπορούσε να αποδειχτεί αρκετό για να βοηθήσουν τους ξένους ώστε όλοι μαζί να ξεπαστρέψουν τα φρικιά. Εκτός αυτού, ο Μαρτίν είχε υπ’ όψιν του να μην επιτρέψουν στους βρικόλακες να βγουν από το κάστρο, για να μη χρειαστεί να ανακαλύψουν κατά πόσο οι Ούγγροι θα στέκονταν το ύψος των περιστάσεων. Ει δυνατόν, η μάχη θα έμενε στο εσωτερικό. Αν τα τέρατα έβγαιναν εκτός, τότε πιθανότατα κανένας από την ομάδα που θα εισέβαλλε στο κάστρο δεν θα ενδιαφερόταν για την έκβαση της μάχης, αφού θα ήταν νεκροί. Ή χειρότερα, θα ήταν κι εκείνοι βρικόλακες και θα ήθελαν να εξαφανίσουν την ανθρωπότητα.

Ό,τι ήταν να γίνει έπρεπε να το φέρουν εις πέρας μέσα σε μιάμιση ώρα. Αν ξεπερνιόταν αυτό το χρονικό περιθώριο δίχως να έχει γίνει ξεκάθαρο ότι οι άνθρωποι είχαν νικήσει, οι Ούγγροι θα αναλάμβαναν να ρίξουν το κάστρο. Ο Μαρτίν τώρα αναρωτιόταν αν αυτή η προθεσμία ήταν σωστή, γιατί, αν οι βρικόλακες τους κατατρόπωναν από νωρίς, τότε θα έβγαιναν πιο σύντομα και ίσως οι Ούγγροι να δίσταζαν ή να φοβούνταν ή…

Όχι! φώναξε μες στο μυαλό του. Όχι, μη σκέφτεσαι έτσι. Εμείς θα νικήσουμε, όχι εκείνοι. Το Μπραν θα ελευθερωθεί. Αυτό να θυμάσαι. Αυτό να σε οδηγεί. Αύριο ΤΟ ΜΠΡΑΝ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟ!

10 λεπτά πριν την Εισβολή

Ο μοίραρχος έδωσε εντολή στους άντρες του να σταματήσουν προτού βγουν στο ξέφωτο και φανερωθούν εντελώς. Γύρισε προς τον Ράινχελ και τον Μαρτίν και ρώτησε «Λοιπόν, κύριοι; Φτάσαμε. Ξεκινάμε;»
«Ναι, μοίραρχε» είπε ο επιλοχίας. «Δένουμε τα άλογα. Εσείς λαμβάνετε τις θέσεις γύρω από το κάστρο. Εμείς μπαίνουμε σε αυτό». Ο Ράινχελ ένευσε με αποφασιστικότητα. «Είναι ώρα να σφάξουμε τα φρικιά».

Έπειτα, το απόσπασμα διασπάστηκε. Το μεγαλύτερο μέρος του απλώθηκε σε όλη την πλαγιά, περικυκλώνοντας το κάστρο. Οι άντρες κατέβηκαν από τα άλογα και κινήθηκαν ανάμεσα στα δέντρα, με τα Μάνλιντσερ ανά χείρας. Οι περισσότεροι έσβησαν τα φανάρια τους, σε μια προσπάθεια να μην αποκαλύψουν στους εχθρούς τους τι έκαναν.

«Καλή τύχη» ευχήθηκε ο μοίραρχος στους άλλους, στους λιγότερους. Σε αυτούς που θα έμπαιναν στο κάστρο. «Μην αφήσετε κανέναν όρθιο, πέραν από τον κύριο ταγματάρχη. Αλλά αν τυχόν ξεπορτίσει κανένας τους…» Ο μοίραρχος όπλισε το δικό του τυφέκιο και χτύπησε τη λαβή του σπαθιού του. «Δεν θα χαρεί για πολύ».
«Καλή τύχη» απάντησε ο Ράινχελ, χαμογελώντας. Μετά, σοβάρεψε. «Μην ξεχάσεις, μοίραρχε. Μιάμιση ώρα. Ούτε λεπτό παραπάνω. Εκτός αν σας ειδοποιήσουμε».
«Δεν πρόκειται να το ξεχάσω, επιλοχία».

7 λεπτά

Ο Ράινχελ γύρισε προς τους άλλους, τη στιγμή που ο Άπροντ χαιρέτισε στρατιωτικά τον μοίραρχο. Ο ανώτερός του ανταπέδωσε το χαιρετισμό και ο ανθυπασπιστής απομακρύνθηκε. Ήταν η τελευταία φορά που χαιρετιούνταν, αλλά κανείς τους δεν το ήξερε.

Ο Χόπε, προτού κρυφτεί μαζί με τον μοίραρχο και τον Σέκερες, έσφιξε το μπράτσο του Μπόντεμαν και αντάλλαξε χειραψία με τον Μαρτίν. «Σκοτώστε τους όλους» είπε.
«Έννοια σου, δεν θα σου αφήσουμε κανέναν» είπε ο Μπόντεμαν. «Ολόκληρο μαγαζί έχεις, μην τα θέλεις όλα δικά σου, αφεντικό».

Ο Χόπε μόρφασε. Είπε στον Μαρτίν «Δεν μπορώ να πω ότι σας ζηλεύω που θα μπείτε σε εκείνη τη σφηκοφωλιά». Έριξε μια ματιά στο κάστρο. «Αλλά διάολε, θα ήθελα πολύ να πολεμήσω μαζί σας».
«Αυτό θα κάνεις, Χενκ» του είπε ο Μαρτίν. «Θα πολεμήσεις μαζί μας. Απλά, από άλλη θέση, εξίσου σημαντική».
Ο Χόπε ένευσε και πλησίασε τους αξιωματικούς των Ούγγρων που θα έμεναν εκτός.

6 λεπτά

Ο Μαρτίν ανέλαβε να μπει αρχηγός της ομάδας εισβολής. Έπιασε το ένα από τα δύο πιστόλια που κουβαλούσε και το σπαθί του και κοίταξε για μια στιγμή προς το κάστρο και έπειτα τα άλλα μέλη που στέκονταν πίσω του: τον Ράινχελ, τον Κάρτερ, τον Μπόντεμαν, τη Φρίντα, τον Άπροντ και τους λοιπούς Ούγγρους ένστολους. «Πάμε να αδειάσουμε τούτο το φρούριο από τα ποντίκια που το λυμαίνονται» είπε και άρχισε να περπατάει.
Οι άλλοι τον ακολούθησαν.

Ο Ράινχελ επανέλαβε στα ουγγρικά «Προχωράμε σε μία γραμμή. Οι τρεις τελευταίοι να κοιτάτε συχνά πίσω μας. Όλοι οι υπόλοιποι να κοιτάτε δεξιά, αριστερά και ψηλά, μη μας επιτεθούν. Καθώς προχωράμε, σημαδεύετε με τα Μάνλιντσερ προς τα ψηλότερα σημεία του κάστρου. Πυρ κατά βούληση, άμα δείτε κανέναν από δαύτους».
«Μάλιστα, κύριε» του απάντησαν και όπλισαν.

5

Η μονάδα διέσχισε μες στην καταχνιά την ανοιχτή, ανηφορική έκταση που περιτριγύριζε το κάστρο. Πατούσαν το ασπριδερό χορτάρι, λιώνοντας το χιόνι, ενώ διέτρεχαν με το βλέμμα το κάστρο που υψωνόταν από πάνω τους. Όσο περπατούσαν, έπαιρναν βαθιές ανάσες, εισπνέοντας τον παγωμένο αέρα της Τρανσυλβανίας. Δεν υπήρχε κανένα δέντρο για να καλυφτούν αν οι εχθροί τους αποφάσιζαν να τους επιτεθούν από μακριά, είτε με τυφέκια, είτε με βέλη, είτε με πέτρες. Οι περισσότεροι, ειδικά οι στρατιωτικοί, ένιωσαν ότι είναι εύκολος στόχος, αλλά δεν αποθαρρύνθηκαν. Μπροστά από όλους τους όδευε ένας γίγαντας, που δε δίσταζε στο ενδεχόμενο μιας απρόσμενης επίθεσης. Κρατούσε το πιστόλι στο ένα χέρι και στο άλλο είχε το σπαθί του, σαν αξιωματικός που είχε αποφασίσει να οδηγήσει ο ίδιος τους άντρες του, δίχως να φοβάται μην τυχόν πέσει πρώτος στο πεδίο της μάχης. Η αγέρωχη στάση αυτού του θεόρατου Ολλανδού που τον έλεγαν Μαρτίν Χόουνεχ ήταν αρκετή για να πεισμώσουν και οι άντρες που προχωρούσαν πίσω του. Ήξεραν, όπως αυτός, ότι πάνε να εξολοθρεύσουν όντα του Διαβόλου, βρικόλακες, σαν αυτούς για τους οποίους είχαν ακούσει από τα μικράτα τους. Πήγαιναν σε ένα τεράστιο, σκοτεινό μπουντρούμι, όπου το είχαν για φωλιά αυτά τα τέρατα. Κι όμως, δεν τα φοβούνταν. Όχι τώρα. Δεν ήξεραν τι θα συνέβαινε αργότερα, όταν θα έρχονταν πρόσωπο με πρόσωπο με δαύτα, αλλά για την ώρα, δεν τους φόβιζε η αποστολή τους.

4

Ο Μαρτίν έβλεπε την μεγάλη σιδερένια, δίφυλλη πύλη που θα έπρεπε να παραβιάσουν για να μπουν. Καθώς έφταναν κοντά της, άφησε το πιστόλι του και έβγαλε τον ξύλινο κοκκινωπό σταυρό που είχε πάρει από το σεντούκι του. Γύρισε προς τους άλλους και τους έκανε νόημα να μείνουν σε απόσταση από το φρούριο, και να χωριστούν, ώστε να βρίσκονται δεξιά και αριστερά της πύλης. Ο ίδιος έμεινε στο κέντρο και δοκίμασε να ανοίξει την πόρτα. Δεν μετακινήθηκε. Δοκίμασε να παραβιάσει την κλειδαριά, αλλά δεν το μπόρεσε. Όπως διαπίστωσε στη συνέχεια, υπήρχαν πολλές σκουριασμένες προεξοχές σε όλο το μήκος της πόρτας. Ο Μαρτίν ζήτησε από τον ανθυπασπιστή να πλησιάσει με ένα μέρος της εκρηκτικής ύλης που είχαν μαζί τους.
«Μήπως δε χρειάζεται;» ρώτησε στα αγγλικά ο ανθυπασπιστής. «Αν τη σπρώξουμε όλοι μαζί, μπορεί να ανοίξει».
«Δεν θα το ρισκάρουμε. Βλέπεις, έχει παντού αιχμηρές άκρες. Μπορεί να τις έχουν διαποτίσει με δηλητήριο».

Ο Άπροντ σήκωσε το φανάρι που κρατούσε και είδε ότι ο Ολλανδός είχε δίκιο. Έτσι, έβγαλε λίγο μπαρούτι και γέμισε την κλειδαριά με αυτό, τόσο ώστε να ξεχειλίσει. Έπειτα, απομακρύνθηκαν ως την ομάδα τους και ο Μαρτίν έβγαλε το πιστόλι του ξανά. Στόχευσε. Και πυροβόλησε.
Η ησυχία διασπάστηκε και η πόρτα παραβιάστηκε, βγάζοντας καπνό.
«Τώρα, μπορούμε να μπούμε» είπε ο Χόουνεχ και άρχισε να περπατάει, ακολουθούμενος από τους άλλους.

3

Χρησιμοποιώντας τα κοντάκια των τυφεκίων οι περισσότεροι Ούγγροι και τα σπαθιά τους οι ξένοι, τα φύλλα της πύλης υποχώρησαν προς τα μέσα. Δέκα στρατιώτες είχαν παραταχτεί στο κέντρο με τα Μάνλιντσερ να στοχεύουν την πόρτα του κάστρου. Άλλοι Ούγγροι πέντε έλεγχαν δεξιά, αριστερά και στα ψηλότερα μέρη του, με τη βοήθεια της Φρίντα, το βλέμμα της οποίας διαπερνούσε το σκοτάδι χωρίς τη βοήθεια του φωτός. Αυτοί αμφέβαλλαν αν θα έβλεπαν κάποιον ακόμα και να στεκόταν στην άκρη κάποιου μπαλκονιού με τα χέρια διάπλατα ανοιχτά, ωστόσο διέτρεχαν με το βλέμμα όλη την πρόσοψη.

Όταν η πύλη ήταν εντελώς ανοιχτή, όλοι οι άντρες παρατάχτηκαν πίσω από τον Μαρτίν, με εξαίρεση τον Κάρτερ και τον Ράινχελ που στάθηκαν δίπλα του. Η παγωνιά και η υγρασία του κάστρου τούς χτύπησαν καταπρόσωπο. Κι όχι μόνο αυτά, αλλά στα ρουθούνια τους όρμησε μια απαίσια μυρωδιά σήψης.
«Ω γαμώτο!» είπε ο Μπόντεμαν και έφτυσε. Δεν ήταν η πρώτη φορά που είχε βρεθεί σε ένα χώρο που βρομούσε, αλλά, απ’ ό,τι καταλάβαινε, ποτέ δεν συνήθιζες μια τέτοια μυρωδιά.

Ο Κάρτερ μόρφασε. «Να πάρει… Τι βρομάει έτσι;» ρώτησε. Αλλά την επόμενη στιγμή, θυμήθηκε ότι παρόμοια οσμή είχε βρει και στο Σπίτι των Sioux, της Silent Desert. Εκεί όπου ζούσαν αιμοβόροι δαίμονες. Όπως σε τούτο το κάστρο.
«Θάνατος» είπε ο Μαρτίν. «Και νεκρανάσταση. Σώματα που σαπίζουν. Αυτά μυρίζουν τόσο πολύ».
«Δεν μας προετοίμασες για αυτό» είπε ο Ράινχελ.

Ο Μαρτίν τον κοίταξε. «Τι περίμενες, Τζόνας; Να μυρίζει φρεσκοψημένο ψωμί; Είναι ένα μέρος ξεχασμένο εδώ και αιώνες. Οι… εχθροί μας δεν νοιάζονται για την περιποίηση του σπιτικού τους. Ή των σωμάτων, των δικών τους και των θυμάτων τους».

Η μπόχα από μόνη της δεν ήταν κάτι το απειλητικό. Αλλά συνδυαζόταν με τον σκοτεινό διάδρομο που απλωνόταν εμπρός τους, ένα ατελείωτο και φαινομενικά αδιαπέραστο, ομιχλώδες τείχος. Αν οι στρατιωτικοί ανησυχούσαν μία φορά ότι μπορεί να τους ριχνόταν κανείς στο νυχτερινό δάσος επειδή ήταν γεμάτο σκιές, τώρα φοβούνταν δέκα φορές πιο πολύ ότι θα τους επιτίθονταν από την άβυσσο που υπήρχε απέναντί τους.
«Φως» διέταξε ο Ράινχελ.
«Δύο, ένας δεξιά και ένας αριστερά» είπε ο Μαρτίν. «Άλλοι δύο στο τέλος».
Ο Άπροντ μετέφρασε.

Δύο άντρες ήρθαν στις δύο πλευρές των ξένων, ενώ άλλοι τόσοι έμειναν στο τέλος της φάλαγγας. Αυτοί οι τέσσερις είχαν στο ένα χέρι το φανάρι και στο άλλο το πιστόλι τους. Τα Μάνλιντσερ τα είχαν περάσει στον ώμο.
«Λοιπόν, εδώ είμαστε, κύριοι» είπε ο Μαρτίν. «Ας ξεμπερδεύουμε με τούτη την ιστορία, τι λέτε;»
Ο Κάρτερ όπλισε το υπηρεσιακό πιστόλι Γκάσερ του Φάμπιαν. Είχε αποφασίσει ότι θα τιμούσε τον αδερφό του χρησιμοποιώντας πρώτα τα δικά του όπλα. «Ας μη χασομεράμε άλλο» είπε.
«Προχωρούμε ανά τριάδες» είπε ο Ράινχελ. «Επαναλαμβάνω, αν δείτε κανέναν τους, ανοίξτε πυρ κατά βούληση».
Κι έτσι, ξεκίνησε η εισβολή στο κάστρο.

«Ειλικρινά, ελπίζω να ξέρουν τι κάνουν» είπε ο μοίραρχος όταν χάθηκε από τα μάτια τους και ο τελευταίος Ούγγρος.
Ο Σέκερες μετέφρασε στον Χόπε.
«Ο Μαρτίν ξέρει τι κάνει» σχολίασε αυτός. «Έχουμε ξαναμπεί σε κάστρο».
Ο μοίραρχος κοίταξε τον Ολλανδό. «Βρήκατε τους εχθρούς σας; Τους εξολοθρεύσατε;» ρώτησε.

Ο Χόπε άκουσε τι του είπε ο Σέκερες. Πήγε να απαντήσει λέγοντας την πλήρη αλήθεια (ότι και τότε έψαχναν για υπερφυσικά τέρατα), αλλά το σκέφτηκε καλύτερα. «Όχι, δεν ήταν κανείς μέσα τελικά. Αλλά δεν ήταν δικό μας λάθος. Δεν ήταν σωστές οι πληροφορίες που μας έδωσαν. Όμως, εκείνο το κάστρο το ψάξαμε όλο. Ακόμα και τις μυστικές του σήραγγες». Έδειξε το φρούριο. «Αν εκεί μέσα υπάρχει οποιοσδήποτε, ζωντανός ή νεκρός, ο Μαρτίν θα τον βρει». Συμπλήρωσε «Έχω την αίσθηση ότι όλοι τους θα βρουν όσους ζουν εκεί μέσα. Γιατί οι εχθροί μας θέλουν να βρεθούν».
Ο μοίραρχος ένευσε. «Ναι, υποθέτω».

«Οι τέσσερις ή πέντε τελευταίοι άντρες να κλείσουν την πόρτα» είπε ο Μαρτίν και ο Άπροντ έδωσε την εντολή. Είχε δει ότι στους τοίχους στα δεξιά και αριστερά τους, εκτός από πίνακες ζωγραφικής που είχαν γείρει και μουχλιάσει, υπήρχαν εντοιχισμένα κηροπήγια με κεριά. Άκουσε τα βαριά φύλλα της σιδερένιας πόρτας να σπρώχνονται και σιγά-σιγά να σφραγίζουν, περιορίζοντας το φως, αλλά και το ρεύμα αέρα που τους έγδερνε –και που μπορεί να έσβηνε τα κεριά. Έπειτα, οι στρατιώτες γύρισαν κοντά στους υπόλοιπους. «Τζόνας, ας δοκιμάσουν δύο άντρες να ανάψουν κάποια από τα κεριά στους τοίχους. Χρειαζόμαστε κι άλλο φως».

Ο Ράινχελ έδειξε δύο φαντάρους, έναν στην μία πλευρά και έναν στην άλλη, λέγοντάς τους τι να κάνουν. Αυτοί αποσπάστηκαν από τους συντρόφους τους και περπατώντας κατά μήκος της ομάδας, σταμάτησαν σε τρία σημεία έκαστος, έβγαλαν το πακέτο με τα σπίρτα τους και, αφού έβγαλαν τους ιστούς των αραχνών από το κάθε φιτίλι, το άναψαν.
Το σκοτάδι περιορίστηκε και ο χώρος γύρω από τους στρατιωτικούς και τους ξένους συμμάχους τους αποκαλύφτηκε ακόμα πιο πολύ.
Οι δύο στρατιώτες υποχώρησαν αμέσως προς τους συντρόφους τους, έχοντας τα όπλα τους έτοιμα.

Σχεδόν ό,τι είδαν ήταν βρόμικο και μισοχαλασμένο. Οι τοίχοι, το πάτωμα και το ταβάνι δεν είχαν καμία μεγαλοπρέπεια, αλλά αντίθετα, είχαν ραγίσματα και σκόνη. Κάποια μεγάλα, βαριά έπιπλα είχαν αναποδογυρίσει, ενώ συρτάρια ήταν βγαλμένα και τσακισμένα. Ένας ολόσωμος καθρέφτης στεκόταν σε μια άκρη, αλλά ήταν κενός ζωής, μιας και δεν είχε κάτοπτρο. Μια παλιά, παραδοσιακή φορεσιά ήταν πεταμένη σαν κουβάρι σε μια γωνία. Ένας ξύλινος καλόγερος είχε σπάσει σε τουλάχιστον πέντε κομμάτια. Υπήρχε ένας τεράστιος, στρογγυλός πολυέλαιος πάνω από τα κεφάλια της ομάδας. Με το που τον είδαν, ο Ράινχελ έδωσε εντολή να απομακρυνθούν από κάτω του, με το να χωριστούν σε δύο υπο-ομάδες -που θα είχε δεκαπέντε φαντάρους η κάθε μία, εξαιρουμένων του Άπροντ και των ξένων- και να ακουμπήσουν σχεδόν στους πλαϊνούς τοίχους, γιατί φαινόταν έτοιμος να πέσει.
Χρατς-χρατς-χρατς!

Διάφοροι ήχοι ακούγονταν ανά λίγα δευτερόλεπτα από τους τοίχους. Οι στρατιώτες, τις πρώτες δύο φορές, γύρισαν με τα όπλα στραμμένα προς τα εκεί. «Ποντίκια» είπε ο Μαρτίν, με τον Άπροντ να μεταφράζει από απέναντι. Και πράγματι, είδαν ένα γκρίζο τρωκτικό να βγαίνει από μια τρύπα, να κοιτάζει προς όλες τις κατευθύνσεις και μετά, αποφασίζοντας ότι δεν ήθελε να μπλέξει με αρματωμένους άντρες, να εξαφανίζεται ξανά σε μια άλλη εσοχή.
Κάποιοι στρατιώτες είπαν κάτι, θυμωμένοι.

Ο Κάρτερ κοίταξε απέναντί του τον Άπροντ. Πριν μιλήσει ο ανθυπασπιστής, ο πιστολέρο άκουσε τον Μπόντεμαν (ο οποίος στεκόταν δίπλα του) να λέει «Δεν νομίζω ότι χρειαζόμαστε μετάφραση. Τα διαολόστειλαν, τα άτιμα».
«Υποθέτω. Συνεχίζουμε, Μαρτίν;»
«Ναι» είπε ο Ολλανδός, που βρισκόταν λίγο πιο μπροστά του.

Μια στριφογυριστή σκάλα ανέβαινε προς τον επόμενο όροφο, αλλά τα κάγκελα στην άκρη της είχαν καταρρεύσει.

Έξι πόρτες είχαν αποκαλυφτεί επίσης, τρεις στην μια πλευρά της σκάλας και τρεις στην άλλη. Όλες ήταν κλειστές.

Ο Ράινχελ, από την απέναντι πλευρά, είπε «Έχουμε ήδη χωριστεί. Ας ελέγξουμε τι υπάρχει πίσω από αυτές τις πόρτες, όπως είμαστε».
«Καλή ιδέα, επιλοχία» είπε ο Άπροντ. «Αλλά καλό θα ήταν να αφήσουμε στη σκάλα η κάθε υπο-ομάδα από δύο άντρες, μην κατέβουν από εκεί πάνω».
«Καλώς. Μαρτίν;»
Ο Χόουνεχ το σκέφτηκε. Είπε «Εντάξει. Αλλά θα βοηθήσει και η Φρίντα. Πιστεύω ότι βλέπει πολύ καλά ακόμα και αν δεν υπάρχει καθόλου φως». Είχε θυμηθεί όταν πήγαν με τον Χόπε στην αποθήκη που έμενε ο Μπόντεμαν. Η Φρίντα είχε κινηθεί με άνεση στο χώρο δίχως τη βοήθεια ενός κεριού ή λάμπας -πρέπει να είχε ακόμα κάποιες από τις δυνάμεις ως Σουκούμπους.
Ο Άπροντ κοίταξε ερωτηματικά τον Ράινχελ.
«Εντάξει» είπε ο τελευταίος. «Θα βοηθήσει και η Φρίντα».
«Κάνε τα μαγικά σου, γλυκιά μου» είπε ο Μπόντεμαν στην γυναίκα και τη φίλησε στο μάγουλο.

Δύο και δύο στρατιώτες έμειναν στις άκρες της σκάλας, με τα Μάνλιντσερ στραμμένα προς τα πάνω, προς το σκοτάδι που απλωνόταν εκεί. Η Φρίντα στάθηκε ανάμεσα στους άντρες, με τα λεπτά χέρια της να κρέμονται χαλαρά, βλέποντας καθαρά το υπόλοιπο της άδειας σκάλας που ανέβαινε.
«Πάμε» είπε ο Μαρτίν. «Θα ανοίξουμε πρώτα εμείς και, αν είναι άδειος ο χώρος, τότε θα ανοίξετε εσείς τη δική σας πόρτα. Θα συνεχίσουμε κατ’ αυτό τον τρόπο, μία πόρτα η μία ομάδα, μία η άλλη».
«Εντάξει» είπε ο Ράινχελ και μετέφρασε.
«Να προσέχετε όλοι» διέταξε έπειτα ο Άπροντ στα ουγγρικά, παίρνοντας απάντηση και από τις δύο πλευρές.

Οι δύο υπο-ομάδες κινήθηκαν παράλληλα και κοντά στους τοίχους τους. Αγνόησαν τους ήχους που ακούγονταν δίπλα τους και την απαίσια μυρωδιά. Κάποιοι στρατιώτες ανασκουμπώθηκαν, τραβώντας ο καθένας το πανωφόρι του, για να αντιμετωπίσει καλύτερα την παγωνιά, η οποία δε φαινόταν να έχει μειωθεί από τότε που άναψαν τα κεριά στους τοίχους.
Σταμάτησαν δίπλα από την πρώτη πόρτα που συνάντησαν.

Ο Μαρτίν έκανε νόημα σε έναν φαντάρο να πλησιάσει, αφού πρώτα άναψε το φανάρι που είχε. Ύστερα, ζήτησε από τον Κάρτερ και τον Μπόντεμαν να έρθουν κοντά. «Γιούρις, όταν σου πω, θα ανοίξεις την πόρτα. Μετά, θα περιμένεις εδώ έξω, μη γίνει τίποτα, ειδικά μην μας εμφανιστεί κανένας από τις άλλες πόρτες» ψιθύρισε. Και προς τον Κάρτερ «Μπορείς να στοχεύσεις με το ένα χέρι;»
«Φυσικά».
«Ωραία. Πάρε το φανάρι από τον φαντάρο. Κράτα το με το ένα χέρι και με το άλλο το πιστόλι. Πιθανώς, θα υπάρχει πολύ σκοτάδι εκεί μέσα, αλλά κάπως θα μειωθεί».
«Δεν θα ήταν καλύτερα να έρχονταν άλλοι δύο ή τρεις άντρες; Για να έχουμε περισσότερο φως;»
Ο Μαρτίν είπε «Ναι, θα έρθουν κι άλλοι. Αλλά θέλω να προπορευτείς εσύ, που ξέρεις ακριβώς τι έχεις να αντιμετωπίσεις».
Ο Κάρτερ ένευσε. «Κατάλαβα, Μαρτίν».
«Μην ανησυχείς. Θα είμαι πίσω σου».
«Είμαι σίγουρος. Στο ισόγειο έχουμε τα υπνοδωμάτια προσωπικού ή ξένων, την κουζίνα και την αίθουσα εκδηλώσεων;»
«Ναι. Είναι και η είσοδος στο υπόγειο. Κάτι απ’ όλ’ αυτά κρύβεται πίσω από τούτη την πόρτα». Κι ίσως και κάποιος ή κάποια, σκέφτηκε.
«Καλώς». Ο Κάρτερ έκανε ένα βήμα πίσω, έτοιμος να ορμήσει μέσα στο χώρο που θα τους αποκαλυπτόταν, όπως είχε διδαχθεί κάποτε.

Ο Μαρτίν έκανε νόημα σε άλλους τρεις άντρες. Ζήτησε βοήθεια από τον Άπροντ, ο οποίος πλησίασε προσωρινά και μετέφρασε τις εντολές του Ολλανδού, πριν επιστρέψει στη δική του υπο-ομάδα, στο πλάι του Ράινχελ.

Τέσσερις άντρες πήγαν δίπλα από τον Μπόντεμαν, προσέχοντας τη δεύτερη πόρτα που θα άνοιγαν αργότερα –το ίδιο έκαναν και ισάριθμοι στρατιώτες από την απέναντι πλευρά.

Οι υπόλοιποι έμειναν πίσω από τον Μαρτίν, σκοπεύοντας να τον ακολουθήσουν μέσα στο χώρο. Ο Ολλανδός κρατούσε κι αυτός τώρα ένα φανάρι, ενώ με το άλλο του χέρι είχε έτοιμο τον σταυρό, καθότι δεν περίμενε να συναντήσουν κάποιον οπλισμένο.
Έριξε μια ματιά προς τον Ράινχελ.
Ο επιλοχίας σχημάτισε με τα χείλη του τη φράση «ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΛΑ».
Τότε ο Μαρτίν έδωσε εντολή στον Μπόντεμαν να ανοίξει την πόρτα.
Ο Γιούρις τράβηξε προσεχτικά το σκουριασμένο χερούλι και η βαριά θύρα τον ακολούθησε, σαν ντάμα στο χορό τους.

Ο Κάρτερ έσκυψε ελαφρώς (γιατί θα χτυπούσε στο κούφωμά της) και ύψωσε το υπηρεσιακό πιστόλι Γκάσερ του Φάμπιαν και περπάτησε με σταθερό βηματισμό στο σκοτάδι. Ο Μαρτίν, σκύβοντας πιο πολύ από τον πιστολέρο, προχώρησε πίσω του και οι υπόλοιποι στρατιώτες ήρθαν κοντά του, αν και δεν πρόλαβαν να μπουν όλοι.
Ο χώρος που είχαν μπει ήταν ένα δωμάτιο με τέσσερα κρεβάτια, ένα κομοδίνο και μια δίφυλλη ντουλάπα, όλα σκονισμένα και περιτυλιγμένα με ιστούς αραχνών. Δεν υπήρχε άλλη πόρτα ή κάποιο παράθυρο. Το δωμάτιο μύριζε χειρότερα από το διάδρομο. Κι ο λόγος βρισκόταν πάνω στα κρεβάτια και κάτω από τα βρόμικα κλινοσκεπάσματα. Μακρουλά εξογκώματα που ξεκινούσαν από το προσκεφάλι έως χαμηλά, κοντά στην άκρη του κάθε κρεβατιού.

Ο Κάρτερ δεν γύρισε να κοιτάξει τον Μαρτίν και τους άλλους, παρά χρησιμοποίησε το πιστόλι του, για να σηκώσει την κουβέρτα από το πρώτο κρεβάτι, έτοιμος να χτυπήσει με το φανάρι όποιον πεταγόταν.

Πέραν της σκόνης που υψώθηκε, κανένα ον δεν σηκώθηκε, αλλά ο Κάρτερ είδε τις άδειες κόγχες να τον κοιτούν και τα γυμνά από σάρκα χείλη να του χαμογελούν, καθώς ο σκελετός αναπαυόταν. Ένας ενήλικος ή κάποιος μεγαλόσωμος νεαρός είχε πεθάνει σε τούτο το κρεβάτι, μόνο και μόνο για να βρεθούν τα λείψανά του μετά από πολύ καιρό.

Ο Χόουνεχ έκανε νόημα σε δύο στρατιώτες να ελέγξουν την ντουλάπα.
Εκείνοι το έκαναν. Δε βρήκαν τίποτα το ανησυχητικό, πέραν από μερικά κουρέλια που είχαν πέσει στο δάπεδο της ντουλάπας.

Ο Μαρτίν, που είχε ήδη ελέγξει αν υπήρχε τίποτα ή κανένας κάτω από τα κρεβάτια, πέρασε δίπλα από τον Κάρτερ και ξεσκέπασε το επόμενο κρεβάτι. Και μετά, τον μεθεπόμενο. Συνέχισε μέχρι που σιγουρεύτηκαν ότι όλα τα στρώματα είχαν από έναν κάτοχο. «Τέσσερις νεκροί» είπε στο τέλος. «Άγνωστο για πόσα χρόνια ή αιώνες».
«Πώς να πέθαναν, άραγε;» ρώτησε ο Κάρτερ, καθώς κατέβαζε το πιστόλι.
«Δύσκολο να πω. Όλα είναι πολύ λερωμένα, για να πούμε αν υπάρχουν ίχνη από αίμα. Και τα οστά…» Κούνησε το κεφάλι. «Δεν μου φαίνονται να έχουν τραύματα».
Ο Κάρτερ ύψωσε τα φρύδια. «Μπορεί να τους αφαίμαξαν;»

Ο Μαρτίν ένευσε, καθώς άνοιγε τα συρτάρια του κομοδίνου, μόνο και μόνο για να βρει νεκρά ζωύφια και υπολείμματα χαρτιών με γράμματα που είχαν σβηστεί από τη φθορά του χρόνου. Είπε «Τους αφαίμαξαν, ναι. Αυτό είναι το πιο πιθανό. Η Κόμισσα ή κάποιος από αυτούς που παλέψατε με τον Φάμπιαν και τους άλλους». Μόρφασε. «Πολύ δυσάρεστος τρόπος να πεθάνεις».
«Ούτε να το φανταστώ, δεν θέλω. Τι πιστεύεις, ήταν του προσωπικού ή φιλοξενούμενοι;»
«Υποθέτω ότι ήταν του προσωπικού. Ο χώρος μού φαίνεται πολύ φτωχικός. Υπάρχουν πολύ λίγα πράγματα εδώ μέσα και τίποτα “μεγαλόπρεπο”». Ο Μαρτίν αναστέναξε. «Ας επιστρέψουμε. Πρέπει να προχωρήσουμε».
Βγήκαν από το χώρο και ο Μπόντεμαν, καθώς έκλεινε την πόρτα, ρώτησε «Κανένας;»
«Κανείς ζωντανός, Γιούρις. Ούτε νεκροζώντανος».
«Έτσι, ε; Αυτό είναι κάπως απογοητευτικό. Αλλά μάλλον φοβούνται και έχουν κρυφτεί αλλού, οι βλαμμένοι».

Ο Μαρτίν κοίταξε προς την μεριά του Ράινχελ. «Τίποτα» είπε. «Ένα φτωχικό δωμάτιο του προσωπικού, χωρίς άλλες πόρτες ή παράθυρα, με ανθρώπινους σκελετούς στα κρεβάτια». Έπειτα, του έκανε νόημα ότι μπορούσαν να προχωρήσουν με το δικό τους πρώτο δωμάτιο.

Ο επιλοχίας και ο ανθυπασπιστής έλαβαν θέσεις, δίνοντας εντολές στους άλλους στρατιώτες. Ουσιαστικά, ακολούθησαν τον τρόπο δράσης που είχαν επιλέξει ο Μαρτίν και ο Κάρτερ. Ένας στρατιώτης θα άνοιγε την πόρτα προς τα έξω και θα έμενε εκεί, έχοντας δίπλα του άλλους φαντάρους που θα κάλυπταν τις επόμενες κλειστές πόρτες. Πρώτος θα έμπαινε ο Ράινχελ, με τον Άπροντ και όσους στέκονταν πίσω του να ακολουθούν. Τουλάχιστον τρεις θα είχαν από ένα φανάρι στο κάθε χέρι και πιστόλι στο άλλο, πράγμα που σήμαινε ότι ένας άλλος φαντάρος θα κρατούσε σταυρό και πιστόλι.

Ο Ράινχελ κοίταξε τον ανθυπασπιστή δίπλα του. Είδε στάλες ιδρώτα να έχουν κάνει την εμφάνισή τους στο πρόσωπό του. «Φοβάσαι, Τσανάντ;» ρώτησε.
«Ανησυχώ, κύριε» απάντησε ο Άπροντ, κοιτώντας για μια στιγμή τον επιλοχία. «Ένας θεός ξέρει τι θα βρούμε εκεί μέσα. Θέλω να πω, οι άλλοι βρήκαν σκελετούς. Εμείς…» Σταμάτησε, καθότι δεν ήξερε αν ήθελε να πει άλλα.
«Είναι καλό που ανησυχείς. Κι εγώ ανησυχώ. Όλοι μας, λίγο πολύ, ανησυχούμε. Αυτό μας κρατάει σε εγρήγορση. Έτοιμους να κάνουμε ό,τι πρέπει».
Ο ανθυπασπιστής ένευσε.
«Να θυμάσαι για ποιο λόγο είμαστε εδώ, Τσανάντ» είπε ο Ράινχελ. «Ήρθαμε να σώσουμε τον ταγματάρχη Άσπελ και να σκοτώσουμε τους εχθρούς μας. Ήρθαμε για να ελευθερώσουμε το Μπραν. Είμαστε στρατιώτες και θα κάνουμε το καθήκον μας. Μαζί, σαν ομάδα».
«Μάλιστα, κύριε» είπε ο Άπροντ αποφασιστικά και σκούπισε το μέτωπό του. Έπειτα, όπλισε και έδωσε εντολή στον στρατιώτη να ανοίξει την πόρτα.

Δευτερόλεπτα μετά, ο Ράινχελ και πέντε άλλοι στρατιωτικοί ορμούσαν στο χώρο που τους αποκαλύφτηκε. Όπως διαπίστωσαν, δεν θα μπορούσαν να είχαν μπει περισσότεροι, καθότι είχαν ανακαλύψει ένα σχετικά μικρό δωμάτιο, με δύο μεγάλα κρεβάτια με βαριά κλινοσκεπάσματα, κομοδίνα, ντουλάπα, έναν διαλυμένο ολόσωμο καθρέφτη και διάφορα άδεια γυάλινα μπουκαλάκια. Ο χώρος ήταν κρύος και μύριζε όπως ο διάδρομος, αν και υπήρχαν και άλλες ανεπαίσθητες οσμές, που ο Ράινχελ πίστευε ότι οφείλονταν στο περιεχόμενο καθενός μπουκαλιού που το είχαν αδειάσει εδώ μέσα. Ωστόσο, το πάτωμα εδώ ήταν καλυμμένο με χαλιά, σκισμένα και λερωμένα μεν, μα κάποτε πανέμορφα, δε.

Ίσως η μεγαλύτερη διαφορά με τον διάδρομο και το δωμάτιο που είχαν βρει ο Μαρτίν και οι άλλοι ήταν ότι σε τούτο το χώρο υπήρχε και παράθυρο.

Προτού προχωρήσουν, ο Ράινχελ και ο Άπροντ έδωσαν εντολή σε δύο στρατιώτες να πετάξουν τα κλινοσκεπάσματα από τα κρεβάτια και σε άλλους δύο είπαν να ελέγξουν μέσα στην ντουλάπα. Όλα ήταν άδεια από οποιαδήποτε ανθρώπινη παρουσία. Ούτε κάτω από τα κρεβάτια υπήρχε κάτι, πέραν από ακαθαρσίες ζωυφίων και ποντικιών.
Τότε οι δύο ανώτεροι βαθμοφόροι είπαν στους στρατιώτες να στοχεύουν προς το παράθυρο και να είναι έτοιμοι να πυροβολήσουν, αν έβλεπαν κάποιον άγνωστο να εμφανίζεται εκεί. Ύστερα, ο Ράινχελ και ο Άπροντ προχώρησαν ως το παράθυρο, με προσοχή, ο ένας πίσω από τον άλλο. Το τζάμι ήταν σπασμένο και το χερούλι, αν και σκουριασμένο, άνοιξε εύκολα.
«Να δω εγώ, κύριε;» ρώτησε ο Άπροντ, χαμηλόφωνα. «Για να μη ρισκάρετε εσείς;»

Ο Ράινχελ δεν ένιωθε ότι θα ρίσκαρε και δεν θεωρούσε ότι έπρεπε να καλύψει τον εαυτό του περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο φαντάρο. Οπότε είπε «Οι ζωές όλων μας είναι εξίσου σημαντικές, Τσανάντ. Όλοι ρισκάρουμε το ίδιο. Κράτα με από τον ώμο, όσο θα κοιτάζω έξω. Να είσαι έτοιμος αφενός να πυροβολήσεις όποιον μου ριχτεί και αφετέρου να με τραβήξεις προς τα μέσα, αν υπάρξει ανάγκη. Εντάξει;»
«Μάλιστα, κύριε».

Ο Ράινχελ κράτησε γερά με το δεξί χέρι του το υπηρεσιακό του πιστόλι Γκάσερ. Έσπρωξε τα παραθυρόφυλλα με την κάννη, για να μεριάσουν κι άλλο, ώστε να μπορεί να κοιτάξει καλύτερα έξω. Την ίδια στιγμή, ένιωσε το χέρι του Άπροντ στον αριστερό του ώμο.

Προσπάθησε να μην το δείξει, αλλά πήρε μια βαθιά ανάσα. Ένας θεός ξέρει τι θα βρούμε εκεί μέσα, είχε πει ο Άπροντ. Αλλά να που τελικά θα χρειαζόταν να βγουν και έξω. Κι όχι κοντά στους άλλους στρατιωτικούς, του μοιράρχου, όχι τόσο έξω. Τυπικά, θα παρέμεναν εντός του κάστρου.

Ο Ράινχελ έβγαλε το κεφάλι από το παράθυρο, με το φανάρι προτεταμένο, ενώ είχε λίγο πιο μαζεμένο το χέρι με το πιστόλι. Είδε λιθόστρωτο έδαφος, σκάλες, αναρριχητικά φυτά να καλύπτουν τους τοίχους, σκεπές και πυργίσκους. Αλλά καμία κίνηση, κανένας να περιφέρεται ή να στέκεται κάπου.

Εσωτερική αυλή, σκέφτηκε, ενθυμούμενος και την αναφορά του Μαρτίν νωρίτερα.
Κούνησε το φανάρι δεξιά και αριστερά. Έμεινε έτσι για μερικά δευτερόλεπτα, προσπαθώντας να δει όσο περισσότερες λεπτομέρειες μπορούσε, καθότι το φως δεν ήταν επαρκές, για να διαπεράσει το σκοτάδι σε όλο τον ανοιχτό χώρο.
«Κύριε;» ψιθύρισε ο Άπροντ. «Βλέπετε κάτι;»
«Λίγα πράγματα, Τσανάντ. Σίγουρα υπάρχει μια αυλή από αυτή τη μεριά του κάστρου».

Ο Ράινχελ ήταν έτοιμος να υποχωρήσει, αποφασίζοντας πως δεν ήταν εφικτό να δει κάτι άλλο από εδώ, όταν με την άκρη του ματιού του έπιασε μια γρήγορη κίνηση. Αμέσως, σήκωσε το φανάρι και το πιστόλι προς τα πάνω. Ένιωσε το φως περισσότερο να τον εμποδίζει παρά να τον βοηθάει, οπότε υποχώρησε το αριστερό χέρι του και έφερε το πιστόλι μπροστά από τα μάτια του. Στόχευσε τις σκιές που απλώνονταν εκεί ψηλά, αναζητώντας να δει ξανά ό,τι ή όποιον είχε κινηθεί.
«Κύριε; Τι έγινε;» ρώτησε αλαφιασμένος ο Άπροντ, που είχε νιώσει το σφίξιμο των μυών του Ράινχελ.
«Περίμενε».
Ο επιλοχίας έψαξε λίγο ακόμα. Προσπάθησε να εστιάσει, κάτι που, δίχως άπλετο φως, ήταν κατ’ ουσίαν ανέφικτο. Μόνο σκοτάδι υπήρχε και πιο πάνω ο ουρανός –μάλλον.
Καμιά κίνηση δεν επαναλήφτηκε. Αλλά ο Ράινχελ ήταν βέβαιος ότι κάτι είχε δει.
Μάζεψε το όπλο του και είπε «Άφησέ με τώρα, Τσανάντ». Έκλεισε το παράθυρο. «Φεύγουμε».
«Κύριε, είδατε κάτι, έτσι δεν είναι;»
«Ναι. Κάποιος ή κάτι ήταν σε κάποιον από τους άλλους ορόφους».
«Πώς ήταν;»
«Δεν μπόρεσα να διακρίνω λεπτομέρειες. Ίσα που κατάλαβα ότι μετακινήθηκε. Ή μετακινήθηκαν. Όταν γύρισα προς το μέρος τους, είχαν χαθεί». Ή έμειναν σε κάποιο σημείο στις σκιές, ξέροντας ότι δεν θα τον ή τους έβλεπα, σκέφτηκε.
«Άρα, όντως κάποιοι είναι στο κάστρο».
«Ναι. Αλλά αυτό το ξέρουμε. Ήρθαμε να τους βρούμε».
Βγήκαν από το δωμάτιο και σφάλισαν πίσω τους την πόρτα.
«Λοιπόν;» ρώτησε ο Μαρτίν, που στο μεταξύ είχε πλησιάσει την υπο-ομάδα του επιλοχία και του ανθυπασπιστή.

Ο Ράινχελ του είπε ό,τι είχε δει. «Αν δεν ήξεραν πριν, τώρα σίγουρα ξέρουν ότι έχουν επισκέπτες» ολοκλήρωσε τη σκέψη του. «Θα ελέγξουμε και τα υπόλοιπα δωμάτια, Μαρτίν. Αλλά εμείς θα πρέπει να πάμε έξω. Εκτός αν προτιμάς να αλλάξουμε κατευθύνσεις».
«Όχι, δε χρειάζεται. Θα συνεχίσουμε όπως αρχίσαμε. Ψάξτε την αυλή και όποιον άλλο χώρο μπορείτε εδώ, στο ισόγειο». Ο Χόουνεχ σκέφτηκε αν θα έπρεπε να μείνουν μαζί, όλοι τους, και οι δύο υπο-ομάδες, σε όλη την αποστολή. Αυτό θα ήταν το πιο ασφαλές από την μια, αλλά έτσι θα έχαναν χρόνο. Η μιάμιση ώρα που είχαν στη διάθεσή τους είχε ήδη μειωθεί και συνέχιζε να οδεύει προς το μηδέν. Έπρεπε να βιαστούν, αν ήθελαν να μην τους καταπλακώσουν τα ερείπια που θα έριχναν τα κανόνια.

Ο Μαρτίν είπε «Λοιπόν, Τζόνας, άκου. Ας ψάξουμε τις υπόλοιπες πόρτες και, αν δε βρούμε τα φρικιά ή τον Φάμπιαν, θα σου πω τι θα κάνουμε. Προς το παρόν, δε βγαίνει κανείς έξω».
«Καλώς».

Ο Ολλανδός γύρισε στη δική του υπο-ομάδα, τα μέλη της οποίας είχαν λάβει θέσεις, για να ανοίξουν την επόμενη πόρτα. «Γιούρις, με το σύνθημά μου» είπε ο Μαρτίν.
«Κάνω και τίποτα άλλο; Τα δικά σου συνθήματα περιμένω».
Ο Μαρτίν το άφησε ασχολίαστο.

Μια στιγμή μετά, όρμησε μέσα στην κουζίνα του κάστρου. Ο Κάρτερ και επτά στρατιώτες ακολούθησαν τον πανύψηλο Ολλανδό. Βρήκαν πολλά είδη μαγειρικής πεταμένα σε όλο το χώρο, ένα φούρνο, ένα μεγάλο ξύλινο τραπέζι και μια τρύπα στον ένα τοίχο, η οποία, υπέθεσε ο Μαρτίν, θα πρέπει να έβγαζε έξω από το κάστρο, για να φεύγει ο καπνός. Σε έναν άλλο τοίχο, υπήρχε ένας πίνακας ζωγραφικής που αναπαριστούσε μια εύσωμη γυναίκα που μαγείρευε. Δεν υπήρχαν νεκροί άνθρωποι εδώ, μόνο νεκρά ζωάκια. Ο χώρος βρομούσε σάπια τρόφιμα, κρέατα, λαχανικά και καρυκεύματα, πολλά λείψανα των οποίων υπήρχαν σκορπισμένα σε διάφορα σημεία, αναγκάζοντας τους άντρες να προσέχουν πού πατάνε.
«Εδώ δεν θα έπρεπε να έχουν παράθυρο;» ρώτησε ο Κάρτερ. «Για να μη μυρίζει έντονα; Πώς θα δούλευαν οι μάγειροι;»
«Πιστεύεις ότι θα απασχολούσε τους μεγαλειότατους πώς δούλευαν οι “κατώτεροί τους”;» είπε ο Μαρτίν. «Σάμπως έμπαιναν εδώ μέσα; Άνοιξαν εκείνη την τρύπα στον τοίχο και θεώρησαν ότι είναι υπεραρκετή». Κούνησε το κεφάλι του. «Κάτι μου λέει ότι ούτε στην επόμενη πόρτα θα βρούμε παράθυρο ή άλλο μεγάλο άνοιγμα».
«Αλήθεια;»
«Ναι. Γιατί από αυτή την πλευρά του κάστρου είναι οι λιγότερο μεγαλόπρεποι χώροι. Αυτοί που χρησιμοποιούσαν οι δούλοι, κυρίως». Ο Μαρτίν χτύπησε ελαφρά στο μπράτσο τον Κάρτερ. «Πάμε. Δεν έχουμε να δούμε κάτι άλλο εδώ».

Βγήκαν από την κουζίνα και ο Μπόντεμαν έκλεισε την πόρτα.

Ο Μαρτίν είπε στον Ράινχελ τι είχαν βρει. Ύστερα, του είπε να περιμένουν, καθώς θα άνοιγαν την επόμενη πόρτα.
«Εντάξει» απάντησε ο επιλοχίας.

Ο Κάρτερ ρώτησε τον Μαρτίν, καθώς στέκονταν έξω από την τρίτη πόρτα στη δική τους πλευρά «Ποιος χώρος λες να είναι εδώ;»
«Αποθήκη, ίσως. Ή η είσοδος στο υπόγειο».
«Αυτό θα είχε πραγματικό ενδιαφέρον» είπε ο Μπόντεμαν. Είδε πώς τον κοίταξαν οι άλλοι και σήκωσε τα χέρια «Ναι, το ξέρω. Βρικόλακες, παγίδες, ο ταγματάρχης που αγνοείται. Θυμάμαι». Έπιασε το χερούλι της πόρτας και κοίταξε τον Χόουνεχ. «Με την εντολή σας, κύριε».
«Ξέρεις κάτι, Γιούρις; Έλα δω. Αυτή τη φορά θα μπεις εσύ πρώτος» είπε ο Μαρτίν. Έδειξε σε έναν άλλο φαντάρο την πόρτα, κι εκείνος ετοιμάστηκε να την ανοίξει.

Ο Μπόντεμαν έβγαλε το ιαπωνικό σπαθί του, που το κράτησε με το ένα χέρι, ενώ με το άλλο έπιασε το φανάρι που του έδωσε ο Μαρτίν. «Το καλό που τους θέλω να είναι εκεί μέσα» είπε. «Ανυπομονώ να τους πετσοκόψω και να τους γυρίσω στην κουζίνα, να τους ρίξουμε στα καζάνια και…»
Ο Μαρτίν είπε «Γιούρις, συγκεντρώσου, σε παρακαλώ».
«Καλά».
Έπειτα, ο στρατιώτης άνοιξε την πόρτα και ο Μπόντεμαν όρμησε στο δωμάτιο, έτοιμος να μπήξει το κατάνα σε όποιον έβρισκε στο διάβα του.

Προς μεγάλη του απογοήτευση, το μόνο που βρήκε ήταν ένας στενός χώρος, γεμάτος ράφια με τσουβάλια. Στον μικρό διάδρομο όπου μπορούσε να κινηθεί κάποιος, είχαν χυθεί μερικά τρόφιμα και εργαλεία, ενώ ούτε εδώ υπήρχε κάποιο άλλο άνοιγμα, παράθυρο ή πόρτα προς άλλο χώρο ή στην αυλή.
«Να πάρει!» Ο Μπόντεμαν ξεφύσησε και κάρφωσε με το σπαθί ένα τσουβάλι. Από τα σπλάχνα του χαρακωμένου υφάσματος βγήκαν μαυριδερά στρογγυλά πράγματα, που κάποτε πρέπει να ήταν φρούτα. Μετά, κλότσησε άλλα τσουβάλια που είχαν πέσει. Γύρισε προς τον Χόουνεχ. «Έτσι θα συνεχίσουμε; Θα ανοίγουμε πόρτες και θα βρίσκουμε άδειους χώρους; Τότε γιατί ήρθαμε;»
«Έννοια σου και θα βρούμε τους ενοίκους του κάστρου» του είπε ο Μαρτίν. «Όπως είπα νωρίτερα, είναι στους άλλους ορόφους, όχι εδώ κάτω».
«Οπότε γιατί ψάχνουμε εδώ κάτω, Μαρτίν;»
«Για παν ενδεχόμενο. Μπορεί να κάνω λάθος». Έκανε νόημα στον Μπόντεμαν. «Έλα, Γιούρις. Ας μη σπαταλάμε το χρόνο μας».

Έκλεισαν την πόρτα πίσω τους. Ο Μαρτίν έδειξε τον Μπόντεμαν και τους Ούγγρους στρατιώτες που είχαν μαζί τους, κάνοντάς τους νόημα να παραμείνουν στην θέση τους σε αυτή την πλευρά του διαδρόμου, όσο ο ίδιος και ο Κάρτερ πέρασαν στην άλλη.
«Τι βρήκατε;» ρώτησε ο Ράινχελ.
«Μια αποθήκη, γεμάτη χαλασμένα πράγματα» απάντησε ο Μαρτίν. Έδειξε τις δύο πόρτες που θα άνοιγαν στη συνέχεια. «Η μία από αυτές θα είναι η αίθουσα εκδηλώσεων και η άλλη θα πρέπει να βγάζει στην αυλή».
«Το υπόγειο; Δεν θα μπορούσε κάποια να βγάζει εκεί;»
«Μάλλον όχι. Από την αυλή, θα βρείτε κάποια πόρτα που να είναι η είσοδος στο υπόγειο. Δεν θα έβαζαν τους φιλοξενούμενούς τους κοντά σε αυτό».
«Για να μην τους θίξουν;» ρώτησε ο Άπροντ.
«Ναι. Και για να μην τους δείξουν πού είναι το κρυφό τους πέρασμα. Αν υπάρχει κάτι τέτοιο, φυσικά».
«Εντάξει. Ας ξεμπερδεύουμε, λοιπόν». Ο Ράινχελ πήρε θέση, με τον Μαρτίν, τον Κάρτερ και τον Άπροντ να περιμένουν πίσω του. Έδωσε εντολή στο φαντάρο που κρατούσε το χερούλι και εκείνος άνοιξε την πόρτα και οι άντρες μπήκαν.

Η αίθουσα εκδηλώσεων αποκαλύφτηκε σε όλο το σαθρό μεγαλείο της.
Ήταν σαφώς πιο ευρύχωρη από τα υπόλοιπα δωμάτια που είχαν δει. Είχε μια μεγάλη τραπεζαρία, πάνω στην οποία είχαν πεθάνει λουλούδια και πλέον υπήρχε μόνο το βάζο (κι αυτό ραγισμένο και γεμάτο σκόνη και νεκρά έντομα), αναποδογυρισμένες ξύλινες καρέκλες με ψηλή πλάτη, λάμπες στους τοίχους και κηροπήγια σε μικρά κομοδίνα, άνετες πολυθρόνες, δύο τεράστιοι πίνακες ζωγραφικής και μια μικρή βιβλιοθήκη. Μπουκάλια και ποτήρια είχαν σπάσει στο δάπεδο, σε σημεία όπου δεν ήταν καλυμμένο με χαλί από δέρμα ζώου. Στην απέναντι πλευρά από εκεί που είχαν μπει οι άντρες, υπήρχε ένα παράθυρο και μια άλλη πόρτα. Η μυρωδιά κλεισούρας, αναμεμειγμένη με άλλες παλιότερες οσμές ποτών, και η υγρασία παρέμεναν τόσο ισχυρά στοιχεία του χώρου, όσο και το σκοτάδι. Ωστόσο, στα μάτια ενός παρατηρητή που μπορούσε, με όσα έβλεπε, να φτιάξει στο μυαλό του μια αρκετά ακριβή εικόνα του μέρους, ήταν φανερό ότι τούτος ο χώρος είχε υπάρξει ένα μεγάλο στολίδι για το κάστρο.

Ο Κάρτερ και ο Ράινχελ, ακολουθούμενοι από τον Άπροντ και τρεις ακόμα άντρες, έσπευσαν να ελέγξουν το παράθυρο και την πόρτα της αίθουσας.

Ο Μαρτίν, από την άλλη, κατέβασε τον σταυρό και πλησίασε με το φανάρι προς τον ένα τοίχο. Εκεί όπου το ένα από τα πορτραίτα είχε γείρει μεν, αλλά δεν είχε καταστραφεί ολοσχερώς, δε. Ένα ζευγάρι ντυμένο με παλιές παραδοσιακές, αλλά και μεγαλόπρεπες φορεσιές στεκόταν σε ένα χώρο δίχως λεπτομέρειες και κοιτούσε προς τον άνθρωπο που τους σχεδίαζε και τους ζωγράφιζε τότε. Ο άντρας είχε παχύ μαύρο μουστάκι και αυθάδες βλέμμα. Το χαμόγελό του, μισοκρυμμένο όπως ήταν, έβγαζε κάτι το απειλητικό. Το ένα του χέρι ήταν στη λαβή του σπαθιού του και το άλλο γύρω από την μέση της γυναίκας. Ο κόμης, σκέφτηκε ο Μαρτίν. Μπορούσε να τον φανταστεί να αντιμετωπίζει την σύζυγό του όπως τους εχθρούς του –ή χειρότερα. Να της μιλάει σαν να του είναι βάρος, να τη χτυπάει. Να θέλει να τη βλέπει να υποφέρει. Τους ήξερε αυτούς τους άντρες ο Μαρτίν. Αυτούς που παρουσιάζονταν ως «παραδοσιακοί», ως πατριώτες, αλλά μόνο όταν τους συνέφερε. Όταν οι πόρτες ήταν ανοιχτές και το σπίτι γεμάτο κόσμο. Τότε επιδείκνυαν την μια πλευρά τους, αυτή που ενέκριναν όλοι. Όταν έκλειναν οι πόρτες, όμως… Όταν το ζευγάρι έμενε μόνο του ή με τους υπηρέτες-δούλους του (βασικά, το ίδιο ήταν)… Τότε ένας άντρας σαν και δαύτον έβγαζε τη μάσκα του και η φρίκη ξεχυνόταν σαν δηλητήριο.

Δεν ήταν περίεργο που εκείνη είχε στραφεί αλλού, σε άλλον άντρα, που ίσως ήταν πιο ευχάριστος άνθρωπος. Ο Ίλιε Στάνκου, ο στρατιώτης που δεν θα είχε ποτέ ένα δικό του πορτραίτο κρεμασμένο σε κάποιον από τους τοίχους του κάστρου. Αλλά δε χρειαζόταν. Ένα πορτραίτο δεν ήταν τίποτα άλλο, παρά μια ένδειξη της ματαιοδοξίας των πλουσίων. Ο αληθινός καμβάς βρισκόταν μέσα στους ανθρώπους, στα ζώα και τη φύση, και όχι σε μια φθαρτή μουτζούρα, όσο καλοσχεδιασμένη κι αν ήταν. Η ύπαρξη του στρατιώτη είχε αποκτήσει ουσία μέσα στην καρδιά της όμορφης γυναίκας με τα μακριά μαύρα μαλλιά και το θλιμμένο πρόσωπο. Η εικόνα του είχε στολίσει την ψυχή της. Ευτυχώς, σε κάθε χώρα και σε κάθε αιώνα υπήρχαν άνθρωποι που άξιζε κανείς να τους βρει και να τους βάλει στην ζωή του, είτε ερωτικά, είτε φιλικά. Ο στρατιώτης της, ο Στάνκου, πρέπει να ήταν ένας από αυτούς για την Κόμισσα. Από αυτούς τους λίγους, πιθανώς. Αλλά ήταν.
Και της τον είχαν πάρει. Μπροστά στα μάτια της. Στους εφιάλτες της θα έβλεπε μέχρι σήμερα που τον παλούκωναν. Στα αυτιά της ακόμα θα ακούγονταν οι κραυγές αγωνίας του, καθώς ψυχορραγούσε. Ενόσω έρχονταν με το τρένο, η Φρίντα τους είχε πει ότι (ο βασανισμός του Στάνκου) Φαινόταν από τα παράθυρα του κάστρου. Σπαρταρούσε για ώρες. Μάτωνε. Πονούσε. Υπέφερε. Άργησε να πεθάνει. Οι φωνές του ακούγονταν σε όλο το Μπραν. Οι δικές του και οι δικές της. Και ο Γιούρις είχε πει Ωχ, και γι’ αυτό βρικολάκιασε η τύπισσα; Επειδή την πρόδωσαν και γιατί σκότωσαν αυτόν που αγαπούσε; Γαμώτο… Τώρα δεν θέλω να τη σκοτώσω και τόσο πολύ. Ο Χόπε και ο Μαρτίν είχαν «μαλώσει» τον Μπόντεμαν, αλλά τώρα ο θεόρατος Ολλανδός καταλάβαινε τι εννοούσε ο φίλος του. Βλέποντας αυτούς τους δύο αταίριαστους ανθρώπους μαζί, είχε κι ο ίδιος αμφιβολίες για ό,τι πήγαιναν να κάνουν. Θα σκότωναν την Κόμισσα και όλους τους άλλους βρικόλακες που θα έβρισκαν. Για αυτό είχαν έρθει. Και για να σώσουν τον Φάμπιαν, βέβαια, αν γινόταν ακόμα αυτό. Αλλά η Κόμισσα και οι όμοιοί της ήταν στο στόχαστρό τους.

Δεν είναι πια αυτή η γυναίκα, είπε μέσα του ο Μαρτίν. Η γυναίκα αυτού του πορτραίτου πέθανε πριν από αιώνες. Πλέον, την θέση της έχει πάρει ένα αιμοδιψές τέρας. Το ίδιο ισχύει και για τη Ρεβέκκα που είχε αναφέρει ο παπάς, αλλά και για τους άλλους που ζουν εδώ. Είναι τέρατα. Βρικόλακες. Και ανήκουν στην Κόλαση, όχι εδώ.
«Μαρτίν; Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Κάρτερ, καθώς έφτασε κοντά του μαζί με τον Ράινχελ και τον Τσανάντ Άπροντ, ο οποίος είπε «Δεν είδαμε κάτι άλλο εκεί έξω, πέραν από ένα στρογγυλό πηγάδι που υπάρχει στο κέντρο της αυλής».

Ο Χόουνεχ κατένευσε. Τους έδειξε το πορτραίτο. «Υποθέτω ότι αυτή είναι η Κόμισσα Ροντίκα Ντραγκίτσι, μαζί με τον τότε σύζυγό της. Κοιτάξτε την καλά, κύριοι. Αυτή είναι η πρώτη και μάλλον η τελευταία φορά που τη βλέπετε όπως είχε υπάρξει ως άνθρωπος».
«Αλλά δεν είναι εδώ. Είναι στην Αγγλία. Σωστά;»
«Σωστά» απάντησε ο Ράινχελ.
«Απ’ όσο ξέρουμε. Ή μάλλον, απ’ όσο ήξερε η Φρίντα» είπε ο Μαρτίν. «Δεν έχουμε γνώση της παρούσας κατάστασής της, πού βρίσκεται κλπ. Τις επιθέσεις που έγιναν στο Μπραν θα μπορούσε να τις διατάξει από το κάστρο. Οι όμοιοί της έκαναν όλη τη δουλειά, αλλά έπειτα από εντολή της Κόμισσας. Αμφιβάλλω αν θα έπαιρναν πρωτοβουλίες χωρίς την άδειά της».
«Η Φρίντα ανέφερε ότι η Ντραγκίτσι έφυγε με έναν συγγραφέα πριν δέκα χρόνια» είπε ο Κάρτερ. «Δηλαδή, το 1887».
«Ναι».
«Αλλά οι επιθέσεις ξεκίνησαν πριν από μερικές ημέρες. Αυτό το έτος, το 1897».
«Ναι».
«Έχω δύο ερωτήσεις: μέχρι το ’87, γιατί δεν έκανε καμιά τέτοια επίθεση; Και γιατί, ενώ ο συγγραφέας τη βρήκε εκείνη τη χρονιά, η Κόμισσα έδωσε εντολή να περιμένουν οι όμοιοί της τόσα χρόνια μετά;»

Ο Ράινχελ είπε για τα ευρήματα που είχαν, για την επιστολή των Ούγγρων μισθοφόρων του 17ου αιώνα και τη «δαιμόνισσα» που ανέφερε ο διοικητής τους, αλλά και για άλλες υποθέσεις εξαφανισμένων ανθρώπων που είχαν χαθεί δια παντός στη γύρω περιοχή όλους αυτούς τους αιώνες. «Δεν ξέρω αν απάντησα στην πρώτη ερώτησή σου» σχολίασε στο τέλος. «Σίγουρα, όμως, δεν μπορώ να απαντήσω στη δεύτερη».
Αμφότεροι, μαζί και ο Άπροντ (που παρακολουθούσε την συζήτηση), γύρισαν προς τον Μαρτίν.

Εκείνος είπε «Αυτές οι ερωτήσεις δεν έχουν καμιά σημασία για εμάς. Γιατί όχι πριν από αιώνες, γιατί όχι το ’87, γιατί τώρα; Δεν επηρεάζεται ο σκοπός μας εδώ, όποιες κι αν είναι οι απαντήσεις. Είμαστε στο Μπραν για μια αποστολή. Σημασία έχει ότι πρέπει να βρούμε εκείνη και τους ομοίους της και να τους σκοτώσουμε. Όλους».
«Και να βρούμε τον Φάμπιαν, φυσικά» είπε ο Κάρτερ.
Ο Μαρτίν ένευσε. «Ναι. Και να βρούμε τον Φάμπιαν».

Ο Κάρτερ και ο Ράινχελ αντιλήφθηκαν κάποια διαφορά στο πώς ο Χόουνεχ επανέλαβε τα λόγια του πιστολέρο, κάποια δυσάρεστη παραδοχή, αλλά δεν το σχολίασαν.
«Προχωράμε» ανακοίνωσε ο Ράινχελ και όλοι οι άντρες βγήκαν από την αίθουσα.
Ο στρατιώτης που την είχε ανοίξει τη σφράγισε πίσω τους.

Η υπο-ομάδα του επιλοχία και του ανθυπασπιστή, συνοδευόμενη από τον Κάρτερ και τον Μαρτίν περπάτησαν ως την τρίτη πόρτα. Σε αντίθεση με τις άλλες, αυτή είχε ένα μικρό κομμάτι γυαλί λίγο πάνω από την μέση και έτσι μπόρεσαν να ρίξουν μια ματιά. Μικρός χώρος. Καμιά κίνηση, μόνο σκοτάδι. Και άλλη μια πόρτα και ένα παράθυρο στο βάθος. Με τη διαφορά, όμως, ότι αυτή η πόρτα ήταν μισάνοιχτη.
«Κύριε Χίθροου. Τζόνας. Τσανάντ» είπε ο Μαρτίν. «Αυτή τη φορά θα ανοίξω εγώ και θα μπω πρώτος. Μπαίνετε όταν σας πω, όχι νωρίτερα».
«Είδες τίποτα, Μαρτίν;» ρώτησε ο Ράινχελ. «Εγώ δεν είδα κάτι περίεργο. Πέραν από την ανοιχτή πόρτα, εννοώ».
«Το ότι είναι λίγο ανοιχτή αυτή η πόρτα που βγάζει στην αυλή, μπορεί να σημαίνει κάτι, μπορεί και όχι. Δεν μπορούμε να δούμε καθαρά, γιατί ο χώρος δεν έχει φως. Θα μπορούσε να κρύβεται κάποιος από δαύτους εκεί μέσα».
«Αυτό θα μπορούσε να ισχύει και για τους άλλους χώρους που ερευνήσαμε, Μαρτίν» είπε ο Κάρτερ.
«Ναι, θα μπορούσε. Αμφέβαλλα εξ αρχής, σας είχα πει ότι αυτοί θα είναι στους άλλους ορόφους του κάστρου, όχι στο ισόγειο. Αλλά αφού ξέρουν ότι είμαστε εδώ, μπορεί να άλλαξαν γνώμη. Μπορεί εκείνη, η Κόμισσα, να άλλαξε γνώμη. Κι έτσι, αφού μας είδαν να κοιτάμε έξω στην αυλή, ενδεχομένως να ήρθε κάποιος εδώ κάτω, και να κρύβεται πίσω από αυτή την πόρτα». Πριν μιλήσει άλλος, συνέχισε «Όταν μιλούσα για το κάστρο νωρίτερα, έλεγα τι υποθέτω. Δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για το πώς σκέφτονται τα τέρατα. Τα μόνα που ξέρουμε με βεβαιότητα είναι πως είναι βρικόλακες, θέλουν αίμα, κοιμούνται σε τούτο το κάστρο, βγαίνουν τις νύχτες, αυξάνουν τον αριθμό των ομοίων τους, παίρνουν ανθρώπους με το μέρος τους χωρίς να τους κάνουν βαμπίρ, σκοτώνονται αν τους μαχαιρώσεις στην καρδιά και τους αποκεφαλίσεις. Από εκεί και πέρα, μόνο υποθέσεις κάνουμε. Τώρα» έδειξε την πόρτα. «Πάμε;»

Οι άλλοι ένευσαν και, προτού υψώσουν τα όπλα τους, ο Μαρτίν κατέβασε το χερούλι και έσπρωξε την πόρτα με τον ώμο του. Την επόμενη στιγμή, είχε σηκώσει τον σταυρό και το φανάρι που κρατούσε, γεμίζοντας το χώρο με φως.
Κάτι σύριξε στα αριστερά του.

Στράφηκε και βρέθηκε να αντικρίζει για πρώτη φορά στην ζωή του ένα βρικόλακα.
Στη γωνία, ανάμεσα από δύο έπιπλα (ένα μεγάλο κομοδίνο με συρτάρια και ένα μικρό τραπέζι), ήταν ένα καχεκτικό, χλομό πλάσμα που φορούσε έναν μαύρο μανδύα και είχε σκοτεινά μάτια και μακριά, σκυλίσια δόντια. Τον κοιτούσε σαν άγριο ζώο που ετοιμάζεται να ριχτεί στο θήραμά του. Κάποτε ήταν άντρας και, κρίνοντας από τα κουρεμένα μαλλιά του και τα ανύπαρκτα γένια του, ο Μαρτίν υπέθετε ότι αυτό το βαμπίρ είχε υπάρξει στρατιώτης κάποτε, πριν χάσει την ανθρωπιά του.
Ο βρικόλακας έκανε να σηκωθεί, αλλά ο Μαρτίν έβαλε ανάμεσά τους τον σταυρό, αναγκάζοντας το τέρας να συρίξει πιο δυνατά και να οπισθοχωρήσει ξανά στη γωνία του.
«Τι στο δαίμονα!» ακούστηκε η φωνή του Κάρτερ και το επόμενο δευτερόλεπτο ο αδερφός του Φάμπιαν μπήκε στο χώρο, έχοντας το πιστόλι έτοιμο. Είχε δει προς τα πού κοιτούσε ο Μαρτίν, οπότε στράφηκε κι ο ίδιος σε αυτή την κατεύθυνση. Είδε το βρικόλακα και έβρισε και τον σημάδεψε με το όπλο.
«Όχι!» είπε ο Μαρτίν, που δεν έπαιρνε τα μάτια του από το τέρας. Το κοιτούσε με ενδιαφέρον επιστήμονα που έχει δει ένα θαυμάσιο ουράνιο φαινόμενο. «Μην του ρίξεις».
«Δεν το είχα σκοπό. Δεν θα του κάνει κάτι μια σφαίρα» είπε ο Κάρτερ. «Απλά, θέλω να τον καθυστερήσω, αν επιτεθεί».
«Δεν θα επιτεθεί. Κοίτα, ο σταυρός τον απωθεί, τον ακινητοποιεί. Τον κρατάει κάτω».

Ο Μαρτίν, περπάτησε αργά, προς την άλλη πόρτα, αυτή που έβγαζε στην αυλή. Δεν ήθελε να αφήσει το τέρας να φύγει. Ήταν πρωτοφανές για αυτόν να βρίσκει ένα τέτοιο πλάσμα. Ό,τι είχε πει νωρίτερα, ό,τι υποσχέσεις είχε δώσει για την καταστροφή των βαμπίρ… σαν να ξεθώριασαν μπροστά στην θέα αυτού του μικροκαμωμένου, αναιμικού ανθρωπόμορφου όντος. Ίσως να είχε φταίξει και η εικόνα της θλιμμένης Κόμισσας και όσα της είχαν συμβεί, ωθώντας την προς τον βαμπιρισμό, που ο Μαρτίν δεν ήθελε να σκοτώσουν αμέσως το τέρας.
«Μαρτίν; Πού πας;» ρώτησε ο Κάρτερ, δίχως να πάρει τα μάτια του από το βαμπίρ.
«Θα σου πω. Αλλά, Μαξ, κλείσε…»

Ο Χόουνεχ δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη σκέψη του, καθώς τότε ο Άπροντ και ο Ράινχελ μπήκαν κι αυτοί στο χώρο και είδαν με φρίκη τον βρικόλακα να έχει κουλουριαστεί στην γωνία, βγάζοντας ανήσυχους ήχους.
«Χριστέ μου…» ψέλλισε ο Άπροντ και σταυροκοπήθηκε με τρεμάμενα χέρια.

Ο Ράινχελ γούρλωσε τα μάτια. «Οπότε αυτό… αυτός είναι;…»
«Ναι, Τζόνας» απάντησε ο Μαρτίν. «Είναι βρικόλακας. Κλείστε την πόρτα. Θέλω να σιγουρευτώ για κάτι, πριν…»
«Vámpír!» ούρλιαξε ο Άπροντ στη μητρική γλώσσα του και σήκωσε το όπλο και πυροβόλησε με το Μάνλιντσερ το καχεκτικό πλάσμα, το οποίο έσκουξε, καθώς πηχτό αίμα λέρωνε τον σκονισμένο και ραγισμένο τοίχο πίσω του.
Ο θόρυβος ήταν εκκωφαντικός και προκάλεσε πανικό στους άλλους στρατιωτικούς που περίμεναν έξω από εκείνο το χώρο. Φωνές ακούστηκαν και ποδοβολητά.
«Τζόνας!» φώναξε ο Μαρτίν, αφού γύρισε προς τον επιλοχία. «Πάρε έξω τον Άπροντ και σταμάτησε τους άλλους, πριν κάνουν καμιά ανοησία!» Τότε σκέφτηκε τι είχε κάνει και αναθεμάτισε.
«Μαρτίν, φεύγει!» ακούστηκε η φωνή του Κάρτερ.

Την επόμενη στιγμή, ο Μαρτίν ένιωσε ένα αεράκι να τον χτυπάει στο πλάι του προσώπου του, καθώς ο βρικόλακας εκμεταλλευόταν την ευκαιρία που ο σταυρός δεν τον σημάδευε πια. Πέρασε γρήγορα δίπλα από τον θεόρατο Ολλανδό, πριν ο τελευταίος καταφέρει να τον σταματήσει και χάθηκε έξω, στην αυλή του κάστρου.

Ο Ράινχελ άρπαξε από το πανωφόρι τον ανθυπασπιστή, άνοιξε την πόρτα και επέστρεψαν στον κεντρικό διάδρομο.
«Γαμώτο!» έβρισε ο Μαρτίν και έτρεξε προς την πόρτα, μήπως προλάβαινε το τέρας.
«Μαρτίν, μη βγαίνεις έξω!» φώναξε ο Κάρτερ και τον ακολούθησε.

Ο Χόουνεχ δεν τον άκουσε, παρά έφτασε ως το κέντρο της αυλής, κοντά στο πηγάδι. Έστρεψε προς κάθε κατεύθυνση το φανάρι, αλλά τον σταυρό τον κράτησε χαμηλά. Ήθελε να προκαλέσει το τέρας, να του επιτεθεί.

Αλλά κανείς δεν του επιτέθηκε. Ούτε μπόρεσε να διακρίνει οπτικά ή με τα αυτιά του κάποια ύποπτη κίνηση.

Ο μόνος που ήρθε κοντά του ήταν ο Κάρτερ. «Τι στο καλό σκεφτόσουν, Μαρτίν;» του είπε με θυμό. «Γιατί έφυγες μόνος σου, χωρίς κάλυψη;»

Ο Χόουνεχ δεν απάντησε σε αυτές τις ερωτήσεις. Αντίθετα, κοιτώντας ακόμα γύρω του, τις κλειστές πόρτες και τα σκαλιά και τα αναρριχητικά φυτά, έκανε μια άλλη. «Πες μου κάτι, Μαξ. Αυτό το βαμπίρ ήταν από εκείνα που πετάνε και μιλάνε ή από τα άβουλα ζώα;»

Ο Κάρτερ είπε με αποφασιστικότητα «Δεν πρόκειται να σου πω το παραμικρό εδώ έξω. Θα πάμε μέσα και θα απαντήσω όποια ερώτηση κάνεις».

Ο Μαρτίν, καταλαβαίνοντας ότι δεν επρόκειτο να τους ριχτούν τώρα, κατένευσε και γύρισε προς τον Κάρτερ. «Εντάξει» είπε και στράφηκε να φύγει, ακολουθούμενος από τον πιστολέρο, ο οποίος, μέχρι να μπουν και να κλείσουν την πόρτα, κάλυπτε τα νώτα τους.

Μόνο όταν τα δύο θηράματα χάθηκαν στο εσωτερικό, ο βρικόλακας βγήκε από τις σκιές και άρχισε να σκαρφαλώνει τους τοίχους, για να γυρίσει στους δικούς του.
«“Προς το παρόν, δε βγαίνει κανείς έξω”» είπε με θυμό ο Ράινχελ, κοιτώντας τον Μαρτίν που ήρθε κοντά του, μαζί με τον Κάρτερ.

Δίπλα από τον επιλοχία, στέκονταν άλλοι στρατιώτες και ο Μπόντεμαν, ενώ ο Άπροντ είχε απομακρυνθεί προς τη σκάλα και είχε κατεβασμένο το κεφάλι και το Μάνλιντσερ στο ένα του χέρι, σαν ραβδί.
Ο Ράινχελ συνέχισε «Τι στο διάολο έκανες εκεί έξω, Μαρτίν; Γιατί βγήκες μόνος σου; Γιατί καταδίωξες το τέρας, χωρίς;…»
«Χωρίς ενισχύσεις, το ξέρω» είπε ο Χόουνεχ. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Κοίταξε καλά τους άλλους. «Κύριοι, οφείλω να παραδεχτώ ότι παρασύρθηκα. Όμως, έχω καλό λόγο, πιστεύω. Ανέκαθεν έψαχνα τέτοια τέρατα. Μαζί με τον Γιούρις από δω και τον Χενκ που μας περιμένει έξω. Τα αναζητούμε πολλά χρόνια τώρα. Σπάνια, βρίσκουμε κάποιο. Τις περισσότερες φορές είναι μόνο δεισιδαιμονίες των ντόπιων ή κάποιος που θέλει να ενοχλήσει κάποιον άλλο, υποδυόμενος ένα τέρας. Ή μπαίνουμε σε ένα άδειο σπίτι ή κάστρο, που η μοναδική απειλή που υπάρχει σε αυτό είναι μην πέσει πάνω μας και θαφτούμε στα ερείπιά του». Ανασήκωσε τους φαρδιούς ώμους. «Βρέθηκα μπροστά σε ένα τέτοιο ον, σήμερα, πριν από λίγο. Ήθελα να το δω καλά, να συνειδητοποιήσω την ύπαρξή του».

Ο Κάρτερ σήκωσε το χέρι του, για να σταματήσει τον Ολλανδό. «Μαρτίν, αυτά όλα μου ακούγονται μαλακίες. Να συνειδητοποιήσεις την ύπαρξή του; Δεν αρκούν όλοι οι θάνατοι και οι απαγωγές και οι εξαφανίσεις που έχουν συμβεί σε τούτο τον τόπο; Ένα χωριό έγινε στάχτη. Άνθρωποι χάθηκαν, για πάντα. Συγγενείς και φίλοι τους αγωνιούν. Ο Φάμπιαν ακόμα αγνοείται. Αυτό το συνειδητοποιείς;»
«Ναι. Το ξέρω, Μαξ».
«Δεν το απέδειξες πριν» είπε ο Ράινχελ. «Θα έπρεπε να σκοτώσεις το φρικιό αμέσως. Ή ακόμα καλύτερα, να μας φωνάξεις και όλοι μαζί να το σκοτώσουμε».
«Πώς ήταν, Μαρτίν» ρώτησε ο Μπόντεμαν. «Πώς ήταν ο βρικόλακας;»
«Συγνώμη, Γιούρις, αλλά καταλαβαίνεις ότι ο Μαρτίν έκανε ένα σοβαρό λάθος;» ρώτησε ο Ράινχελ με αγανάκτηση.
«Καταλαβαίνω ότι έτσι το βλέπετε εσείς».
«Τι;»
«Θα σας πω τι ξέρω εγώ, κύριοι». Ο Μπόντεμαν έκανε δυο βήματα προς τον Μαρτίν και στράφηκε στους άλλους. «Ο ψηλός φίλος μου από δω ξέρει τι έχει συμβεί στο Μπραν. Ξέρει τι κάνει. Ξέρει τι αντιμετωπίζουμε. Ξέρει τι ρισκάρει, τι ρισκάρουμε όλοι. Και δε φοβάται. Θα κυνηγήσει θεούς και δαίμονες, αν χρειαστεί. Μόνος του. Επίσης, πρέπει να καταλάβετε τι σας είπε. Τέτοια όντα τα αναζητούμε πολλά χρόνια. Είναι το πάθος μας, αν προτιμάτε. Ο Μαρτίν είδε ένα υπερφυσικό τέρας, ένα από τα ελάχιστα που μπορεί να πει ότι έχει δει ποτέ του. Και είχε το χρόνο να το ελέγξει, αντί να το σκοτώσει αμέσως. Γιατί; Γιατί ήθελε να μάθει όσα μπορεί από δαύτο, ώστε να ξέρει τι να κάνει με τα υπόλοιπα, αλλά και γιατί ήξερε ότι έχει συμμάχους του να τον προστατεύουν. Ήξερε ότι δεν θα αφήνατε να πάθει κάτι, αν χρειαζόταν βοήθεια. Αντί να του “επιτίθεστε”, μήπως να σκεφτόσασταν καλύτερα την όλη κατάσταση; Αυτό λέω εγώ».
«Ήταν απερίσκεπτο από μέρους του» είπε ο Κάρτερ. «Αν ήταν κι άλλοι βρικόλακες εκεί μέσα; Ή έξω; Θα προλαβαίναμε να τον βοηθήσουμε; Έγκαιρα;»
«Όντως, αυτό…» έκανε να πει ο Ράινχελ, αλλά ο Μαρτίν τον διέκοψε.
«Κύριοι, αυτή η συζήτηση τελειώνει εδώ. Ό,τι έγινε έγινε. Από τώρα και στο εξής, κανείς δεν πηγαίνει πουθενά μόνος του. Κανείς. Είμαστε δύο υπο-ομάδες, όπου θα ψάξουμε το κάστρο απ’ άκρη σ’ άκρη, εφόσον απαιτηθεί κάτι τέτοιο. Αλλά τα μέλη της κάθε υπο-ομάδας θα είναι μαζί και θα καλύπτουν ο ένας τον άλλο». Έδειξε τον Κάρτερ. Είπε χαμηλόφωνα «Μαξ, εσύ θα ακολουθήσεις την ομάδα του Τζόνας και ο Τσανάντ θα έρθει στη δική μας, για να έχουμε κάποιον να μας βοηθάει στη συνεννόηση με τους φαντάρους. Τζόνας, ψάχνετε το ισόγειο, αλλά όχι το υπόγειο. Στο υπόγειο θα πάμε όλοι μαζί, στο τέλος, αν κριθεί απαραίτητο. Ο Γιούρις, εγώ, ο Τσανάντ, η Φρίντα και οι στρατιώτες που έμειναν θα πάμε στους επάνω ορόφους».
Για μερικά δευτερόλεπτα, κανείς δεν μίλησε.
«Εντάξει. Αν δε βρούμε κάτι ή κάποιον στο ισόγειο;» ρώτησε ο Ράινχελ, τελικά. Ακόμα φαινόταν χολωμένος με ό,τι είχε κάνει ο Μαρτίν.

Ο Χόουνεχ έδειξε πίσω του. «Θα έρθετε σε εμάς, πάνω. Από αυτή τη σκάλα. Μπορεί να βρείτε άλλες στην πορεία, βέβαια. Αγνοείστε τες, παρεκτός αν οδηγούν σε κάποιο μικρό χώρο, σε κάποιο δωμάτιο, ας πούμε».
«Καλώς».
«Κι αν ακούσουμε φωνές από άλλο όροφο;» ρώτησε ο Κάρτερ.
«Θα το κρίνετε εκείνη τη στιγμή. Ανάλογα τι φωνές θα ακούσετε. Αν είναι φωνές αγωνίας ή πόνου ή αν μιλάνε μεταξύ τους τα τέρατα. Γνώμη μου είναι να μην εμπλακείτε σε μάχη, αν μπορείτε».
«Εσείς τι θα κάνετε, Μαρτίν; Δεν θα εμπλακείτε σε μάχη αν βρεθείτε αντιμέτωποι με αυτούς;» ρώτησε ο Ράινχελ.
«Μόνο αν δεν έχουμε άλλη επιλογή» είπε ψέματα ο Μαρτίν. «Όπως και εσείς, άλλωστε. Το ιδανικό θα ήταν να μέναμε όλοι μαζί εξ αρχής, αλλά θα χάναμε πολύ χρόνο».
«Ξέρεις, Μαρτίν» είπε ο Κάρτερ «όταν μας επιτέθηκαν τα τέρατα, την νύχτα που χάθηκε ο Φάμπιαν, ήμαστε λίγοι. Όπως τώρα. Και τώρα όχι μόνο είμαστε λίγοι, αλλά χωριζόμαστε σε δύο πιο μικρές ομάδες έρευνας. Ελάχιστοι, δηλαδή. Κι εκείνοι κάτω από είκοσι δεν είναι».
«Αλλά εμείς τώρα ξέρουμε» είπε ο Μαρτίν πιάνοντας τον πιστολέρο από τον ώμο. «Ξέρουμε και, το κυριότερο, έχουμε δεχθεί εξ αρχής με τι εχθρούς έχουμε να κάνουμε.

Και για αυτό θα τους νικήσουμε, θα τους σκοτώσουμε». Αναστέναξε. «Μακάρι να ήταν έτσι και την προηγούμενη φορά, Μαξ. Ίσως να είχαν έρθει αλλιώς τα πράγματα και…» Έσφιξε τον ώμο του Κάρτερ. Χαμογέλασε με θλίψη, κοιτώντας και τον Ράινχελ. «Θα τα καταφέρουμε, κύριοι. Για τον Φάμπιαν. Για το Μπραν. Για όλους».

Οι άλλοι κατένευσαν και χώρισαν, ανταλλάσσοντας χειραψία.
Έπειτα, ο Μαρτίν με τον Μπόντεμαν απομακρύνθηκαν.
«Ευχαριστώ για την υπεράσπιση, Γιούρις» είπε ο Χόουνεχ.
«Για αυτό υπάρχω και ζω, Μαρτίν. Τι θα έκανες χωρίς εμένα, ε;»
Ο Μαρτίν χαμογέλασε, καθώς πλησίασαν τον Άπροντ.
«Τι έγινε εκεί πίσω;» ρώτησε ο τελευταίος.
«Έκανα μια μεγάλη απερισκεψία και οι φίλοι μας δεν το πήραν πολύ καλά -δικαιολογημένα. Αλλά λύθηκε το ζήτημα, χωρίς περαιτέρω προβλήματα» είπε ο Μαρτίν. «Εσύ είσαι εντάξει, Τσανάντ;»
«Δεν ξέρω, κύριε» απάντησε ο ανθυπασπιστής. «Αυτό που είδα… Ήταν πραγματικό, έτσι; Θέλω να πω, όντως κυνηγάμε βρικόλακες».
«Ναι».
Ο Άπροντ ξεφύσησε. Έβγαλε το κράνος του και έσαξε τα μαλλιά του, πριν το φορέσει ξανά.
«Να σου πω, Τσανάντ» είπε ο Μπόντεμαν «έχεις καμιά κυρά να σε περιμένει στην πόλη σου;»
«Ε; Ε… όχι» απάντησε μπερδεμένος ο Άπροντ.
«Τι στο δαίμονα! Κι εσύ;» ξεφώνισε ο Μπόντεμαν. «Χρειάζεσαι βοήθεια κι εσύ, μου φαίνεται».
Ο Άπροντ κοίταξε τον Μαρτίν. «Τι λέει;»
«Τίποτα που να μας αφορά τώρα. Πάμε».

Έφτασαν κοντά στην Φρίντα και τους δύο στρατιώτες που είχαν μείνει από τη δική τους πλευρά να φυλάνε τη σκάλα. Ο Μπόντεμαν φίλησε την Σουκούμπους στο μάγουλο («γιατί είσαι πολύ καλό κορίτσι», όπως της είπε), ενώ ο Μαρτίν ανέβαινε τα πρώτα πέντε σκαλοπάτια. «Γιούρις, εσύ και η Φρίντα πίσω μου. Τσανάντ, ακολουθείς. Βάλε δύο άντρες να έχουν φανάρια αναμμένα, έναν στη μέση της ομάδας και έναν στο τέλος, ο οποίος θα ελέγχει τα νώτα μας. Προχωράμε σταθερά, εγώ μπροστά και ανά δύο εσείς. Προσοχή προς όλες τις κατευθύνσεις, ακόμα και ψηλά στο ταβάνι».
«Μάλιστα» είπε ο Άπροντ και έδωσε τις εντολές.
Ο Χόουνεχ όπλισε ένα από τα πιστόλια του, σήκωσε το φανάρι που κρατούσε και άρχισαν να ανεβαίνουν, τη στιγμή που η άλλη ομάδα έβγαινε στην αυλή.
Η ώρα ήταν δώδεκα παρά είκοσι.

*

Μπραν

*

Όσο οι δύο υπο-ομάδες προχωρούσαν στα ενδότερα του κάστρου, οι άντρες που περιπολούσαν στον τρίτο κατά σειρά κάθετο δρόμο του χωριού βρέθηκαν στο πίσω μέρος της κατεστραμμένης εκκλησίας και του νεκροταφείου, όταν ο ένας τους σταμάτησε απότομα. Οι άλλοι δύο ακολούθησαν το παράδειγμά του και τον κοίταξαν. Ένας συνάδελφος του στρατιώτη τον ρώτησε γιατί είχε σταματήσει κι εκείνος απάντησε ότι κάτι είχε ακούσει, βήματα ή κάτι άλλο να κινείται κοντά τους.
Πριν αντιδράσουν, άκουσαν όλοι τους κάτι να κινείται στα δεξιά τους.

Οι δύο άντρες σήκωσαν τα φανάρια που κρατούσαν, αλλά και τα πιστόλια τους, ενώ ο τρίτος ύψωσε το Μάνλιντσερ. Κοίταξαν προς το νεκροταφείο. Είδαν τους τάφους και το σκαμμένο χώμα και τους λευκούς σταυρούς, είδαν τον τοίχο και το διαλυμένο παράθυρο του ναού, αλλά από εκεί που στέκονταν δεν μπορούσαν να διακρίνουν περισσότερα. Οι λεπτομέρειες τους διέφευγαν και το περιβάλλον γύρω τους ήταν γεμάτο σκοτεινά σημεία, τα οποία μόνο αν πήγαιναν κοντά στο καθένα θα έβλεπαν τι είχαν. Είχαν μια γενική εικόνα του Μπραν, βέβαια, αλλά όταν έπεφτε η νύχτα τους έζωναν οι αμφιβολίες κι ήταν σαν να άδειαζε η μνήμη τους.
Αλληλοκοιτάχτηκαν και ένας από αυτούς που κρατούσαν τα φανάρια ρώτησε ποιος θα πήγαινε να ελέγξει το νεκροταφείο.

Τότε ακούστηκε πάλι ο ίδιος ήχος. Τόσο γρήγορα, που όταν εκείνοι στράφηκαν προς τα εκεί, ήταν σαν να μην είχε γίνει το παραμικρό.

Οι άντρες αναζήτησαν με τα μάτια τους συναδέλφους τους στον κεντρικό δρόμο, αλλά διαπίστωσαν ότι ήταν πιο χαμηλά, κοντά στο καφενείο του χωριού, αφού από εκεί διακρινόταν αμυδρά το φως των φαναριών που είχαν εκείνοι.

Ο άντρας που κρατούσε το Μάνλιντσερ είπε στον ένα από τους άλλους δύο (όχι αυτόν που είχε σταματήσει εξ αρχής) να πάει στο νεκροταφείο. Του υποσχέθηκε ότι θα τον καλύπτουν ο ίδιος και ο άλλος στρατιώτης. Και, αν τα πράγματα ξέφευγαν, υπήρχαν και οι φαντάροι που είχαν κρυφτεί σε σπίτια του Μπραν, για να σπεύσουν αν υφίσταντο κάποια επίθεση.

Ο άλλος μόρφασε και κοίταξε καλά-καλά προς τους τάφους. Δεν είδε κάτι, αλλά ανησυχούσε. Δεν του άρεσαν όσα είχε ακούσει και φοβόταν μην έπεφτε σε καμιά παγίδα. Θυμόταν την ενημέρωση που τους είχαν κάνει για τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στο Μπραν και το ποιόν των εχθρών τους, και αυτό αύξανε το φόβο του, αντί να τον μειώνει. Συν ότι δεν ένιωθε καθόλου άνετα να πατήσει σε χώμα κάτω από το οποίο είχαν θαφτεί άνθρωποι. Ωστόσο, και αφού τον πίεσαν οι άλλοι (δίνοντάς του ξανά την ίδια υπόσχεση για την προστασία του), δέχτηκε να πάει.

Το μέρος ήταν περιφραγμένο και δεν είχε πόρτα από εκείνη την πλευρά, όμως ο φράχτης ήταν αρκετά χαμηλός για να περάσει ο στρατιώτης από πάνω του. Τα πόδια του βούλιαξαν στο παγωμένο χώμα ανάπαυσης των νεκρών. Ο στρατιώτης εισέπνευσε κρύο αέρα και εξέπνευσε μια μικρή ομίχλη. Έχοντας μπροστά του το φανάρι του και το πιστόλι του, άρχισε να περπατάει ανάμεσα στα μνήματα. Απέφευγε όσο μπορούσε να σκέφτεται ότι κάτω από τα πόδια του υπήρχαν σκελετοί και άνθρωποι που ίσως να μην είχαν λιώσει ακόμα. Ζήτησε συγνώμη από τον Κύριο για αυτό που έκανε.
Έριξε μια ματιά προς τα αριστερά του, προσπαθώντας να ξεπεράσει το εμπόδιο των σπιτιών, για να δει αν οι συνάδελφοι που περιπολούσαν στον κεντρικό δρόμο είχαν πλησιάσει καθόλου. Και ανακουφισμένος, είδε πως το κίτρινο φως σε λίγο θα έφτανε απέναντί του. Οπότε θα είχε και τους δύο δικούς του που περίμεναν πίσω του και τους άλλους μπροστά του, και όσους περίμεναν μέσα στα σπίτια, κοιτώντας ενίοτε από τα παράθυρα.
Ο άντρας συνέχισε να περπατάει.
Σταμάτησε, όμως, όταν άκουσε κάποιον να ανασαίνει πίσω του.

Μόνο η καρδιά του στρατιώτη και τα τρεμάμενα χέρια του αποδείκνυαν ότι ήταν ακόμα ζωντανός.
Σκέφτηκε τι να κάνει: να άρχιζε να τρέχει, φωνάζοντας, για να έρθουν οι ενισχύσεις; Ή να γυρνούσε να δει ποιος στεκόταν κοντά του;

Ο στρατιώτης ένιωσε να χάνει την ανάσα του, όταν διέκρινε έναν άλλο ήχο πίσω του. Ένα υπόκωφο μουγκρητό άγριου ζώου, αρκετά σιγανό, για να μην ηχήσει σαν καμπάνα και φέρει εδώ όλους τους στρατιωτικούς του Μπραν.

Θυμήθηκε κάποιες από τις εντολές που είχαν πάρει: να μην αντιμετωπίσουν μόνοι οποιονδήποτε εχθρό, αλλά να καλέσουν ενισχύσεις πυροβολώντας στον αέρα.
Αλλά αν δεν ήταν τίποτα; Ή αν οι άλλοι του έκαναν κάποιο αστείο, και απλά στεκόταν κάποιος από αυτούς πίσω του, για να τον τρομάξει -είχαν γίνει τέτοιες μαλακίες στο παρελθόν; Θα έσπερνε τον πανικό αδικαιολόγητα και μετά θα τον τιμωρούσαν οι ανώτεροι.
Έβρισε μέσα του και είπε το όνομα του ενός συναδέλφου του.
Δεν πήρε απάντηση.
Είπε το όνομα του άλλου συναδέλφου του.
Δεν πήρε απάντηση.
Απείλησε ότι θα κάρφωνε στον μοίραρχο όποιον του έκανε πλάκα, ενώ η Αυτοκρατορία αντιμετώπιζε έναν τρομακτικό εχθρό.
Δεν πήρε απάντηση.

Τώρα ο στρατιώτης άρχισε να τσαντίζεται. Και για αυτό γύρισε απότομα, σκοπεύοντας να έχει το πιστόλι υψωμένο για να δώσει σε αυτόν που στεκόταν πίσω του να καταλάβει ότι ο ίδιος δεν αστειευόταν.

Χάρη στο φως του φαναριού του, είδε δύο φιγούρες να στέκονται πίσω του. Φορούσαν την ίδια στολή με τον ίδιο. Ήταν οι συνάδελφοί του. Μόνο που δεν κρατούσαν τα όπλα ή ο ένας εξ αυτών το φανάρι του. Ούτε είχαν φορεμένα τα κράνη. Και η στάση του σώματός τους, κάπως καμπουριαστή, με χαμηλά το κεφάλι… Και οι ήχοι που έβγαζαν, σαν να μούγκριζαν…

Ο στρατιώτης τους μίλησε. Τους ρώτησε γιατί φέρονταν έτσι και ότι δεν είχαν χρόνο για βλακείες.

Εκείνοι δεν του απάντησαν αμέσως. Μόνο σήκωσαν τα κεφάλια και ο άντρας τρόμαξε. Είδε μαύρες σφαίρες αντί για μάτια και πρόσωπα πολύ λευκά, για να είναι υγιή. Είδε αίμα να έχει λεκιάσει τα πανωφόρια και τους λαιμούς.

Ο στρατιώτης έβρισε ξανά και, συνεχίζοντας το τρέμουλο, έκανε να σηκώσει το πιστόλι και να οπισθοχωρήσει.

Αλλά εκείνοι δεν τον άφησαν. Έπεσαν πάνω του και τον έριξαν σε έναν τάφο.
Την επόμενη στιγμή, οι άντρες που περιπολούσαν στον κεντρικό δρόμο έφταναν στο ύψος του πρεσβυτέριου και έπειτα του νεκροταφείου. Ο ένας εξ αυτών είπε στους άλλους δύο ότι τρεις συνάδελφοί τους στέκονταν περίεργα ανάμεσα στα μνήματα.
Η περίπολος σταμάτησε και στράφηκε προς τους άλλους.

Ένας άλλος στρατιώτης απευθύνθηκε στους συναδέλφους του που δεν κρατούσαν τα όπλα και τα φανάρια και είχαν βγάλει τα κράνη. Τους ρώτησε τι έκαναν.
Ο τρίτος φαντάρος έδειξε τους άλλους με το Μάνλιντσερ του και τόνισε ότι είχαν αίματα πάνω τους.

Οι άλλοι ετοιμάστηκαν να σηκώσουν τα όπλα τους, όταν κάτι προσγειώθηκε πίσω τους. Πριν γυρίσουν να δουν, υπέστησαν χτυπήματα στα χέρια, που τους ανάγκασαν να ρίξουν τα όπλα και τα φανάρια που είχαν. Δεν πρόφτασαν να ουρλιάξουν, όμως, γιατί τους δύο κάτι τους χτύπησε στο λαιμό και ένιωθαν να χάνουν τον αέρα από τα πνευμόνια τους, ενώ τον τρίτο τον γράπωσε και τον κάρφωσε στο ίδιο σημείο που είχε χτυπήσει τους άλλους. Έπειτα, άρπαξε τον δεύτερο και μετά αυτόν που είχε απομείνει, και τους έκανε το ίδιο.

Κι ύστερα, οι τρεις άντρες είχαν άλλους τρεις συναδέλφους τους με τα ίδια χαρακτηριστικά: χλομό δέρμα, μακριά νύχια και δόντια, σκοτεινά μάτια, ανάγκη για να πιούν αίμα.

Ο σχεδόν καραφλός άντρας με το μαύρο μανδύα χαμογέλασε σαρδόνια στους υποτακτικούς του. Και τους έδωσε εντολή να βρουν τους άλλους στρατιώτες που περιπολούσαν, αλλά και όσους ξεκουράζονταν στις σκηνές τους.
Ο ίδιος θα αναλάμβανε αυτούς που κρύβονταν στα σπίτια με τα όπλα ανά χείρας.
Οι βρικόλακες χωρίστηκαν και διέσχισαν σαν αερικά το Μπραν.

Άντρες της τελευταίας περιπόλου ήρθαν αντιμέτωποι με έξι συναδέλφους τους, οι οποίοι ήρθαν και από τις δύο μεριές του δρόμου, περικυκλώνοντάς τους. Δυστυχώς, ήταν πολύ αργά για τους ανθρώπους όταν κατάλαβαν ότι οι άλλοι δεν ήταν πια δικοί τους και αποφάσισαν να κάνουν κάτι, μιας και τα τέρατα έπεσαν πάνω τους και τους δάγκωσαν στο λαιμό, αλλάζοντάς τους.

Οι τέσσερις στρατιώτες που προστάτευαν τα κανόνια και τις άμαξες δεν κατάλαβαν ποτέ γιατί οι άλλοι φαντάροι ρίχτηκαν πάνω τους.

Ένας φαντάρος που είχε βγει από τη σκηνή του για να κατουρήσει ένιωσε δύο χέρια να τυλίγονται γύρω του, ένα χέρι να καλύπτει το στόμα του και τέσσερα καρφιά να μπήγονται στον λαιμό του.

Οι δύο υπαξιωματικοί που κοιμούνταν μαζί με είκοσι στρατιώτες πήραν χαμπάρι ότι κάποιοι τους επιτίθονταν, όμως, πέραν από φωνές, δεν κατάφεραν να πιάσουν τα όπλα τους και να αντιδράσουν. Οι σκηνές γέμισαν αίμα και νεκρούς, καθώς κάποιοι αντιστάθηκαν παραπάνω και δεν μετατράπηκαν σε βαμπίρ.

Ωστόσο, έξι άντρες που είχαν κρυφτεί ανά τρεις σε δύο κοντινά σπίτια άκουσαν τις φωνές των άλλων και έσπευσαν με τα όπλα τους να τους βοηθήσουν. Όμως, δεν το έκαναν, αφού άκουσαν ήχους μέσα στα σπίτια, από την αντίθετη μεριά από εκεί που ήταν οι σκηνές. Μπερδεύτηκαν και γύρισαν να ελέγξουν ποιος είχε μπει στα σπίτια.
Οι πρώτοι τρεις έπεσαν πολύ εύκολα.

Οι άλλοι τρεις είδαν τον άντρα με τον μαύρο μανδύα να ρίχνεται πάνω τους, αλλά αυτός κατάφερε να τους αφοπλίσει από τα Μάνλιντσερ πριν τα χρησιμοποιήσουν.

Έβγαλαν τα σπαθιά τους, όμως εκείνος ήταν πολύ πιο γρήγορος και πολύ πιο ικανός στην μάχη από αυτούς. Τον είδαν να αποφεύγει ή να αποκρούει τα χτυπήματά τους με περίσσεια άνεση. Ο βρικόλακας τους σκότωσε μέσα σε δύο λεπτά –τον τελευταίο στρατιώτη μάλιστα τον χάραξε σε πολλά σημεία σε όλο του το σώμα και τον αποκεφάλισε με μια πλάγια κίνηση.

Άνθρωποι σε όλο το Μπραν είτε πέθαιναν, είτε γίνονταν αιμοδιψή νεκροζώντανα τέρατα, οι περισσότεροι εκ των οποίων δίχως να αντισταθούν καν.

Ούτε πέντε λεπτά μετά, άρχισαν οι πρώτοι πυροβολισμοί. Αλλά για κακή τύχη των στρατιωτικών, ήταν και οι τελευταίες ριπές που έπεσαν και, επειδή οι άντρες που πυροβόλησαν βρίσκονταν μέσα στο μοναδικό σπίτι που είχε απομείνει με θνητούς, δεν ακούστηκαν ως τους άντρες που βρίσκονταν έξω από το κάστρο.
Οπότε δεν θα έρχονταν ενισχύσεις.

Κι όχι μόνο αυτό, σκεφτόταν ο βρικόλακας που είχε εισχωρήσει στο Μπραν και είχε αλλάξει ή σκοτώσει τους υπερασπιστές του. Αυτοί που έχουν πάει στο κάστρο μας δεν ξέρουν τι τους περιμένει.

Τώρα, έχοντας πιει άφθονο αίμα, και μαζί με τριάντα πέντε άλλους, κατώτερους βρικόλακες, πλησίαζε τα κανόνια που είχε φέρει το απόσπασμα του Δέκατου Πέμπτου Συντάγματος. Ήξερε τι να τα κάνει, ήξερε πώς λειτουργούσαν, ήξερε την εμβέλειά τους. Και ήξερε τον πανικό που θα προκαλούσαν οι ριπές τους στους άντρες που είχαν πάει στο κάστρο. Μετά τους πρώτους θανάτους από τους κανονιοβολισμούς, εκείνοι θα τρέπονταν σε φυγή. Και θα έπεφταν θύματα των βρικολάκων. Δεν θα χρειάζονταν πολλαπλές ριπές. Αρκεί να πήγαινε τα κανόνια αρκετά κοντά, για να σκοτώσουν μερικούς από τους στρατιωτικούς. Μετά, θα αναλάμβαναν οι κατώτεροί του και θα άλλαζαν όσους περισσότερους μπορούσαν, όσο ο ίδιος θα επέστρεφε μέσα στο κάστρο, για να βοηθήσει τους ομοίους του να ξεπαστρέψουν τους εισβολείς –ή να τους κάνουν κι αυτούς δικούς τους.
Ο ανώτερος βρικόλακας έδειξε στους άλλους τα κανόνια και τους έδωσε εντολή να τα πάρουν μαζί τους.
Και έπειτα, προήλασαν προς το κάστρο.

*

Κάστρο του Μπραν

*

Ο Μαρτίν στεκόταν στην μια πλευρά του διαδρόμου και στην άλλη ήταν ο Μπόντεμαν και η Φρίντα. Ανάμεσά τους ήταν οι παραταγμένοι στρατιώτες, εκτός από δύο που στέκονταν στην άκρη της σκάλας, για να ελέγχουν ποιος ανεβαίνει. Ο Άπροντ βρισκόταν δίπλα στον Μαρτίν. Όλοι οι ένοπλοι στόχευαν προς κάθε κατεύθυνση. Με το που είχαν φτάσει στον όροφο και αφού βεβαιώθηκαν ότι δεν κυκλοφορούσε κανένας άλλος εκεί, φρόντισαν να ανάψουν όσα από τα κεριά στους τοίχους ήταν ακόμα χρήσιμα, απλώνοντας έτσι αρκετό φως τριγύρω.

«Από πού ξεκινάμε;» ρώτησε ο Άπροντ, χαμηλόφωνα. Εν αντιθέσει με τον πανύψηλο Ολλανδό ή τον φίλο του και την σύντροφό του, ο ανθυπασπιστής ήταν ακόμα ανήσυχος. Κοιτούσε το κατ’ ουσίαν σκοτεινό μέρος που απλωνόταν γύρω του, με τις πολλές πιθανές κρυψώνες (των τεράτων, των βρικολάκων) των εχθρών, μη ξέροντας από πού θα τους επιτίθονταν.

Ο Μαρτίν κοίταξε καλά-καλά τα δωμάτια που υπήρχαν απ’ άκρη σ’ άκρη στο διάδρομο. Μέτρησε νοερά. Δεκαπέντε πόρτες, οι περισσότερες κλειστές. Κάποιες όχι απλά ήταν ανοιχτές, μα είχαν υποστεί σοβαρή ζημιά, αφού με κάποιον τρόπο τις είχαν ξεχαρβαλώσει μερικώς, με αποτέλεσμα να κρέμονται πλαγιαστά, σαν άνθρωποι που έχουν πιαστεί από μια ρίζα για να μην πέσουν στον γκρεμό. Στα αριστερά του Μαρτίν, στο βάθος του διαδρόμου, υπήρχε άλλη σκάλα που οδηγούσε στον δεύτερο όροφο, ενώ πίσω του, εκεί όπου στεκόταν ο Γιούρις και η Φρίντα, υπήρχαν και μεγάλα παράθυρα με σπασμένα τζάμια και σκισμένες κουρτίνες. Ο άναστρος ουρανός έστελνε δριμύτατα κύματα ψύχους ενάντιά τους.
«Τσανάντ, υπάρχουν μπαλκόνια έξω από τα παράθυρα, σωστά;» ρώτησε ο Μαρτίν.
«Ναι».
«Ωραία. Βγες και κάνε νόημα στους άλλους που περιμένουν έξω. Κάνε τους νόημα ότι είμαστε εντάξει και πως χρειαζόμαστε άλλη μία ώρα».
«Χρειαζόμαστε όντως;»
«Ναι. Τούτο το μέρος έχει περισσότερα δωμάτια απ’ όσα πίστευα».
«Εντάξει».

Ο Άπροντ έκανε να φύγει, αλλά ο Μαρτίν του είπε «Πάρε μαζί σου δύο στρατιώτες. Πες τους να ελέγχουν ψηλά, πίσω, δεξιά και αριστερά. Κυρίως, να προσέχουν μη σας ριχτεί κανένας από τα άλλα μπαλκόνια». Σκέφτηκε κάτι και πρόσθεσε «Μην πλησιάσεις τόσο στα κάγκελα του μπαλκονιού ώστε να τα ακουμπήσεις. Κράτα μια απόσταση».

Ο Άπροντ δεν ήταν σίγουρος για την τελευταία πρόταση του Χόουνεχ, αλλά αποφάσισε ότι καλό θα ήταν να υπακούσει.

Πήρε δύο φαντάρους που ήταν ήδη στραμμένοι προς την πλευρά των παραθύρων και, αφού άνοιξαν ένα από αυτά που ήταν ανάμεσα σε δύο κλειστές πόρτες, βγήκαν έξω. Είπε στους άντρες τι να προσέξουν, όσο ο ίδιος πήγε προς τα κάγκελα του μπαλκονιού. Καθώς περπατούσε έξω από το κάστρο, συνειδητοποίησε ότι περισσότερο φοβόταν μην καταρρεύσει το πέτρινο έδαφος, παρά μην τους επιτεθεί κανείς. Υπήρχαν ρωγμές ανάμεσα στις πέτρες, που έμοιαζαν ανησυχητικά με πληγές που ήταν έτοιμες να ανοίξουν ολοσχερώς.

Ωστόσο, έφτασε σε ένα σημείο που θεώρησε ότι είναι ασφαλές και αρκετό για να μπορέσει να στείλει το μήνυμα που του είχε υποδείξει ο Μαρτίν.

Ο Μαρτίν είπε στα γαλλικά «Γιούρις, βγάλε το σπαθί σου και στάσου ακριβώς έξω από το παράθυρο, έτοιμος να επέμβεις, αν υπάρξει λόγος. Έχε και το πιστόλι σου στο άλλο χέρι».
«Εγώ θα έπρεπε να πάω, Μαρτίν» είπε ο Μπόντεμαν, καθώς έκανε όπως του είχε πει ο φίλος του. «Ξέρω κι εγώ από νοήματα».
«Το ξέρω. Αλλά εκείνος πρέπει να σιγουρευτεί ότι οι δικοί του παραμένουν κοντά μας. Επίσης, πρέπει να πάρει μικρές αποστολές, για να αναθαρρήσει λίγο. Εσύ είσαι ήδη έτοιμος για να κάνεις ό,τι πρέπει».
Ο Μπόντεμαν χασκογέλασε, ενώ κοιτούσε έξω. «Έχεις τον τρόπο σου να πείθεις, Μαρτίν. Έχεις σκεφτεί να γίνεις πολιτικός;»
«Φυσικά. Όσο έχεις σκεφτεί εσύ να σπουδάσεις σε κάποιο πανεπιστήμιο».
Ο Μπόντεμαν ξεφύσησε και τράβηξε το κατάνα από την θήκη του. «Δεν είναι αυτά για μένα».
«Το ξέρω, Γιούρις».

«Κύριε» είπε ένας στρατιώτης «κάποιος βγήκε σε ένα από τα μπαλκόνια του πρώτου ορόφου. Τρία άτομα, δικά μας μάλλον».

Ο μοίραρχος πλησίασε με τα κιάλια ανά χείρας, και μαζί του ήρθαν ο Χόπε και ο Σέκερες. Κινητικότητα και μερικές χαμηλόφωνες συνομιλίες διέτρεξαν το δάσος γύρω από τους δυο τους, καθώς οι στρατιώτες ανακάθονταν και έσφυζαν τα όπλα τους στις γροθιές τους.
«Ποιος είναι;» ρώτησε ο Ολλανδός.
«Ο Άπροντ και δύο φαντάροι» απάντησε ο μοίραρχος. «Ο Άπροντ κινείται προς εμάς, όσο οι άλλοι τον καλύπτουν».
Ο Σέκερες δε μετέφρασε, γιατί δε χρειαζόταν.
«Τι κινήσεις κάνει ο Άπροντ;» ρώτησε ο Χόπε, που δεν αναγνώρισε τις κινήσεις που διέκρινε με δυσκολία.
«Λέει ότι είναι καλά και πως χρειάζονται μία ώρα ακόμα».
Ο Χόπε το σκέφτηκε. «Το κάστρο πρέπει να έχει πολλά δωμάτια» είπε.

Ο μοίραρχος κατένευσε. Ζητώντας κάλυψη από τους άντρες που στέκονταν δεξιά και αριστερά του, βγήκε και έκανε αντίστοιχα νοήματα, για να δείξει στον ανθυπασπιστή πως είχε καταλάβει. Έπειτα, κρύφτηκε ξανά ανάμεσα στα δέντρα.
«Πραγματικά, ελπίζω να μη μας πάρει όλη νύχτα αυτή η επιχείρηση» σχολίασε.

Ο Χόπε άκουσε τη μετάφραση του Σέκερες και είπε «Ας ελπίσουμε ότι θα τελειώσουμε αυτή τη νύχτα και πως το αποτέλεσμα θα είναι υπέρ μας, κύριε μοίραρχε. Νομίζω ότι αυτό πρέπει να μας νοιάζει πιο πολύ».

Ο αξιωματικός συμφώνησε και συνέχισε να παρατηρεί με τα κιάλια το κάστρο.
Δευτερόλεπτα πριν ο Άπροντ γυρίσει προς τους φαντάρους και χαθούν από το οπτικό πεδίο του μοιράρχου, εκείνος πρόσεξε κάτι να κινείται στον ακριβώς επάνω όροφο. Έστρεψε τα κιάλια του προς τα εκεί.
«Θεέ μου!» ψέλλισε. «Ένας άνθρωπος… περπατάει… πάνω στον τοίχο!»
Ο Σέκερες έσμιξε τα φρύδια από περιέργεια και κοίταξε προς το κάστρο.
«Τι είπε ο μοίραρχος;» ρώτησε ο Χόπε.
Ο Σέκερες δεν του είπε. Απλά του έδειξε.

Και ο Χόπε είδε (έστω και από μακριά) για πρώτη φορά ένα βρικόλακα να κινείται σαν αράχνη. Είδε την μαυροντυμένη φιγούρα να κατεβαίνει από ένα μπαλκόνι του δεύτερου ορόφου προς τους τρεις άντρες που είχαν βγει έξω από το κάστρο. Άκουσε άλλους στρατιώτες να μιλάνε δυνατά, αφού είχαν δει κι αυτοί την ανθρώπινη φιγούρα που περπατούσε πάνω στον τοίχο. Ο Χόπε πρόσεξε πως κάποιοι έστρεφαν τα Μάνλιντσερ προς τα εκεί, και είπε «Μοίραρχε, σταμάτησέ τους. Αν ρίξουν, θα προδώσουν τις θέσεις μας».
Ο Σέκερες μετέφρασε.

Ο μοίραρχος έσφιξε τα δόντια του. «Έτσι και πάθουν κάτι…» είπε, αλλά δεν ολοκλήρωσε τη φράση του.

Γιατί τότε οι άντρες που κάλυπταν τον Άπροντ είδαν κι εκείνοι την παράξενη φιγούρα που κατέβαινε προς το μέρος τους.

«Ellenség!» φώναξε ένας από τους στρατιώτες και άρχισε να πυροβολεί. Την επόμενη στιγμή, ο συνάδελφός του γυρνούσε και έριχνε κι αυτός.
Εχθρός, σκέφτηκε και ο Άπροντ και ξεκρέμασε το Μάνλιντσερ του, με σκοπό να συμβάλλει κι αυτός στην μάχη.

Όμως, είδε τον άνθρωπο με τον μαύρο μανδύα να κινείται με αδιανόητη ταχύτητα, αφήνοντας τον στέρεο τοίχο και πέφτοντας πάνω στους δύο στρατιώτες. Αίματα χύθηκαν από την αλλόκοτη μορφή και μούλιασαν τους φαντάρους, οι οποίοι τυφλώθηκαν από τις σταγόνες που έπεσαν στα μάτια τους και σταμάτησαν να πυροβολούν, για να καθαρίσουν το πρόσωπό τους.
Φωνές ακούστηκαν από την άλλη πλευρά του παραθύρου.

Ο βρικόλακας ρίχτηκε στους άντρες με τα χέρια απλωμένα και τα δόντια έτοιμα να ξεσκίσουν ανθρώπινους λαιμούς. Κατάφερε να προσγειωθεί πάνω στον ένα από τους ένστολους, κατεδαφίζοντάς τον. Ο Άπροντ πυροβόλησε τον χλομό άντρα, και, παρότι οι σφαίρες δεν του έκαναν σοβαρή ζημιά, ωστόσο τον έριξαν προς τα πίσω, προς τη γωνία του μπαλκονιού.
Το τέρας γρύλισε από τους πόνους που του είχαν καταφέρει. Έδειξε τους μακριούς κυνόδοντές του προς τον Άπροντ.
Ο ανθυπασπιστής πάγωσε, βλέποντας ένα τόσο αφύσικο θέαμα.
Τότε ο βρικόλακας έδωσε ώθηση στα πόδια του και πετάχτηκε, για να επιτεθεί στον Άπροντ.
Όμως, ένας πολύ κοντινός πυροβολισμός διαπέρασε το κεφάλι του, κάνοντάς τον να χάσει την ισορροπία του και να πέσει πάνω στα κάγκελα αριστερά. Πριν γυρίσει προς αυτόν που του είχε επιτεθεί, μια κοφτερή λεπίδα μπήχτηκε στην αριστερή μεριά του στήθους του.

Ο βρικόλακας ούρλιαξε για μερικά δευτερόλεπτα.
Ο Μπόντεμαν έβγαλε το κατάνα από το στήθος του άλλου, τον άρπαξε με το ελεύθερο χέρι του -είχε θηκαρώσει το πιστόλι του, για να μπορέσει να καρφώσει με όλη του τη δύναμη το σπαθί στο τέρας- και τον γύρισε για να αντικρίσει τον εκτελεστή του.
Σκούρο αίμα έβγαινε από την πληγή στο στήθος και στο κεφάλι, αλλά και από το στόμα του βρικόλακα, ο οποίος γονάτισε και κατέβασε το αναιμικό κρανίο του με τα κοντά μαλλιά του.
«Χαιρετισμούς στον Σατανά, μαλάκα» είπε ο Μπόντεμαν και αποκεφάλισε το τέρας, μετατρέποντάς το σε σκόνη. Ύστερα, χαμογέλασε με ικανοποίηση και κοίταξε τον Άπροντ. «Είσαι καλά;» ρώτησε.
«Ναι. Ευχαριστώ» απάντησε ο άλλος, αναστατωμένος. Πλησίασε και έλεγξε τους δύο άντρες του και τους βοήθησε να πάνε μέσα, όσο άλλοι στρατιώτες κάλυπταν τα νώτα τους.

Ο Μαρτίν πήγε κοντά στους τέσσερις άντρες που είχαν βρεθεί εκτός και βεβαιώθηκε ότι είναι καλά. «Χαίρομαι που όλα πήγαν κατ’ ευχήν» σχολίασε.
«Κατ’ ευχήν;» ρώτησε ο Άπροντ, με μια δόση πικρίας και θυμού στη φωνή του. «Παραλίγο να μας σκοτώσει εκείνος ο… ο βρικόλακας».
«Αλλά δεν τα κατάφερε, Τσανάντ. Γιατί προσέξαμε. Γιατί είπα στον Γιούρις να έχει τον νου του σε εσάς».
«Ήταν ριψοκίνδυνο που βγήκαμε έξω μόνο τρεις από εμάς» επέμεινε ο Άπροντ. «Αυτά τα φρικιά είναι τελείως απρόβλεπτα». Έδειξε προς το παράθυρο. «Είδες τι έκανε εκείνος εκεί; Περπατούσε στον τοίχο, για όνομα του Θεού! Μπουσουλούσε με άνεση, σαν να… δεν ξέρω, σαν ζώο ή σαν άνθρωπος που περπατάει στο πάτωμα του σπιτιού του».
Ο Μαρτίν ένευσε. «Καταλαβαίνω την αναστάτωσή σου, Τσανάντ. Αλλά η κατάσταση ήταν υπό έλεγχο».
«Ναι» είπε ο Μπόντεμαν, καθώς σκούπιζε την λεπίδα του κατάνα στο παντελόνι του. «Η κατάσταση ήταν υπό τον δικό μου έλεγχο».
Ο Άπροντ δεν απάντησε. Κοίταξε τον Μαρτίν, όμως. «Συνεχίζουμε;»
«Σίγουρα». Ο Μαρτίν πλησίασε τον Μπόντεμαν. «Γιούρις, εύγε για ό,τι έκανες».
Ο Μπόντεμαν κούνησε ανέμελα το χέρι του. «Δεν ήταν κάτι το…»
«Αλλά δε χρειαζόταν να βρίσεις τον άλλο» τον διέκοψε ο Μαρτίν με αυστηρότητα. «Μην ξεχνάς τι όντα αντιμετωπίζουμε. Μέχρι πριν λίγο καιρό ήταν άνθρωποι σαν εσένα και εμένα. Τους δίνουμε κάθαρση όταν τους σκοτώνουμε, δεν τους τιμωρούμε. Δε φταίνε για ό,τι έπαθαν, για ό,τι έγιναν. Για ό,τι τους μετέτρεψαν». Ο Μαρτίν πέρασε το χέρι του γύρω από τον ώμο του φίλου του. «Ξέρω πόσο ποθείς τέτοιες μάχες. Όμως, πρέπει να δείχνουμε και τον δέοντα σεβασμό».
«Αλήθεια το πιστεύεις αυτό, γενναίε Ολλανδέ;»

Ο Μαρτίν γύρισε προς την γυναικεία φωνή που είχε μιλήσει. Είδε τη Φρίντα να τον κοιτάζει χαμογελώντας. «Τι εννοείς; Φυσικά και το πιστεύω» της απάντησε. «Οι βρικόλακες είναι πλανεμένες ψυχές. Δηλητηριασμένες ψυχές. Ήρθαμε να τους προσφέρουμε λύτρωση και όχι…»
«Μη βιάζεσαι να κρίνεις, ναύτη με την ανδρεία ψυχή. Έχεις πολλά να δεις ακόμα».
Ο Μαρτίν την κοίταξε, αλλά δεν απάντησε. Τι εννοεί; συλλογίστηκε.
«Η καλή μου είναι ποιήτρια» είπε ο Μπόντεμαν και φίλησε στο μάγουλο τη Φρίντα.
«Κύριε Χόουνεχ, μπορούμε να προχωρήσουμε;» είπε ο Άπροντ, επιτακτικά.

Ο Μαρτίν γύρισε προς τους φαντάρους που είχαν υψωμένα τα Μάνλιντσερ, στοχεύοντας προς κάθε μεριά του διαδρόμου και όχι μόνο τις πόρτες. Περνώντας από δίπλα και ανάμεσά τους, ο Μαρτίν πρόσεξε ότι η νευρικότητα κάποιων είχε ενταθεί. Όλοι τους είχαν δει τι έγινε προ ολίγου στο μπαλκόνι. Όλοι τους ήξεραν ότι οι φήμες ήταν αληθινές. Ακόμα και πολλοί από όσους είχαν μείνει έξω πρέπει να έγιναν μάρτυρες της μάχης. Η οποία ήταν σύντομη, είπε μέσα του ο Μαρτίν. Το οποίο θα πρέπει να τους αποδεικνύει ότι αυτά τα τέρατα, ό,τι κι αν είναι, μπορούν να σκοτωθούν. Γι’ αυτό είναι λίγοι όσοι έχουν αναστατωθεί. Οι περισσότεροι έχουν πειστεί ότι μπορούμε να νικήσουμε αυτόν τον πόλεμο.

Έδωσε εντολή να ξεκινήσουν να ψάχνουν τα δωμάτια, ένα προς ένα. «Θα αρχίσουμε από εκείνο με την κλειστή πόρτα» έδειξε προς το βάθος του διαδρόμου, πέρα από την σκάλα που είχαν ανέβει. «Και σιγά-σιγά, θα φτάσουμε προς την τελευταία πόρτα, οπότε και θα είναι ώρα να ανεβούμε στον επόμενο όροφο. Αν δε βρούμε τους υπόλοιπους βρικόλακες και τον ταγματάρχη Άσπελ». Συνέχισε «Καθώς θα ανοίγουμε κάθε πόρτα, θα ορμάμε μέσα εγώ, ο Γιούρις, η Φρίντα και πέντε ακόμα στρατιώτες. Αν κριθεί αναγκαίο, θα μπουν κι άλλοι. Αν όχι, τότε έξω από το εκάστοτε δωμάτιο, θα μένεις εσύ, Τσανάντ, με τους υπόλοιπους οκτώ και τους δύο που φυλάνε τη σκάλα».
«Καλώς» είπε ο Άπροντ και μετέφρασε στους στρατιώτες.
«Πιστεύεις ότι θα βρούμε κανέναν τους εδώ, σε αυτόν τον όροφο;» ρώτησε ο Μπόντεμαν τον Μαρτίν.
«Ναι. Αλλά οι πιο δυνατοί, αυτοί που πετάνε και μιλάνε, θα είναι στον επόμενο ή σε κάποιο χώρο από αυτούς που θα ερευνήσει η άλλη υπο-ομάδα». Κοίταξε τον φίλο του, για μια στιγμή, ενώ έπαιρναν θέση έξω από την πόρτα. «Αλλά μπορεί να κάνω λάθος κιόλας». Ο Μαρτίν έσφιξε το φανάρι στο ένα του χέρι και το πιστόλι στο άλλο. «Μπορεί να βρούμε τον Φάμπιαν κάπου σε αυτόν τον όροφο».
«Κι αν τον βρούμε, θα φύγουμε, για να ρίξουν το κάστρο ή;…»
«Εξαρτάται από την κατάστασή του. Αλλά δεν θα φύγουμε από εδώ μέσα, αν δε σφάξουμε όλα τα φρικιά πρώτα. Ή αν έχουμε τόσες πολλές απώλειες, ώστε θα πρέπει να υποχωρήσουμε. Ως τότε, όμως…» Έκανε νόημα στους πέντε στρατιώτες που στέκονταν πίσω του. Αυτοί απάντησαν, νεύοντάς του. Ήταν έτοιμοι.

Ο Μαρτίν άνοιξε την πόρτα χωρίς καμιά δυσκολία, αλλά πολύ θόρυβο, και όρμησαν μέσα.

Βρήκαν ένα μεγάλο χολ, άλλη μια αίθουσα εκδηλώσεων παρόμοια με αυτή του ισογείου. Και το ίδιο άδεια από άλλα όντα. Για το τυπικό της υπόθεσης, την έψαξαν όλη, χωρίς να βρουν κάτι άξιο λόγου. Εκτός ίσως από το μεγάλο παράθυρο με τα σπασμένα τζάμια που υπήρχε στην αντικρινή πλευρά από εκεί που μπήκαν. Ο Μαρτίν, ο Μπόντεμαν και η Φρίντα πλησίασαν, για να κοιτάξουν έξω, αφού ο πανύψηλος Ολλανδός σταμάτησε πρώτα τους φαντάρους, πριν έρθουν κι αυτοί κοντά –τους ήθελε για κάλυψη, δική τους ή όσων ήταν έξω από το χολ.

Όσο ήταν εφικτό λόγω του πηχτού σκοταδιού, οι τρεις ξένοι είδαν πυργίσκους να είναι προσκολλημένοι στο κάστρο και δέντρα να υψώνονται από χαμηλά. Κάπου πιο ψηλά ήταν ο ουρανός, αλλά δε φαινόταν τίποτα. Ούτε είδαν κάποιον να κυκλοφορεί εκεί έξω ή (μέσα από παράθυρο) σε κάποιο άλλο χώρο.
«Κρύβονται» σχολίασε ο Μπόντεμαν. «Σαν δειλοί που είναι».
«Ή σαν πονηροί, που επίσης είναι, γιατί έχουν στήσει τις παγίδες τους» είπε ο Μαρτίν. «Πάμε. Ας μην τους αφήσουμε να περιμένουν».
Βγήκαν και έκλεισαν την πόρτα.
«Τίποτα;» ρώτησε ο Άπροντ.
«Τίποτα».

Ακολούθησαν την ίδια τακτική και με τα υπόλοιπα δωμάτια. Έπειτα από υπόδειξη του Μαρτίν, ήταν πιο προσεκτικοί σε όσα είχαν ανοιχτές πόρτες, γιατί αυτό μπορεί να ήταν κάποιο κόλπο των βρικολάκων, ώστε να τους κάνουν να πιστέψουν ότι αυτοί οι χώροι είναι άδειοι, ενώ στην πραγματικότητα τα τέρατα θα κρύβονταν μέσα τους. Ωστόσο, η έρευνα συνεχίστηκε δίχως να βρουν κάποιον από δαύτους, είτε σε δωμάτια με κλειστές πόρτες, είτε με ανοιχτές. Έμπαιναν όσοι είχαν αποφασιστεί, έψαχναν κάθε σπιθαμή και έβγαιναν με άδεια χέρια.

Κατά τη διάρκεια αυτών των ερευνών, το ένα από τα προβλήματα που άρχισαν να απασχολούν τον Μαρτίν ήταν το ότι οι άντρες επηρεάζονταν από τις άκαρπες έρευνες. Η αγωνία τους μεγάλωνε, κι αυτό φαινόταν στις νευρικές κινήσεις τους, στο ότι ίδρωναν και στις βαθιές ή πολύ κοφτές ανάσες που έπαιρναν.

Το δεύτερο πρόβλημα είχε να κάνει με το πού βρίσκονταν οι βρικόλακες. Εφόσον δεν τους έβρισκαν διασκορπισμένους στα δωμάτια, αυτό σήμαινε ότι ήταν κάπου όλοι μαζί και… περίμεναν να ορμήσουν όλοι μαζί. Όποια υπο-ομάδα έπεφτε πάνω τους θα είχε πολλούς εχθρούς να αντιμετωπίσει. Ο Μαρτίν θεωρούσε απίθανο να καταφέρουν οι άλλοι να έρθουν κοντά τους (ή το ανάποδο) πριν οι μεν ή οι δε χρειαστεί να παλέψουν με κάποια ή όλα τα τέρατα. Αυτή ήταν μια από τις συνέπειες του αναγκαστικού διαχωρισμού τους: στην προσπάθειά τους να κερδίσουν χρόνο, έπρεπε να ρισκάρουν να μην είναι μαζί όταν θα έβρισκαν τους βρικόλακες.

Από το μυαλό του Μαρτίν πέρασε η ιδέα να περιμένουν σε αυτόν τον όροφο για λίγο, μέχρι να τελειώσουν οι άλλοι την έρευνά τους, οπότε και θα ενώνονταν ξανά οι δύο υπο-ομάδες σε μία. Αλλά αυτό αφενός θα αύξανε κι άλλο την ανυπομονησία (και το φόβο) των στρατιωτών και αφετέρου θα έμεναν άπραγοι για σημαντικό χρονικό διάστημα. Δεν γινόταν να μην έχουν κανένα ουσιώδες αποτέλεσμα για πολύ ακόμα. Έπρεπε να τελειώσουν με αυτή την υπόθεση άμεσα, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Αν περνούσε η ώρα, οι άλλοι απέξω θα έπαιρναν τις δικές τους αποφάσεις. Μάλλον, θα έριχναν το κάστρο με τα κανόνια. Ή πρώτα θα φώναζαν σε όσους είχαν μπει να βγουν εντός λίγων λεπτών και μετά θα έφερναν τα κανόνια. Ο Φάμπιαν ήταν σημαντικός, αλλά η θανάτωση των εχθρών είχε περισσότερη σημασία για τους στρατιωτικούς της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας.

Κι ήταν και το άλλο: όχι απλά θα έμεναν άπραγοι για πολλή ώρα, αλλά μπορεί κάποια από τις δύο υπο-ομάδες να ερχόταν αντιμέτωπη με τα τέρατα και αυτά να την αποδεκάτιζαν. Οπότε όσοι έμεναν θα έπρεπε να συνεχίσουν δίχως τους άλλους. Ή θα αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν την προσπάθεια και να βγουν από το κάστρο, για να ενωθούν με τους πολλούς εκεί έξω και εντέλει να το ρίξουν.
Συνεχίζουμε, αποφάσισε ο πανύψηλος Ολλανδός. Κάθε στιγμή μετράει. Κι εμείς έχουμε μια δουλειά να κάνουμε.

Ο Μαρτίν και οι υπόλοιποι της ομάδας του ετοιμάστηκαν να μπουν στην τελευταία πόρτα του πρώτου ορόφου, η οποία ήταν ανοιχτή.
Και τότε ήταν που άκουσαν τα γρυλίσματα και το γέλιο κάποιου.

Την ίδια ώρα, η άλλη υπο-ομάδα είχε ερευνήσει και απορρίψει πολλούς περισσότερους χώρους του κάστρου. Είχαν μπει σε χαμηλοτάβανα δωμάτια και πιο μεγάλα χολ. Είχαν βρει αποθήκες και χώρους με σκουριασμένα σύνεργα βασανισμού, που ο χρόνος τα είχε παραποιήσει όσο κάθε τι άλλο εδώ. Είχαν βρει δωμάτια με όπλα και πανοπλίες, ακόμα και μια μεγάλη βιβλιοθήκη με τόμους που δεν ήταν αναγνώσιμοι πια από την πολυκαιρία και τη μούχλα.

Είδαν τζάκια που είχαν αιώνες να προσφέρουν ζέστη στους ενοίκους ή σε φιλοξενούμενους. Ανακάλυψαν αμέτρητα ξύλινα ή πιο βαριά έπιπλα και πίνακες ζωγραφικής που κάποτε θα ήταν μεγάλης αξίας.

Ίχνη από παρουσία (ή τον θάνατο) ανθρώπων, όμως, δεν είχαν βρει, σε κανένα χώρο.
Περπατούσαν στους διαδρόμους ανά δύο, με τον Κάρτερ και τον Ράινχελ μπροστά, και τους άλλους στρατιώτες να ακολουθούν. Οι τελευταίοι στρατιώτες έριχναν κλεφτές ματιές πίσω τους, μην τους επιτεθεί κανείς από τα μετόπισθεν. Ο Ράινχελ κρατούσε ένα φανάρι, άλλο ένα κάποιος στο κέντρο της υπο-ομάδας και δύο στο τέλος της. Όπου έβρισκαν κεριά στους τοίχους προσπαθούσαν να τα ανάψουν. Διέσχιζαν τους στενούς διαδρόμους και ανέβαιναν τις στριφογυριστές σκάλες με προσοχή.

Όπως είχε γίνει στην είσοδο του κάστρου, έτσι και στους χώρους που έβρισκαν άκουγαν ήχους μέσα στους τοίχους, γεγονός που τους κρατούσε σε ακόμα μεγαλύτερη αφύπνιση και ετοιμότητα, αν και πολλοί φαντάροι έβριζαν τα τρωκτικά που δεν κάθονταν ήσυχα.

Ο Κάρτερ ήταν αυτός που εφορμούσε πρώτος σε κάθε χώρο, κρατώντας το υπηρεσιακό πιστόλι του αδερφού του στο ένα χέρι και το δικό του εξάσφαιρο στο άλλο, ενώ ο Ράινχελ ερχόταν πίσω του με το φανάρι υψωμένο και το δικό του πιστόλι έτοιμο. Ακολουθούσαν άλλοι πέντε άντρες.

Για τον πιστολέρο, το να εξερευνά ένα μέρος σαν αυτό δεν ήταν τόσο πρωτόγνωρο όσο για άλλους από την υπο-ομάδα, αφού και στην Αμερική υπήρχαν μεγάλα παλιά και εγκαταλελειμμένα σπίτια, χτισμένα κυρίως στον Νότο, γεμάτα πάμπολλους χώρους, πολλοί από τους οποίους ήταν απορίας άξιο σε τι χρησίμευαν –πέραν από το να κρύβονται μερικές φορές κακοποιοί. Όμως, το κυριότερο αντίστοιχο στοιχειωμένο μέρος που είχε ερευνήσει ήταν το Σπίτι των Sioux, μια εμπειρία που θα τον ακολουθούσε σε όση ζωή του απέμενε. Αν είχε μάθει κάτι σημαντικό τότε ήταν το ότι όσο αδιανόητες κι αν φαντάζουν, οι φήμες ενίοτε ήταν αληθείς και σίγουρα έπρεπε να τις λαμβάνεις υπόψη σου. Επίσης, και από εκείνη την υπόθεση, μα και από την παρούσα, ήξερε ότι υπάρχουν υπερφυσικά τέρατα, τα οποία ζουν σε κακόφημα μέρη. Έτσι, τώρα προπορευόταν της υπο-ομάδας, ξέροντας ότι αναπόφευκτα κάπου θα βρουν τα εχθρικά όντα που γύρευαν και τα οποία τους περίμεναν, για να τους επιτεθούν.

Ο Κάρτερ σκεφτόταν, ξέρουν ότι ερχόμαστε. Και ξέρουν ότι θα φανούμε ανόητοι, ότι θα πάρουμε ριψοκίνδυνες αποφάσεις και ριχτούμε σε όποιον από δαύτους βρούμε, αγνοώντας τους άλλους που είναι κρυμμένοι και θα πέσουμε στην ενέδρα τους. Μπορεί να έβγαζε εσφαλμένα συμπεράσματα, έχοντας στο μυαλό του αφενός την παρακινδυνευμένη καταδίωξη του βρικόλακα από τον Μαρτίν λίγο πιο πριν, αλλά και την νύχτα της επίθεσης και την αρχική προσπάθεια εκείνης της γυναίκας που είχε προσπαθήσει να πείσει τον Φάμπιαν ότι ήταν μια κάτοικος του Μπραν που κρύωνε πολύ και πως το μόνο που ήθελε ήταν να μπει στο σπίτι, ενώ στην πραγματικότητα ήθελε να την προσκαλέσει ο Φάμπιαν για να τους επιτεθεί η ίδια και μετά και οι όμοιοί της. Όμως, πίστευε ότι είχε δίκιο. Οι βρικόλακες θα υπολόγιζαν στην ανθρώπινη ανοησία και περιέργεια, για να ρημάξουν την μονάδα που είχε έρθει στο κάστρο.
Αλλά είτε έτσι, είτε αλλιώς, ο Κάρτερ είχε έρθει για να βρει τον αδερφό του, να τον σώσει από τούτα τα φρικιά και έπειτα να τα σφάξει. Ας έστηναν όσες παγίδες ήθελαν οι βρικόλακες. Εκείνος δεν θα έκανε πίσω. Και όχι μόνο ο ίδιος, μα και οι υπόλοιποι συμπολεμιστές του θα παρέμεναν μαζί του σε αυτόν τον τόσο επικίνδυνο αγώνα.
Κι αν τα πράγματα δυσκόλευαν, υπήρχε και ο θρυλικός πιστολέρο, για να συνδράμει.
Ο Ράινχελ, από την μεριά του, συνειδητοποιούσε πόσο διαφορετικό ήταν να βλέπεις κάποιο μέρος γραμμένο σε επιστολές ή σε χάρτες ή σε άλλες καταγραφές, και πόσο το να το επισκέπτεσαι. Ή πόσο φοβερό ήταν να διαβάσεις για την αγωνιώδη εμπειρία μιας στρατιωτικής μονάδας και μετά να ζεις κι εσύ κάτι παρόμοιο. Μέχρι πριν λίγες ημέρες, ήξεραν στην Αντικατασκοπεία για την ύπαρξη αυτού του μέρους, στα χαρτιά που είχαν βρει. Το ίδιο ίσχυε και για τις εξαφανίσεις (και τους θανάτους) ανθρώπων στην ευρύτερη περιοχή. Τα είχαν συζητήσει με τον Φάμπιαν και τον Βολφ από την ασφάλεια του γραφείου τους, σε μια άλλη πόλη μακριά από εδώ. Και να που τώρα είχε κληθεί να βιώσει ο ίδιος όλη την ένταση και την ανατριχίλα που είχε ριζώσει στο κάστρο του Μπραν. Προχωρώντας στους διαδρόμους του και μπαίνοντας στα ενδότερα, ένιωθε ότι δεν ήταν αρκετά προετοιμασμένος για να αντιμετωπίσει τα τέρατά του. Νωρίτερα, είχε δει ένα από αυτά, έναν όμοιο της «δαιμόνισσας» που ανέφερε στο γράμμα του ο λοχαγός των Ούγγρων μισθοφόρων το 1604. Είχε σοκαριστεί, καθώς περίμενε… κάτι άλλο, δεν ήταν σίγουρος τι ακριβώς, όμως όχι έναν αδύνατο αναιμικό άντρα με μαύρο μανδύα. Αλλά εκείνα τα χέρια με τα γαμψά νύχια… Τα μάτια του, δύο μαύρες σφαίρες… Ήταν ένα βδέλυγμα της φύσης αυτό το ον. Κάποτε ίσως ήταν ένας ακόμα θνητός, ένας πολίτης ή στρατιωτικός, μα όχι πια. Ο Ράινχελ είχε σταθεί στο πλευρό του Κάρτερ και μαζί είχαν κατσαδιάσει τον Μαρτίν που το καταδίωξε μόνος του, αλλά μέσα του ο επιλοχίας είχε νιώσει αγαλλίαση που δε χρειάστηκε να το αντιμετωπίσουν. Ενδόμυχα, είχε χαρεί που ο Μαρτίν του ζήτησε να πάρει τον εκτός εαυτού Άπροντ έξω από εκείνο το χώρο. Ο Ράινχελ είχε εκπαιδευτεί για να σκοτώνει άλλους ένστολους και οπλισμένους ανθρώπους, όχι άνδρες που ντύνονταν σαν καλόγεροι κάποιου μυστηριώδους τάγματος. Αν συναντούσε αυτόν τον χλομό άνδρα σε άλλη περίπτωση, δίχως να ξέρει ότι υπάρχουν βρικόλακες και πώς είναι, μάλλον ο άλλος θα τον σκότωνε πίνοντας όλο του το αίμα.

Άραγε, αυτό να συνέβη και στον Φάμπιαν; αναρωτήθηκε. Να πέθανε άδειος από αίμα, επειδή του το πήραν τα φρικιά; Ήταν κάτι που ανησυχούσε πολύ τον Ράινχελ. Δεν μπορούσε να διανοηθεί να είναι νεκρός ο φίλος του, και ειδικά με έναν τόσο ανατριχιαστικό τρόπο. Ο Μαρτίν μασούσε τα λόγια του όταν αναφέρονταν στον Φάμπιαν, γεγονός που δεν είχε διαφύγει της προσοχής του Ράινχελ. Σαν να ένιωθε άβολα που έπρεπε να μιλήσουν για αυτόν, αναφέροντας ότι θα τον έσωζαν. Μήπως ο Ολλανδός πίστευε;…

Ο Ράινχελ σκούπισε τον ιδρώτα από το πρόσωπό του. Βάσταξε καλύτερα το όπλο και το φανάρι. Στη Βιέννη, περίμεναν αποτελέσματα. Στη Βουδαπέστη, υπήρχε μια γυναίκα και μια κόρη που περίμεναν τον σύζυγο/πατέρα, αλλά και ένας ακόμα συνάδελφος που περίμενε τον φίλο του. Κάπου μέσα στο κάστρο, υπήρχε ένας πανύψηλος Ολλανδός που επίσης αναζητούσε τον φίλο του. Άλλοι στρατιωτικοί περίμεναν να βρουν τον αξιωματικό τους που είχε απαχθεί. Δίπλα του, ο Ράινχελ είχε έναν άντρα που περίμενε να βρει τον αδερφό του. Και ανάμεσα σε όλους αυτούς, ο ίδιος, ένας νέος στρατιωτικός κατάσκοπος που έπρεπε να φέρει εις πέρας το καθήκον του, ενώ παράλληλα καλούνταν να διαχειριστεί τους προσωπικούς του φόβους. Ένιωθε ότι είχε αναλάβει να σηκώσει στους ώμους του ευθύνες που ξεπερνούσαν (και κατά συνέπεια βάρυναν) το ψυχικό σθένος του. Αν δεν είχε πλάι του τον Κάρτερ, έναν άνθρωπο φανερά ικανό και δίχως φόβο, αμφέβαλλε αν θα κατάφερνε να ηγηθεί της ομάδας που τον ακολουθούσε.

Ο πιστολέρο σταμάτησε απότομα έξω από μια ακόμη κλειστή πόρτα, μα είδε ότι ο Ράινχελ τον προσπέρασε για δύο βήματα, με σκοπό να διασχίσει τον υπόλοιπο σκοτεινό διάδρομο. Ο Κάρτερ είπε χαμηλόφωνα «Τζόνας, σταμάτα!»
Ο επιλοχίας το έκανε και γύρισε προς εκείνον.

Ο Κάρτερ πρόσεξε ότι ο νεότερός του Αυστριακός είχε μεγάλη νευρικότητα -το πρόσωπό του γυάλιζε από τον ιδρώτα. Ο άνθρωπος που έβλεπε μπροστά του είχε ελάχιστη σχέση με τον ένα από τους δύο δυναμικούς κατασκόπους που είχε συναντήσει στη Βουδαπέστη. «Τι συμβαίνει, Τζόνας;»
Ο Ράινχελ ανασήκωσε τους ώμους. «Απλά… ξέρεις, ακόμα δεν έχω συνέλθει από το τέρας που είδαμε. Ήταν τόσο περίεργο, τόσο απρόσμενο».
«Η νύχτα έχει πολλές ώρες μέχρι να χαθεί και να ξημερώσει. Έχουμε να δούμε πολλά τέτοια τέρατα, Τζόνας. Να τα δούμε και να τα σκοτώσουμε. Οφείλουμε να είμαστε συγκεντρωμένοι».
«Το ξέρω. Το ξέρω, Μαξ».
Ο Κάρτερ τον πλησίασε σε απόσταση αναπνοής. «Είσαι σίγουρος ότι μπορείς να συνεχίσεις, Τζόνας;» τον ρώτησε.
Ο Ράινχελ κατένευσε.
«Κοίτα με όταν μου απαντάς, Τζόνας» είπε ο Κάρτερ. «Είσαι σίγουρος ότι μπορείς να μας ακολουθήσεις; Είσαι σίγουρος ότι μπορείς να μας βοηθήσεις να βρούμε τον Φάμπιαν;»

Ο Ράινχελ σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε τον πιστολέρο. Όπως είχε μαντέψει σωστά ο Αμερικάνος, ο επιλοχίας θα έκανε τα πάντα για τη χώρα του, αλλά θα έκανε ακόμα περισσότερα για τον φίλο του. Για τον Ράινχελ, ο Φάμπιαν ήταν μπροστά, στη σκηνή, και πίσω του ήταν η Αυστροουγγαρία. «Ναι, είμαι σίγουρος, Μαξ».

Ο Κάρτερ τον παρατήρησε λίγο ακόμα, περιμένοντας να δει οποιοδήποτε σημάδι ηττοπάθειας, που θα τον ανάγκαζε να στείλει τον Ράινχελ πίσω, στην είσοδο του κάστρου, με συνοδεία στρατιωτών, για να τον βγάλουν έξω από αυτό.

Πέρασαν μερικές στιγμές, όπου κανένας δεν μίλησε. Οι στρατιώτες πίσω από τους δύο άντρες αλληλοκοιτάχτηκαν με ένα σωρό ερωτήσεις να κατακλύζουν το μυαλό του καθενός.

Η ματιά του Ράινχελ, όμως, ήταν σταθερή και απέπνεε μια αποφασιστικότητα που έπεισε τελικά τον Κάρτερ ότι μπορούσαν να συνεχίσουν όλοι μαζί.
«Όπως και με τις προηγούμενες φορές» είπε ο Κάρτερ στους άλλους «έτσι και εδώ θα είμαστε προσεκτικοί. Μπαίνω εγώ, μετά ο επιλοχίας, και ακολουθούν άλλοι τέσσερις. Οι υπόλοιποι έχετε τον νου σας μήπως μας επιτεθούν από αλλού».
Ο Ράινχελ μετέφρασε στους φαντάρους, οι οποίοι κατένευσαν.
Ο Κάρτερ έκανε νόημα σε έναν από αυτούς που θα έμεναν εκτός να πιάσει το πόμολο της πόρτας.

Όλοι κράτησαν σφιχτά τα όπλα τους. Αυτοί που θα έμπαιναν σημάδευαν την θύρα του δωματίου, ενώ οι υπόλοιποι κάλυπταν τον διάδρομο από τη μια άκρη που είχαν ανάψει τα εντοιχισμένα κεριά ως την άλλη άκρη, που ακόμα ήταν βυθισμένη στο σκοτάδι.

Ο Ράινχελ μέτρησε αντίστροφα από το τρία ως το μηδέν και ο στρατιώτης άνοιξε με πάταγο την σκουριασμένη πόρτα.

Ο Κάρτερ ύψωσε το φανάρι και, λίγο πιο χαμηλά, το εξάσφαιρο πιστόλι του απέναντι στο σκοτάδι. Έκανε δύο βήματα προς την είσοδο. Αμέσως, ήρθε στα ρουθούνια του μια αποφορά χειρότερη απ’ ό,τι είχε οσμιστεί από την στιγμή που είχαν μπει στο κάστρο. Μόρφασε, αλλά δεν προχώρησε άλλο. Είπε «Κύριοι, μόλις βρήκαμε την είσοδο στο υπόγειο». Κούνησε το φανάρι και αποκάλυψε τα πρώτα σκαλιά μιας ακόμα στριφογυριστής σκάλας, η οποία, αντίθετα από τις προηγούμενες που είχαν βρει, δεν οδηγούσε κάπου ψηλά, αλλά προς τα έγκατα του κάστρου, προς τα τρίσβαθα της καταραμένης ψυχής του.

Ο Κάρτερ θυμήθηκε που, λίγο αφότου ήρθε με τον Ράινχελ και τους άλλους, ο Μαρτίν τους είχε πει για το κάστρο: Θα υπάρχει υπόγειο, με δικούς του διαδρόμους και δωμάτια πιθανώς, το οποίο ενδέχεται να έχει μυστικό πέρασμα, για διαφυγή.
Ο Ράινχελ πλησίασε και κοίταξε. «Μάλιστα. Ο Μαρτίν πρότεινε να μην πάμε στο υπόγειο. Για την ακρίβεια, μας διέταξε να μην πάμε χωρίς εκείνον και τη δική του ομάδα».
«Ναι, το ξέρω». Ο Κάρτερ έκλεισε την πόρτα, για να μην τους επιτεθεί κανείς. Ήθελε να σκεφτεί. Είχε προβληματιστεί. Δεν ήξερε πόσους άλλους χώρους θα έπρεπε να ψάξουν ακόμα, αλλά πίστευε ότι το υπόγειο θα έκρυβε μερικούς από τους βρικόλακες. Η μπόχα που αναδυόταν από εκεί κάτω του θύμιζε τη μυρωδιά που βγάζουν τα νεκρά σώματα όταν έχουν μείνει για πάνω από μερικές ώρες άταφα. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά ίσως τα φρικιά να είχαν τον αδερφό του κάπου στο υπόγειο, σε κάποιο κελί ή άλλο δωμάτιο, μάλλον κλειδωμένο, για να μην τους ξεφύγει από το μυστικό πέρασμα -αν υπήρχε κάτι τέτοιο, όπως είχε τονίσει ο Μαρτίν.
«Τι προτείνεις;»
Για τον Κάρτερ, ήταν δεδομένο ότι θα έψαχνε παντού στο κάστρο για τον Φάμπιαν. Και…

Ο Κάρτερ σταμάτησε να σκέφτεται παραπέρα, καθώς εκείνη τη στιγμή ήταν που ακούστηκαν μερικοί δυνατοί ήχοι. Επτά στο σύνολό τους. Ο ένας μετά τον άλλο. Έξω από το κάστρο.
Το έδαφος δονήθηκε απανωτά.
Και μετά, ακούστηκαν οι τρομαγμένες φωνές.
Και τέλος, άρχισαν οι πυροβολισμοί.

Οι στρατιώτες αντάλλαξαν ανήσυχες ματιές.
«Να πάρει!» έβρισε ο Ράινχελ. «Μας επιτίθενται! Επιτίθενται στους άντρες μας που είναι έξω από το κάστρο!»
«Με κανόνια;» ρώτησε ένας στρατιώτης. «Οι πρώτες ριπές, οι δυνατές, ήταν από κανόνια. Αλλά δεν ήταν δικοί μας που τα χρησιμοποίησαν, γιατί είχαν εντολή να μην το κάνουν ακόμα. Οπότε… Οι εχθροί μας;…» Ανασήκωσε τους ώμους, πλήρως αποδιοργανωμένος. «Μα πού τα βρήκαν;»
Ο Κάρτερ κοίταξε τον Ράινχελ.
«Από εμάς» ψέλλισε ο επιλοχίας. «Από το Μπραν».

Ο Κάρτερ ένευσε. Είχε σκεφτεί το ίδιο πράγμα. Οι βρικόλακες είχαν πάρει τα κανόνια που είχαν φέρει ο μοίραρχος με τους άντρες του. Το οποίο σήμαινε ότι οι στρατιώτες που είχαν μείνει να τα φυλάνε, να φυλάνε το Μπραν… ήταν νεκροί. Ή χειρότερα, σκέφτηκε ο Κάρτερ. Μπορεί να είναι κι αυτοί βρικόλακες, πλέον.
«Κι άλλες απώλειες; Θεέ μου!» Ο Ράινχελ κούνησε απηυδισμένος τα χέρια του. «Τι θα κάνουμε;» ρώτησε.

Ο πιστολέρο πήρε μια απόφαση. Είπε «Τζόνας, θα συνεχίσω εγώ την έρευνα. Εσείς πηγαίνετε να βρείτε τον Μαρτίν και τους άλλους ή πηγαίνετε κατευθείαν έξω, να βοηθήσετε τον μοίραρχο και τους φαντάρους του».
«Τι; Θα μείνεις μόνος σου για να ψάξεις τούτο το μέρος; Μαξ, αυτό είναι…»
«Τζόνας! Κάνε ό,τι είπα. Δεν έχουμε χρόνο. Οι άλλοι χρειάζονται βοήθεια, ενισχύσεις».

Ο Κάρτερ συνέχισε «Άσε που αμφιβάλλω ότι θα βρω κάτι ή κάποιον σε αυτή την πλευρά του κάστρου. Μάλλον θα χάσω το χρόνο μου, και θα ήταν άδικο να μην έχουν υποστήριξη οι δικοί μας εκεί έξω». Δεν ήξερε καθόλου αν ίσχυε κάτι από όσα είπε, αλλά ήθελε να πείσει τον επιλοχία, προτού να είναι πολύ αργά.
Ο Ράινχελ μόρφασε και έβρισε.
Οι πυροβολισμοί και οι φωνές συνεχίζονταν έξω από το κάστρο.
«Τζόνας!» είπε ο Κάρτερ.
«Κύριε επιλοχία!» είπε ένας στρατιώτης.
«Εντάξει, εντάξει» είπε ο Ράινχελ. «Ας γίνει έτσι. Εσύ μένεις εδώ. Εγώ και οι υπόλοιποι φεύγουμε». Κοίταξε τον Κάρτερ και τον χτύπησε απαλά στον ώμο. «Καλή τύχη, φίλε μου».
«Καλή τύχη, Τζόνας».

Ο Ράινχελ και οι φαντάροι της ομάδας έφυγαν, ακολουθώντας το διάδρομο που είχαν έρθει.

Ο Κάρτερ τους κοιτούσε που έτρεχαν, μη ξέροντας ότι δεν θα συναντούσε ποτέ ξανά τον Ράινχελ.

Γύρισε προς την πόρτα του υπογείου. Μετά, κοίταξε τον υπόλοιπο διάδρομο, που ακόμα παρέμενε ανεξερεύνητος. Υπήρξε μια στιγμή δισταγμού, κατά την οποία ο πιστολέρο αναρωτήθηκε προς τα πού έπρεπε να πάει. Προς τα πού είχε νόημα να πάει. Από το μυαλό του πέρασαν ξανά τα λόγια του Μαρτίν για το υπόγειο. Δεν έπρεπε να το ψάξουν σαν χωριστή ομάδα, αλλά όταν ήταν όλοι μαζί, σαν ουλαμός τριάντα και πλέον ατόμων.

Ύστερα, όμως, θυμήθηκε που ο Μαρτίν είχε καταδιώξει το τέρας τόσο πρόθυμα και δίχως να φοβάται, αδιαφορώντας αν τον ακολουθούσε κάποιος για υποστήριξη.
Ο Κάρτερ άνοιξε την πόρτα του υπογείου. Αναρωτήθηκε τι θα έλεγε ο Μαρτίν όταν μάθαινε ότι ο πιστολέρο θα συνέχιζε την έρευνα μοναχός του, πόσο μάλλον που θα πήγαινε στο υπόγειο μοναχός του.
Ο Κάρτερ άρχισε να κατεβαίνει τα σκαλιά του υπογείου.

*

Στην αρχή, κανείς τους δε φάνηκε να αντιλαμβάνεται τι συνέβαινε. Ούτε ο Χόπε, ούτε ο μοίραρχος, ούτε ο Σέκερες, ούτε κάποιος από τους στρατιώτες. Οι δυνατοί ήχοι ήταν τόσο ξαφνικοί… Κανείς δεν τους περίμενε. Ή ίσως κανείς τους δεν ήθελε να δεχθεί τι συνέβαινε. Σε κάποιους θύμισαν βροντές, άλλοι νόμισαν ότι ακούστηκαν πολύ μακρύτερα από εκεί που πραγματικά είχαν ακουστεί. Πολλοί αντάλλαξαν ματιές απορίας. Στο πίσω μέρος του μυαλού όλων, όμως, υπήρξε μια σκέψη για το τι ήχοι ήταν αυτοί.

Έπειτα, οι βροντές σταμάτησαν. Αλλά δέντρα είχαν κομματιαστεί και άνθρωποι είχαν διαμελιστεί, κάποιοι βγάζοντας συνεχείς κραυγές, κι έτσι διαλύθηκε κάθε υποψία για το τι συνέβαινε.
«Megtámadnak minket!» ούρλιαξε ένας στρατιώτης. «Agyúkkal lőnek ránk!»

Ο Σέκερες γύρισε να μεταφράσει στον Χόπε «Λέει ότι μας επιτίθενται. Ότι…»
«Ναι, κατάλαβα» τον διέκοψε ο Χόπε. «Είναι ξεκάθαρο τι συνέβη. Μας έριξαν με κανόνια».
«Αλλά ποιοι;» ρώτησε ο δεκανέας, ενώ ο μοίραρχος φώναζε διαταγές. «Ποιος μας ρίχνει; Οι δικοί μας; Αποκλείεται. Είχαν διαταγές να μείνουν στο Μπραν και να το φυλάνε, το ίδιο και τα κανόνια μας».

Ο Χόπε δεν απάντησε. Γούρλωσε τα μάτια του, όμως, και έσαξε τα γυαλιά του. «Να πάρει!» είπε. Άδραξε τον Σέκερες από το μπράτσο. «Είναι αυτοί, δεκανέα. Αυτοί. Οι καταραμένοι».
Ο Σέκερες ψέλλισε «Τι; Μ-μα αυτοί δε χρησιμοποιούν κανόνια».
«Να που χρησιμοποιούν» είπε ο Ολλανδός. Ένιωθε το άγχος του να τον κατακλύζει. Ανάπνευσε τον κρύο αέρα και μόρφασε. Δεν είναι ώρα για ηττοπάθειες, σκέφτηκε. Τώρα πρέπει να κάνω ό,τι κάνουν ο Μαρτίν και ο Γιούρις στο κάστρο. Θα πρέπει να οδηγήσω τους στρατιώτες απέναντι στα τέρατα. Για αυτό έμεινα με τον μοίραρχο και την κυρίως μονάδα.

Ο Χόπε έβγαλε από την τσέπη του το φλασκί με το κρασί που του είχε μείνει. Μπροστά στα έκπληκτα μάτια του Σέκερες, ήπιε μια μεγάλη γουλιά. Το κρασί γαργάλησε τον λαιμό του με έναν οικείο τρόπο που θύμιζε στον Χόπε τα ηδονικά χάδια μιας ερωμένης στο κορμί του συντρόφου της. Διαχύθηκε μέσα του η καυτή παρηγοριά που χρειαζόταν ο Χόπε, για να ρίξει το ρυθμό που βροντοχτυπούσε η καρδιά του.
«Δεν είναι σωστό να πίνεις τώρα» είπε ο δεκανέας.
«Πίστεψέ με, για εμένα είναι». Πρόσφερε στον άλλο το φλασκί. «Θες; Θα σε ζεστάνει».
«Όχι, δεν θέλω».
«Εντάξει». Ο Χόπε έβαλε το φλασκί ξανά στην θέση του και έπειτα έβγαλε το μαχαίρι του και το σταυρό που είχε φέρει μαζί του. Τα έσφιξε στα χέρια του, νιώθοντας ήδη να χαλαρώνει. Σε λίγο, θα ήταν αρκετά ήρεμος για να κάνει ό,τι έπρεπε. Είπε στον Σέκερες «Πες στον μοίραρχο να υπενθυμίσει σε όλους ό,τι του είπε ο Μαρτίν, πώς να τους αντιμετωπίσουμε. Μαχαίρωμα στην καρδιά, αποκεφαλισμός. Να προτάξουν το σταυρό, όποιοι έχουν. Θύμισε του ότι εμφανισιακά θα είναι χλομοί, με πολύ λευκό δέρμα και κατάμαυρα μάτια». Απομακρύνθηκε από το δέντρο που κρυβόταν ως τότε.
«Εντάξει» είπε ο Σέκερες. «Περίμενε, εσύ πού θα πας;»
«Θα κυνηγήσω τους εχθρούς μας».
«Τι; Csak te? Ε… Μόνος; Είναι πολύ επικίνδυνο».
«Το ξέρω. Αλλά δεν θα το περιμένουν εκείνοι».
«Τι; Πού πας στο σκοτάδι; Χρειάζεσαι fény». Έδειξε το φανάρι. «Φως. Χρειάζεσαι φως».
«Όχι, δεκανέα. Δεν το χρειάζομαι».

Ο Σέκερες έπαψε να βλέπει τον Χόπε, όταν εκείνος αναμείχθηκε με την βλάστηση του δάσους. Τα πρασινωπά ρούχα κυνηγιού του Ολλανδού τον έκαναν ένα με το σκοτεινό τοπίο.

Ο μοίραρχος άκουσε όσα του είπε ο Σέκερες και, μετά από μια στιγμή (κατά την οποία προσπάθησε να δεχθεί τα λόγια του δεκανέα, αλλά κυρίως του πανύψηλου Ολλανδού), ούρλιαξε τις οδηγίες προς τους φαντάρους. Επίσης, τόνισε να βρουν όσους είχαν τραυματιστεί και να τους φροντίσουν, όσο οι άλλοι στρέφονταν προς το δάσος, για να αντιμετωπίσουν την απειλή που τους είχε βρει.

Κραυγές έρχονταν από όλη την έκταση μπροστά από την πύλη του κάστρου και στα πλάγια, από εκεί που ήταν το μπαλκόνι στο οποίο είχε βγει ο Άπροντ για να τους ειδοποιήσει. Η πλάση είχε γεμίσει τόπους-τόπους με αίματα και σακατεμένα φυτά. Άνθρωποι, νέοι οι περισσότεροι, χωρίς καν να έχουν συμπληρώσει το εικοστό έτος της ηλικίας τους, είχαν πέσει στο έδαφος και σφάδαζαν. Όσοι είχαν επιζήσει, δηλαδή. Γιατί κάποιοι είχαν σκοτωθεί αμέσως, χάνοντας είτε ολόκληρο το στήθος τους, είτε το κεφάλι τους.

Από τους επιζώντες, μερικοί, ανά δυάδες, άρχισαν να φροντίζουν όσους έβρισκαν και ζούσαν ακόμα.

Οι υπόλοιποι, αν και αναστατωμένοι, γύρισαν και, με τα όπλα προτεταμένα και προσπαθώντας να συγκρατήσουν στην μνήμη τους όσα τους είχε αναφέρει ο μοίραρχος, αναζήτησαν μες στη νύχτα αυτούς που τους είχαν επιτεθεί. Οι κανονιοβολισμοί είχαν σταματήσει εντελώς, οπότε υπέθεσαν ότι δεν θα συνεχίζονταν, τουλάχιστον όχι άμεσα. Οι εχθροί δεν θα περίμεναν να καταφέρουν να εξοντώσουν όλους τους στρατιώτες από μεγάλη απόσταση. Θα έρχονταν κοντά τους.
Οι Ούγγροι ξεκίνησαν να περπατάνε όσο πιο σταθερά μπορούσαν, ρίχνοντας παράλληλα ταραγμένες ματιές ολόγυρά τους. Οι μόνοι ήχοι που έφταναν στα αυτιά τους ήταν από τα δικά τους βήματα, από τα κλαδιά και τα φυτά που πατούσαν, και από τους τραυματίες που έμεναν πίσω. Περνούσαν δίπλα από τα δέντρα. Όσοι είχαν ένα φανάρι ανά χείρας συνοδεύονταν πάντα από άλλο στρατιώτη που είχε το Μάνλιντσερ ετοιμοπόλεμο. Κάποιοι άντρες κοντοστέκονταν, μένοντας κρυμμένοι πίσω από κάποιο θάμνο, έτσι ώστε να καλύπτουν τους συντρόφους τους.
Ο μοίραρχος είχε κοντά του τον Σέκερες και δύο άλλους φαντάρους. Προχωρούσαν λίγα βήματα πιο μπροστά από τους υπόλοιπους. Ο δεκανέας και ο ένας από τους φαντάρους είχαν φανάρι στο ένα χέρι και πιστόλι στο άλλο.

Ελάχιστοι από τους προσωρινά αβλαβείς ένστολους εύχονταν να ήταν κάπου αλλού και όχι εδώ. Οι πιο πολλοί άρχιζαν να εκνευρίζονται που οι εχθροί είχαν τολμήσει να επιτεθούν στους δικούς τους στο Μπραν, να τους βλάψουν -πιθανότατα, τους είχαν σκοτώσει, αυτό όλοι το πίστευαν- και ύστερα να τους χρησιμοποιήσουν εναντίον της λοιπής μοίρας του Ορεινού Πυροβολικού που είχε πάει στο κάστρο. Ήταν μεγάλη ατιμία αυτό που είχε συμβεί. Αυτό που συνέχιζε να συμβαίνει στις στρατιωτικές μονάδες της Αυτοκρατορίας. Πλέον, οι στρατιώτες, καθώς προχωρούσαν μες στο δάσος, αποζητούσαν να συναντήσουν τους άλλους, για να τους σκοτώσουν έναν προς ένα.

Κάποιος στρατιώτης είπε «Ελάτε, καθίκια, πού κρύβεστε; Φανερωθείτε, επιτέλους!»
Άλλος είπε «Πρώτα, μας ρίχνουν και μετά κάθονται σαν ήσυχα πρόβατα. Τρομεροί εχθροί!»

Ένας τρίτος άντρας είπε πιο δυνατά «Απορώ πώς κατάφεραν να βρουν το δρόμο ως το Μπραν και πάλι ως το κάστρο, έτσι φοβισμένοι που είναι!»

Ο αριθμός των αντρών που ξεθάρρευαν αυξανόταν ολοένα και πιο πολύ, ενώ, όσο περνούσαν τα λεπτά και δεν γινόταν τίποτα, οι φωνές των στρατιωτών γίνονταν πιο δυνατές και πιο επιτακτικές.

Η ησυχία είχε εξαλειφθεί πλέον, κι αυτό ήταν κάτι που είχε να συμβεί σε τούτο το δάσος εκατοντάδες χρόνια.
«Κύριε μοίραρχε, πρέπει να σταματήσουν» είπε ο Σέκερες. «Προδίδουν τις θέσεις μας».
«Όχι, δεκανέα» είπε ο ανώτερός του. «Δεν θα δειλιάσουμε τώρα. Ας ξέρουν τα καθίκια πού είμαστε. Ας ξέρουν ότι ερχόμαστε για αυτούς».

Ο Σέκερες πολύ αμφέβαλλε αν αυτή ήταν καλή ιδέα. Παρ’ όλ’ αυτά, δεν είπε κάτι άλλο και συνέχισε να καλύπτει τον μοίραρχο, ενώ οι άντρες γύρω τους έδειχναν απρόθυμοι να σταματήσουν τις προσβολές προς τους εχθρούς τους.

Αυτός που επίσης είχε αμφιβολίες για την τακτική των φαντάρων ήταν ο Χενκ Χόπε, που προπορευόταν των στρατιωτικών. Περπατούσε αρκετά μακριά τους, αλλά τους άκουγε καθαρά. Τι να κάνουν οι ηλίθιοι; είχε σκεφτεί όταν τους πρωτάκουσε. Γιατί δεν το βουλώνουν; Ύστερα, όμως, καθώς περπατούσε σκυφτός από δέντρο σε δέντρο και καθόταν γονατιστός, αναλογίστηκε ότι ίσως ήταν προς το συμφέρον όλων να ξέρουν τα βαμπίρ πού ήταν οι περισσότεροι άντρες.

Ο Χόπε έσφιξε τα όπλα του και έτρεξε και στάθηκε καλυμμένος πίσω από ένα ακόμα δέντρο. Είχε δει κίνηση πιο μπροστά, εκεί που μόνο οι εχθροί θα μπορούσαν να είναι. Πρόλαβε να διακρίνει τις φιγούρες με τα ασπριδερά κεφάλια που πλησίαζαν προς το μέρος του ιδίου και αργότερα των άλλων πολεμιστών του Μπραν.

Έλεγξε το σταυρό και το μαχαίρι του. Τα βάστηξε γερά. Ακούμπησε το κεφάλι στον ξύλινο κορμό. Σκέφτηκε ότι θα ήθελε να καπνίσει ένα τσιγάρο, πριν αντιπαρατεθεί με τα βαμπίρ, αλλά ήξερε ότι το κρασί που είχε πιει ήταν παραπάνω απ’ ό,τι έπρεπε για μια επικείμενη σύγκρουση, πόσο μάλλον με νεκροζώντανα τέρατα.

Δεν μπορώ να πω ότι σας ζηλεύω που θα μπείτε σε εκείνη τη σφηκοφωλιά, είχε πει στον Μαρτίν πριν ο τελευταίος και η ομάδα του χωριστούν από το υπόλοιπο στράτευμα. Αν και τον άγχωνε η ιδέα να μπει σε ένα στοιχειωμένο κάστρο όπου επιβεβαιωμένα ζούσαν τέρατα, είχε μιλήσει στον Μαρτίν με απογοήτευση, καθότι ήθελε να έχει κοντά του τους φίλους του, όπως συνήθιζαν πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις. Επίσης, είχε υποθέσει, όπως σχεδόν όλοι οι άλλοι, ότι τα βαμπίρ θα έμεναν μέσα στο κάστρο και εκεί θα εκτυλισσόταν η κυρίως μάχη. Οπότε εν μέρει, είχε αισθανθεί ασφαλής, παρότι ήξερε πως ήταν άδικο να σκέφτεται έτσι.

Αυτό που δε φανταζόταν μέχρι πριν από λίγη ώρα ήταν ότι οι σφήκες θα έβγαιναν εκτός της φωλιάς τους.

Και τώρα, δεν είχε δίπλα του τους φίλους του για υποστήριξη. Τώρα έπρεπε να βασιστεί πρωτίστως στον εαυτό του και έπειτα σε ξένους στρατιωτικούς, που (όλοι πλην του δεκανέα Σέκερες) νόμιζαν ότι είχαν να παλέψουν με κοινούς θνητούς.
Κάτι που ο Χόπε ακόμα είχε πει στον Μαρτίν: Διάολε, θα ήθελα πολύ να πολεμήσω μαζί σας.

Ο Μαρτίν του είχε πει: Αυτό θα κάνεις, Χενκ. Θα πολεμήσεις μαζί μας. Απλά, από άλλη θέση, εξίσου σημαντική.

Επίσης, πριν φύγουν από το Μπραν, ο Μαρτίν του είχε πει: Θα έχεις δύσκολο έργο, φίλε μου. Μη νομίζεις ότι μόνο εμείς θα κινδυνεύσουμε. Όσοι φρουρήσετε τον περιβάλλοντα χώρο γύρω από το κάστρο θα πρέπει να έχετε κατά νου μην σας επιτεθεί κάποιο βαμπίρ. Θα υπάρξει εκνευρισμός, Χενκ. Ήδη υπάρχει, δηλαδή, αλλά όσο περνάει η ώρα και, ειδικά από τη στιγμή που θα μπούμε στο κάστρο και μέχρι να βγούμε νικητές, όσοι είστε έξω θα έχετε μεγάλη αγωνία. Τα άλογα τα είδες και τα άκουσες, όπως όλοι μας. Ακόμα και αυτά είναι αναστατωμένα. Θα πρέπει να έχεις υπομονή, φίλε μου. Για όλα και για όλους. Οι στρατιωτικοί μπορεί να σκεφτούν να κάνουν πολλά, αλλά εσύ θα κληθείς να τους συνετίσεις και να τους συμβουλεύσεις. Θα πρέπει να περιφέρεσαι ανά στιγμές σε όλη την έκταση του λόφου που θα καλύψετε. Θα πρέπει να κοιτάς παντού.
Ο Χόπε άκουσε θροΐσματα. Πολύ κοντά του.
Λοιπόν, φίλε μου Μαρτίν, είναι ώρα να κάνω ό,τι πρέπει, είπε μέσα του.
Ετοιμάστηκε.

Όταν είδε τον πρώτο εχθρό με το χλομό δέρμα, ο Χόπε τύλιξε το ένα χέρι του γύρω από τον λαιμό του, φέρνοντας τον σταυρό μπροστά στα μάτια του τέρατος, και με το μαχαίρι που κρατούσε στο άλλο χέρι τον κάρφωσε στην καρδιά.

Ο Χόπε πρόσεξε ότι ο αιχμάλωτός του φορούσε στολή του στρατού των Ούγγρων. Αναθεμάτισε. Να κάτι που δεν σκεφτήκαμε: μπορεί να έπιαναν όσους είχαν μείνει πίσω στο Μπραν και να τους έκαναν βρικόλακες. Να πάρει!

Το τέρας πάλεψε να ξεφύγει και να ουρλιάξει, αλλά δεν μπορούσε να βγάλει άχνα.
Ο Χόπε έστριψε το μαχαίρι και το βαμπίρ έπαψε να παλεύει, καθώς έγινε σκόνη.
Έπεσε στα γόνατα πάλι, σκουπίζοντας τη λεπίδα στο παντελόνι του.

Είδε άλλα τέρατα να περνάνε από κοντά του και να συνεχίζουν την προέλασή τους, δίχως να έχουν καταλάβει τι είχε συμβεί στον σύντροφό τους. Ο Χόπε διέκρινε πλέον κι άλλες λεπτομέρειες από το παρουσιαστικό τους: κάποιοι από αυτούς δε φορούσαν πανωφόρι• σε κάποιους φαίνονταν ακόμα οι πληγές που τους είχαν προκαλέσει στον λαιμό• αίματα είχαν λεκιάσει τα χιτώνια• κράνος φορούσαν ελάχιστοι• κανείς δεν κρατούσε όπλο, είτε πυροβόλο, είτε σπαθί, αν και στην ζώνη ήταν περασμένες οι θήκες τους με αυτά• όλοι βάδιζαν γρήγορα και απέφευγαν κάθε εμπόδιο, το περπάτημά τους φαινόταν σίγουρο, σαν να είχαν κάνει αυτή τη διαδρομή ξανά και ξανά.

Μέτρησε: Ένα βαμπίρ, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε… Συνέχιζαν να περνάνε σε μικρή απόσταση από μπροστά και πίσω του. Πολύ σύντομα θα έρχονταν αντιμέτωπα με τους στρατιωτικούς.
Δέκα, έντεκα, δώδεκα…
Σταμάτησε το μέτρημα όταν ο αριθμός των βαμπίρ ξεπέρασε τα δεκαεπτά. Έβρισε ξανά. Ο Χόπε ήξερε ότι δεν θα μπορούσε να τα σταματήσει όλα. Θα σκότωνε, όμως, όσο πιο πολλά μπορούσε.

Αυτό που, επίσης, (ήξερε) πίστευε ήταν ότι δεν θα έβγαινε ζωντανός από αυτή την μάχη. Είχε σκοτώσει ένα, πιάνοντάς το στον ύπνο. Τα υπόλοιπα, όμως, θα τον έβλεπαν έγκαιρα, πριν σφάξει πολλά εξ αυτών.

Υπενθύμισε στον εαυτό του: Η θέση σου είναι εξίσου σημαντική με αυτών που μπήκαν στο κάστρο. Υπομονή, Χενκ. Για όλα και για όλους.
Κοίτα παντού.

Ο Χόπε έριξε μια ματιά πίσω του. Είδε ένα βαμπίρ να έχει μείνει πιο πίσω από τα άλλα.
Ξέροντας ότι τα ρούχα του, σε συνδυασμό με το περιβάλλον και το σκοτάδι, του παρείχαν αρκετή κάλυψη, βγήκε από την κρυψώνα του και κινήθηκε εναντίον του ένστολου βρικόλακα.
Ο Χόπε άφησε το τέρας να προχωρήσει λίγο, πριν του ριχτεί, καθώς στο μεταξύ είχε σκεφτεί κάτι ακόμα.
Δευτερόλεπτα μετά, η υποψία του επιβεβαιώθηκε.

Άρχισαν οι πυροβολισμοί, αφού οι στρατιωτικοί έρχονταν αντιμέτωποι με τα βαμπίρ.
Το τέρας έκανε να κινηθεί πιο γρήγορα, αλλά ο Χόπε το σταμάτησε. Όπως και με το προηγούμενο, τύλιξε το χέρι του στον λαιμό του, δείχνοντάς του το σταυρό που κρατούσε. Ο βρικόλακας γούρλωσε τα αβυσσαλέα μάτια του και προσπάθησε να ουρλιάξει, μα εκείνη τη στιγμή η λεπίδα βελόνιασε την καρδιά του και τον μετέτρεψε σε σκόνη.

Δύο κάτω, σκέφτηκε με ικανοποίηση. Αλλά και με λύπη, συνειδητοποίησε. Αυτοί που είχε σκοτώσει ήταν στρατιώτες, πρώην στρατιώτες, πιο μικροί σε ηλικία από τον ίδιο. Το μέλλον τους είχε διαγραφεί βίαια. Οι άλλοι που απέμεναν, πρώην θνητοί στρατιώτες κι εκείνοι, θα είχαν παρόμοια μοίρα, και μάλιστα από τους παλιούς συντρόφους τους. Ήταν άδικο.

Αλλά, τόνισε στον εαυτό του, δεν είναι πια σαν εμένα και τους άλλους υπερασπιστές του Μπραν. Είναι τέρατα, που οι ψυχές τους πρέπει να λυτρωθούν. Πρέπει να συνεχίσω.
Έκανε να σκουπίσει ξανά τη λεπίδα, για να τρέξει στο κατόπι των τεράτων, αλλά κατάλαβε ότι είχε κάνει ένα σημαντικό λάθος.
Γιατί μια φωνή πίσω του είπε «Εσύ μάλλον είσαι κάποιος που ξέρει λίγα παραπάνω για εμάς. Αλλά όχι αρκετά παραπάνω».
Και τότε, μια γροθιά άρπαξε τον γιακά του πανωφοριού του Χόπε και τον πέταξε με άνεση ανάσκελα στο έδαφος. Τα γυαλιά μυωπίας του έπεσαν κάπου παράμερα.
Ο Χόπε μόρφασε, αλλά κοίταξε προς τα πάνω.

Με δυσκολία, μπόρεσε να δει μια μορφή που στεκόταν κοντά του. Είχε χλομό κεφάλι, όπως τα άλλα τέρατα, αλλά λίγα ανοιχτόχρωμα μαλλιά. Αντίθετα από τους ένστολους βρικόλακες, αυτός εδώ φορούσε έναν ολόσωμο μαύρο μανδύα.
Και… χαμογελούσε; Ο Χόπε δεν ήξερε να πει με βεβαιότητα. Αλλά κάτι του έλεγε ότι ο βρικόλακας χαμογελούσε ειρωνικά.
«Εσύ, λοιπόν» είπε το τέρας «πρέπει να μας ακολουθήσεις. Θα ήταν κρίμα να πεθάνεις σαν σκυλί εδώ έξω. Μπορείς να μας ακολουθήσεις και να γίνεις κι εσύ ένα ανώτερο ον που θα κυριαρχήσει στον κόσμο. Τι λες;»

Ο Χόπε έκανε να απαντήσει. Αλλά τότε πρόσεξε την προφορά του άλλου. Ήταν βαριά και όχι ντόπια. Αυτός δεν ήταν Ούγγρος ή Τρανσυλβανός. Ήταν ξένος, από κάπου αλλού, από…
Ω όχι! σκέφτηκε ο Χόπε και γούρλωσε τα αδύναμα μάτια του. Όχι εσύ!

Τάκης Κομνηνός

Συνεχίζεται…

——————————————————————————————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/anastkom/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/—/

One response to “Η Εντολή της Κόμισσας – Μέρος Τρίτο – 3.III”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading