Όλα ήταν έτοιμα για την ημερήσια απόδραση της οικογένειας. Η μαμά Φρόσω, έβαλε για μια ακόμη φορά τον καλύτερο εαυτό της. Όλα τακτοποιημένα, ανάλογα τα γούστα του καθενός σε φαγητό και ρόφημα. Φόρτωσαν το αμάξι και μπήκε το κατάλληλο cd λίγο πριν ξεκινήσουν.
Τρεις ώρες δρόμος, μέχρι τον προορισμό τους, η μουσικοχορευτική απασχόληση για την οκτάχρονη Μπέτυ και την επτάχρονη Δροσούλα, απαραίτητη.
“Χαρωπά τα δύο μου χέρια τα χτυπώ… Χαρωπά τα δύο μου πόδια τα χτυπώ…”. Τίποτα, ακίνητη η Δροσούλα, σε αντίθεση με την Μπέτυ που έκανε σαματά, χτυπώντας χέρια, πόδια, δάχτυλα, όπως όριζε το τραγούδι.
“Τα παιδιά ζωγραφίζουν στον τοίχο, δύο καρδιές κι έναν ήλιο στη μέση. Παίρνω φως απ’ τον ήλιο και φτιάχνω την αγάπη και μου λες, πως σ’ αρέσει…”. Αμέτοχη η Δροσούλα, τη στιγμή που η αδερφή της τραγουδούσε δυνατά και διασκέδαζε. Εκείνη, είχε το μπλοκ στα χέρια της και ζωγράφιζε νεράιδες με μαρκαδόρους και χρυσό ή ασημένιο γκλίτερ κι ας την κορόιδευε η αδερφή της “στον κόσμο σου εσύ!”.
Δεν είχαν καμία ομοιότητα, ούτε εξωτερικά, ούτε σα χαρακτήρες. Η μεγάλη μελαχρινή, με μαύρα μαλλιά και μικρά, μαύρα μάτια που όταν χαμογελούσε, μίκραιναν κι άλλο, χάνονταν και φαίνονταν σαν δυο σχισμές. Η κατά δεκατέσσερις μήνες μικρότερη, καστανόξανθη, με καταπράσινα, σαν σμαράγδια, αμυγδαλωτά μάτια. Η Μπέτυ εξωστρεφής, επικοινωνιακή, πολυλογού, έκανε αισθητή την παρουσία της. Είχε τον τρόπο, να μαζεύει γύρω της γνωστούς και αγνώστους, μικρούς και μεγάλους, με το νάζι, την γλύκα της, τον αυθορμητισμό και την αμεσότητά της. Η Δροσούλα, εσωστρεφής, λιγομίλητη, ανέκφραστη, αδιάφορη σε όλους, σχεδόν αόρατη. Προτιμούσε να κρύβεται και να σιωπά. Μεγαλύτερη ασφάλεια της παρείχαν τα παραμύθια με νεράιδες, παρά ο κόσμος.
Ο κόσμος… Συχνά άκουγε να αναφέρονται στις διαφορές της με την αδερφή της. Για το πόσο κέρδιζε την προσοχή και μαγνήτιζε τα βλέμματα η μία και πόσο απαρατήρητη περνούσε η άλλη. Δεν την πείραζε που τις ξεχώριζαν, που πάντα κέρδιζε τις εντυπώσεις η μεγάλη της αδερφή. Ίσα ίσα, χαιρόταν για ‘κείνη. Η αδερφή της άνθιζε με κόσμο γύρω της, ζωντάνευε με τον θαυμασμό προς το πρόσωπό της. Πάντα πρώτη στις σχολικές γιορτές, με ποιήματα, πρωταγωνιστικούς ρόλους σε θεατρικά, υποκλίσεις στο τέλος, απολάμβανε το χειροκρότημα. Το εντελώς αντίθετο η ίδια, ένιωθε άβολα, δεν είχε ανάγκη να γίνεται επίκεντρο, δεν συμμετείχε ποτέ σε γιορτές, αρνιόταν να βγει μπροστά σε κόσμο. Εκείνη προτιμούσε τον φανταστικό νεραϊδόκοσμο στις σελίδες που χανόταν. Εκεί που δεν χρειαζόταν να απολογείται επειδή δε μοιάζει στην αδερφή της και δεν φέρεται χαριτωμένα αφοπλίζοντας τους γύρω της. Εκεί που δεν χρειαζόταν να ακούει τα κλασικά “εσένα, σου έφαγε η γάτα, την γλώσσα;”, “Δες το καλέ το άλλο, τι σκέρτσο! Αχ να χαρώ εγώ το στόμα σου το όμορφο, φτου φτου!”.
Άφησαν το αμάξι πάνω στον δρόμο. Οι γονείς, με τα μπακ πακ στις πλάτες και κρατώντας τα κορίτσια από το χέρι άρχισαν να περπατάνε, ψάχνοντας το μονοπάτι, που κάποιοι φίλοι τους είχαν πει. Δεν ήταν σε κατάσταση που να θυμίζει πολυσύχναστο. Αγριόχορτα παντού, πέτρες και πουθενά δρομάκι να ακολουθήσεις! Τους έλεγαν ότι είναι μια καταπράσινη διαδρομή, με ξύλινα γεφυράκια, τραπέζια, παγκάκια διάσπαρτα κι ένα χαραγμένο, καθαρό μονοπάτι μέσα στην φύση, μέχρι να φτάσεις στον καταρράκτη και την βάθρα. Τους έλεγαν ότι πάντα, όποια εποχή και να επισκεφτείς το μέρος, έχει πολύ κόσμο. Τίποτα δεν συνάντησαν από όσα τους έλεγαν.
Η Φρόσω, πιστή στον ρόλο της υπερπροστατευτικής μάνας, είπε φωναχτά τις σκέψεις της, “σίγουρα πήραμε λάθος δρόμο, τι ερημιά είναι αυτή!”.
– Μαμά, χαθήκαμε; ρώτησε έντρομη η Μπέτυ.
– Όχι αγάπη μου, απλά είμαστε σε διαφορετική διαδρομή…, πρόλαβε ο Τάσος και αγριοκοίταξε την γυναίκα του.
Η μόνη ατάραχη που απολάμβανε το μοναχικό και άγριο τοπίο, ήταν η Δροσούλα. Χόρτα ίσα με το μπόι της, τσουκνίδες, κοτρόνες που έπρεπε να υπερπηδούν, σπασμένα ξερόκλαδα, θάμνοι αγκαθωτοί, κι ένα αεράκι που σφύριζε στα αυτιά, αντί να την τρομάζουν, της προκαλούσαν ένα χαμόγελο ευτυχίας. Στο χέρι της κρατούσε την μικρή, πλαστική, κουκλίτσα νεράιδα, την ανέμιζε, σα να πετάει και η ίδια χοροπηδούσε ταρακουνώντας τον μπαμπά της που την κρατούσε από το άλλο χέρι.
“Μια χαρά είμαστε εδώ, στο έλεος του Θεού”, σκεφτόταν και χαιρόταν που η έκφραση που είχε ακούσει από τον συμμαθητή της τον Χρήστο, έπιασε τόπο σε αυτό εδώ το “απάτητο” μέρος, όπως έλεγε εδώ και ώρα η μαμά της.
– Τάσο, μήπως να γυρίσουμε πίσω; η Φρόσω, φανερά φοβισμένη πια, έκανε τα γνωστά νοήματα στον άντρα της, που νόμιζε ότι περνούν απαρατήρητα από τα κορίτσια.
– Βρε μωρό μου, στο ίδιο μέρος θα βγούμε, έχε μου εμπιστοσύνη! εντωμεταξύ, δεν φαινόταν η σιγουριά στο ύφος του.
– Μαμά, δεν μου αρέσει εδώ, φοβάμαι!, κλαψούριζε η Μπέτυ.
– Μαμά, εγώ λέω να ακούσουμε τον μπαμπά, ξέρει εκείνος!, έδινε ψήφο εμπιστοσύνης στον Τάσο η μικρή του κόρη.
Συνέχισαν λίγα μέτρα ακόμα παραμερίζοντας με χέρια και πόδια τα χόρτα και τα πεσμένα κλαδιά μπροστά τους και ξαφνικά άκουσαν τον ήχο του καταρράκτη.
– Τι σας έλεγα; Ορίστε! Τον ακούτε;
– Τον ακούμε, επιτέλους Τάσο μου! αναθάρρησε η Φρόσω, αλλά ταυτόχρονα σκεφτόταν “τι καλά και να τον βλέπαμε!”.
Η Δροσούλα πέρα από την βοή του καταρράκτη, ένιωθε πως στα αυτιά της έφταναν ψίθυροι που όμως δεν μπορούσε να καταλάβει τι έλεγαν. Ίσως ήταν και το θρόισμα των φύλλων, από τα δέντρα τριγύρω, γι’ αυτό και δεν ανέφερε τίποτα.
Ο ήχος καθώς συνέχιζαν να περπατούν, δυνάμωνε. Το ίδιο και οι ψίθυροι για το κορίτσι, που άρχισε να γυρίζει πέρα δώθε το κεφάλι της, ψάχνοντας.
– Τι έπαθες Δροσούλα, σε τσίμπησε τίποτα; απορημένη ρώτησε η αδερφή της, που την έβλεπε μπροστά της.
Η Φρόσω αμέσως τσίριξε και χοροπηδούσε σα κατσίκι.
-Τι; Πού; Τι σε τσίμπησε;
– Τίποτα δε με τσίμπησε μαμά, οι χαζομάρες της Μπέτυς.
Οι δύο γονείς, κοίταξαν αυστηρά την μεγάλη τους κόρη και γύρισε η ψυχή της Φρόσως στη θέση της.
– Αφού ρε μαμά, γυρνάει το κεφάλι της πέρα δώθε σα να έπαθε κάτι.
– Δεν τους ακούτε; ρώτησε διστακτικά η Δροσούλα.
– Ποιους παιδί μου;
– Ψίθυροι, παντού, κάτι λένε αλλά δεν καταλαβαίνω.
– Τι λες καρδούλα μου; Μη με τρομάζεις! Είμαστε και στη μέση του πουθενά!
– Να! Σςςςς! Να, συνέχεια ακούγονται!
– Δροσούλα! Σε παρακαλώ πολύ! Δεν είναι ώρα για αστεία!
– Αλήθεια λέω ρε μπαμπά, αφού τους ακούω!
Κανείς δεν είχε διάθεση να συνεχίσουν αυτή τη κουβέντα. Ο Τάσος, την κοίταξε κατάματα, με μια κοφτή κίνηση, τέντωσε τον δείκτη μπροστά στο στόμα του και η μικρούλα πήρε το μήνυμα ότι έπρεπε να σωπάσει.
Καμιά κατοσταριά μέτρα παρακάτω, βρέθηκαν από το εγκαταλελειμμένο τίποτα, στον παράδεισο. Η Φρόσω που είχε απελπιστεί και ο φόβος είχε φωλιάσει για τα καλά μέσα της, έμεινε ακίνητη και άφωνη. Ο Τάσος, περήφανος για τον προσανατολισμό του, καυχιόταν ότι τους έφερε στο ωραιότερο μέρος. Η Μπέτυ αδιάφορη, γκρίνιαζε πως πείνασε, κουράστηκε και βαρέθηκε. Η Δροσούλα είχε σηκώσει το κεφάλι, άνοιξε τα χέρια της και στριφογύριζε σα πεταλούδα, παρέα με την κούκλα νεράιδα σφιχτά στο χέρι της, μη χορταίνοντας όσα έβλεπε, βγάζοντας επιφωνήματα ενθουσιασμού.
Βρίσκονταν σε ένα άνοιγμα λαξεμένου σπηλαίου, όπου ένας τριπλός καταρράκτης έπεφτε σε μία γαλαζοπράσινη βάθρα με πεντακάθαρα νερά και οι ακτίνες του ήλιου έβρισκαν πέρασμα από έναν στρόγγυλο θόλο κι έπεφταν πάνω σε έναν τεράστιο βράχο που έκοβε την βάθρα και σχημάτιζε ένα ρυάκι που φιλοξενούσε νούφαρα. Έμοιαζε σαν βωμός λατρείας, με το φως να λούζει τον βράχο και παντού τριγύρω πετούσαν μπλε λιβελούλες, χαρίζοντας μια παραμυθένια λάμψη στην ατμόσφαιρα. Το αριστερό τμήμα του καταρράκτη ανάμεσα από μια σχισμή βράχων, με ήρεμη ροή νερού. Ο κεντρικός, μεσαίος καταρράκτης, μεγάλος, επιβλητικός, ορμητικός, χάριζε τη βοή και την ομορφιά του στην οικογένεια. Το δεξί τμήμα, με αρκετά μεγάλη ροή νερού και πίσω του, μια σπηλιά. Πατώντας κάτω σε μεγάλες στρόγγυλες πέτρες, θαρρείς τοποθετημένες από ανθρώπινο χέρι, η μια δίπλα στην άλλη, μπορούσες, σκύβοντας να βρεθείς στο βάθος της σπηλιάς. Η μικρή, μαγεμένη παρατηρούσε τις λιβελούλες που χόρευαν μπροστά της. Για μια στιγμή, με το κεφαλάκι της προς τα πάνω, ακουμπώντας τον βράχο με το ένα χέρι και το άλλο σηκωμένο σα να προσπαθούσε να σταματήσει τις λιβελούλες στα φτερά της πλαστικής νεράιδας που κρατούσε, κάτω από τις ακτίνες του ήλιου που τρύπωναν, τα σμαραγδί μάτια της φωτίστηκαν, τα μαλλιά της φαίνονταν χρυσά και έμοιαζε σα την κούκλα που κρατούσε, σα νεραιδούλα στο φυσικό της περιβάλλον. Τότε, πίσω από τον καταρράκτη, στη σπηλιά, οι ψίθυροι που την συνόδευαν, έγιναν επιφωνήματα χαράς, τα άκουγε τόσο έντονα! Με τρεις δρασκελιές πάτησε την πρώτη πέτρα. Θα έφτανε σε αυτό που τριβέλιζε τα αυτιά της τόση ώρα, πάση θυσία! Η μαμά της πανικοβλήθηκε κι άρχισε να φωνάζει να μην συνεχίσει, μα εκείνη συνεπαρμένη, πηδούσε στις πέτρες και βρέθηκε στη σπηλιά. Ήταν καλυμμένη από πράσινα βρύα, είχε βάθος, απόλυτο σκοτάδι, εκτός από… θα ορκιζόταν ότι είδε δύο ροζ φτερά να πάλλονται μπροστά της, πριν χαθούν στο σκότος. Δεν πρόλαβε να σκεφτεί αν ήταν στη φαντασία της. Από πάνω έσταζε νερό και ακουγόταν ο αντίλαλος των σταγόνων καθώς έπεφταν κάτω.
– Μαμά!, φώναξε δυνατά η Δροσούλα.
“Μα..ααα..αα” άκουσε την ηχώ της μέσα στη σπηλιά. “Μπαμπά” δεν σταματούσε το παιχνίδι η μικρούλα. “Μπα…αα…α…” άκουγε τον αντίλαλο ξετρελαμένη. Αμέσως βρέθηκε δίπλα της ο έτερος ενθουσιασμένος με όλο το σκηνικό, ο μπαμπάς της και συνέχισαν να ταράζουν την ησυχία της σπηλιάς. Βγαίνοντας, αν πατούσες άκρη άκρη στην τελευταία πέτρα και τεντονόσουν πολύ, έφτανες το νερό του καταρράκτη. Ο Τάσος, ο πιο ψηλός όλων και με σύμμαχο τη σωματική διάπλαση, δεν θα έχανε με τίποτα την ευκαιρία. Στάθηκε στην άκρη, έβρεχε τα χέρια του και πιτσιλούσε τις γυναίκες της ζωής του.
– Κι άλλοοοο! Κι άλλοοοο! τον προέτρεπε η Δροσούλα.
– Μπαμπάααα, μη με βρέχειιις!, τον μάλωνε η μεγάλη του κόρη.
Η γυναίκα του, με ανοιχτά τα χέρια, έτοιμη να προστατέψει τα κορίτσια της, σε οποιοδήποτε παραπάτημα.
– Μπαμπά, μπορώ να βγάλω τα παπούτσια και τις κάλτσες μου και να περπατήσω μέχρι εκεί; κι έδειχνε τον μεσαίο καταρράκτη.
– Παναγία μου! πρόλαβε η μαμά, φύλακας.
– Ήρεμα μωρό μου! Σιγά, δε θα πάθουμε τίποτα αν πατήσουμε στο νερό!
– Ρε Τάσο! Αν είναι βαθιά; Άσε που είναι παγωμένο!
Δε φάνηκε να υπολογίζει τα λόγια της. Άρχισε να λύνει τα κορδόνια του. Βλέποντάς τον, μιμήθηκε τις κινήσεις του η Δροσούλα. Η Μπέτυ, δεν άφηνε το χέρι της μαμάς της, δεν είχε καμία διάθεση να βρέξει τα ρούχα και τα μαλλιά της. Μπαμπάς και κόρη πλατσούριζαν και στέκονταν σχεδόν κάτω από τον καταρράκτη, με την άχνα της ορμής να πέφτει πάνω τους και να το καταευχαριστιούνται αμφότεροι.
– Μπαμπά, πολύ θα ήθελα να μπούμε ακριβώς από κάτω και να πέφτει πάνω μας το νερό με δύναμη.
– Ούτε να το σκέφτεστε!, επενέβη, εννοείται, η Φρόσω.
– Αγάπη μου, θα ήταν ωραία, αλλά ας αποφύγουμε να μας βάλει τιμωρία η μαμά και τους δύο μας, για πέντε χρόνια.
– Πολύ αστείο, σκάσαμε στα γέλια. σιγά να μην άφηνε την τελευταία κουβέντα σε κείνον, η Φρόσω.
Θαυμάζοντας η μικρή τον καταρράκτη, έστω και από την απόσταση που τους χώριζε, μια ροζ λάμψη κρυστάλλιζε ανάμεσα στο νερό.
– Μπαμπά, τι είναι αυτό το ροζ; Το είδα και μέσα στη σπηλιά!
Ο Τάσος γύρισε το βλέμμα του στο σημείο που του έδειχνε η κόρη του, μα δεν έβλεπε τίποτα και την κοιτούσε απορημένος.
– Να, να, δεν το βλέπεις;
– Δροσούλα, γιατί το κάνεις αυτό; πετάχτηκε η αδερφή της, θυμωμένα.
Η Φρόσω, για να απασχολήσει τα κορίτσια και να μη μαλώσουν, άρχισε να στρώνει κάτω στο χώμα το κουβερλί που ευτυχώς είχε πάρει μαζί της και να βγάζει τα φαγώσιμα. Η μεγάλη της κόρη, που δεν περνούσε καθόλου καλά, ανακουφισμένη που τουλάχιστον έφτασε η ώρα να φάει, πήρε την θέση της. Ο Τάσος, που είχαν παγώσει τα γυμνά του πόδια, τόση ώρα μέσα στο νερό, πεινασμένος κι αυτός, έκατσε δίπλα στην γυναίκα του. Η μόνη που δεν χαλάλιζε τις στιγμές που ζούσε, για το φαγητό, ήταν η Δροσούλα που συνέχιζε να κυνηγάει με το βλέμμα της, τις λάμψεις.
Και τότε, έγινε κάτι που μόνο αποτέλεσμα της φαντασίας της θα μπορούσε να είναι. Το ροζ φως, βρέθηκε μπροστά της. Εκστασιασμένη εκείνη, άρχισε να χτυπάει παλαμάκια χωρίς να την εμποδίζει καθόλου η πλαστική κουκλίτσα, ανάμεσα στα χέρια της!
Μια μικρή νεράιδα με ροζ φτερά, ένα λευκό στράπλες, κοντό φόρεμα, ξυπόλητη, με στρόγγυλα καταπράσινα μάτια, πασπαλισμένη ολόκληρη με χρυσόσκονη, στατικά πετούσε μπροστά στο πρόσωπό της και της χαμογελούσε. Μαγεμένη η Δροσούλα, δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από πάνω της. Ήταν σαν τις νεράιδες των παραμυθιών που διάβαζε, μικροσκοπική, λαμπερή και χαρούμενη. Σαν εκείνη που δεν άφηνε από το χέρι της ποτέ, όπου κι αν πήγαινε, σαν εκείνες που χρωμάτιζε στο μπλοκ της με γκλίτερ, μόνο που αυτή, ήταν ολοζώντανη μπροστά της!
– Δεν θα σε πιστέψουν αν τους πεις ότι με βλέπεις!, της είπε το φτερωτό πλάσμα, για να την προλάβει πριν αρχίσει να το φωνάζει.
– Μα, γιατί; Μόνο εγώ σε βλέπω;
– Ναι, μόνο εσύ! Μόνο όσοι πιστεύουν στον κόσμο των νεράιδων μπορούν να μας δουν.
– Οι μεγάλοι, δεν πιστεύουν, δεν έχουν χρόνο για τέτοια. Όλο δουλεύουν και βιάζονται. Μα νόμιζα πως όλα τα παιδιά πιστεύουν.
– Όχι Δροσούλα μου, δεν πιστεύουν όλα τα παιδιά. Είναι άλλο να διαβαζεις ένα παραμύθι, με μαγικούς κόσμους για να περάσει η ώρα, για να χαλαρώσεις κι άλλο να διατηρείς την μαγεία μέσα σου. Κι εσύ, είσαι τέτοιο παιδί, με μπολιασμένη την νεραιδόσκονη μέσα σου. Συνέχισε να είσαι ο εαυτός σου, να μη ντρέπεσαι γι’ αυτό που είσαι, να μη σκέφτεσαι ότι δεν πληρείς το πρότυπο του παιδιού που θέλουν οι άλλοι. Είμαστε όλοι διαφορετικοί και μοναδικοί. Μη το ξεχάσεις ποτέ. Είμαι περήφανη για σένα!
– Ξέρεις το όνομά μου! Μιλάω με μια νεράιδα! Θα σε ξαναδώ ποτέ;
– Όσο πιστεύεις σε μένα, πάντα θα υπάρχω μέσα σου! Δεν χρειάζεται να με βλέπεις! Θα με νιώθεις! Ό,τι δεν βλέπουμε δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει!
Πριν χαθεί από μπροστά της, φύσηξε από την παλάμη της χρυσόσκονη πάνω στην Δροσούλα.
– Μαμά, είδες που σου λέω τόσο καιρό; Η αδερφή μου τρελάθηκε!
– Μπέτυ! Πρόσεχε πώς μιλάς για την αδερφή σου!
– Μα κοίτα την, μιλάει και χαμογελάει μόνη της.
– Δροσούλα, τι κάνεις παιδί μου;
– Μαμά, μόλις μίλησα με μια…
Δεν συνέχισε αυτό που λαχταρούσε να τους διηγηθεί. Δεν θα καταλάβαιναν. Θα το κρατούσε για κείνη.
– Τι “μια” παιδί μου;
– Τίποτα μαμά! Τίποτα! Απλά μου αρέσει τόσο πολύ αυτό το μέρος!
– Ε! Όπου υπάρχει απομόνωση, σου αρέσει εσένα! είπε ειρωνικά η αδερφή της.
Η Δροσούλα δεν θα χαλούσε με τίποτα την ευτυχία της στιγμής που μόλις είχε ζήσει. Οι ψίθυροι γύρω της, άρθρωναν ρυθμικά το όνομά της.
“Δρο- σού- λα…Δρο- σού- λα…”
Χαμογελούσε και χαιρετούσε κουνώντας το χέρι της για να ευχαριστήσει τη νεράιδα.
Η αδερφή της σα να έβλεπε μπροστά της φάντασμα, φώναξε.
– Μαμά, τι είναι αυτό που πετάει με το χέρι της;
Γονείς και κόρη, σαστισμένοι, σχεδόν μαρμαρωμένοι, κοιτούσαν την Δροσούλα, σαν αερικό, να ανεμίζει χρυσόσκονη γύρω της, καθώς κουνούσε το χέρι της. Η Μπέτυ συνήλθε γρήγορα και έκανε μεγάλα βήματα, να φτάσει κοντά της. Βούτηξε στο νερό απότομα, άρπαξε το χέρι της για να δει πού έκρυβε την χρυσόσκονη. Ενώ την άγγιζε, την έβλεπε, τα δικά της τα δάχτυλα δεν γέμιζαν λάμψη.
– Μαμά, πες της να μου δώσει! είπε θυμωμένα.
– Καρδιά μου, πώς έγινε αυτό; Πού ακούμπησες;
– Μαμά και να σου πω, δεν θα με πιστέψεις!, απάντησε γλυκά η μικρή και απέναντί της είδε την ροζ νεράιδα να της κλείνει το μάτι και εξαφανίστηκε.
Οι δύο γονείς δεν ήξεραν πώς να αντιδράσουν, ήταν σοκαρισμένοι. Πριν προλάβουν να σκεφτούν μια λογική εξήγηση γι’ αυτό που αντίκριζαν, όλα έγιναν όπως πριν. Η χρυσόσκονη εξαφανίστηκε. Η Μπέτυ που ώρα τώρα έχυνε κορκοδείλια δάκρυα, απαιτούσε από την αδερφή της να της πει πώς το έκανε και εξοργιζόταν ακόμα περισσότερο βλέποντας την Δροσούλα με ένα καρφιτσωμένο χαμόγελο ευτυχίας στα χείλη της, να μην απαντάει και να τρέχει, ακολουθώντας τις λιβελούλες.
– Μαμά, πες της!
– Έλα κορίτσια, τέλος, ελάτε να βγούμε φωτογραφίες!
– Δεν θέλω!, είπε με ένταση η Μπέτυ και πήγε πιο πέρα, μουτρωμένη, να μην μιλάει σε κανέναν. Την ακολούθησε ο Τάσος για να την ηρεμήσει.
– Δροσούλα μου, θέλεις να μου πεις τι συνέβη;
– Μαμά, ας πούμε, ότι για μια στιγμή, μεταφέρθηκα στον κόσμο των παραμυθιών που διαβάζουμε και ξέρεις πόσο μου αρέσει!
Η Φρόσω την έσφιξε στην αγκαλιά της. Δεν θα το έψαχνε άλλο. Η μικρή της κόρη πάντα θαύμαζε τον νεραϊδόκοσμο και την αστερόσκονη που τον συνόδευε. Θα μεγάλωνε και θα καταλάβαινε ότι δεν υπάρχουν νεράιδες, ότι όλα αυτά ήταν μόνο στη φαντασία… Ή μήπως τελικά υπάρχουν και η κόρη της μόλις είχε συναντήσει μία;
Δεν το έθιξαν ποτέ ξανά, μέχρι που λίγο καιρό μετά, είχε ήδη ξεχαστεί. Όχι από όλους.
*****
Η Δροσούλα δεν είπε ποτέ τίποτα σε κανέναν. Όλη της την ζωή, κρατούσε στη ψυχή της την συνάντηση εκείνη, σαν φυλαχτό. Δεν επισκέφθηκε ποτέ ξανά εκείνον τον τόπο κατοικίας τους. Δεν φοβόταν μην απογοητευτεί η ίδια, αλλά μήπως εκείνη απογοητεύσει την φτερωτή ύπαρξη. Δεν ήταν πια κοριτσάκι. Δεν ζωγράφιζε νεράιδες, δεν είχε χρόνο να ονειρεύεται, να πασπαλίζει αστερόσκονη στη σκέψη της. Η ζωή την παρέσυρε στους ρυθμούς της. Σε μια γωνιά του γραφείου της, μόνο, πάντα φύλαγε την κουκλίτσα νεράιδα των παιδικών της χρόνων.
Άφησαν το αμάξι τους και ξεκίνησαν την πεζοπορία. Είχαν περάσει τριάντα χρόνια από τότε. Το μέρος είχε την ίδια, παραμελημένη εικόνα. Η Δροσούλα είχε την ίδια καλή διάθεση όπως και τότε, αλλά και πολλή ανυπομονησία. Τώρα ήξερε τι υπήρχε περίπτωση να συναντήσει και είχε μεγάλη αγωνία. Ο Μιχάλης δεν άφησε ούτε δευτερόλεπτο το χέρι της. Εκείνη του έδειχνε τον δρόμο κι εκείνος πλάι της και όπου χρειαζόταν μπροστά της για να της κάνει ευκολότερη την πρόσβαση. Όταν βρέθηκαν στο σημείο, ο Μιχάλης συγκλονισμένος με ό,τι έβλεπε, την έσφιξε πάνω του και της είπε “είναι ακριβώς όπως μου το περιέγραψες αγάπη μου!”. Έμειναν σφιχταγκαλιασμένοι χαζεύοντας την ομορφιά.
Η Δροσούλα, που είχε τα αυτιά της ανοιχτά από την ώρα που βγήκαν από το αμάξι, μήπως και ακούσει τους ψίθυρους, άρχισε να χάνει τις ελπίδες της. Χάιδευε την φουσκωμένη της κοιλίτσα και εστίασε το βλέμμα της σε μια μπλε λιβελούλα. Τίποτα δεν είχε αλλοιώσει ο χρόνος. Όλα ήταν το ίδιο μαγικά. Όλα, εκτός του ότι ο νεραιδόκοσμος δεν την θεωρούσε πια, έμπιστή τους, για να φανερωθούν. Βούρκωσε και δεν πέρασε απαρατήρητο από τον άντρα της.
– Μωρό μου, μην απελπίζεσαι.
– Κι αν την πρόδωσα; Κι αν έπαψα να είμαι στην ψυχή, εκείνο το παιδί που του χάρισαν λίγη από την αστερόσκονή τους;
– Δεν ξέρω πως ήσουν στα επτά σου, αλλά ξέρω να σου πω, ότι τώρα, στα τριάντα επτά σου, είσαι ό,τι καλύτερο μπορούσε να μου συμβεί. Είσαι τόσο ξεχωριστή όπως σίγουρα ήσουν και τότε που έγινες η διαλεχτή τους.
– Αγάπη μου! Είσαι η ζωή μου. Θα στρώσεις το κουβερλί;
– Ό,τι θέλει το μωρό μου! Έλα να σε βοηθήσω.
– Ότι κουβάλησες και την μαξιλάρα τόσο δρόμο…
– Και πώς θα βολευόταν η κοράκλα μου; Ακούς τι λέει η μαμά σου; Τα πάντα για τις γυναίκες της ζωής μου!, είπε ο Μιχάλης και έσκυψε προς την κοιλιά της γυναίκας του για να τον ακούει καλύτερα το βρέφος από μέσα.
Με το που βολεύτηκε στην μαξιλάρα και σταύρωσε τα χέρια της πάνω στην φουσκωμένη κοιλιά, θρόισαν δύο ροζ φτερά μπροστά στα χέρια της. Η Δροσούλα από το ξάφνιασμα και την χαρά της, δεν μπορούσε να σταματήσει τα δάκρυα.
– Μιχάλη!
– Πες μου ότι την βλέπεις;!
Δεν απάντησε στον άντρα της. Απευθύνθηκε στο αγαπημένο πλάσμα της νιότης της.
– Σε ευχαριστώ!, μπόρεσε μόνο να της πει και άνοιξε την παλάμη της, σα να την προσκαλούσε .
– Μην ευχαριστείς εμένα, εσένα να ευχαριστείς!, απάντησε η νεράιδα και ακούμπησε με τα ξυπόλητα πόδια της, στην παλάμη.
– Δεν είμαι πια παιδί…, ντράπηκε, κατέβασε το κεφάλι και σιώπησε η Δροσούλα.
– Έχεις την πίστη μέσα σου. Απλά, έκανες και συ τα λάθη των ενήλικων ανθρώπων. Έτρεχες να προλάβεις για τα πάντα και ξέχασες εσένα. Φοβόσουν, δίσταζες, ντρεπόσουν να κυνηγήσεις όσα σε κάνουν ευτυχισμένη, σταμάτησες να ονειρεύεσαι, έθαψες τα πιστεύω σου για να γίνεσαι αρεστή. Ευτυχώς όχι για πολύ…
Και η νεραϊδούλα γύρισε το κεφάλι της προς τον Μιχάλη.
– Με τον Μιχάλη, είμαι ο εαυτός μου. Μόνο σ’ αυτόν εκμυστηρεύτηκα την συνάντησή μας.
– Το ξέρω!
– Μόνο αυτός με δέχεται όπως είμαι. Δεν χρειάζεται να δείχνω κάτι άλλο από αυτό που είμαι, που θέλω.
Ο Μιχάλης ίσα που ανέπνεε, μη χαλάσει τη στιγμή της γυναίκας του κι ας μην μπορούσε να συμμετέχει, αφού δεν την έβλεπε! Του έφτανε που η γυναίκα του ήταν ευτυχισμένη, που ζούσε ξανά την απόλυτη νεραϊδοστιγμή!
Όταν τον πρώτο καιρό ακόμα που ήταν ζευγάρι, του διηγήθηκε την εμπειρία των παιδικών της χρόνων, ούτε για μία στιγμή δεν σκέφτηκε να την κοροιδέψει. Αυτό τον έκανε να την ερωτευτεί, το πόσο μοναδική ήταν. Την πίστεψε και κρατούσαν ζωντανή την ιστορία μαζί!
Η μικρή νεράιδα, πέταξε, αφήνοντας την παλάμη της Δροσούλας, στάθηκε πάνω στην φουσκωμένη κοιλιά και φύσηξε χρυσόσκονη. Η κοπέλα, άγγιξε την κοιλιά της και τα χέρια της γέμισαν νεραιδόσκονη.
– Μωρό μου! Την βλέπω κι εγώ!
– Αλήθεια; Αλήθεια λες;
Δάκρυα πλημμύρισαν και τους δυο. Έσμιξαν τα χέρια τους και ο Μιχάλης έτριβε τα χρυσά από την σκόνη ακροδάχτυλά του και την κοίταζε σα μικρό παιδί, γεμάτος ευγνωμοσύνη που φανερώθηκε και σε κείνον.
– Να προσέχετε ο ένας τον άλλον και να μεταφέρετε στην κόρη σας την αλήθεια για τον κόσμο μου!
Όταν τελείωσε την πρόταση της, μπροστά τους, εμφανίστηκαν χιλιάδες νεράιδες, διαφόρων χρωμάτων, με γαλάζια φτερά, με κίτρινα, με πράσινα. Αυτό που ήταν ίδιο σε όλες, ήταν το χαμόγελό τους, τα λαμπερά τους μάτια και η χρυσόσκονη που αιωρούνταν παντού.
Το ζευγάρι χαιρετούσε τους νέους του φίλους με τα δάκρυα να μην έχουν σταματημό.
– Πώς σε λένε; πρόλαβε να ρωτήσει η Δροσούλα την νεράιδα πριν χαθεί.
– Αυγή!
*****
Η Αυγή, από πολύ μικρή ηλικία έμαθε από πού πήρε το όνομά της, πίστεψε στις νεράιδες, τις αγάπησε και με τους γονείς της συνοδοιπόρους, δεν ντράπηκε ποτέ να το παραδεχτεί μπροστά σε οποιονδήποτε. Κι ας την αποκαλούσαν φαντασιόπληκτη, ονειροπαρμένη ή τρελή που πιστεύει σε νεράιδες. Χάραξε το δικό της μονοπάτι, χωρίς να φοβάται για τα πιστεύω της.
Δεν είναι ακατόρθωτο να αγγίξεις την αστερόσκονη, να συνομιλήσεις με μια μικροσκοπική νεράιδα, όταν πιστεύεις! Έχει απλές προϋποθέσεις που οι άνθρωποι τις μετατρέπουμε σε δύσκολες στην πορεία της ζωής μας.
Η Αυγή θα έψαχνε τις νεράιδες. Οι γονείς της, την είχαν πείσει πια ότι βρίσκονται παντού, γύρω μας, αρκεί να ανοίξεις τα μάτια στην ομορφιά της πλάσης, έχοντας πάντα ανοιχτά και τα μάτια της ψυχής με τα οποία δεν βλέπεις απλά. Κατανοείς, αποβάλλεις το μίζερο, το κακό, νιώθεις, αισθάνεσαι, πιστεύεις. Αρκεί να παραμένεις παιδί κι όταν η ζωή δεν σου φερθεί ευγενικά κι όταν σε ρίξει πολλές φορές κάτω κι όταν όλα μοιάζουν μάταια ή όταν νομίζεις πως τρέχεις μόνος σε έναν αγώνα δρόμου χωρίς τερματισμό. Όπως όταν είμαστε παιδιά, που οι ματωμένες πληγές στα γόνατα δεν μας εμποδίζουν από το να συνεχίζουμε να τρέχουμε, να παίζουμε κι ας κινδυνεύουμε ανά πάσα στιγμή, να ξαναχτυπήσουμε.
Αρκεί να μην προσπερνάς τη στιγμή. Εκείνη την μικρή, που ο ήλιος ζέστανε το σώμα σου, εκείνη που ο άνεμος σε έκανε να κλείσεις τα μάτια και να αφεθείς, όπως ανακάτευε τα μαλλιά σου, εκείνη που άκουσες το γέλιο ενός μωρού, εκείνη που το βλέμμα σου χάθηκε στον ορίζοντα της θάλασσας, εκείνη που πόνεσε το στομάχι σου από τα γέλια, εκείνη που μύρισες το γιασεμί ή την πασχαλιά περνώντας από μία αυλή. Είναι μοναδικές στιγμές που κουβαλούν κάτι μαγικό.
Να πιστεύεις στη μαγεία, μη την απαρνείσαι, ένταξέ την στην καθημερινότητά σου. Ναι, έχει κόστος, θα σε απορρίψουν, θα σε υποτιμήσουν, θα σε ειρωνευτούν, θα σε μειώσουν, όπως γίνεται πάντα με τους αθεράπευτα ρομαντικούς, τους τρελούς της αστερόσκονης, τους αρνητές της κακομοιριάς και όσων δεν έχουν αυτοσκοπό την αναζήτηση όλο και περισσότερων σαρκικών ή υλικών αναγκών αλλά το κυνήγι σύννεφων και νεράιδων.
Η Αυγή μεγαλώνοντας, έβαλε σκοπό να είναι πρότυπο η δική της ζωή για να εμπνέονται κι άλλοι, να πιστέψουν κι άλλοι. Το είχε υποσχεθεί στους γονείς της και στην συνονόματη της νεράιδα!
Χρυσούλα Καμτσίκη

One response to “Νεραϊδόσκονη”
[…] Νεραϊδόσκονη Η Σπάτουλα […]