[Σημείωση: Αυτό το χρονικό διάστημα, δημοσιεύονται τα τελευταία κεφάλαια της «Κόμισσας». Στο μεταξύ, δημοσιεύονται και μερικά κείμενα από το αγγλικό μυθοπλαστικό περιοδικό Weird Literature, του Τζον Μπάρλοου (που είναι χαρακτήρας από το σύμπαν της «Κόμισσας»). Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που θα δημοσιευτούν με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRD LITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων. Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος. Κάτι σημαντικό: ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα», για να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες. Είναι ανεξάρτητες της πλοκής της «Κόμισσας». Αν υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή, αν δηλαδή κάποιο διήγημα συνδέεται πιο άμεσα με το μυθιστόρημα ή/και αν κάποια διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους, τότε θα υπάρξει και αντίστοιχη Σημείωση. Το «Weird Literature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.] *
***********************
Ο καθρέφτης του πανδοχείου
Της Μίνα Έιμς
(Τεύχος Απριλίου, 1898, σελ. 3-8)
Αγαπητέ αναγνώστη,
Όπως ξέρεις από προηγούμενα Τεύχη, όταν η εκλεκτή μας Μίνα ξεκλέβει χρόνο από τις υποχρεώσεις της στο Weird Literature, γράφει τις δικές της ιστορίες. Διηγήσεις που έχουν το απαραίτητο υπόβαθρο και όλα εκείνα τα σχόλια που ξεχωρίζουν το λογοτεχνικό έργο ενός άξιου συγγραφέα, από αυτό ενός ανθρώπου που προσπαθεί μάταια να γράψει μια αρκούντως ικανοποιητική ιστορία. Επίσης, η Μίνα δεν ξεχνάει ότι αυτό το περιοδικό αναδεικνύει ιστορίες με άπλετη φαντασία και τρόμο, κι αυτό φαίνεται και στο ακόλουθο διήγημα, όπου η φρίκη χτίζεται ήδη από τις πρώτες γραμμές του. Ελπίζω, αγαπητέ αναγνώστη, να το απολαύσεις!
Κλαρκ Μέιχεμ
Η Έλενορ ήξερε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με το πανδοχείο Αποκάλυψη και τους ανθρώπους του, από τη στιγμή που ο άντρας της, ο Σιμ, ένας πρώτης τάξεως αγροίκος, άνοιξε την ξύλινη πόρτα και το κρύο τους χτύπησε κατά πρόσωπο. Ούτε ο ιδιοκτήτης, ούτε κάποιος άλλος είχαν ανάψει όλα τα κεριά στα κηροπήγια και το τζάκι που υπήρχε σε μια γωνιά της αίθουσας. Αντιθέτως, ο χώρος μετά βίας φωτιζόταν από δύο λάμπες λαδιού –για ζεστασιά, ούτε λόγος.
Τα πρόσωπα των αντρών (ιδιοκτήτη και πελατών) και της μοναδικής γυναίκας (που σερβίριζε) ήταν το δεύτερο στοιχείο που ανησύχησε την Έλενορ. Ήταν κατσουφιασμένα εκείνα τα πρόσωπα και διόλου ευχάριστα στην όψη. Υπήρχε μια υποβόσκουσα αγριάδα σε αυτούς τους ανθρώπους, που ήταν ντυμένοι με λερωμένες βαριές προβιές και σκισμένα σκουφιά. Στα μάτια τους υπήρχε μια σκοτεινιά χειρότερη και από αυτή που επικρατούσε έξω, στο βουνίσιο τοπίο που είχαν βρεθεί με τον Σιμ.
Μερικά πράγματα που μπόρεσε να προσέξει ακόμα, ήταν το ότι οι άνθρωποι αυτοί ήταν σημαντικά διαφορετικοί μεταξύ τους: ένας ήταν πολύ χλωμός και αδύνατος και το ποτήρι του είχε πορφυρές στάλες (από κρασί, ίσως), άλλος ήταν πανύψηλος και με πολλές τρίχες σε όποια σημεία του σώματός του διακρίνονταν και στο πιάτο του υπήρχαν μεγάλα κόκαλα από το κρέας που είχε φάει. Ένας τρίτος άνδρας ήταν πολύ κοντός, με μακριά αυτιά και καμπούρα. Ο ιδιοκτήτης φορούσε βρόμικη ποδιά και έμοιαζε να δουλεύει ασταμάτητα, γιατί ήταν αναψοκοκκινισμένος, ενώ έξυνε συνέχεια το σκουφί του, πάνω από το μέτωπό του. Η σερβιτόρα είχε πλατιά μύτη, άσπρα μαλλιά που καλύπτονταν με μαντήλι και φαινόταν πολύ μεγάλη σε ηλικία.
Αυτοί ήταν όλοι κι όλοι οι άνθρωποι που βρίσκονταν μέσα στο πανδοχείο, με τα βρόμικα έπιπλα και το πάτωμα που έτριζε. Κι όλοι κοιτούσαν τους νεοφερμένους, αδιαφορώντας για τα πιάτα και ποτήρια και τις συζητήσεις τους.
Μια παγερή αίσθηση εισήλθε στην ψυχή της Έλενορ. Αυτός ο τρόμος ήρθε απ’ έξω, ξεπέρασε τα ρούχα της, διέτρεξε το κορμί της και έμπηξε τα νύχια του στους πόρους της, μέχρι που άνοιξε από μία δίοδο στο στήθος και το κεφάλι της. Κατευθείαν στόχευσε την καρδιά και το μυαλό της Έλενορ, κάνοντάς τη να μετανιώσει που είχε πείσει τον Σιμ να ακολουθήσουν διαφορετική οδό από την προβλεπόμενη, θέλοντας από τη μια να παρατείνει το ταξίδι τους (και το αναπόφευκτο μαρτύριό της που την περίμενε στον προορισμό τους), αλλά και να δει ένα όμορφο, βουνίσιο τοπίο.
Τι κρίμα που είχαν βρεθεί σε τούτο το άγνωστό της μέρος νυχτιάτικα… Δεν υπήρχε καμιά πηγή φωτός στο χωριό όπου ανήκε το πανδοχείο, αλλά υπό το φως των φαναριών της άμαξας του Σιμ, είχαν δει ελάχιστα σπίτια -ούτε δέκα, συνολικά- τα οποία πρέπει να ανήκαν σε τούτους τους περίεργους ανθρώπους που είχαν μαζευτεί στην Αποκάλυψη. Η Έλενορ μετάνιωνε και στη σκέψη που είχε κάνει ότι από την παγωνιά που επικρατούσε έξω από την Αποκάλυψη θα έμπαιναν σε ένα ζεστό χώρο.
Αυτή τη στιγμή, έχοντας όλους αυτούς τους αλλόκοτους ανθρώπους να την κοιτάνε επίμονα και τον νευριασμένο Σιμ να στέκεται δίπλα της, η Έλενορ αισθάνθηκε μικρή, εγκλωβισμένη και αδύναμη. Σαν να ήθελε να εντείνει τον ψυχικό πόνο της, ο Σιμ έσφιξε το χέρι της Έλενορ, όπως συνήθιζε από τότε που παντρεύτηκαν. Δεν τη χτύπησε, όπως επίσης συνήθιζε, γιατί υπήρχε κόσμος γύρω τους και δεν ήθελε να «δίνει το κακό παράδειγμα», όπως έλεγε. Αργότερα, όμως, θα «έκανε το καθήκον του σα σωστός σύζυγος». Κι ειδικά από τη στιγμή που η Έλενορ «είχε κάνει λάθος» στη διαδρομή που έπρεπε να ακολουθήσουν για να φτάσουν στον προορισμό τους –έτσι του είπε, ότι είχε μπερδευτεί… Φοβόταν για το τι θα της επιφύλασσε ο Σιμ, ο οποίος τώρα ζητούσε χαμογελώντας από τον ιδιοκτήτη με το κατακόκκινο πρόσωπο ένα δωμάτιο και κάτι να φάνε. Εκείνος του είπε ότι έχει πολύ φαγητό, αλλά μόνο ένα διαθέσιμο δωμάτιο. «Όμως, είναι το καλύτερο που έχουμε, κύριέ μου». Και κοιτώντας την Έλενορ: «Θα το εκτιμήσετε δεόντως, σας διαβεβαιώνω».
Ο Σιμ δέχτηκε και κατέβηκαν τις σκάλες ως το υπόγειο δωμάτιο, κρατώντας μια από τις δύο λάμπες που είχαν ανάψει στον κύριο χώρο του πανδοχείου. Η Έλενορ τον ακολούθησε, σκεπτόμενη τα βλέμματα των άλλων: είχε δει μια ανησυχητική λάμψη στα κατά τα άλλα σκοτεινά μάτια τους ή ήταν η ιδέα της; Κι επίσης, ποιο πανδοχείο έχει δωμάτιο προς ενοικίαση στο υπόγειο;
Μπήκαν στο χώρο που τους είχαν παραχωρήσει. Το κρύο εδώ κάτω ήταν ακόμα πιο τσουχτερό, κάτι που σχολίασε και ο Σιμ. Δεν είχε κάτι το ξεχωριστό ή καθαρό, πέραν από έναν μεγάλο καθρέφτη ακριβώς απέναντι από την πόρτα. Τον είχαν στήσει στο δάπεδο. Είχε ασημένιο πλαίσιο, με σκαλισμένες φτερωτές μορφές στις γωνίες του. Η Έλενορ πρόσεξε ότι αυτές οι μορφές έμοιαζαν πιότερο με δαίμονες, παρά με αγγέλους, κι αυτό δεν της άρεσε.
Ο Σιμ έκλεισε την πόρτα.
Η Έλενορ ετοιμάστηκε για ό,τι θα συνέβαινε στη συνέχεια. Είδε τον άντρα της στον καθρέφτη. Παραξενεύτηκε. Ο Σιμ ήταν μεγαλόσωμος, αλλά όχι τόσο παχουλός όσο φαινόταν στον καθρέφτη. Ούτε είχε τόσο λαδωμένα μαλλιά. Ούτε το δέρμα του ήταν καρβουνιασμένο ή γεμάτο φουσκάλες, λες και είχε πέσει καυτό λάδι πάνω του. Ούτε έσταζαν σάλια από τα χείλη του. Και σε καμία περίπτωση δεν θα τον χαρακτήριζε κανείς άσχημο, όσο αυτό το τέρας που έβλεπε να στέκεται πίσω της.
Ο Σιμ την άρπαξε και τη γύρισε για να τον βλέπει κατάματα. Η Έλενορ είδε τον άντρα που, δυστυχώς, είχε αναγκαστεί να παντρευτεί, για να μη μείνουν οι δικοί της στο δρόμο. Δυνατός, με το αναμενόμενο λευκό ευρωπαϊκό δέρμα και καθαρά ξανθά μαλλιά. Όμορφος εμφανισιακά. Οπότε τι είχε δει η Έλενορ στον καθρέφτη;
Δεν πρόφτασε να το σκεφτεί περαιτέρω, γιατί τότε ο Σιμ άρχισε να τη σπρώχνει και μετά να τη χτυπάει. Τα χέρια του βρήκαν πολλές φορές το πρόσωπό της και την κοιλιά της. Τράβηξε βίαια τα όμορφα ξανθά μαλλιά της προς τα πίσω και έπειτα έσπρωξε μπροστά το κεφάλι της.
Η Έλενορ μπόρεσε να δει ξανά και ξανά τον Σιμ στον καθρέφτη. Ήταν το ίδιο τέρας που είχε δει πρωτύτερα. Αλλά όταν γυρνούσε και τον κοιτούσε κατά πρόσωπο, ήταν… ο Σιμ που ήξερε. Αλλά στο κάτοπτρο ήταν κάποιος άλλος.
Τι συνέβαινε;
Δεν ήξερε και σύντομα έπαψε να το σκέπτεται. Όχι μόνο λόγω των χτυπημάτων, αλλά και γιατί άκουσε το πάτωμα να τρίζει. Ξανά και ξανά. Ο ήχος δυνάμωνε συνέχεια. Οι ήχοι δυνάμωναν. Βήματα που πλησίαζαν, σκέφτηκε η Έλενορ. Τους έφερναν το φαγητό τους.
Ο Σιμ την έσπρωξε, καθώς της έλεγε να πάει και να ξαπλώσει και να κουκουλωθεί, μέχρι αυτοί να φύγουν. Εκείνη το έκανε. Πήγε στο κρεβάτι που υπήρχε απέναντι από τον καθρέφτη και δίπλα από την είσοδο του δωματίου. Έβγαλε τα παπούτσια της, σκεπάστηκε και έμεινε κάτω από τις βρόμικες κουβέρτες. Και έκλαψε.
Τα βήματα έφτασαν έξω από το δωμάτιο.
Η Έλενορ άκουσε την πόρτα να ανοίγει τρίζοντας.
Μετά, άκουσε τον Σιμ να μιλάει.
Δεν υπήρξε απάντηση.
Όχι αμέσως, δηλαδή.
Η Έλενορ παραξενεύτηκε και πάλι όταν άκουσε τον Σιμ να μιλάει με τρεμάμενη φωνή. Και έπειτα, να σκούζει σαν παιδί που το έχουν μαλώσει. Και μετά, να φωνάζει την Έλενορ, για να τον βοηθήσει.
Σε τι, όμως, να τον βοηθήσει;
Η Έλενορ ανασηκώθηκε και παραμέρισε τα σκεπάσματα. Το φως της λάμπας λαδιού δεν θα βοηθούσε ιδιαίτερα αν ήταν στον κύριο χώρο του πανδοχείου, αλλά εδώ κάτω, σε τούτο το μικρό δωμάτιο, ήταν υπεραρκετό.
Αρχικά, η Έλενορ είδε τους ανθρώπους που ήταν στο πανδοχείο. Είχαν πλησιάσει τον Σιμ. Τον είχαν περικυκλώσει. Γιατί είχαν έρθει όλοι, όμως; Για να φέρουν το φαγητό; Θα αρκούσε η σερβιτόρα ή ο ιδιοκτήτης.
Τότε, καθώς ο Σιμ έπεφτε κάτω και οι άλλοι από πάνω του, η Έλενορ κοίταξε το καθαρό κάτοπτρο που παρακολουθούσε όλη την παράσταση. Γούρλωσε τα μάτια. Τρόμαξε. Η καρδιά της σκίρτησε από φρίκη. Είδε το τέρας που ήξερε για άντρα της να έχει από πάνω του μια μαυροφορεμένη μάγισσα, ένα χλομό βρικόλακα με μακριούς κυνόδοντες, έναν τριχωτό άντρα με κεφάλι λύκου, έναν κοντό με μακριά αυτιά και σκυλίσια δόντια… και έναν κατακόκκινο δαίμονα με κέρατα στο μέτωπο και μαύρη ουρά.
Η Έλενορ είχε παγώσει στην θέση της. Δεν ήξερε τι να κάνει. Περισσότερο άκουγε τι έκαναν στον Σιμ αυτά τα τέρατα, παρά έβλεπε. Αλλά ήταν τόσο αηδιαστικοί οι ήχοι… Σαν να σπας πολλά κλαριά και σαν να τεμαχίζεις νεκρά ζώα. Και το αίμα που διακρινόταν να ρέει στο πάτωμα… Και τα μάτια των σκαλισμένων δαιμόνων στις γωνίες του καθρέφτη, που χαμογελούσαν σαρδόνια… Χριστέ μου!
Εκείνη τη στιγμή, ο πορφυρός δαίμονας γύρισε και την κοίταξε. Έμοιαζε λίγο του ιδιοκτήτη του πανδοχείου, κι όταν η Έλενορ πήρε το βλέμμα της από τον καθρέφτη, είδε πράγματι τον αναψοκοκκινισμένο άντρα με τη βρόμικη ποδιά που είχε δει πιο πριν. Της είπε να φύγει. «Είσαι ελεύθερη. Ήρθες στο Καθαρτήριο, ηθελημένα, είτε το πιστεύεις, είτε όχι. Ήρθες και μας προσέφερες μια θυσία -έναν ξεπεσμένο υπηρέτη του Αφέντη μας-, την οποία φυσικά και δεχόμαστε. Μπορείς να φύγεις τώρα, μικρή Έλενορ. Ελπίζω να εκτίμησες τη φιλοξενία μας».
Η Έλενορ δεν απάντησε, ούτε περίμενε να της πει τίποτα άλλο αυτός ο δαίμονας. Έφυγε από το υπόγειο της Αποκάλυψης και σύντομα βγήκε στον κρύο αέρα του βουνίσιου τοπίου. Κι ένιωσε πράγματι ελεύθερη.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα: Η Φιλομίνα (Μίνα) Έιμς γεννήθηκε το 1860. Ζει στο Έσσεξ και εργάζεται ως γραμματέας στο περιοδικό Weird Literature. Από μικρή της άρεσε να ακούει ιστορίες φαντασίας και φρίκης, ενώ φρόντισε ώστε να μη παύσει τις σπουδές της στο σχολείο. Η αγάπη της για την Λογοτεχνία παρέμεινε ισχυρή, οπότε και επιδίωξε να ασχοληθεί ενεργά με τη συγγραφή και την επιμέλεια κειμένων. Ελπίζει στο μέλλον να γράψει το δικό της βιβλίο.
Τάκης Κομνηνός
——————————————————————————————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/TheBluez.gr Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/anastkom/ Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/serials/—/

2 responses to “Ιστορίες από το περιοδικό “Weird Literature” – Ο καθρέφτης του πανδοχείου”
Αναπάντεχο το τέλος, υπέροχο.
[…] Ιστορίες από το περιοδικό “Weird Literature” – Ο καθρέ… Ο άλλος […]