Στόχος ήταν τα γλυκά! Πώς θα έφτανα τα γλυκά χωρίς να με αντιληφθούν; Πώς θα έτρωγα το γλυκό κεράσι χωρίς να αδειάσω το βάζο; Μα κυρίως τι γλυκό θα έτρωγα μετά το κεράσι, και μετά από αυτό που θα διάλεγα μετά το κεράσι; Δύσκολη επιλογή, από όλα όσα είχα λιμπιστεί μέσα σε αυτά τα θαυμάσια βαζάκια, αραδιασμένα στην σειρά στο πάνω ράφι του παντοπωλείου του παππού. Ήθελα να τα καταβροχθίσω όλα, επιθυμούσα ακατάπαυστα να βουτήξω στα σιρόπια τους, να κολλήσει το στόμα μου από την ορμητική γλύκα τους, να γεμίσει το στομάχι μου από ζάχαρη σαν να μην υπήρχε αύριο. Σαν να ήταν η τελευταία ημέρα της ζαχαρένιας παιδικής ζωής μου!
Ο παππούς, ο τελευταίος του είδους παντοπώλης, βαστούσε το μαγαζί πεισματικά, είδος προς εξαφάνιση το μαγαζάκι στο χωριό, φρόντιζε να δελεάζει ντόπιους και μη, με τα παλαιά ράφια, ψυγεία και πάγκους, ξεχασμένος μέσα στην χρονοκάψουλα μιας άλλης εποχής πιο… πιο σιροπιαστής και μυρωδάτης με φρούτα λογής, φαγητά όμορφα, τουρσιά, ελιές, ρέγγες καπνιστές και τυριά που έφτιαχνε μόνος, ο μερακλής παππούς. Τα καμάρωνε τα δημιουργήματά του, ειδικά τα παστά, «άλλο πράγμα» έλεγε και μύριζε το κρασί ανοίγοντας το καπάκι από το μεγάλο πήλινο κιούπι που είχε μέσα το καπνιστό χοιρινό με τα κυπαρισσόμηλα, το λάδι και το κρασί. Σαν ερχόταν και κάποιος καθόταν και για ένα κρασί, είχε και ένα τηγάνι έτοιμο να πετάξει και ένα μεζέ για το κρασί και το κέφι, και έστριβε το μουστάκι με τα μήλα του προσώπου να ροδίζουν χαρωπά. Ο παππούς γλύκας, ο παππούς μου!
Μέσα σε όλη αυτή την πανδαισία φαγητών, τα πολύτιμά του, ήταν τα γλυκά κουταλιού! Και τα δικά μου επίσης! Αγαπημένα για πολλούς λόγους, όχι μόνο γιατί ήταν γλυκά, μα γιατί κάθε βαζάκι το είχε φτιάξει και από μια καλή κυριούλα. Το «χαρέμι του παππού» έλεγε η μητέρα, και δεν πολυκαταλάβαινα γιατί γέλαγε, γιατί πάντα ο παππούς ήταν γλυκομίλητος με τις γυναίκες αν και χήρος, δεν έχανε ποτέ το κέφι του και έκανε τις καλές κυρίες να γελούν και να του φέρνουν και από ένα βαζάκι «από τα χεράκια τους».
Στο ράφι διέκρινες τα βαζάκια με ετικέτες τα ονόματα από τις κυρίες που τα έφτιαχναν. Ένα βαζάκι καρυδάκι με ετικέτα ΣΟΦΙΑ, ένα κεράσι ΓΑΡΥΦΑΛΛΙΑ, ακόμα ένα ΝΤΙΝΑ και ΜΑΡΙΕΣ πολλές ΜΑΡΙΕΣ με γλυκό σταφύλι και αγγουράκι. Μα το Θεό, το καλύτερο όμως ήταν το γλυκό σύκο, αυτό ήταν πιο πάνω και από το πάνω ράφι. Κανείς δεν άγγιζε τα γλυκά, κανόνας απαράβατος, αδιαπραγμάτευτος από τον παππού γλύκα. Αυτό έκανε τον στόχο δύσκολο… μα γιατί όλα τα ωραία πρέπει να είναι ψηλά στα ράφια; Γιατί το ωραίο, είναι απαράβατα απαγορευμένο;
Με αυτές τις υπαρξιακές αναζητήσεις ξεπρόβαλε και ο Σεπτέμβρης, ένας όμορφος ήπιος Σεπτέμβρης μετά τον ατελείωτο Αύγουστο που μας απόκαμε με την αποπνικτική ζέστη, όταν συνέλαβα το εξαιρετικό σχέδιο στρατηγικής προσέγγισης του στόχου. Μα χρειαζόμουν και έναν στρατιώτη να θυσιαστεί για τον απώτερο σκοπό, να «πέσει» στην μάχη αδιαμαρτύρητα. Ο Μάκος ήταν ο υπάκουος υπασπιστής μου, θα σκαρφάλωνε στο πάνω ράφι να πάρει το γλυκό σύκο, την ώρα που εγώ θα έπειθα τον παππού πως δήθεν είχα δει έναν ποντικό να στρίβει στην γωνία και να χώνεται στην μικρή αποθήκη.
Ο Μάκος ήταν μικρόσωμος, διάολος μεταμορφωμένος σε παιδί, μπορούσε να σε κλέψει όρθιο και να τον ευχαριστήσεις και από πάνω! Με τα επιτήδεια μικρά δαχτυλάκια του, άρπαξε το βαζάκι σύκο, την στιγμή που ο παππούς έπαιρνε το σκουπόξυλο να βρει τον ποντικό στρίβοντας προς την αποθήκη. Γύρισε απογοητευμένος «Δεν το βρήκα τον μπαγάσα τον πόντικα!» αναφώνησε, ενώ ο Μάκος για τα καλά είχε φύγει και με περίμενε στο παρακάτω στενό να ανοίξουμε τον θησαυρό μας!
Έλαμπα φεύγοντας, αγωνιούσα και ονειρευόμουν την γλύκα να κυλά στο λαρύγγι μου, μα δεν λογάριασα τις «συμπληγάδες πέτρες» στην περίπτωσή μας, την μάνα του Μάκου, που του ξερίζωνε τα αυτιά στην στροφή, βουτώντας τον θησαυρό, το γλυκό σύκο από τα τρεμάμενα χέρια του. «Πάλι έκλεψες σκατόπαιδο; Δεν σου είπα τόσες φορές να μην αρπάζεις τα πράγματα των άλλων;» φώναζε η κυρά Κρυστάλλω και ο Μάκος κόκκινος από την ντροπή και την τροπή που έλαβε το εξαιρετικό κατά τ’ άλλα σχέδιό μας, με σκυμμένο το κεφάλι μπήκε στο δωμάτιο να κλάψει, υποθέτω. Μα ράγισε η καρδιά μου όταν η κυρά Κρυστάλλω άνοιξε το βαζάκι και άρπαξε ξεδιάντροπα ένα συκαλάκι, χτυπώντας επιδεικτικά την γλώσσα της στο κάτω μέρος του στόματος, απολαμβάνοντας την γλύκα σε κάθε κύτταρό της, με ένα τεράστιο και συνεχές «μμμμμμμμμ». Με την άκρη του ματιού της, έπιασε την μορφή μου, και τότε κατάλαβε πόσο οργανωμένο ήταν το έγκλημά μας. Σέρνοντας τον Μάκο από το αυτί, σαν να μη το ευχαριστήθηκε αρκετά, μας έδωσε το βαζάκι και πρόσταξε να το επιστρέψουμε στον παππού ζητώντας ταπεινά συγγνώμη. «Κακόπαιδα, έτσι σας μάθαμε μωρέ, ό,τι λιμπίζεστε να το αρπάζετε;».
Με την ουρά στα σκέλια και κρατώντας τον θησαυρό στα χέρια, πιότερο πολύτιμος και από διαμάντι, άπλωσα το βαζάκι στον παππού με ένα σιγανό μέσα από τα δόντια: «Συγγνώμη παππού, απλά το ήθελα πολύ και μου το είχες απαγορεύσει…».
«Και αυτό σε έκανε να το κλέψεις, αντί να το ζητήσεις; Ορίστε πάρτο! Και πες μου ρε μπαγάσα, είναι γλυκό;». Ήταν γλυκό, μα δεν το ευχαριστήθηκα, ήταν καλό μα ήταν άτιμο, το έφτυσα με τύψεις.
«Πάμε να σας κεράσω ό,τι γλυκό διαλέξετε και να σας πως μια ιστορία που θα ξεκινά με το θέλω, ζητώ και αποκτώ και μετά θα καθαρίσετε και το μαγαζί για να σας συγχωρέσω» αποκρίθηκε ο παππούς γλύκας και έστριψε το χαρωπό μουστάκι.
Ελένη Ρέγγα

One response to “Ο παππούς γλύκας!”
[…] Ο παππούς γλύκας! Τα νιάτα είναι δυο φορές, τα γηρατειά καμία! […]