Στα άδυτα του μυαλού

Ο Βλαδίμηρος, από όταν θυμόταν τον εαυτό του, έκανε δικά του τα προβλήματα όλων γύρω του και έψαχνε λύσεις. Πάντα το παιδί για όλες τις δουλειές στο χωριό του, έδινε χέρι βοηθείας σε μικρούς και μεγάλους. Το καμάρι των γονιών του, της αδερφής του, μα και ολόκληρου του τόπου. Σπούδασε λογιστικά, εργάστηκε κάποια χρόνια στον κλάδο του, αλλά αυτό που πάντα ήθελε ήταν να ασχοληθεί με τα κοινά και να αφιερώσει την ζωή του. Έβαλε υποψηφιότητα για δημοτικός σύμβουλος και η εκλογή του, με τις περισσότερες ψήφους, τον συγκίνησε. Οι συγχωριανοί του πίστευαν στην καλοσύνη, στην μεγαλοψυχία, στην ακεραιότητα του χαρακτήρα του και επένδυσαν σε κείνον ότι θα νοιαστεί για τον τόπο τους και τους κατοίκους.

Από την θέση του αντιδημάρχου, για τρεις συνεχείς τετραετίες, έδινε κάτι παραπάνω από ιδέες και προσπάθεια επίλυσης των προβλημάτων του χωριού και αναβάθμισής του. Έδινε κομμάτια από την ψυχή του κάθε μέρα, σε κάθε περίσταση. Δεν ήταν ο πολιτικός του γραφείου. Κυκλοφορούσε στο χωριό, στα κτήματα, στα καΐκια στο λιμάνι, στα καταστήματα, στα σχολεία, στο κέντρο υγείας, στην λαϊκή αγορά, στα καφενεία και αφουγκραζόταν τα προβλήματα, τις ελλείψεις, τα κακώς κείμενα. Σήκωνε τα μανίκια και βοηθούσε όπου χρειαζόταν, όπου υπήρχε ανάγκη, χωρίς να τον εμποδίζει ο τίτλος του αντιδημάρχου, χωρίς να νοιάζεται μη λερώσει το κοστούμι του. Δεν ήταν ο πολιτικός της γραβάτας άλλωστε, του ψεύτικου ενδιαφέροντος, του ψεύτικου χαμόγελου και των άψυχων χειραψιών, που συνηθίζουν όλοι μόνο προεκλογικά και μετά χάνονται στα γραφεία τους, είναι απόντες στις ανάγκες του τόπου, δεν ακούν και δεν βλέπουν τα παράπονα του λαού, που τον αναζητούσαν για στήριξη, αλλά μετά τον αγνοούν. Δεν ήταν ο πολιτικός της καρέκλας, με αυτοσκοπό την οικονομική και κοινωνική βόλεψή του. Υπερασπιζόταν τα δικαιώματα των ντόπιων, ερχόταν σε αντιπαράθεση με υπουργούς και περιφερειάρχες προκειμένου να πετύχει αυτό που θα ήταν ωφέλιμο για το χωριό του, δεν φοβόταν να κάνει εχθρούς, τους πολιτικούς του αντιπάλους, εκείνους, του εντυπωσιασμού και των ψεύτικων υποσχέσεων, που έβλεπαν την απήχησή του στον κόσμο και πολλές φορές τον χτυπούσαν κάτω από τη μέση. Εκείνος συνέχιζε με όλες του τις δυνάμεις να υπηρετεί τα πιστεύω του, θέτοντας πολλές φορές τον εαυτό του σε δεύτερη μοίρα, καταπονώντας το σώμα, το πνεύμα, την ψυχή του.

Το ολοκληρωτικό του δόσιμο στο κοινό καλό, του αφαιρούσε προσωπικό χρόνο, με αποτέλεσμα να μην παντρευτεί, να μην κάνει οικογένεια. Οι γονείς του, η λατρεμένη του αδερφή, η Βάνα, συχνά, του υπενθύμιζαν να δει τον εαυτό του, την ζωή του, να βρει μια γυναίκα, να κάνει παιδιά. Ήταν άνθρωπος της οικογενειακής θαλπωρής, ήθελε παιδιά, αλλά ο χρόνος του μοιραζόταν στους άλλους και τα χρόνια περνούσαν.

Στο χωριό ήταν πάντα περιζήτητος εργένης, για όλα τα ψυχικά του χαρίσματα αλλά και για την εμφάνιση, αφού ήταν ψηλός, με ωραία κορμοστασιά, ζεστά μάτια κι ένα εγκάρδιο χαμόγελο. Οι μανάδες τον ήθελαν για γαμπρό τους και πολλές γυναίκες ήταν εκείνες που τον γλυκοκοίταζαν για σύντροφο. Ο Βλαδίμηρος όμως ήταν ταγμένος στην δουλειά του, στους αγώνες του και το είχε πάρει απόφαση πια. Άλλωστε είχε τον γιο της αδερφής του, σαν δικό του παιδί. Άλλο ήταν αυτό που τον έτρωγε, όπως και την Βάνα. Η κατάσταση του μπαμπά τους τα τελευταία τέσσερα χρόνια.

Ο κύριος Στέργιος ήταν χαμένος στα άδυτα του μυαλού του. Δεν θυμόταν τίποτα πια. Η μαμά τους ήταν βαθιά πικραμένη κι ας μη τους το έδειχνε, για να μη τους φορτώνει κι άλλες σκοτούρες. Ειδικά το τελευταίο εξάμηνο, δεν ήταν πια και ιδιαίτερα λειτουργικός. Καθόταν στην πολυθρόνα του κι αν του έλεγε η κυρία Σοφία να φάει, έτρωγε, αν του έλεγε να πάει να ξαπλώσει, πήγαινε. Δεν είχε ούτε όρεξη για κουβέντα πια. Τουλάχιστον πριν από αυτήν την κατάπτωση, μπορεί να μη θυμόταν πρόσωπα, στιγμές, καταστάσεις, όμως τους έλεγε ιστορίες της φαντασίας του, περιέγραφε όσα έβλεπε στις ταινίες σα να είχαν γίνει στη δική του ζωή, ρωτούσε ξανά και ξανά ποιοι ήταν, ποια χρονιά έχουμε κλπ.

Διώροφο το κτίριο, έμεναν όλοι μαζί. Στον πρώτο οι γονείς, από πάνω ο Βλαδίμηρος σε μικρότερο διαμέρισμα και δίπλα η Βάνα με τον άντρα και τον γιο της. Ο Βλαδίμηρος τον τελευταίο καιρό, πολλά βράδια έμενε μαζί τους, για να κρατά συντροφιά τον μπαμπά του. Καθόταν απέναντί του στο διθέσιο και μοιράζονταν την σιωπή, την ησυχία, χωρίς κανείς να παίρνει το βλέμμα του από τον άλλον. Κάποιες στιγμές έβαζε από ένα κρασάκι, το σήκωνε, του έλεγε “στην υγειά μας πατέρα, μου λείπεις” και βουρκωμένος έπινε μια γενναία γουλιά, ενώ ο ηλικιωμένος άντρας, μόνο τον κοιτούσε. Σηκωνόταν ο Βλαδίμηρος, έπιαναν μαζί το ποτήρι και το ακουμπούσε στα χείλη του για να πιει. Τον ρωτούσε “καλό;” και για απάντηση έπαιρνε ένα καταφατικό νεύμα και μια έκφραση απόλαυσης που του ήταν αρκετά.

Ένα πρωί, τον περίμενε να ξυπνήσει, αφιέρωσε χρόνο, ήπιαν καφεδάκι όλοι μαζί, τον φίλησε στο μέτωπο κι έφυγε στο δημαρχείο. Ήταν η μέρα γενικής συνέλευσης για κάποια ζητήματα που τον δυσκόλευαν, αφού δεν μπορούσε να συνεννοηθεί με τους ανώτερους. Υπήρξε ένταση, διαπληκτισμοί, ζητούσε τα αυτονόητα χωρίς να εισακούγεται και ξαφνικά, σε μια στιγμή… κατέρρευσε. Έτσι απλά, χωρίς να προηγηθεί κάτι, χωρίς να παραπονεθεί για αδιαθεσία, χωρίς προειδοποίηση.
Στην αίθουσα συνεδριάσεων από την απόλυτη στιγμιαία παγωμάρα, επικράτησε πανικός, βαβούρα, φωνές. Κάλεσαν ασθενοφόρο, τον πήγαν στο νοσοκομείο της κοντινής πόλης, διέγνωσαν εγκεφαλικό, αλλά θεώρησαν ότι δεν έπρεπε να μείνει εκεί και αποφασίστηκε να διακομιστεί στην Αθήνα. Όταν τον πήραν από κει, είχε ακόμα τις αισθήσεις του. Στην διαδρομή, έπαθε το δεύτερο εγκεφαλικό.

Έμεινε στην εντατική τρεις μέρες, χωρίς να έχει επαφή με το περιβάλλον, με την κατάστασή του σταθερά σοβαρή. Η αδερφή του, καταρρακωμένη, παράτησε τα πάντα και πήγε στην Αθήνα να είναι κοντά του. Η κυρία Σοφία, χωρίς πνοή, από την μια να παρακαλάει να ζήσει ο γιος της, από την άλλη να έχει την επίβλεψη του άντρα της. Ο κύριος Στέργιος, κατά την γνώμη όλων, συγγενών και φίλων, ήταν ο πιο τυχερός, αφού μέσα στο χάος του μυαλού του, δεν καταλάβαινε. Έβλεπε την γυναίκα που τον περιποιούνταν να κλαίει, να πηγαίνει στην εικόνα της Παναγίας και να της ζητάει να κάνει καλά τον γιο της, να πάρει εκείνην στη θέση του, να μιλάει συνέχεια στο τηλέφωνο με μία Βάνα, αλλά δεν καταλάβαινε τι είχε γίνει. Κάποιες στιγμές, η ηλικιωμένη γυναίκα καθόταν δίπλα του, του έπιανε το χέρι και κλαίγοντας του έλεγε, “το αγόρι μας, Στέργιο, το αγόρι μας” κι εκείνος απλά την κοιτούσε, αμίλητος.

Την τρίτη μέρα της εντατικής, οι γιατροί ανακοίνωσαν στη Βάνα πώς ήταν θέμα ωρών, πως δεν υπήρχε γυρισμός και καλό θα ήταν να επιστρέψει στο χωριό, να προετοιμάσει τους δικούς της, να διευθετήσει τις υποχρεώσεις, με την μεταφορά του στο χωριό. Έχασε τη γη κάτω από τα πόδια της. Ήταν πολύ βαρύ όλο αυτό. Ήταν μαθημένη να έχει εκείνον στήριγμα και τώρα…; Μοναξιά και ερημιά την τύλιξαν. Όταν μπήκε σπίτι, έπεσε στην αγκαλιά της μαμάς της. Ποια να παρηγορούσε ποια και πώς; Ξαφνικά, λίγη ώρα μετά, ακούστηκε η αντρική, ξεχασμένη πια φωνή: “Πού είναι ο Βλαδίμηρός μας;”.

Οι δύο γυναίκες, γύρισαν προς το μέρος του. Τα θολωμένα από τα δάκρυα μάτια τους, άνοιξαν διάπλατα. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι όχι μόνο μίλησε αλλά και θυμήθηκε.
– Μπαμπά; Θυμήθηκες τον Βλαδίμηρο;
– Σα να ήμουν σε ένα σύννεφο μέσα, δεν μπορούσα να καταλάβω ότι αυτό είναι το σπίτι μου. Είμαι στο σπίτι μου! Πού είναι ο Βλαδίμηρός μας;
Οι δύο γυναίκες τον αγκάλιασαν και τα συναισθήματα έγιναν ένα κουβάρι. Μέσα στην ανείπωτη θλίψη τους, ζούσαν ένα μικρό θαύμα!
– Στέργιο μου, καλέ μου, το παλικάρι μας είναι στο νοσοκομείο, στην Αθήνα, έπαθε εγκεφαλικό, αλλά είναι καλά.
Έσκυψε το κεφάλι της η γυναίκα, μη μπορώντας να τον κοιτάξει στα μάτια, αφού του έλεγε ψέματα. Τι να έκανε όμως; Τόσα χρόνια μετά, ο άντρας της είχε μια διάλειψη. Δεν ήθελε να του τσακίσει τα φτερά.

Το μυαλό όμως σε αυτές τις περιπτώσεις ορίζει το παιχνίδι όπως θέλει. Η διαύγεια δεν κράτησε πολύ. Επέστρεψε στην σιωπή του. Την επόμενη μέρα, τους ανακοίνωσαν ότι ο Βλαδίμηρος έφυγε… Οι δύο γυναίκες, τραγικές φιγούρες. Ο πόνος απύθμενος. Είχαν να φροντίσουν όλα τα διαδικαστικά μεταφοράς της σορού και την κηδεία, την επόμενη μέρα. Ο κύριος Στέργιος έβλεπε το τρέξιμο, την εξάντλησή τους, σωματική και ψυχική, χωρίς να αντιδράει.

Στην νεκρώσιμη ακολουθία, καθόταν ανάμεσα στις δύο γυναίκες, με το φέρετρο μπροστά τους, σιωπηλός. Όσο περνούσε ο κόσμος να χαιρετήσει τον αγαπημένο τους Βλαδίμηρο, κοιτούσε βουρκωμένος. Όταν ήρθε η ώρα να σηκωθεί ο κύριος Στέργιος, φίλησε στο μέτωπο τον νεκρό, του χάιδεψε το μάγουλο και με λυγμό ψιθύρισε “γιε μου, πού πας; Μου λείπεις. Θα έρθω να σε βρω, σε αγαπώ”. Η Βάνα και η μαμά της, που προσπαθούσαν να κρατηθούν στα πόδια τους, αγκάλιασαν κι εκείνον και οι τρεις μαζί, σακατεμένοι προσπαθούσαν να συνεχίσουν.

Η ανάγκη του να αποχαιρετήσει τον γιο του σαν πατέρας κι όχι σαν άγνωστος, με χαμένο το μυαλό, του χάρισαν αυτές τις δύο διαλείψεις, που οι γιατροί δεν μπορούσαν να στηρίξουν επιστημονικά, όταν τους το ανέφερε η Βάνα. Υποστήριζαν ότι δεν ήταν σε θέση το μυαλό του να επηρεαστεί από κανένα σοκ. “Όπου δεν απαντά η επιστήμη, το κάνει ο Θεός”, είπε η μαμά της κι έκανε τον σταυρό της, μια εβδομάδα μετά από την κηδεία του γιου της και αφού τον άντρας της τον ρούφηξε πάλι το μαύρο σκοτάδι και τον κρατούσε αιχμάλωτο της μοναξιάς που επέβαλλε στον εαυτό του.

Ο Βλαδίμηρος θαρρείς του έδωσε τον χρόνο, σα να τον περίμενε τρεις μέρες, να αισθανθεί την απουσία του.
Κι ο μπαμπάς το αισθάνθηκε. Τόσα χρόνια, ούτε ένα σημάδι θύμησης και τώρα… επανήλθε ο νους δύο φορές.
– Η αγάπη κόρη μου, η αγάπη. Αυτή, όλα τα κάνει δυνατά. Αυτή κάνει θαύματα. Η επιστήμη δεν φτουράει μπροστά στον Ύψιστο.
– Ο Βλαδίμηρος κατάφερε ακόμα και με το φευγιό του, να κάνει κάτι σπουδαίο, όπως έκανε όλη του τη ζωή, επανέφερε τον μπαμπά! Μαμά, πώς θα αντέξουμε χωρίς εκείνον;
– Δεν ξέρω…

Ο Στέργιος, συνέχισε στην σιωπή του, χωρίς να θυμάται την απώλεια και ήταν το μόνο καλό που του χάρισε αυτή η ασθένεια. Όταν δεν θυμάσαι, δεν πονάς. Σε αντίθεση με τις δύο γυναίκες, που τίποτα δεν ήταν το ίδιο. Η θλίψη και ο πόνος, έγιναν οι συνοδοιπόροι τους και οι προσευχές η παρηγοριά τους. Ο Βλαδίμηρος συνέχισε να ζει στις καρδιές όλων, που τον μνημόνευαν καθημερινά.

Χρυσούλα Καμτσίκη

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading