Έρχεται ο πατέρας!

– Μαμά, θα πάμε στο αεροδρόμιο να τον υποδεχτούμε; Θα έχω σχολείο εκείνη τη μέρα; Αν δεν έχω, μπορώ να έρθω; Έλα, μαμά, είναι άδικο!

Φωνές και ξεφωνητά και αναταραχή και φασαρία, δύο πιτσιρίκια να χοροπηδούν γύρω από τη δόλια μάνα… ‘Έρχεται!’.

Τι ήταν όμως για εμάς, τα παιδιά του «ναυτικού», του «πρώτου» – μηχανικού – ο πατέρας;

Ο δικός μας πατέρας ήταν οπωσδήποτε ένας γίγαντας, μεγαλόσωμος, δυνατός άντρας με στεντόρεια φωνή, που ταξίδευε σε μακρινές θάλασσες, κυβερνούσε θεόρατα καράβια από το μηχανοστάσιο, ακολουθώντας δύσκολες πορείες, χαραγμένες πάνω σε απλωμένους άτλαντες από τον καπετάνιο στη γέφυρα. Οδηγούσε τα πλοία με ασφάλεια σε λιμάνια με εξωτικά ονόματα. Ήταν ένας πολυμήχανος, θαρραλέος άντρας που πάλευε με τα μποφόρ και απέφευγε κυκλώνες και “strong gales”, για να φτάσουν σώα το πλοίο, το πλήρωμα και το φορτίο στον προορισμό τους. Το πλοίο του μπαμπά, μέσα στα πελώρια αμπάρια του, μετέφερε σιτάρι, καλαμπόκι, θειάφι κι άλλα άγνωστα προϊόντα, που τα ονόματά τους δεν είχαμε ξανακούσει.

– Μαμά, τι είναι το ‘ταπιόκα’ που κουβαλάει το καράβι; Τι είναι το ‘μινεράλι’; Τι είναι το ‘σόγια’;

Το καράβι για εμάς, ήταν πάντα «του πατέρα»! Όποια γράμματα κι αν ήταν ζωγραφισμένα πάνω στην τσιμινιέρα του, όποια χρώματα και γεωγραφικά σχήματα κι αν είχε, στο παιδικό μας μυαλό ήταν το «πλοίο του μπαμπά». Κάπου ακούγαμε για το «γραφείο», την «εταιρεία», τους «εφοπλιστές», αλλά δεν χωρούσαν πολλές τέτοιες πληροφορίες στο κεφάλι μας.

Ο πατέρας ήταν ένα τηλέφωνο μέσα στη νύχτα, που μας καλούσε από τον ασύρματο, από την άλλη μεριά της γης. Συνήθως η σύνδεση ήταν κακή, διακεκομμένη. Αγουροξυπνημένοι, ξυπόλυτοι, τρίβαμε τα μάτια μας, προσπαθώντας να ακουστούμε χαρούμενοι, για να μην τον απογοητεύσουμε. Επαναλαμβάναμε κοινοτυπίες: πως είμαστε καλά παιδιά, πως δεν στεναχωρούμε τη μαμά, πως διαβάζουμε και παίρνουμε άριστα.

Μεγαλώνοντας, σκέφτηκα πως κι ο μπαμπάς ίσως να ένιωθε την ίδια αμηχανία. Σε αυτές τις βιαστικές συνομιλίες, που έκλειναν με τη λέξη «έτοιμοι», ίσως και εκείνος προσποιούνταν. Δεν θα μας έλεγε ποτέ για τη διαρροή πετρελαίου που παραλίγο να αφήσει το πλοίο ακυβέρνητο σαν καρυδότσουφλο στον Ινδικό Ωκεανό, μια νύχτα με θαλασσοταραχή. Άλλωστε, για εμάς, ο πατέρας μπορούσε να καταφέρει τα πάντα. Ήταν ένας – και μάλιστα ο πρώτος – υπέρ-ήρωάς μας.

Έρχεται ο μπαμπάς, λοιπόν!

Κάποιες φορές, όμως, πηγαίναμε κι εμείς σε εκείνον. Όταν τύχαινε το πλοίο να περάσει από ελληνικό λιμάνι, μαζί με άλλες οικογένειες ναυτικών, μας μετέφερε πούλμαν της εταιρείας. Αν ήταν στη ράδα, στριμωχνόμασταν σε λάντζες για να ανεβούμε. Εμπειρία αλησμόνητη.
Από μακριά, το καράβι έμοιαζε τεράστιο και επιβλητικό. Πλησιάζοντας, όμως, το θέαμα γινόταν σχεδόν απόκοσμο. Η θεόρατη πλώρη, η κάθετη «καμπούρα» που η φαντασία μας την έβλεπε να σκίζει τρικυμισμένα πελάγη. Οι κάβοι, η πελώρια άγκυρα, τα χτυπητά χρώματα, τα γράμματα με το όνομα του πλοίου, οι αριθμοί, όλα δύσκολα χώραγαν στα μάτια μας. Κι ύστερα η ανεμόσκαλα – σχοινένια ή μεταλλική, δεν θυμάμαι – που έριχναν για να ανεβούμε. Στην κορυφή, χέρια που άπλωναν να μας βοηθήσουν, κόσμος που περίμενε να μας υποδεχτεί. Κι ανάμεσά τους, στο κατάστρωμα, ο μπαμπάς! Συνήθως αξύριστος, αναμαλλιασμένος, με κουρασμένο χαμόγελο, σαν να σήκωνε το βάρος της γης στους ώμους του.

Ήταν και φορές που μας υποδεχόταν με τη φόρμα της μηχανής, λερωμένη με λάδια και πετρέλαιο. Ένα κίτρινος φακός στην τσέπη, ένα στουπί στην άλλη. Έτσι θυμάμαι τον πατέρα κι ας πέρασαν τα χρόνια: να τρέχει διαρκώς μέσα στο πλοίο, πάνω-κάτω στο μηχανοστάσιο, να προλαβαίνει ζημιές, να βρίσκει λύσεις, να παλεύει με λέβητες, έμβολα, χιτώνια, να μην ησυχάζει ούτε στα λιμάνια. Αναρωτιέμαι: χόρτασε ποτέ ύπνο, όσο ήταν μπαρκαρισμένος ή αφουγκραζόταν διαρκώς την «καρδιά» του καραβιού; Τις «αναπνοές» του;

Έρχεται, λοιπόν, ο πατέρας. Αλλά ποιος ήταν, τελικά;

Ποιος ήταν αυτός ο λιγομίλητος άντρας, με τις κουρασμένες βαλίτσες, που γύριζε με περισσότερες ρυτίδες, πιο πολλές άσπρες τρίχες, και χαμόγελο μισερό; Ή πάντα ήταν έτσι, και τον θυμόμαστε αλλιώς;

Ο δικός μας πατέρας δεν ήταν της γενιάς των ναυτικών που έλειπαν χρόνια και δεν αναγνώριζαν τα παιδιά τους, όταν επέστρεφαν. Κι όμως, και για εμάς ο χρόνος ανάμεσα στα μπάρκα του κυλούσε παράξενα. Η μνήμη έπαιζε τα δικά της παιχνίδια. Η φαντασία συμπλήρωνε τα κενά.

Πέφταμε στην αγκαλιά του, μας σήκωνε ψηλά, άνοιγε τις βαλίτσες και μοίραζε δώρα. Μα μετά τον πρώτο ενθουσιασμό, τον παρατηρούσαμε μαζεμένοι. Μπορεί κι εκείνος εμάς. Δεν διεκδικούσε την αγάπη – αυτή ήταν δεδομένη! «Πάλευε» όμως για την οικειότητα. Την οικειότητα που οι στεριανοί πατέρες είχαν αυτονόητη. Μέχρι το επόμενο μπάρκο, προσπαθούσαμε να μικρύνουμε την απόσταση που χωρίζει τον «πατέρα» από τον «μπαμπά».

Η μαμά ήταν αυτή που απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις. Η γυναίκα του ναυτικού, με τους χίλιους ρόλους. Να εξηγήσει, να καθησυχάσει, να συστήσει ξανά τον πατέρα στα παιδιά. Να μεταφράσει σιωπές, να ερμηνεύσει φωνές, γιατί δεν ήμασταν πια οι ίδιοι. Κι ούτε κι εκείνος.

Τελικά, «συναντηθήκαμε» αργότερα, και ξανά «συστηθήκαμε» όταν πια οι τα μπάρκα είχαν τελειώσει και το ναυτικό φυλλάδιο είχε τακτοποιηθεί σε κάποιο ράφι.

Ήταν ευλογία αυτή η δεύτερη ευκαιρία. Γιατί όσο μπορούσαμε, τον γνωρίσαμε• κι εκείνος εμάς. Αν και η θάλασσα κι οι έγνοιες της, τον είχαν κάνει σιωπηλό, προλάβαμε να δούμε την αλήθεια του.

Στην πραγματικότητα, ο μπαμπάς με τις δυνατές γάμπες και τα στιβαρά μπράτσα ήταν, πάντα, η αίσθηση της σιγουριάς. Η βεβαιότητα πως, κι αν όλα πάνε στραβά, θα βρει τον τρόπο να μας έχει ασφαλείς. Όπως κατάφερνε πάντα να φέρνει το καράβι στο λιμάνι.

Και μεγαλώνοντας, κατάλαβα πως αυτή η αίσθηση δεν ερχόταν απ’ τη δύναμη, αλλά από την παρουσία του. Ακόμη κι όταν δεν μπορούσε πια να σηκωθεί εύκολα από την πολυθρόνα, ακόμα κι όταν έγινε ένας παππούς που κοίταζε σαστισμένα γύρω του, νιώθαμε πως όσο υπήρχε, εμείς, θα ήμασταν ακόμα παιδιά.

Ασπασία Κουρέπη

One response to “Έρχεται ο πατέρας!”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading