Το παλτό

Ήταν πράσινο, με μεγάλα καφετιά καρώ, κατά τη μόδα της εποχής, βαρύ και έφτανε λίγο κάτω από το γόνατο.
Το έρμο το μοναχοπαίδι, το φορούσε από τον Οκτώβριο, πολύ πριν το, συνήθως γλυκό και υγρό, φθινόπωρο δώσει τη θέση του στο χειμώνα. Το φορούσε και ολόκληρο τον Μάϊο, όταν το πρώιμο καλοκαίρι του τόπου μας, έγραφε ακόμα έναν μήνα στο ενεργητικό του.

Το κορίτσι ήταν φιλικό, αλλά εσωστρεφές. Ερχόταν στο γυμνάσιο θηλέων το πρωί, υπομένοντας αγόγγυστα το φορτίο της παλτουδιάς.
«Γύρευε με τι καταπίεση από την μάνα της….», σκεφτόμουν.
Παρατηρούσα τη συμμαθήτριά μου μέσα στην τάξη, αλλά και στα διαλείμματα. Εδειχνε να ξεφορτώνεται το πλεονάζον ένδυμα με ανακούφιση. Το έκανε ακόμα και τις μέρες που είχε αρκετή ψύχρα. Και αυτό, το έβρισκα περίεργο, γιατί τα χρόνια εκείνα, η έλλειψη θέρμανσης στα σχολεία θεωρείτο μέτρο άκρως παιδαγωγικό και διαπλαστικό αδαμάντινου χαρακτήρα. Όμως, κυρίως το έβλεπα σαν ανήμπορη και σιωπηλή διαμαρτυρία, την οποία ήθελα κι εγώ να υποστηρίξω, να μετατρέψω σε κραυγή.

Είχα μια αντάρτικη ψυχή τότε, καταπιεσμένη σκληρά από τη γενική νοοτροπία της εποχής. Μια ψυχή σε διαρκή εξέγερση, που ξέσπαγε σε ανούσιες ίσως, μικρές επαναστάσεις, όχι πάντα δίχως συνέπειες.

Ο συνδυασμός του παλτού, του ζεστού καιρού και του ανυπεράσπιστου, όπως μου φαινόταν, μοναχοπαιδιού, ήταν στα δικά μου μάτια, πρόκληση, δελεαστική και ακαταμάχητη για να ξεκινήσω σταυροφορία. Και εξαιρετικά οφθαλμοφανής, βέβαια, αφού, μέσα στην τάξη, και το παλτό και η ιδιοκτήτριά του, κατοικοέδρευαν στο, ακριβώς πίσω μου, παλαιού τύπου μονοκόμματο, διθέσιο θρανίο.
Οπότε, τις ζεστές μέρες –κι ήταν πολλές μέσα στο σχολικό έτος- εκείνο το παλτό εξαφανιζόταν μυστηριωδώς.

Πίστευα ότι έτσι θα άναβα την πρώτη σπίθα εξέγερσης ενάντια στην μητρική τυραννία. Οτι το κορίτσι θα γύριζε σπίτι δίχως το παλτό, κι έτσι η μητέρα θα σκεφτόταν πόσο άδικο και παράλογο ήταν αυτό που επέβαλλε στο παιδί της. Λογάριαζα ότι θα έκανε τον κόπο, ύστερα απ’ αυτό το συμπέρασμα, να το στείλει την επαύριο στο σχολείο με κάτι πιο ελαφρύ, να, με μια ζακετούλα, όπως όλες οι υπόλοιπες μαθήτριες.

Μια φορά, με κίνδυνο να τσακιστώ, είχα κρεμάσει το παλτό σε ένα καρφί που υπήρχε στο τοίχωμα του κενού –τύπου αίθριο- μεταξύ των δύο πατωμάτων του σχολείου. Έτσι που το ‘βλεπα μετέωρο, μου κατέβηκε η παράλογη ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα ανοίξει τα μανίκια του και θα πετάξει από το ανοιχτό παράθυρο. Θα πετάξει μακριά. Κι έτσι, θα ελευθερωθεί από τον άχαρο ρόλο του. Και θα ελευθερώσει και το δύστυχο κορίτσι που ιδροκοπούσε μέσα του, όντας αναγκασμένο να το φοράει, τουλάχιστον καθ’ όλη τη μακριά διαδρομή από και προς το σπίτι του, όλη την βδομάδα.

Πλην, όλα μάταια. Οσο κι αν χανόταν, εκείνο το παλτό, άλλο τόσο ξαναβρισκόταν.
Το ‘φερναν στην ιδιοκτήτρια μαθήτριες ή καθηγητές που έπεφταν τυχαία πάνω του. Άλλοτε βρισκόταν στριμωγμένο στο κάτω ράφι του τελευταίου θρανίου της τάξης. Άλλοτε κρεμασμένο στον καλόγερο του γραφείου των καθηγητών. Συχνά, παραχωμένο στο μικρό κενό ανάμεσα στη σειρά των θρανίων και τον τοίχο. Κατά καιρούς το ανακάλυπταν σε άλλη αίθουσα, συνήθως αυτή της μικρότερης τάξης, όπου είχα πολλές και μεγάλες φιλίες, αφού εκεί φοιτούσαν οι φυσικές μου συμμαθήτριες, που είχαν αρχίσει κανονικά το σχολείο και όχι μια χρονιά πριν, σαν εμένα.

Το στωικό μοναχοπαίδι δεν παραξενευόταν και, αν το παλτό δεν είχε βρεθεί τυχαία ως τότε, περίμενε να χτυπήσει το κουδούνι να σχολάσουμε, για να το αναζητήσει. Σχεδόν όλη η τάξη μας έμπαινε σε γενική κινητοποίηση για την εξεύρεσή του. Μετά τις πρώτες φορές, άρχισα να συμμετέχω κι εγώ στην έρευνα, ωθούμενη από κάτι που ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω. Και είτε το έβρισκα αυτοπροσώπως, είτε τεχνηέντως υποδείκνυα τα μέρη που θα μπορούσε να βρεθεί. Ποιος ξέρει, ίσως να με συγκινούσε η σιωπηλή απελπισία που μου φαινόταν ότι διάβαζα στα μάτια του κοριτσιού, όταν το πράγμα παρατραβούσε και το παλτό αργούσε να βρεθεί, δεν ξέρω…

Το κορίτσι ποτέ δεν έψαξε να μάθει ποιος εξαφάνιζε συστηματικά το παλτό και να αντιδράσει. Και ποτέ δεν έγινε έρευνα από το σχολείο για να βρεθεί ο αυτουργός .
Εγώ πάντως, αν και σεσημασμένη, έκανα τον ψόφιο κοριό. Με την ανοχή όλων, φαντάζομαι. Δεν ήταν αυτοί χαζοί, ούτε εγώ πανέξυπνη. Και όντως, δεν υπήρχαν και πολλά ευτράπελα να διανθίζουν τη ζοφερή και μοναστηριακή γυμνασιακή ζωή, εκείνα τα τελευταία χρόνια της δικτατορίας. Σχεδόν όλες οι έφηβες της ηλικίας μου, είχαμε πια μπαφιάσει από τα εμβατήρια, την εξαήμερη φοίτηση, τους υποχρεωτικούς κυριακάτικους εκκλησιασμούς, την απαγόρευση οποιουδήποτε συγχρωτισμού με αγόρια, από τη σοβαροφάνεια και τις απαγορεύσεις που υπαγόρευε το «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια».

Σκεφτόμουν όμως πως αν με στρίμωχναν, θα ομολογούσα λεβέντικα το κατ’ εξακολούθηση παράπτωμά μου, αλλά και θα βροντοφώναζα τους ανθρωπιστικούς λόγους που με ωθούσαν σ’ αυτό.
Σ’ εκείνη την ηλικία πίστευα αφελώς και ακράδαντα στην ηθική δικαιοσύνη, στην ορθή κρίση και στην επιείκεια των ανθρώπων.

Οταν, χρόνια μετά, εξομολογήθηκα στην παλιά μου συμμαθήτρια τις ζαβολιές μου και τις ιδεολογικές διαφωνίες μου με το παλτό της, εισέπραξα γέλιο γάργαρο, μια ιδέα συνωμοτικό, και μια μεγαλόκαρδη, ανακουφιστική, άφεση αμαρτιών.

Από τότε πέρασαν κι άλλα, πολλά χρόνια, το κορίτσι παντρεύτηκε, δεν μπόρεσε να κάνει παιδιά, χήρεψε νέα, ξαναπαντρεύτηκε και μάζεψε κάτω από τις φτερούγες της με στοργή τα παιδιά του νέου συντρόφου. Τα παιδιά μας, έτσι τα λέει. Κι ακόμα μου λέει ότι είναι ευτυχισμένη, ζει όμορφα, μόλις απέκτησε κι εγγόνι.

Και για δες που σκεφτόμουν πολύ καιρό μετά, πως εκείνο το παλτό, ίσως το έβλεπα εντελώς λάθος, σαν σύμβολο μητρικής καταπίεσης και επιπόλαια γύρευα να το εξαφανίσω για να λυτρώσω τη σκλάβα από τα δεσμά της.
Μπορεί εκείνο το παλτό, όσο δυσβάσταχτο κι αν ήταν για κάποιους μήνες, μπορεί να μην αντιπροσώπευε, ντε και καλά, τη σιδερένια μπάλα στο πόδι του κατάδικου.

Αναλογίζομαι ότι οι περισσότεροι, ένα παλτό φοράμε χειμώνα – καλοκαίρι. Αλλοτε συνειδητά και άλλοτε ασυνείδητα, άλλοτε ορατό κι άλλοτε αόρατο απ’ τους άλλους. Συνήθως κάποιος που μας αγαπούσε, φρόντισε, μας έμαθε να το φοράμε. Αλλά, πολλές φορές το φοράμε γιατί κάποιοι απέδειξαν ότι δεν μας αγαπούσαν, όσο καλά κι αν το υποκρίνονταν.

Το παλτό, όταν είναι γερά υφασμένο, προστατεύει. Καλύπτει ψυχές ευαίσθητες και συναισθήματα, που αν εκφραστούν, θα βλάψουν, επειδή οι περισσότεροι συνάνθρωποί μας προτιμούν να κολυμπούν στην επιφάνεια και αποφεύγουν τις καταδύσεις. Αποκρούει βέλη, ακόντια, και λιθάρια που διασταυρώνονται καθημερινά στον ουρανό, ψάχνοντας στόχο, αν και δεν έχει κηρυχτεί επίσημα κανένας πόλεμος.

Το δικό μου το παλτό, ας πούμε, κρατά τα πόδια μου στη γη, όταν κάνω να απογειωθώ, αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Το δικό μου το παλτό ισορροπεί όσα με κάνουν να χαίρομαι και να λυπάμαι μετανιώνοντας. Το δικό μου το παλτό μου επιτρέπει να πορεύομαι στη ζήση αυτή κατά το προσωπικό μου ήθος. Δίχως να φοβάμαι όσους δογματικά ή δόλια το αντιστρατεύονται. Μπορεί μερικές φορές να νοιώθω το παλτό μου στενάχωρο και βαρύ, αλλά το καλοδέχομαι στην πλάτη μου, νοιώθω την ασφάλεια που μου προσφέρει. Δεν είναι και πολύ εύκολο να το φοράω συνέχεια, είναι αλήθεια, αλλά αξίζει τον κόπο, έτσι εκτιμώ.

Ίσως λοιπόν εκείνο το παλτό, το παράκαιρα φορεμένο, ίσως να μην ήταν τίποτα άλλο παρά το διαρκές, το μόνιμο προστατευτικό κουκούλι, ένας από τους τρόπους αγάπης μιας μάνας στοργικής, που με έναν άντρα χρόνιο ναυτικό στα ποντοπόρα του καιρού εκείνου, μεγάλωνε ολομόναχη ένα παιδί. Που προσπαθούσε να το τυλίγει πάντα ζεστά, να το φροντίζει και να το αγαπά διπλά. Και ίσως το κορίτσι να τα καταλάβαινε όλα αυτά. Γι’ αυτό αποδεχόταν την κατάσταση, αδιαμαρτύρητα.

Και τώρα πια, χαίρομαι που εκείνο το παλτό έβρισκε πάντα το δρόμο της επιστροφής στην ιδιοκτήτριά του.
Χαίρομαι που εκείνο το παλτό δεν έβγαλε φτερά να πετάξει και έμεινε να προστατεύει την φίλη μου.
Μέχρι που εκείνη μεγάλωσε και μπόρεσε να ανοίξει τα δικά της τα φτερά, και να αγαπήσει όπως την είχαν αγαπήσει. Σαν μάνα.

Ελένη Ασμάνη

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading