Σ’ αναζητώ στην Πάτρα ξημερώματα

27 Αυγούστου, 2018

Η μέρα ξημέρωσε με πολλές υποσχέσεις για να καταλήξει σε μεγάλους, πρωτόγνωρους θριάμβους. Ηταν η γιορτή του Αγίου Φανουρίου που έδωσε στην Χριστίνα και σε μας, την οικογένειά της, τη μεγαλύτερη χαρά. Για την ακρίβεια την δεύτερη, γιατί την πρώτη η μικρή μας την χάρισε με την γέννησή της.

Αν κάποιος θέλει να την χαρακτηρίσει με λίγα λόγια θα την περιέγραφε με 4 μόνο λέξεις. Η Χαρά της ζωής! Και αν συνεχίσουμε, προσθέτουμε άλλες δύο. Ήσυχη δύναμη! Σύνολο 6 λέξεις που κρύβουν το πρώτιστο μήνυμα για όλη της την υπόσταση.
Τι άλλο να θέλει μια μάνα; Τι άλλο να ζητήσει από τον Θεό εκτός της υγείας;

Ακόμη θυμάμαι την στιγμή που με πήρε τηλέφωνο από το πούλμαν, επιστρέφοντας από τις ολιγοήμερες διακοπές της στο Πήλιο. Η χαρά ανάμεικτη με δάκρυα, απέραντη απύθμενη σαν την θάλασσα: “Πέρασα! Πέρασα νοσηλευτική Πάτρας!”. Από την μία άκρη να κλαίει εκείνη και από την άλλη εγώ. Δύο ποτάμια δάκρυα που συναντήθηκαν κάπου στη μέση.

Όταν έκλεισε το τηλέφωνο ακόμη δεν μπορούσα να το πιστέψω, πως πέρασαν τα χρόνια και ήρθε η ενηλικίωσή της, που επισφραγίστηκε με μια θέση στο Πανεπιστήμιο.

Όταν έφυγα από το σπίτι εκείνο το κρύο πρωινό της Τετάρτης, λίγες μέρες αφού είχαμε καλωσορίσει το μιλένιουμ, η αγωνία μου είχε πάρει αγκαλιά τον φόβο μου και ολοι μαζί πορεύτηκαμε για το μαιευτήριο. Το ημερολόγιο έδειχνε 26 Ιανουαρίου, 2000. Η γέννα δεν ήταν από τις πιο εύκολες αλλά ούτε και τις πιο δύσκολες. Το μόνο που έχω να πω είναι ότι το μωρό είχε ενα χρώμα ίδιο με εκείνο της μελιτζάνας. Κοιτούσα τα άλλα μωρά με το λευκό τους το δερματάκι, μερικά ήταν λίγο κοκκινωπά. Το δικό μου ξεχώριζε, μελιτζανί, ήταν και της μόδας θυμάμαι εκείνη την χρονιά, ασημί, χρυσό και μελιτζανί ή μπορντώ ήταν τα χρώματα που κυριαρχούσαν στον κόσμο της ραπτικής. Haute ή basse (υψηλή ή χαμηλή) δεν εχει σημασία. Αυτή την απόχρωση την όφειλε στην υπερβολική μου προσπάθεια για ώθηση, σαν να ήθελε το μωρό να παραμείνει ακόμη στην ασφάλεια της μήτρας, σαν να μην ήθελε να βγει να γνωρίσει τον κόσμο.

Τι θυμάμαι τώρα; Σαν να ήταν χθες που γυρίσαμε από το μαιευτήριο, που την έβαλα στο κρεβάτι της, στο δωμάτιό της:
“Μα καλά θα την διώξεις από δίπλα σου τόσο νωρίς;”. Ναι, έτσι σκέφτηκα έτσι έκανα, αυτό το αναίρεσα εναν χρόνο μετά για διάφορους λόγους.

Το δωμάτιό της ήταν το ίδιο που είχα εγώ σαν παιδί. Διαφορετική διαρύθμιση αλλά οι ίδιοι τοίχοι, τα ίδια παράθυρα, η ίδια βεράντα. Πόσο μικροσκοπική φαινόταν μέσα στα σκεπάσματά της… Ένα μαύρο κεφαλάκι προεξείχε, γιατί απο μαλλί η μικρή είχε μπόλικο.

Θυμάμαι το κρύο που έκανε τα βράδια όταν σηκώνομουν να την ταΐσω. Αυτή κι εγώ είχαμε γίνει ένα, αχώριστες, αυτοκόλλητες.

Η Χριστίνα μεγάλωνε και ομόρφαινε. Στο δωμάτιό της ζούσε παράλληλα σε έναν άλλο κόσμο. Παιχνίδια, κούκλες, σπιτάκια, ζωάκια λούτρινα. Ο αρχηγός τους δεν ήταν άλλο από ένα μικρό, μαλακό αρκουδάκι το οποίο σήμερα που μιλάμε βρίσκεται στο δωμάτιό της στην Πάτρα ξαπλωμένο πάνω στο κρεβάτι της. Θα το πλύνω με προσοχή, θα του βάλω και μια κορδέλα και θα της το δώσω προίκα όταν έρθει η ώρα. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο, δεν ξερω αν θα πάρει τα κρυστάλλινα ποτήρια αλλά το αρκουδάκι σίγουρα θα φιγουράρει πάνω πάνω στην λίστα με τα προικιά.

Το δωμάτιό της είχε μετατραπεί στο παλατάκι της. Εκείνη η πριγκίπισσα και τα παιχνίδια οι υπήκοοί της. Κι εγώ την θυμάμαι να παίζει καθισμένη στην μοκέτα με τις μικρές της κούκλες.

Όταν μεγάλωσε, δεν έμενε μόνη. Πάντα φρόντιζα να υπάρχουν παιδάκια στο σπίτι, ιδιαίτερα δυο άλλα κορίτσια που τα είχε επιλέξει η μικρή από τον παιδικό σταθμό, με την φιλία τους να μένει σταθερή και ξεχωριστή ακόμη και σήμερα.

Τι να πρωτοθυμηθώ… Οι αποκριάτικες στολές δεν εμεναν στην ντουλάπα για πολύ. Όταν οι μικρές ήταν στην ηλικία του δημοτικού, εκεί γύρω στα οκτώ, έπαιζαν θέατρο. Φορούσαν τις στολές τους, αυτοσχεδίαζαν και μετά μας παρουσίαζαν τα έργα τους. Μα τι ιδέες κατέβαζαν αυτά τα μυαλουδάκια! Σεντόνια ξεδιπλώνονταν και απλώνονταν πάνω από το κρεβάτι, η σκηνή του θέατρου και εκείνες μπρος, πίσω αυτοσχεδίαζαν. Έκαναν και πρόβες, στο τέλος έρχονταν στο σαλόνι για να μας προσκαλέσουν στην παράσταση τους: “Το θεατράκι μας είναι έτοιμο, ελάτε, έχουμε φτιάξει ένα έργο για σας!”.
Κι εγώ καθόμουν στην άκρη και τις καμάρωνα.

Όταν η Χριστίνα είχε γενέθλια, το δωμάτιο γέμιζε με παιδιά, παιχνίδια, μπαλόνια. Μια χρονιά έκανε πολύ κρύο, στο σπίτι επικρατούσε πανικός γιατί έριχνε χιόνι. “Θα έρθουν οι φιλοι μου; θα μπορεί να έρθει και η ανιματρίς;”, αναρωτιόταν απο το πρωί η μικρή. Είχαμε ζητήσει μια κοπέλα να τα απασχολήσει και το πάρτυ κινδύνευε να αναβληθεί. Ήμασταν τυχεροί όμως γιατί το βράδυ μόνο άρχισε να το στρώνει. Η Χριστίνα, ντυμένη πριγκίπισσα, μέσα στα ροζ πέπλα και την ασημένια τιάρα κοιτούσε εκτασιασμένη την κοπέλα που στεκόταν μπροστά της και τους έκανε πολλά δρώμενα. Ακόμη θυμάμαι το ύφος της, στα μάτια της όλα έμοιαζαν τόσο μαγικά! Όλα τα παιδιά χαμόγελαγαν από ευχαρίστηση. Εγώ απόλυτα ικανοποιημένη γιατί αυτό που με ένοιαζε ήταν να βλέπω την χαρά στα προσωπάκια τους.

Μετά από λίγα χρόνια, όταν μεγάλωσε αρκετά, το δωμάτιο γέμιζε με κατασκευές που έφτιαχνε τα καλοκαίρια. Κοσμήματα από πηλό, κεριά, ζωγραφιές, δημιουργία και εκφραστικότητα ήταν τα χαρακτηριστικά της εποχής. Όταν τελείωσε το δημοτικό, οι τοίχοι βάφτηκαν φούξια σε συνδιασμό με έντονο ροζ. Ενα τελείως εφηβικό δωμάτιο με φωτογραφίες στους τοίχους από τα αγαπημένα της πρόσωπα.

Την περίοδο των πανελληνίων η Χριστίνα δεν έφευγε από αυτό τον χώρο. Είχε γίνει το ιδιαίτερό της σπίτι μέσα σε ένα πιο μεγάλο. Οι καθηγητές έμπαιναν και έβγαιναν ο ένας μετά τον άλλο. Οι δίσκοι με το φαγητό ακόμη και τις τελευταίες ώρες της ημέρας έβρισκαν την θέση τους πάνω στο γραφείο της. Ό,τι και να ζήταγε εγώ ήμουν εκεί να της το προσφέρω.

Ήταν εκείνη η χρονιά που μετά τα δεκαοκτώ της σαν να της το έκανε δώρο η ζωή, προσθέθηκε στην οικογένεια ένα άλλο μέλος. Ένα τετράποδο ζώο με μουσούδα και φουντωτή ουρά που άκουσε στο όνομα Λουή.

Ο σκύλος αυτός την βοήθησε να διαχειριστεί το άγχος των εξετάσεων, αφού δεν έφευγε από το δωμάτιο τον πρώτο καιρό. Και φτάσαμε στην ημέρα των αποτελεσμάτων, μόλις έμαθα τα χαρμόσυνα αναρωτήθηκα πώς θα ζήσω μακριά της. Για εκείνη ήταν η ευκαιρία που ζητούσε, να φύγει από την εστία μας, όχι γιατί ήταν δυστυχισμένη μαζί μας, αλλά γιατί από την φύση της η αίσθηση της ανεξαρτησίας και της ελευθερίας κυλούσε στο αίμα της από τότε που γεννήθηκε.

Η σκέψη πως θα περάσουν τέσσερα χρόνια μέχρι να γυρίσει πίσω μου έτρωγε το μυαλό και την καρδιά. Η πραγματικότητα είναι ότι έχουν περάσει οκτώ, η Χριστίνα δεν επέστρεψε γιατί η πόλη αυτή της πάει καλύτερα. Κι εγώ σαν μάνα πρέπει να σεβαστώ την επιθυμία της.

Την παραμονή που θα φεύγαμε για την Πάτρα, με το αυτοκίνητο γεμάτο με τα πράγματά της, οι φίλοι της της έκαναν μια έκπληξη. Ήρθαν να την αποχαιρετήσουν, να την αγκαλιάσουν, να της ευχηθούν τα καλύτερα. Όταν χτύπησε το κουδούνι και τους είδα στην πόρτα, όλοι μια παρέα, έκλαψα. Κρατούσαν και ένα μεγάλο χαρτόνι που έγραφε με μεγάλα κεφαλαία μαύρα γράμματα: “Σ’ αναζητώ στην Πάτρα ξημερώματα”.
Κι εγώ στάθηκα πιο πίσω διακριτικά να τους κοιτάζω, γιατί φιλίες που μένουν στο χρόνο δεν συναντάς εύκολα πια.

Το δωμάτιό της είναι όπως το άφησε. Η αλήθεια είναι ότι αρνούμαι να μπαίνω μέσα και να το καθαρίζω όπως πρέπει. Το κάνω κατά καιρούς, όχι από τεμπελιά, αλλά από άρνηση. Με παρηγορεί οτι ίσως επιστρέψει κάποτε.

Το χαρτόνι με τα μαύρα γράμματα υπάρχει ακόμη, το έβγαλα προχθές από το ντουλάπι της και το κοίταζα για ώρα.
Σ’ αναζητώ κι εγώ Χριστινάκι μου, αλλά αν δεν γυρίσεις πίσω, δεν πειράζει. Το δωμάτιό σου είναι εδώ και σε περιμένει. Το ίδιο και ο Λουή.
Εξάλλου πόσο μακριά είναι η Πάτρα; ένα τσιγάρο δρόμος!

Δήμητρα Καμπόλη

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading