– Τι είναι αυτό πάλι στη μούρη σου; ρώτησε ο Μανώλης κοιτώντας με απέχθεια τη γυναίκα του που βρισκόταν ξαπλωμένη στον καναπέ με τις ροζ πιζάμες της και κάτι λευκό στο πρόσωπο
– Α3Φκαφδσ@#, προσπάθησε να πει χωρίς να ανοίξει πολύ το στόμα της
– Τι έκανε λέει; συνέχισε εκείνος, βάζοντας τα χέρια στη μέση του
– Άρ-γι-λος! προσπάθησε να πει όσο πιο καθαρά μπορούσε
– Με άργιλο, άχυρο και άμμο σοβαντίζαμε τα σπίτια στο χωριό κάποτε… είπε κι όπως γύρισε να φύγει, έφαγε μια παντόφλα στην πλάτη
– Μπα, που κακό χρόνο να μην έχεις! Την έσπασα τη μάσκα με τις βλακείες σου! ούρλιαξε εκείνη και σηκώθηκε απ’ τον καναπέ εκνευρισμένη
– Τι έκανα και μου πετάς παντόφλες μωρέ Βαρβάρα;
– Βάνα! ΒΑ-ΝΑ!
– Βάνα, Βάνα! Ό,τι θες! Τίποτα να φάμε έκανες κυρία Βάνα ή θα φάμε τα υπολείμματα του αργίλου; είπε εκείνος και της έδειξε το βρώμικο μπολάκι πάνω στο τραπέζι του σαλονιού
Εκείνη τον κοίταξε καλά καλά, αναστέναξε δυνατά αναθεματίζοντας την τύχη της και προχώρησε προς την κουζίνα, σέρνοντας τις στραβοπατημένες μπλε παντόφλες της. Εκείνος την ακολούθησε, έπλυνε τα χέρια του στο νεροχύτη και κάθισε στο τραπέζι. Πολύ γρήγορα ένα πιάτο με αχνιστά ρεθύβια βρέθηκε μπροστά του, δίπλα ένα πιατάκι με σαρδέλες παστές με ελαιόλαδο και ελίτσες, φρέσκο ψωμάκι, ένα ποτήρι με δροσερό νερό και τσουπ, η Βαρβάρα στρογγυλοκάθισε απέναντί του και άρχισε να του χαμογελάει και να του κάνει ματάκια.
– Ωχ! είπε εκείνος κι άρχισε να τρώει χωρίς να την κοιτάζει, ήταν σίγουρος πως πάλι κάτι θα του ζητούσε
Εκείνη άρχισε να ξεροβήχει, να κουνάει πέρα δώθε την καρέκλα της και να προσπαθεί με κάθε τρόπο να του τραβήξει την προσοχή, γιατί ναι, ήθελε να του μιλήσει. Εκείνος όμως έκανε ότι δεν καταλάβαινε, μέχρι που στο τέλος η Βαρβάρα δεν κρατήθηκε και ξεκίνησε:
– Μάνο μου…
Ο Μανώλης είπε “όχι” χωρίς καν να γυρίσει να την κοιτάξει και συνέχισε να τρώει.
– Μάνο μου! είπε εκείνη με επιθετική φωνή, αναγκάζοντάς τον να σηκώσει το βλέμμα του
– Για να συζητήσω οτιδήποτε, πήγαινε βγάλε το σοβά απ’ τη μούρη σου πρώτα! είπε κι αυτόματα η Βαρβάρα θυμήθηκε πως η μάσκα αργίλου βρισκόταν ακόμη στο πρόσωπό της
Μέχρι να επιστρέψει απ’ το μπάνιο όπου πήγε να πλυθεί, ο Μανώλης είχε ήδη φάει κι είχε ανάψει τσιγάρο. Όταν την είδε να μπαίνει και να περπατάει προς το μέρος του κοιτώντας τον ναζιάρικα, ακούμπησε το μέτωπό του σκεπτόμενος “τι έχω να ακούσω πάλι ο έρμος!”, η κίνησή του όμως αυτή δεν πτόησε διόλου τη Βαρβάρα που κάθισε ξανά απέναντί του κι άρχισε να του μιλάει:
– Έχεις δει το καινούριο γυμναστήριο που άνοιξε δίπλα στο σούπερ μάρκετ στην πλατεία; Έχει τα πιο σύγχρονα μηχανήματα σ’ ολόκληρη την Ευρώπη σου λέει! Έχει γυμναστές με κάτι πτυχία νααα με το συμπάθιο! Κι επειδή είναι καινούριο, έχει βγάλει καταπληκτικές προσφορές! Μόνο 349 ευρώ για ένα ολόκληρο εξάμηνο! Το πιστεύεις; Θέλω να γραφτώ! του είπε τονίζοντας την τελευταία φράση και κολλώντας τα μάτια της στα δικά του
– 349 ευρώ το εξάμηνο Βαρβάρα μου, δεν το λες και προσφορά! Μα, δεν κάναμε ήδη ετήσιο πρόγραμμα τρεις μήνες πριν στο γυμναστήριο στη γωνία;
– Το γυμναστήριο στη γωνία έχει απλά τα βασικά, ενώ αυτό στην πλατεία…
– Αγάπη μου, για αρχή, πώς θα πηγαίνεις στην πλατεία; Είναι μακριά!
– Μα έχει και δικό του χώρο πάρκινγκ το γυμναστήριο βρε Μάνο μου!
– Γιατί Βαρβάρα μου, έχεις αυτοκίνητο και δεν το ξέρω; ο Μανώλης είχε ήδη αρχίσει να χάνει την υπομονή του
– Βάνα! Βάνα Μάνο μου! Κι όχι δεν έχω αυτοκίνητο κι αυτό είναι κάτι που έχουμε συζητήσει πολλές φορές κι ακόμη δεν έχω δει τίποτα από μεριάς σου!
– Το έχουμε συζητήσει Βαρβάρα-Βάνα μου, πως δεν μπορούμε να πάρουμε δεύτερο αυτοκίνητο στην παρούσα φάση. Άσε που δεν το χρειάζεσαι κιόλας άμεσα! Σούπερ μάρκετ, τράπεζες, γιατροί… όλα δίπλα στο σπίτι μας τα έχουμε!
– Ναι, αλλά το γυμναστήριο αυτό δεν είναι δίπλα στο σπίτι μας!
– Γι’ αυτό γραφτήκαμε σ’ αυτό δίπλα στο σπίτι μας! είπε εκνευρισμένος, έσβησε άτσαλα το τσιγάρο του στο τασάκι και σηκώθηκε όρθιος. Υδραυλικός είμαι κορίτσι μου, δεν είμαι ο Ωνάσης! Σου ήρθε εσένα τώρα να πάρεις αυτοκίνητο και να πας στο καινούριο γυμναστήριο! Άσε με σε παρακαλώ, ήρθα να φάω μια μπουκιά και να επιστρέψω στην οικοδομή που με περιμένουν…
Ο Μανώλης βγήκε φουρκισμένος απ’ το σπίτι και βρόντηξε την πόρτα πίσω του. Η Βαρβάρα έβγαλε μια στριγκλιά και σηκώθηκε να μαζέψει το τραπέζι. Ένιωθε απελπισμένη! Δεν την καταλάβαινε! Ο ίδιος της ο άντρας δεν την καταλάβαινε! Τι του ζήτησε δηλαδή; Να γραφτεί σ’ ένα γυμναστήριο, έγκλημα ήταν αυτό; Εκείνος όλη την ημέρα στη δουλειά κι εκείνη στο σπίτι να τον περιμένει. Πάντα όμως έτσι ήταν, ποτέ του δεν καταλάβαινε τις δικές της ανάγκες. Το μόνο που ήθελε ήταν να είναι όμορφη και περιποιημένη και σάμπως για ποιον τα έκανε; Για εκείνον! Μόνο και πάντα για εκείνον!
Ερωτευμένη μαζί του από τότε που θυμόταν τον εαυτό της. Εκείνος ο γόης της γειτονιάς, ο ωραίος του σχολείου, όλα τα κορίτσια έλιωναν για τα μάτια του μόνο. Κι όμως προσπάθησε και τον κέρδισε. Και παντρεύτηκαν κι έκαναν την Τόνια τους, που λίγους μήνες πριν παντρεύτηκε τον Πέτρο, ένα υπέροχο παιδί που είχαν ήδη πέντε χρόνια σχέσης. Κι ο Μανώλης δούλευε ασταμάτητα, γιατί κάποια χρόνια πριν της είχαν αγοράσει ένα σπίτι με δάνειο κι ήθελαν να το ξεχρεώσουν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Και στη μέση η Βαρβάρα που στα πενήντα της δεν είχε δουλέψει ποτέ, μιας και μετά βίας έβγαλε το λύκειο. Λίγους μήνες πριν ολοκληρωθεί η τελευταία χρονιά, έμεινε έγκυος και αποφάσισαν με τον Μανώλη από κοινού να μείνει στο σπίτι να μεγαλώνει εκείνη το παιδί, όσο εκείνος θα δούλευε και θα τις φρόντιζε και τις δυο. Και παράπονο δεν είχε, ο άντρας της ήταν πάντα τύπος και υπογραμμός, αλλά αυτή του την επιμονή να αντιδρά όταν του ζητούσε εκείνη κάτι για τον εαυτό της, δεν την καταλάβαινε.
Αναστέναξε δυνατά και κάθισε στον καναπέ, κλείνοντας το πρόσωπό της στα χέρια της. Ήταν πια πενήντα, οι πρώτες ρυτίδες είχαν αρχίσει να κάνουν την εμφάνισή τους, οι πρώτες λευκές τρίχες είχαν από καιρό φανεί στα μαλλιά της, λίγη χαλάρωση ήταν εμφανής στα χέρια και τα πόδια της… Μεγάλωνε, έσπαγε και δεν το άντεχε αυτό! Απ’ την άλλη ο Μανώλης, ο Μάνος της, στα πενήντα δύο του, ήταν πιο όμορφος από ποτέ! Λίγο είχαν γκριζάρει τα μαλλιά του στους κροτάφους, μα τον έκαναν ακόμη πιο γοητευτικό. Κι αυτές οι μικρές ρυτιδούλες δίπλα στα μάτια του… Θεέ μου! Ήταν τόσο όμορφος! Ενώ εκείνη… τις σκέψεις της διέκοψε το τηλέφωνο.
– Τόνια μου; Έλα κορίτσι μου… Ναι, σπίτι θα είμαστε, να έρθετε, θα σας περιμένουμε! έκλεισε το τηλέφωνο χαρούμενη, είχε μέρες να δει την κόρη της, της είχε λείψει
***
Η κόρη τους κι ο γαμπρός τους, κατέφθασαν στο σπίτι λίγες ώρες μετά, κρατώντας στα χέρια τους ένα μεγάλο κουτί με γλυκά και τους ανακοίνωσαν περιχαρείς πως σε λίγους μήνες, θα γίνονταν… παππούδες! Ακολούθησαν κραυγές ενθουσιασμού, αγκαλιές και φιλιά, το κοριτσάκι τους θα γινόταν για πρώτη φορά μαμά! Λίγο αργότερα, τα παιδιά έφυγαν για το πατρικό του Πέτρου, για να πούνε τα νέα και στους δικούς του γονείς, αφήνοντάς τους με χαμόγελα ευτυχίας ζωγραφισμένα στα πρόσωπά τους.
– Ακόμη δεν μπορώ να το πιστέψω! Η Τόνια μας θα γίνει μαμά! Πότε ήταν που έτρεχε εδώ μέσα με τις κουκλίτσες της… μίλησε πρώτα ο Μανώλης χαμογελαστός
– Δηλαδή τώρα εμείς θα… θα γίνουμε, παππούδες; η Βαρβάρα σοβάρεψε ξαφνικά
– Ναι, Βαρβαρούλα μου, θα γίνουμε παππούδες! Τρελό δεν ακούγεται; είπε ο Μανώλης και ήπιε μια γουλιά απ’ το κρασί του
– Μα… είμαστε μικροί ακόμη!
– Και τι θες να κάνουμε; Τώρα ήρθε το μωρό! Να του πούμε, μείνε καμιά εικοσαριά χρόνια ακόμη στην κοιλιά της μάνας σου, για να έρθουμε στη σωστή ηλικία; Μην ξεχνάς πως εσύ ήσουν πολύ μικρότερη απ’ την Τόνια μας όταν έμεινες έγκυος!
– Και είδαμε τα χαΐρια… ψιθύρισε εκείνη, κάνοντας τον Μάνο να την κοιτάξει έντονα
– Γιατί κυρία Βαρβάρα; Κακοπέρασες μαζί μου; Και τα ταξίδια μας κάναμε, και τις εκδρομές μας και σπίτι όπως το ήθελες αγοράσαμε… Και ένα κορίτσι σαν τα κρύα τα νερά κάναμε και το σπουδάσαμε… Τι ήθελες άλλο;
– Όχι Μάνο μου! Τι λες; Όμορφα περάσαμε κι όμορφα περνάμε, δεν έχω παράπονο! Δεν φταις εσύ… ίσα ίσα, εσύ… εσύ αγάπη μου… τον κοίταξε στα μάτια μ’ ένα βλέμμα που έδειχνε ότι λιώνει για εκείνον. Είναι που μεγαλώνω βρε Μάνο και… φοβάμαι! Πώς να στο πω; Θα ήθελα να είμαι για πάντα νέα! Να μ’ έχεις στο πλάι σου και να καμαρώνεις!
– Τι λες Βαρβάρα μου; γούρλωσε τα μάτια του ο Μανώλης. Δεν καμαρώνω εγώ για σένα; Που είσαι η πιο γλυκιά, η πιο υποστηρικτική, η πιο υπέροχη γυναίκα που υπάρχει; Χώρια που είσαι και μια κούκλα! Ποιος άλλος ρε έχει μια τόσο όμορφη γυναίκα; της είπε και την έσφιξε πάνω του
– Με βρίσκεις όμορφη Μάνο μου; είπε εκείνη και κούρνιασε στα χέρια του
– Μωρό μου… είσαι η πιο όμορφη γυναίκα του κόσμου! Δεν το ξέρεις; άρχισε να την φιλάει με πάθος
– Και τώρα που θα γίνω… ωχ Παναγία μου… γιαγιά; είπε εκείνη ανταποδίδοντας τα φιλιά του
– Άλλη τέτοια γιαγιά δεν θα υπάρχει Βαρβάρα μου… συνέχισε να τη φιλάει αρχίζοντας να τη γδύνει
– Βάνα, Μάνο μου! Βάναααα… συνέχισε εκείνη, λιώνοντας από πόθο στα χέρια του
***Αν θα ήθελες να διαβάσεις κι άλλες ιστορίες με την Βαρβάρα & τον Μανώλη, πάτα ένα like!***
Κική Γιοβανοπούλου

One response to “Μανώλης & Βαρβάρα – “Για πάντα νέα””
[…] Μανώλης & Βαρβάρα – “Για πάντα νέα” Μανώλης & Βαρβάρα – “Τον αγαπάω ρε Βαρβάρα!” […]