Μανώλης & Βαρβάρα – “Τα γεννητούρια”

– Σαββατάρα! έβαλε ένα μαξιλάρι πίσω απ’ την πλάτη του κι άπλωσε τα πόδια στο τραπεζάκι μπροστά του. Τι λες να δούμε; ρώτησε τη Βαρβάρα κρατώντας στα χέρια του το τηλεκοντρόλ

– Κάτω! είπε εκείνη όπως στεκόταν όρθια δίπλα του, κρατώντας ένα μπουκάλι κρασί και δύο ποτήρια

– Τι…; Ααα… ναι… κατέβασε τα πόδια του απ’ το τραπεζάκι

Η Βαρβάρα ακούμπησε αυτά που κρατούσε δίπλα στο μεγάλο διάφανο μπολ με τα ποπ κορν που υπήρχε πάνω στο τραπέζι και κάθισε δίπλα του στον καναπέ.

– Πατατάκια δεν έχει; της είπε και τον κοίταξε ενοχλημένη

– Είπαμε να προσέχουμε λίγο! Σπιτικά ποπ κορν είναι μια χαρά! ανέβασε τα πόδια της στον καναπέ

– Τα πατατάκια είναι φυσικό προϊόν! Τι είναι; Πατατούλες του Θεού, ρε Βαρβάρα!

– Βάνα, Μάνο μου! Βάνα! Διάλεξε καμιά ρομαντική κομεντί.

– Ρομαντική; Πάλι; Να μη δούμε μία που έχει βγει με έναν σίριαλ κίλ…

– Όχι!

– Εντάξει! Να δούμε καμιά περιπέτεια τουλάχιστον!

– Ή ρομαντική ή εκείνη με το γιατρό που σου έλεγα τις προάλλες! του είπε σταθερά κι ήπιε μια γουλιά κρασί

– Εκείνη με το γιατρό που τους καθαρίζει όλους;

– Αγωνίας δεν ήθελες;

– Η μισή ταινία έχει βελόνες, Βαρβ… Βάνα μου! Κι εγώ με τις βελόνες ξέρεις ότι…

– Τότε ρομαντική κομεντί! είπε ενθουσιασμένη και του πήρε το τηλεκοντρόλ απ’ το χέρι

Ο Μανώλης πήρε μια χούφτα ποπ κορν στο χέρι του κι άρχισε να μασουλάει εκνευρισμένος. Η Βαρβάρα κοίταξε με γουρλωμένα μάτια, μια εκείνον και μια το χαλί μπροστά του, που το γέμιζε με μικρά κομματάκια ποπ κορν, έτσι άτσαλα που έτρωγε. Ο Μανώλης σούφρωσε τα χείλη και χαμογέλασε καταλαβαίνοντας τη γκάφα του.

– Αυτή, πώς…; ο ήχος του τηλεφώνου διέκοψε τη φράση της Βαρβάρας. Ποιος σε παίρνει τέτοια ώρα;

– Ο Πέτρος… κοίταξε παραξενεμένος το κινητό του. Ο Πέτρος! Το παιδί! είπε ανήσυχος και σήκωσε το τηλέφωνο.

Η Βαρβάρα κρατούσε την αναπνοή της όσο άκουγε τον Μανώλη να μιλάει στο τηλέφωνο με τον γαμπρό τους και να λέει απλά “Ναι”, “Ναι”, σαν υπνωτισμένος. “Ερχόμαστε!”, ήταν η τελευταία φράση που είπε κλείνοντας το τηλέφωνο, και στ’ αυτιά της Βαρβάρας ακούστηκε σα συναγερμός.

– Η Τόνια! Πόνοι! πετάχτηκε απ’ τον καναπέ ο Μανώλης κι έβγαλε το κάτω μέρος της μπιζάμας του, πετώντας το στο πάτωμα και τρέχοντας σχεδόν προς την κρεβατοκάμαρα

– Το παιδί! Πόνοι! σηκώθηκε απότομα η Βαρβάρα κι έτρεξε από πίσω του

Ο Μανώλης είχε ανοίξει τη ντουλάπα και πετούσε μανιωδώς όλα τα κρεμασμένα ρούχα πάνω στο κρεβάτι.

– Τι κάνεις; του ούρλιαξε η Βαρβάρα

– Πού είναι το μπλε μου κοστούμι; τη ρώτησε εκείνος χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει

– Το γαμπριάτικο; τον ρώτησε βάζοντας τα χέρια στη μέση της

– Έχω κι άλλο;

– Έχεις να το φορέσεις πάνω από είκοσι πέντε χρόνια, λες να σου κάνει;

– Μια χαρά μου κάνει, το πρόβαρα τις προάλλες.

– Το κοστούμι πρόβαρες; η Βαρβάρα έδειχνε να τα έχει εντελώς χαμένα

– Πώς θα πάω στο μαιευτήριο; η φωνή του ακούστηκε παράξενα τσιριχτή

– Θα πας στο μαιευτήριο με το γαμπριάτικο;

– Τέτοια ώρα θες κουβέντα; γύρισε και την κοίταξε εκνευρισμένος

– Μάνο, μη με διαολίζεις βραδιάτικα! Φόρεσε ένα τζιν κι ένα μπλουζάκι, να ντυθώ κι εγώ να φύγουμε!

– Τζιν; Θα υποδεχτώ το εγγόνι μου με τζιν; γούρλωσε τα μάτια του. Παππούς με τζιν;

– Αν θες να είσαι ο κλασσικός παππούς, να βάλεις και τραγιάσκα! Πάρε κι ένα κομπολόι, πάρε και το κοντάρι της σκούπας απ’ το μπαλκόνι για μαγκούρα! Κρίμα που δεν προλαβαίνεις ν’ αφήσεις και μουστάκι μέχρι να φτάσουμε στην κλινική!

– Με κοροϊδεύεις; την κοίταξε με απόγνωση

– Ντύσου να φύγουμε! του είπε και βγήκε απ’ την κρεβατοκάμαρα ήδη ντυμένη

Ο Μανώλης κάθισε στη θέση του οδηγού με σουφρωμένα χείλη. Δεν μπορούσε να της συγχωρήσει πως δεν τον άφησε να ντυθεί όπως ήθελε, για να υποδεχτεί σωστά το πρώτο του εγγονάκι.

– Έξι εκατοστά διαστολή, είπε ο Πέτρος! είπε κλείνοντας το κινητό κι ενώ ο Μανώλης ξεφυσούσε κοιτώντας τον μποτιλιαρισμένο δρόμο μπροστά του

– Έξι στα πόσα; τη ρώτησε με αγωνία

– Στα δέκα, βρε Μάνο. Ουφ, τι κίνηση είναι αυτή! αναστέναξε η Βαρβάρα

– Έξι στα δέκα; Δηλαδή πάνω απ’ τη βάση;

Η Βαρβάρα γούρλωσε τα μάτια και τον κοίταξε προσπαθώντας να καταλάβει αν μιλούσε σοβαρά. Μιλούσε σοβαρά!

– Έξι διαστολή, λέμε! Στα δέκα γεννάει! Αχ πονάει το κοριτσάκι μου…

– Πονάει; φώναξε απεγνωσμένος ο Μανώλης κι άρχισε να κοιτάει γύρω του, να βρει έναν πιο σύντομο δρόμο για την κλινική

– Μωρό θα γεννήσει, Μάνο μου. Αυτό πονάει συνήθως. Ελπίζω να προλάβει να δράσει η επισκληρίδιος!

– Η… ποια;

– Δεν υπήρχαν στα δικά μας χρόνια αυτά. Τώρα κάνουν στη σπονδυλική στήλη μια ένεση που…

– Ένεση; Στη σπονδυλική στήλη; Σταμάτα! Μη λες λεπτομέρειες! Ανακατεύομαι! Ζαλίζομαι!

Πάρκαραν ακριβώς μπροστά στην πόρτα της κλινικής κι ανέβηκαν τρέχοντας στο δεύτερο όροφο, που βρήκαν τον Πέτρο να πηγαινοέρχεται στο διάδρομο.

– Το παιδί μου! Πού είναι το παιδί μου; φώναξε ο Μανώλης, για να λάβει ένα εκνευρισμένο και μακρόσυρτο “σουτ” απ’ τη Βαρβάρα ως απάντηση

– Πέτρο μου, έχουμε κανένα νέο; πλησίασε τον γαμπρό της η Βαρβάρα

– Όλα πηγαίνουν καλά. Δε με ήθελε μέσα μαζί της… απάντησε εκείνος με παράπονο

– Να πάω εγώ; Εμένα μπορεί να με θέλει! είπε ο Μανώλης με τη Βαρβάρα να του ρίχνει ένα δολοφονικό βλέμμα. Την άλλη φορά τον Πέτρο τον είχε διώξει κι είχε πει σε μένα να…

– Να πας να ξεβουλώσεις το νεροχύτη σου είχε πει! Γιατί είσαι υδραυλικός! Τώρα γεννάει! Δεν επιτρέπεται να μπει άλλος, πέραν του πατέρα! απάντησε εκνευρισμένη η Βαρβάρα

– Μα εγώ είμαι ο πατέρας!

– Του μωρού ο πατέρας! Κάτσε κάτω και μη μιλάς! η Βαρβάρα έδειχνε πραγματικά εκνευρισμένη

– Εγώ λέω να ρωτήσουμε!

– Κάτσε κάτω! τέντωσε το δάχτυλό της, δείχνοντάς του τις γαλάζιες καρέκλες στο διάδρομο

Ο Μανώλης υπάκουσε κατεβάζοντας το κεφάλι του. Κάθισε σε μια καρέκλα κι άρχισε να κουνάει το πόδι του νευρικά.

– Τους γονείς σου τους πήρες; ρώτησε τον Πέτρο, ακουμπώντας τον τρυφερά στο μπράτσο

– Ναι, έχουν ήδη ξεκινήσει απ’ το χωριό. Σε δυο τρεις ώρες θα είναι εδώ… είπε ο Πέτρος κατεβάζοντας το κεφάλι. Κυρία Βάνα… φοβάμαι… της είπε κι έπεσε στην αγκαλιά της

– Να μη φοβάσαι! Όλα θα πάνε καλά!

– Πώς το ξέρεις, κυρία έξυπνη; ο Μανώλης σηκώθηκε όρθιος και πήγε προς το μέρος τους

– Ποιο; τον ρώτησε απορημένη η Βαρβάρα

– Κι αν δεν πάνε καλά; Η κόρη μου αυτή τη στιγμή υποφέρει! Πονάει! Και φταις εσύ γι’ αυτό! ο Μανώλης κοίταξε τον Πέτρο με δολοφονικό βλέμμα

“Βασιλείου!”, μια γυναικεία φωνή διέκοψε τον παράλογο διάλογο, κάνοντάς τους όλους να γυρίσουν προς τα δεξιά. Μια νοσοκόμα με γαλάζια στολή, κρατούσε στα χέρια της κάτι ροζουλί και μικροσκοπικό.

Έτρεξαν όλοι προς τα εκεί και πριν προλάβει ο Πέτρος ν’ αντιδράσει, η νοσοκόμα του ακούμπησε το μωρό στα χέρια. Έμεινε κοκκαλωμένος να το κρατά, ενώ η Βάνα με υγρά από συγκίνηση μάτια κοιτούσε το πρώτο της εγγονάκι.

– Το παιδί μου! Η Τόνια μου! Είναι καλά; ρώτησε τη νοσοκόμα μ’ αγωνία ο Μανώλης

– Καλά είναι. Τη ράβουνε και…

– Τι της κάνουνε; ο Μανώλης πάνιασε ξαφνικά

– Μάνο! προσπάθησε να τον σταματήσει η Βαρβάρα

– Τι θα πει τη ράβουνε; Ξηλώθηκε; Το παιδί μου! ακούμπησε το δεξί του χέρι στον τοίχο να στηριχτεί

– Κύριε Μάνο… ψέλλισε ο Πέτρος

– Το παιδί μου! Εσύ φταις! τον κοίταξε άγρια

Η Βαρβάρα τον τράβηξε απ’ το μανίκι. Η νοσοκόμα τους κοιτούσε σαν να μην ήξερε αν έπρεπε να κλάψει ή να γελάσει.

– Να σας ζήσει! Κούκλα είναι! είπε και πήρε απαλά το μωρό απ’ τα χέρια του Πέτρου, που είχε μείνει να το κρατά σα στήλη άλατος. Σε λίγο θα σας ειδοποιήσουμε να δείτε και τη μητέρα. είπε και σε δευτερόλεπτα χάθηκε πίσω απ’ τη λευκή πόρτα

Η Βαρβάρα κοίταξε μια τον έναν και μια τον άλλο άντρα. Έδειχναν κι οι δυο έτοιμοι να καταρρεύσουν. Μπήκε ανάμεσά τους.

– Όλα πήγαν καλά! Να μας ζήσει το κοριτσάκι μας! είπε τρυφερά

– Να μας ζήσει! είπε συγκινημένος ο Πέτρος

– Είσαι πατέρας πια! ο Μανώλης στάθηκε μπροστά του και τον κοίταξε σοβαρός

– Κι εσύ παππούς… είπε ο Πέτρος και σκούπισε ένα δάκρυ που κύλισε στο μάγουλό του

– Να τις προσέχεις. συνέχισε αυστηρά

– Θα τις προσέχω.

– Και την Τόνια μου!

– Και την Τόνια.

– Και το μωρό!

– Και το μωρό.

– Μάνο! τον μάλωσε η Βαρβάρα

– Τι; Τον ενημερώνω!

– Μια χαρά θα τις προσέχει και τις δυο ο Πέτρος! χαμογέλασε η Βαρβάρα

– Έλα εδώ ρε μπαγάσα! έπεσε στην αγκαλιά του γαμπρού του ο Μανώλης κι άρχισαν κι οι δυο να κλαίνε

Η λευκή πόρτα άνοιξε ξανά. “Οι συγγενείς της κυρίας Βασιλείου;”.

– Αντωνία Σαμαρά λέγεται! Άκου Βασιλείου! έσκουξε ο Μανώλης

– Μπορείτε να τη δείτε. χαμογέλασε η νοσοκόμα

– Το παιδί μου! φώναξε ο Μανώλης κι έτρεξε προς την πόρτα

Όπως ακολουθούσαν τη νοσοκόμα που τους οδηγούσε στο δωμάτιο της Τόνιας, ο Μανώλης τράβηξε απαλά τη Βαρβάρα.

– Να πάω να φέρω τη μάνα μου; είπε χαμηλόφωνα

– Τι να κάνει η μάνα σου στην κλινική; τον κοίταξε απορημένη

– Ε, ξέρω γω; Οι μάνες ξέρουν απ’ αυτά. Τα μωρά, τις γέννες, τα ξεματιάσματα… Ένα ξεμάτιασμα να χρειαστεί το παιδί…

– Ρε Μάνο! φώναξε απελπισμένη πια η Βαρβάρα

***Αν θα ήθελες να διαβάσεις κι άλλες ιστορίες με την Βαρβάρα & τον Μανώλη, πάτα ένα like!***

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading