Πάνω απ’ όλα η φιλία

Ο Νικόλας τράβηξε το κουρτινάκι από το μικροσκοπικό παράθυρο της κουζίνας με θέα το απέραντο γαλάζιο του Αιγαίου. Το σπίτι του, ένα μικρό παλιό κτίσμα στην Αμοργό, κληρονομιά από τον θείο του, είχε γίνει το καταφύγιό του τα τελευταία δύο χρόνια. Ο ήχος από το μπρίκι που ψήνει τον καφέ, τον έκανε να γυρίσει το κεφάλι του. Μην χυθεί και το καϊμάκι, γιατί αλλιώς δεν πίνεται. Πώς μπορούν οι άλλοι και πίνουν αυτό το μαύρο ζουμί, μοντέρνα πράγματα. Φρέντο εσπρέσσο και αηδίες. Πρόοδος, σου λέει μετά. Αυτές ήταν μερικές από τις σκέψεις που του πέρναγαν από το μυαλό κάθε πρωί.

Ο Νικόλας, ήταν ένας νέος που είχε γεννηθεί στην Αθήνα. Θα μπορούσε να τα είχε όλα στα πόδια του, δουλειά, γυναίκες, διασκέδαση. Γιατί όχι; Όλοι οι νέοι στην εποχή του έτσι ζούσαν, κι εκείνος το ίδιο έκανε, μέχρι που ένα τροχαίο με την μηχανή τον έκανε να δει την ζωή αλλιώς. Στα εικοσιπέντε του, όλα όσα γνώριζε πήραν άλλη μορφή στα μάτια του. Έμεινε στο νοσοκομείο τρεις μήνες σε ένα κρεβάτι ακούνητος, μόνο η ανάσα του ακουγόταν και αυτή με δυσκολία. Η μάνα του δεν έφυγε στιγμή από δίπλα του. Στο δωμάτιο υπήρχε και ένας άλλος νέος, ο Κώστας, τραυματίας και αυτός αλλά από πέσιμο. Είχε ανέβει στην ταράτσα της πολυκατοικίας που έμενε στο Παγκράτι για να ισιώσει την κεραία της τηλεόρασης και χωρίς να το καταλάβει βρέθηκε κάτω στο πεζοδρόμιο. Έχασε τις αισθήσεις του; ζαλίστηκε; Καθόλου δεν θυμόταν. Το αποτέλεσμα μετρούσε. Βαριές εγκεφαλικές κακώσεις που του άφησαν ένα μεγάλο αιμάτωμα, αποτέλεσμα ο Κωστής να χάσει το φως του. Σακατεμένος και με σπασίματα στα πόδια και στα χέρια, δεν ήταν ικανός να κάνει ούτε βήμα. Αυτό που τον πίκρανε περισσότερο ήταν τα μάτια του. Να μην σηκώνομαι δεν πειράζει, αλλά να μην βλέπω; Αυτό τον έκανε κουρέλι.

Ο Νικόλας από την άλλη μεριά δεν μπορούσε να σηκωθεί, αλλά τουλάχιστον έβλεπε. Οι δύο νέοι ανέπτυξαν μία ιδιαίτερη φιλία, ο ένας έδινε παρηγοριά στον άλλο, ο Νικόλας έγινε τα μάτια του Κώστα. Ο Κώστας έδινε θάρρος στον Νικόλα. Κάθε πρωί, πριν βγει ο ήλιος, άρχιζε την περιγραφή, ό,τι μπορούσε να “δει” με τα μάτια του από το κρεβάτι, χωρίς να σηκώνεται, το μετέφερε στον φίλο του.

-Αα, σήμερα θα έχει έναν ήλιο, δεν φαίνεται κανένα σύννεφο στον ουρανό. Βλέπω και ένα περιστέρι στο περβάζι, ήρθε να μας πει και αυτό καλημέρα, φίλε μου. Ίσα που διακρίνω και μερικά λουλούδια στον κηπάκο. Σαν φρέζες μου μοιάζουν, ε… τώρα που έρχεται η άνοιξη θα γεμίσουμε με μαργαρίτες.
Τέτοια του έλεγε κάθε πρωί και εκείνος έπαιρνε θάρρος. Πού θα πάει, θα δω κι εγώ μία μέρα…, με αυτούς τους λογισμούς πέρασε ο καιρός. Ο Νικόλας πήρε τα πάνω του, στους δύο μήνες ήταν ικανός να κουνάει τα άκρα του, στους τρεις σηκώθηκε και περπάτησε.
-Θαύμα!, έλεγε η μάνα του, οι προσευχές μου έπιασαν τόπο. Στην Τήνο να πάμε, γιέ μου, να προσκυνήσουμε. Δεν μας άφησε η Παναγία!
-Εντάξει μάνα, κάτσε να βγω πρώτα και θα πάμε.

Ο Νικόλας σκεφτόταν τον φίλο του, πώς να τον αφήσει; Ίσα που δειλά έκανε κάποιες κινήσεις, αλλά από φως τίποτα.
-Άκου φίλε μου, εγώ θα βγω σε λίγες μέρες. Μόλις συνέλθω λίγο θα έρχομαι να σε βλέπω, να σου κάνω παρέα. Μην χάνουμε και τις συνήθειές μας!

Κάθε πρωί ήταν στο “πόστο” του, λες και χτύπαγε κάρτα σε εργοστάσιο. Οι περιγραφές του έγιναν πιο έντονες, με περισσότερες λεπτομέρειες. Σήμερα θα κάνει ζέστη, δεν κουνιέται φύλλο, έχει εφημερία το νοσοκομείο και γέμισε πάλι. Κατά τις δέκα τον σήκωνε και περπατούσαν στον διάδρομο με αργά βήματα. Ό ένας έγινε πραγματικά στήριγμα για τον άλλο. Οι δύο άντρες ανέπτυξαν μία φιλία αξιοθαύμαστη κι ας γνωρίστηκαν πριν λίγους μήνες. Είχαν πολλά κοινά, την αγάπη τους για τις μηχανές και την ταχύτητα, τις εκδρομές, τα θαλάσσια σπορ.

– Άκου αδελφέ μου, μόλις βγεις κι εσύ και θα βλέπεις καλά καλά, θα πάμε ένα ταξίδι οι δυο μας με τις μηχανές. Διαλέγεις εσύ το μέρος και εγώ θα ακολουθήσω. Μόνο η μάνα μου μην το μάθει πριν φύγουμε γιατί θα μου κόψει τα πόδια, έτσι μου είπε τις προάλλες αν καβαλήσω ξανά την μηχανή. Λες κι εγώ θα την ακούσω.
-Κάτσε να βγω από εδώ μέσα, χλωμό το βλέπω. του απάντησε ο Κωστής. Γιατί όπως βλέπεις περπατάω, κουνάω τα χέρια μου, αλλά τα μάτια, ρε φίλε… Πότε θα δω κι εγώ, ξέρεις τι είναι να ζεις μέσα στα σκοτάδια;
– Δες το θετικά. Δεν βλέπεις όλη αυτή την σαπίλα που κυκλοφορεί ανάμεσά μας. Πού πήγε η καλαισθησία, δεν ξέρω. Πάρε παράδειγμα τις γυναίκες. Πού πήγε η θηλυκότητα; Όλες μοιάζουν μεταξύ τους. Μακριά μαλλιά, ψεύτικα νύχια, κορμιά οστεωμένα. Δεν λέω υπάρχουν και ωραίες πραγματικά, αλλά το θέμα είναι το μέσα. Τι κρύβει η καθεμία, άντε να το βρεις.
-Κι εγώ σου λέω το βρίσκεις, πώς να την πλησιάσεις; Φοβούνται και αυτές και έχουν τα δίκια τους. Είμαστε κι εμείς οι άντρες… συμπλήρωσε ο Κωστής.
– Σου εύχομαι φίλε μου να συναντήσεις την μια και μοναδική ψυχή που θα σε νιώσει, που θα δει το πόσο καλός άνθρωπος είσαι.
-Κι εγώ αντεύχομαι γιατί δεν με ξεχνάς και σου αξίζει να βρεις κι εσύ την μία και ξεχωριστή που θα καταλάβει το πόσο δοτικός άνθρωπος είσαι.

Λίγο πριν κλείσει ο μήνας, ο Κωστής πήρε εξιτήριο, κινητικά προβλήματα δεν είχε, αλλά τα μάτια έμειναν ερμητικά κλειστά. Σαν να έλεγαν από μόνα τους… αρνούμαστε να ανοίξουμε!

Η οικογένειά του τον στήριζε, το ίδιο και ο φίλος του. Τα απογεύματα, ο Νικόλας μετά την δουλειά περνούσε από το σπίτι του Κωστή και του έκανε παρέα μέχρι το βράδυ. Τον χειμώνα κάθονταν οι δυο τους μπροστά στο τζάκι ακούγοντας μουσική. Ένα ποτάκι συμπλήρωνε την βραδιά και την άλλη μέρα πάλι τα ίδια. Την άνοιξη και το καλοκαίρι ο Νικόλας έπαιρνε το αμάξι για πιο μακρινές βόλτες, οι δύο τους κάθονταν στην παραλία και κουβέντιαζαν με τις ώρες.

Ένα βράδυ, εκεί στην άκρη της ακτής, έπεσε πάνω τους μία κοπέλα. Είχε βγάλει βόλτα τον σκύλο και δεν μπόρεσε να τους διακρίνει καλά. Για την ακρίβεια ο σκύλος της ήταν ο υπαίτιος της “καταστροφής”.

-Συγνώμη, δεν σας είδαμε. Μήπως φοβηθήκατε; Ξέρετε ο σκύλος μου είναι γεράκος και δεν βλέπει καλά. Ίσα που περπατάει, είναι και τόσο σκοτεινά απόψε… αυτές τις εξηγήσεις έδωσε η νεαρή και τα λόγια της χτύπησαν πραγματικά τις ευαίσθητες χορδές του Κωστή.
-Τελικά δεν είμαι ο μόνος που δεν βλέπει. Ξέρετε κι εγώ τυφλός είμαι, αν και νέος, δεν βλέπω τίποτα.
-Λυπάμαι για αυτό. Εύχομαι να είναι περαστικό.

Ο Νικόλας πήρε τον λόγο: “Θέλετε να καθίσετε μαζί μας; Παρέα θέλουμε κι εμείς”.
-Πολύ ευχαρίστως. Εγώ είμαι η Θάλεια. Μην σας παραξενεύει το όνομά μου, η μητέρα μου ήταν χορεύτρια του Εθνικού, και για αυτό με ονόμασαν έτσι. Και από εδώ ο φύλακας άγγελός μου, ο γλυκός μου ο Μπεν.
-Πάλι καλά που δεν σας είπαν Μελπομένη, το Θάλεια ακούγεται πιο ωραία. είπε ο Κωστής και συστήθηκε στην κοπέλα δίνοντάς της το χέρι του. Εγώ είμαι ο τυφλός της παρέας και από εδώ ο δικός μου φύλακας άγγελος, ο Νικόλας.
-Χάρηκα που σας γνώρισα αγόρια. η Θάλεια τους μίλησε με μεγάλη οικειότητα για την ζωή της, για τα χρόνια που έκανε στην Αγγλία σαν φοιτήτρια. Ο πατέρας της ήταν αναγνωρισμένος δικηγόρος και εκείνη έπρεπε να ακολουθήσει το επάγγελμά του. Για χορό ούτε λόγος, η παράδοση έρχεται πρώτη, έλεγε ο Νικολόπουλος, ο πατέρας της.

Από εκείνο το βράδυ μέχρι που άλλαξε ο καιρός και έπιασαν τα πρώτα κρύα, οι τρεις τους έκαναν ένα καλό παρεάκι. Ατελείωτες ώρες συζητήσεων, έμοιαζε σαν να γνωρίζονταν από παλιά. Ο ένας συμπλήρωνε τον άλλο. Υπήρχαν και οι διαφωνίες, που πάντα υπάρχουν στις ανθρώπινες σχέσεις και ιδιαίτερα εκείνες των δύο φύλων. Η Θάλεια πίστευε ότι δεν υπάρχει πια έρωτας. Οι εποχές έχουν αλλάξει, έλεγε. Εσείς οι άντρες έχετε χάσει τον δυναμισμό σας, φοβάστε να αναλάβετε οποιαδήποτε ευθύνη απέναντι σε μία γυναίκα.
Ο Νικόλας πήρε τον λόγο πρώτα: αν βρεθεί η κατάλληλη γυναίκα όλα μπορούν να αλλάξουν.

-Κι εσύ Κωστή, τι πιστεύεις; τον ρώτησε ευθέως χωρίς δισταγμούς.
-Συμφωνώ με τον φίλο μου, τίποτα δεν είναι δεδομένο, καρφώνοντάς την με τα μάτια που δεν έβλεπαν. Αυτά τα μάτια ήταν ικανά όμως να δουν την ψυχή της γυναίκας, το πόσο ιδιαίτερη ήταν και εκείνη αισθάνθηκε το σκανάρισμα αμέσως.

Όταν ήρθαν τα πρώτα Χριστούγεννα, ο Κωστής τους ανακοίνωσε ότι στο Λονδίνο υπήρχε ένας γιατρός που κάνει θαύματα, με εξειδίκευση σε ανθρώπους με την δική του πάθηση. Τα νέα ήταν αισιόδοξα για εκείνον, και το είχε πάρει απόφαση. Θα τολμούσε μία επέμβαση, ίσως να ήταν τυχερός.

Όλοι χάρηκαν, περισσότερο ο φίλος του. Πριν προλάβει να του πει τις σκέψεις του ο Κωστής, πρότεινε στην Θάλεια να τον συνοδέψει. Μόνο ένας επιτρεπόταν να βρίσκεται μαζί του και εκείνος διάλεξε την νέα του φίλη. Ο Νικόλας σάστισε, αλλά κατάλαβε ή μάλλον διαισθάνθηκε ότι ο κολλητός του ήταν ερωτευμένος. Και εκείνος όμως το ίδιο. Είχαν ερωτευτεί την ίδια γυναίκα!

-Και τον σκύλο τι θα τον κάνω; Είναι πολύ γέρος για να τον αφήσω σε ξενοδοχείο ζώων, ρώτησε η Θάλεια
-Αυτόν θα τον αναλάβω εγώ, πρότεινε ο Νικόλας. Δεν είχε άλλη επιλογή και δεν επιθυμούσε να καρφωθεί τώρα στην κρίσιμη στιγμή.
-Ωραία, ας το γιορτάσουμε το γεγονός, έτσι για το καλό. Θάλεια, σε παρακαλώ, άνοιξε το μπουκάλι με το κρασί. Την σαμπάνια θα την αφήσουμε για τον γυρισμό!
Οι τρείς τους τσούγκρισαν τα ποτήρια τους και ευχήθηκαν η περιπέτεια του Κωστή να έχει αίσιο τέλος.

Οι μέρες κύλησαν γρήγορα, ο Νικόλας έκανε τα πάντα για να προετοιμάσει τον φίλο του, όχι μόνο με τα πρακτικά αλλά περισσότερο να τον εμψυχώνει και να του δίνει θάρρος.
-Θα τα καταφέρεις φίλε μου, θα δεις. Έχουμε και ένα ταξίδι να κάνουμε, μην το ξεχνάς.

Την στιγμή του αποχαιρετισμού οι δύο τους έσφιξαν τα χέρια, ενώ η Θάλεια έσκυψε και έδωσε ένα θερμό φιλί στο μάγουλο του Νικόλα.
Εκείνος έβαλε το χέρι του αμήχανα και μετά της χάιδεψε το χέρι. Ήθελε με αυτόν τον τρόπο να της δώσει να καταλάβει ότι για εκείνον σήμαινε πολλά.

Πέρασε ένας μήνας, η επικοινωνία μεταξύ τους ήταν καθημερινή. Η επέμβαση πέτυχε και ο Κωστής αν και ταλαιπωρημένος, ήταν εκείνος που τους ξύπναγε όλους.
-Εεεε, ξυπνήστε να δείτε τον ήλιο που έχει ήδη σηκωθεί! Μα δεν βλέπετε τα πουλιά; Οι άνθρωποι έχουν ήδη βρεθεί στους δρόμους!
-Μα από τι ώρα έχεις σηκωθεί, βρε αθεόφοβε! Για να σε δω όταν θα γυρίσεις τι θα κάνεις. Μην μου λες μετά άσε με λίγο ακόμη να κοιμηθώ! του απαντούσε ο Νικόλας

Πέρασε και άλλος ένας μήνας, ο Κωστής ήταν έτοιμος να συστηθεί με την ζωή ξανά, να κυλιστεί στην άμμο, να κάνει ό,τι τρέλα του ερχόταν στον νου.

Όταν το αεροπλάνο τους προσγειώθηκε, ο Νικόλας τους περίμενε παρέα με τον Μπεν. Μπορεί να μην έβλεπε καλά, αλλά αισθανόταν κι αυτός, όπως και ο Νικόλας. Όταν αντίκρυσε τους δύο φίλους του, κατάλαβε ότι ήταν μαζί. Το ένιωσε από τα βλέμματα που αντάλλαξαν μεταξύ τους. Ήταν πολύ αργά για αυτόν, να της εκμυστηρευτεί τα βαθιά του ειλικρινή αισθήματα.

Όταν έφτασαν στο σπίτι του, ο Κωστής έπιασε το χέρι της Θάλειας, το έφερε στα χείλη του, κοίταξε τον φίλο τους στα μάτια λέγοντάς του:
-Φίλε μου, αν δεν ήσουν εσύ δεν ξέρω πού θα βρισκόμουν εγώ. Ήσουν για μένα, όχι μόνο φίλος, αλλά και φύλακας άγγελος. Μου στάθηκες περισσότερο και από αδελφός, για αυτό θέλω να σου ζητήσω να γίνεις κουμπάρος μας. Εγώ και η Θάλεια είμαστε μαζί και θα παντρευτούμε σύντομα. Μόνο εσύ αξίζεις να μας παντρέψεις. Τι λες λοιπόν;
Ο Νικόλας τα ’χασε, για λίγο όμως. Η ευστροφία του τον βοήθησε να καλύψει την ταραχή του και χωρίς να το πολυσκεφτεί απάντησε:
-Μπράβο σας, με το καλό ο γάμος! Φυσικά δέχομαι την πρόταση καλέ μου φίλε! και άνοιξε διάπλατα τα χέρια του για να χώσει και τους δύο στην αγκαλιά του. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, πού να τολμήσει να μιλήσει. Ας ανοίξουμε εκείνη την σαμπάνια επιτέλους!

Η Θάλεια έτρεξε να φέρει τα ποτήρια. Ο θόρυβος από το άνοιγμα του μπουκαλιού τους χαροποίησε όλους, σαν να ήταν ένα σημάδι ότι έφευγε το κακό μάτι.
-Και στις χαρές μας Κωστή μου, είπε η Θάλεια και σκύβοντας τον φίλησε στα χείλη.
-Και πότε ο γάμος με το καλό; ρώτησε ο Νικόλας.
-Λέμε για το τέλος του Ιουλίου, θα είναι και ένας χρόνος από την τυχαία γνωριμία μας. απάντησε εκείνη. Και όλα αυτά τα οφείλουμε στον καλό μου Μπεν! Λέω μάλιστα, αν ζει ακόμη, να με συνοδέψει και εκείνος στην εκκλησία. Από την μία ο Νικολόπουλος και από την άλλη ο σκύλος. Ο πατέρας μου θα λιποθυμήσει!

Έτσι κι έγινε. Ο Κωστής στάθηκε στην εκκλησία με το λευκό του σακάκι, ασορτί πουκάμισο και το μπλε μαντήλι στο πέτο, κρατώντας την ανθοδέσμη από κίτρινους ηλίανθους. Τι πιο ωραίο καλοκαιρινό λουλούδι! Ο στολισμός ήταν στα χρώματα του κίτρινου και του πορτοκαλί, γιατί ταίριαζαν απόλυτα με το περιβάλλον, κυρίως με το πέτρινο εκκλησάκι, χωμένο που ήταν χωμένο ανάμεσα στα δέντρα ακριβώς δίπλα στο κύμα.

Ο Νικόλας έλαμπε και αυτός, ντυμένος με τα αντίθετα χρώματα από τον γαμπρό, με το μπλε του σακάκι και το λευκό πουκάμισο, χωρίς γραβάτα, και το λευκό μαντήλι στο πέτο. Ήταν ένα κούκλος, η μητέρα του τον καμάρωνε.
-Άντε αγόρι μου, να βρεις κι εσύ μια κοπέλα να νοικοκυρευτείς, να δω κι εγώ κανένα εγγόνι.

Όταν η νύφη έφτασε συνοδευμένη από τον πατέρα στα δεξιά και τον σκύλο στα αριστερά, όλος ο κόσμος χειροκρότησε. Ο Κωστής έλαμπε από χαρά και αυτός και συγκινημένος της είπε στο αυτί:
-Άξιζε η ταλαιπωρία μου, θα σε περίμενα μέχρι να έρθεις στην ζωή μου.

“Κι εγώ θα σε περίμενα, κορίτσι μου”, ψέλλισε ο Νικόλας μέσα από τα σφιγμένα χείλη του, να μην τον ακούσει κανείς.

Ήταν ένας υπέροχος γάμος, με το ζευγάρι να χαίρεται την κάθε στιγμή. Ο κουμπάρος την ώρα του φαγητού έδωσε τις ευχές του στο ζευγάρι βαθιά συγκινημένος:
-Αγαπημένοι μου, έχουμε βρεθεί όλοι εμείς για να γιορτάσουμε την ένωση δύο ανθρώπων που αγαπάμε πολύ. Το πιο σημαντικό, όπως πιστεύει και ο Πλάτωνας, πάνω από όλα, από τις στάσεις ζωής, είναι η φιλία. Δεν έχει νόημα καμία άλλη σχέση, ούτε εμπορική, ούτε εργασιακή, παρά μόνο η σχέση που έχουν δύο φίλοι. Και η δική μας φιλία, Κωστή μου, αποδείχτηκε δυνατή σαν τον βράχο που δεν τον ταρακουνάει κανένα κύμα, καμιά βροχή, ούτε τυφώνας, ούτε ανεμοστρόβιλος. έπειτα σηκώθηκε να δώσει τις ευχές του στο ζευγάρι και την στιγμή της πρόποσης, ανακοίνωσε την απόφασή του να φύγει από την Αθήνα και να μετακομίσει στην Αμοργό.
-Ήταν μία απόφαση, όχι της στιγμής, πιστέψτε με. Εδώ και χρόνια το σκεφτόμουν, αλλά τώρα έφτασε το πλήρωμα του χρόνου να την πραγματοποιήσω. μιλούσε, οι λέξεις με κόπο έβγαιναν από το στόμα του και τα μάτια του κάρφωναν την Θάλεια, μία κοιτούσε τον φίλο του, μία εκείνη. Η ψυχή του ματωμένη και πληγωμένη, τα χείλη του έτρεμαν, το ίδιο και το χέρι που σήκωσε το ποτήρι για να ευχηθεί.

Η Θάλεια κατάλαβε ότι αυτό που αισθανόταν για αυτήν ο Νικόλας, ήταν κάτι παραπάνω από φιλία. Σάστισε για λίγο, δεν μπορούσε να εξηγήσει αυτό που την έκανε να ανατριχιάσει. Για κλάσματα του δευτερολέπτου της πέρασε η σκέψη μην και παντρεύτηκε τον λάθος άντρα. Τώρα είναι αργά και δεν υπάρχει πισωγύρισμα.

Η βραδιά κύλησε με χορό και τραγούδι μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες.
-Δηλαδή σε χάνουμε, φίλε; Πότε λες να μας φύγεις; ρώτησε ο Κωστής.
-Θέλω να τακτοποιήσω κάποιες εκκρεμότητες και πριν μπει ο Σεπτέμβρης θα πρέπει να έχω φύγει.

Έτσι κι έγινε. Το πρώτο σαββατοκύριακο του Σεπτέμβρη τον βρήκε στο νησί. Ο αποχωρισμός τους δεν του ήταν εύκολη υπόθεση. Ήθελε τόσο να αγκαλιάσει την Θάλεια, να την σφίξει πάνω του μέχρι να της κοπεί η ανάσα. Να της δώσει ένα φιλί στο στόμα μέχρι να τα ματώσει, να πλέξει τα λευκά της χέρια γύρω από τον λαιμό του. Αχ ο έρωτας… πώς κάνει ακόμη και έναν άντρα να χάνει τα λογικά του… Δεν το άντεχε άλλο αυτό, ήταν μεγάλη η δοκιμασία.

Τις πρώτες μέρες στο νησί κοιμόταν συνέχεια, σαν να ήθελε μαζί με τον ύπνο να φύγουν και οι λογισμοί και οι επιθυμίες. Είχε να πατήσει σε αυτό το σπίτι από παιδί, είχαν αλλάξει πολλά στο μέρος αυτό. Το σπίτι ήταν παλιό και χρειαζόταν μία γερή ανακαίνιση. Αυτό ήταν ό,τι καλύτερο για να τον κάνει να ξεχάσει. Έξι μήνες του πήρε μέχρι να συνεφέρει το σπίτι, η επόμενη χρονιά του υποσχόταν τα καλύτερα. Τα άξιζε και τα κέρδισε με το σπαθί του. Η θάλασσα ήταν βάλσαμο, σωστό φάρμακο, η Αμοργός ήταν τουριστικό νησί και οι γνώσεις του πάνω στις καταδύσεις αποδείχτηκαν σωτήριες. Λίγο το ’χεις να δουλεύεις κάνοντας το κέφι σου; Και εκείνος ήταν αποφασισμένος να αφήσει το αλμυρό νερό να απαλύνει τον πόνο του, να κάψει το αλάτι τις πληγές της ψυχής, να μην ξαναγίνουν πια.

Η αγάπη δεν είναι ποτέ θέμα τύχης και εκείνος ήλπιζε ότι μία μέρα θα συναντήσει την μία και μοναδική ψυχή που θα αγγίξει την δική του. Κι αν γίνει αυτό δεν θα την αφήσει να φύγει. Η θάλασσα είναι απέραντη και χωράει όλους τους βαθιά ερωτευμένους.

Δήμητρα Καμπόλη

❗❗❗Αν σου άρεσε η ιστορία, τσέκαρε κι αυτές👇👇👇

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading